...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

31 Ιανουαρίου 2015

Γευσιγνωσία…




Μου φαίνεται θα ξεκουμπωθούν οι βεβαιότητες
και θα μιληθούνε όλα αλλιώς. Επειδή
κι ο θάνατος σχηματίζεται
σαν ίζημα από τις πολλές στεναχώριες    και το ποδήλατο
της διάθεσης πάει την ψυχολογική του πορεία.
Κάθε βδομάδα τελείωσε παρατείνοντας
την αγωνία μας. Σιγουρευτήκαμε για κάτι που δεν έχει σημασία.
Ρητορική ανηφόρα ανεβαίνω.
Αλήθεια, με ακούς; Σέρνομαι
σαν μία σαύρα που αλλάζει χρώματα
για να συγχρονιστεί με το νωθρό περιβάλλον.
Μπορεί να μην σε αφορούν οι προθέσεις μου.
Ο θάνατος ανήκει όμως σε όλους.
Είναι κληρονομιά που την λαμβάνουν όλοι και λυτρώνονται
από μια ζωή που τους κούρασε. Αναγκαίο
κακό η τελεία.
Αφήνει την παράγραφο πραγματικά να ανασάνει.
Τι θα ωφελούσε το τόσο λαχάνιασμα
όταν και, λίγο θέλεις κάποτε, να ησυχάσεις;
Πάντως το βλέμμα μου αφοπλίζει τα πάντα.
Αγαπώ τα πράγματα αλλά δεν θέλω τον μύθο τους.
Τα θέτω κάτω από μικροσκόπια, τα εξετάζω-
Εξ ου και η λυρική συμπεριφορά μου. Δεν έχω όρια. Μα
πιστεύω εις ένα θεό
που ξύνει τις πληγές μου μέχρι να ματώσουν.
Κανένα ψέμα δεν με έφερε εδώ.
Ήρθα με τις αλήθειες που σου είπα. Κατάλαβε.
Για τα ποιήματα έχω υπάρξει-
Και για να δοκιμάσω πάνω στο ύφος ενός λουλουδιού
το χαμόγελό σου…



Σκηνικό του βυθού..




Ταξιδεύω σαν τρελός ενώ
όλα γύρω μου φλέγονται    και το δάσος
γεμίζει με τα σχισμένα μου ποιήματα    και ακούει
τις ψιθυριστές φωνές μας,    την ώρα
που η σάρκα νοστιμεύεται η μία την άλλη,    στέλνοντας
τα επιφωνήματά της,    ως το κατώφλι της χλόης.

Είναι ένα σκοτεινό στούντιο που ηχογραφεί
τα πάντα: οι φωνές των πουλιών
ζαρώνουν πα' στις παρτιτούρες
των ωρών   και η μουσική    ξεχύνεται,    σαν
από τους κορμούς των δέντρων,    δοξαστική
και ανατολική,   μέδουσα
που κολυμπά    στον βυθό του μυαλού..

Μετά,
τα πάντα σιωπούν. Χύνεται
ένα σκοτάδι μαβί. Το πιάνο μου
εγκαταλείπει το ντελίριό του και
είναι ένα ναυαγισμένο σκαρί    που σαπίζει
μέσα στον φωνακλάδικο σκοτάδι    της νύχτας.

Σε σφίγγω στην αγκαλιά μου και με απορροφάς
σαν βδέλλα διψασμένη που θα θελήσει
να επιστρέψει στο φως..


Εικόνα…





Η τόλμη του ήλιου στίλβωσε τα μαγληνά λεμόνια, τα αποθέωσε.
Κάτω από τον ουρανό της Κορινθίας, κοντά
Στον βράχο που ζητούσε την θερμότητα
Της γυμναστικής.
Και πέρα μακριά, η θάλασσα
που έκανε τον τόπο να υπερηφανεύεται
Για την αίγλη του.
Σε μια παλιά αυλή, ακόμη,
οι αμφορείς επάνω στο περβάζι ντύνουνε
με χρώμα υδάτινο την σκέψη που γυρεύει
πώς να ξεδιψάσει.
Περνά μια κοπέλα. Το ρούχο της
μυρίζει έρωτα.
Όλο το βράδυ το κορμί της φλέγονταν
σαν αστραπή που δημιούργησε ο πόθος.
Κατά το μεσημέρι,
ανεβαίνει την σκάλα.
Στην ταράτσα
Που ο άνεμος σκουντά την μπουγάδα της και ανεμίζει
το μεσίστιο κατάρτι του φιλιού που αναζητάει..


30 Ιανουαρίου 2015

Χθόνιο…





Ώσπου να σκεφτώ κάτι ωραίο στον ξύπνο μου,
η νύχτα έχει προχωρήσει πιο πολύ απόνα άστρο
που ξεκαρφώθηκε από τον ουρανό και χλιμιντρά
λαχανιασμένο μες τις πεδιάδες της συνείδησης..

Στην σκόνη του σύμπαντος κουρνιασμένα
σχηματισμοί των πλανητών, αεικίνητοι, ανάλλαχτες
τροχιές γύρω από το ποιητικό βάθος
ενός Θεού κι ενός
μουζικάντη
που παίζει το βραχνό τραγούδι της συγχώρεσης.

Λαλούν οι ιεροκήρυκες, στέκονται πάνω
στα νέφη που χλευάζουν
τον όχλο που αφήνεται και να μισεί
την καταγεγραμμένη Αλήθεια..

Πόσο να φτάσω με τον νου μου αυτά που αλλιώς
εντός μου ζωγραφίζονται και θάλλουν
όπως λουλούδια του πελάγου και τεκμηριώνονται
με τον αφρό
που γέλιο αφήνει στην ακρογιαλιά και που σπιθίζει;…




29 Ιανουαρίου 2015

Αριθμομνήμων…





Φως εκ φωτός, αιθέρας από αέρα,    στο κενό
Όπου πίπτουν όλα κάνοντας θόρυβο     μια αναστάτωση
Κι εσύ να μην είσαι πουθενά     αυτές οι βροχερές μέρες
Ορμητικές κάτω από τον νοτισμένο ουρανό    κλαίνε
Ακουμπισμένες στα ρείθρα της αιωνιότητας.    Στον καιρό
Όπου     αλλάζουν όλα εδώ κάτω " με ορμή"    που λέει και το τραγούδι..
Ραγίζει το σκηνικό   πού ζεις πια δημοκρατία;   Φοβίζοντας
Τους καλεσμένους σου   κι όμως σκορπά καχυποψία
Το καθεστώς    ευπροσήγορα αναχαιτούν οι στίχοι μου    την σήψη
Τοποθετούμαι κοντά στην φωτιά   αριθμομνήμων   μη ξεχνώντας να αθροίσω τις προθέσεις μου    και καταλήγοντας   σε μία ελπίδα που με σώζει ακόμα…





Λιλιπούτειος…



Η βοή του νερού και η φυλακισμένη ουσία του
σε κάθε σταγόνα
η δύναμή του, η ιερουργία του
μέσα στο σύθαμπο, κάτω
από το ύφος μιας βροχής
που μετριέται
με το κομπόδεμα μιας συννεφιάς που τοκίζει
τον εαυτό της
επί την ελεύθερη πτώση των αισθημάτων.

Αποθησαυρίζω βαμβάκι συμπεριφοράς και είμαι
πάλι ο ίδιος-
πού πήγαν τα αγκάθια μου; Ράβω
κουρέλια που θα γίνουν μανδύας·
μ' ακολουθούν συμβάντα που,
με την απόσταση που τους δίνω,
με κάνουν να φαίνομαι λιλιπούτειος
και μόνος..




28 Ιανουαρίου 2015

Θέα ψυχής…




Ήρθα για να σε ξαφνιάσω λοιπόν- ακολουθώντας
την οξεία μου
στον άψογο ρόλο της· και την ευθεία μου
έως το τεθλασμένο της αποτέλεσμα-
νικητής και ηττημένος·
εδώ
που η σιωπή θεωρείται πολύτιμη – και η εξομολόγηση
ανδραγαθία.
Να πώς θα ανοιχτούν τα παράθυρα να αντικρίσεις
ορίζοντα
εσύ ο φοβισμένος, ο τολμών
όμως να δει
μες την ωραία ψυχή του..



Τα χρέη των ημερών..

Αδειάζει η υδρία
Ένας κενός ήχος πέφτει
επάνω στα κράσπεδα της ιστορίας
Βάφονται ματωμένα τα πλακάκια
Ο θάνατος, φαίνεται, πάντα θα είναι κοντά
Ένας συριγμός ακούγεται, το πουλί πετάγεται από τον ύπνο του
πιάνει την αισιοδοξία από τα μαλλιά
Τα δέντρα φοβίζουν την μέρα
Η νύχτα φοβίζει την πόλη
Οι άστεγοι ξαπλώνουν πάνω στην κουβέρτα
της αγωνίας τους
Η ιστορία ζέχνει αποφορά και δυσωδία.
Κάτω απ' την Ακρόπολη
τουρίστες νομίζουν πως άγγιξαν κάτι
Όχι με την ματιά, με το μυαλό τους μονάχα
Φωτογραφίζονται ευχαριστημένοι και χαμογελαστοί
Οι μόνοι χαρούμενοι
σε έναν κόσμο που σκέπτεται να μεταναστεύσει
κατά τα μέρη της βροχής..







27 Ιανουαρίου 2015

Θήρα…


Μαδάν οι λεπτομέρειες που θέλω·
στην ανάγνωσή τους συνεχίζεται το νόημα-
Περισσότερα μου δίνει η απλότητα παρά
Αυτό το φόντο πίσω απ' τα μπουμπουνητά που
Στεναχωρεί το τοπίο αφόρητα
Στεγνώνοντας την επιδερμίδα του.
Υποψιάζομαι ακολουθίες που δεν υπάρχουν·
μπορεί για ένα τίποτα να πασκίζω·
Είναι η λυρική περίπτωση ενός γλάρου που εγκαταλείπει το κατάρτι ψάχνοντας
Τρόπους να ιχνογραφήσει το πέλαγος.
Κυνηγώ κι είμαι το έσχατο θήραμα πριν
απαγορευτεί η θήρα
κυνηγώ και στο ντουφέκι μου το μπαρούτι μυρίζει
μελαγχολία..


Νεράιδα…



Ελθέ σαν δυνατή βροχή, ελθέ..
Και άφησε την ονομαστική τιμή σου να μανιάζει
επάνω στα υψώματα
που τα σκεπάζει
ωραία το φεγγάρι-
Το ασήμι του
γανώνει των πεύκων τις βελόνες·
μια τάξη εντόμων τρίζει μες
τον αέρα τα δόντια της-
σάλος άξεστων ήχων-
το κρύο περονιάζει το σώμα σου
μικρή νεράιδα που αφέθηκες να ζεις
μέσα στα παραμύθια που γραφτήκανε
για να ανήκουν σε σένα..



26 Ιανουαρίου 2015

Κρίνοντας…






Για να με δουν να χαμογελώ
Ελκύουν τιτιβίσματα οι κλώνοι των δέντρων
Το πουλί οξύνεται    και πετά μορφάζοντας ευτυχισμένο·
Θέτω τα επιχειρήματά μου επί της τραπέζης·
Ο νους μου αναζητά παράλληλα σύμπαντα·
Το αόρατο "κάτι" αφήνει μια essence σθένους στα άγρια ρουθούνια μου·
Έχω μοιραστεί σε χαρές και σε θλιμμένες ώρες μοναξιάς μου·
Ποία μουσική είναι η τροφός μου όταν ο χρόνος με εκπλήσσει καταργώντας τα φρένα του;
Είμαι ο μαθητής που θέλει η ζωή αλλά είμαι κι ο δάσκαλος που τεκμηρίωσε σ' ένα λευκό χαρτί  τον τζόγο και την πεμπτουσία μίας λέξης..



Της πατρίδος…





Στον αιθέρα της κόψης του μαχαιριού στέκονται
Οι βεβαιότητες όλες μου κι οι υποψίες-
Ρακένδυτες ελπίδες, μιασμένα φωνήεντα, μαγαρισμένες συλλαβές
Από έναν κόσμο που φθίνει-
Κανένα ιστίο δεν κρατά τεντωμένο
συμβολικό πανί μιας εθελούσιας θυσίας
Για κάτι ωραία οικουμενικό-
Η μελαγχολία με βρίσκει εκεί που με άφησε-
Σφυγμομετρώ τον θάνατο ως την εγνωσμένη αλήθεια του-
Μου αναλογεί
Ενός ποιήματος η λεοντή και που ενδύομαι
χιτώνα μιας πατρίδας που υποφέρει..


25 Ιανουαρίου 2015

Πρόσεχε την δίνη οφθαλμαπάτη!



Ταξιδέψτε λόγια μου στον χρόνο ταξιδέψτε
στην ιστορία των ημερών, στον πολλαπλό
οργασμό των φαινομένων- αυτών
που θα μας πάνε προς τα αριστερά και,
ας δεξιά αποκλίνουν (κατάλαβες
τι θέλω να πω..)
Μα πρόσεχε την δίνη οφθαλμαπάτη!

Ναυαγούν οι ιδέες από αδεξιότητα των καπεταναίων·
οι κοσμοθεωρίες συρρικνώνονται· αρχηγοί
εντεταλμένοι να αφήσουν το χάος
να είναι εμφανές, εκφωνούν
λόγους ευπείθειας και ας στενάζει η πατρίδα-
Άραγε οι καιροί δεν είναι μενετοί;

Ταξιδέψτε λόγια μου- μπορεί τώρα να είναι η ευκαιρία
να ενωθούν οι άρρητες συνισταμένες σε μια εντολή
να εκκινήσει η καρδιά μου να φωνάζει
για μία πατριδογνωσία την νεόκοπη…


Των ημερών ο σφυγμός..




Για κανέναν φανατισμό δεν δίνω πεντάρα.
Τρύπιο είναι το καθεστώς, αγαπά των λίγων τις τσέπες.
Απανθρωπίστηκε η τάξη- όλα δίνουν θλιβερή περιπέτεια.
Του φτωχού φτωχότερου αδειάζει το πιάτο, ζαλισμένες
οι μέρες παραπατούν γύρω απ' την κάλπη την κάλπικη.
Η γραμματέας Ιστορία γελά.
Φτύνει -σαν από φρούτο το κουκούτσι του- την αισιοδοξία.
Όλες οι προοπτικές ξανά μηδενισμένες.
Μπλόκο γύρω από μια ανάλλαχτη αλλαγή.
Και η τραγωδία κωμωδία και ξανά συνεχίζεται..


Μέδουσα…




Θαμπή μέρα αναντικατάστατη,     μες τον περίγυρο της εβδομάδας.
Τίποτα σημαντικό,     οι πάπιες κολυμπάνε στην λίμνη
και οι σκαλωσιές των δέντρων φτάνουν ως την ταράτσα των σύννεφων.
Ένας ήλιος παίζει κρυφτό μηρυκάζοντας
την θέληση όλα να επιστρέψουν στην πρώτη τους αθωότητα.
Εστίν κάλλος λοιπόν, εστίν κάλλος.
Η γραφή δυνητική και καλπάζουσα
διατρέχει το λιβάδι της οικουμένης.
Τα παράπονα της ηλιαχτίδας συσσωρεύτηκαν
πάνω στα στάχυα και έγινε
ένας κόμπος από θλίψη που τον τσιμπούν
τα τολμηρά πουλιά.
Σε έφτασα εδώ, στο χείλος ενός εγωισμού τελειωμένου, στο σημείο
όπου είσαι παραδομένη στις επιθυμίες και βόσκεις
των ονείρων την χλόη.
Σαν σουρεαλιστική μέδουσα που κολυμπά σε μια θάλασσα
αχράντου ζωγραφικής!


Σκιές..




Ομιλίες πολλές πολλά είδωλα αραδιασμένα
μέσα σε καθρέφτες, δίχως ονόματα, πολλές
Κάμαρες κλειστές, κοντινές
Στον Βοριά ή στον πεισιθάνατο Νότο-
Κάμαρες λερωμένες που μυρίζουν ιδρώτα
Από κορμιά που ερωτεύτηκαν όλο το βράδυ και
Αφήσαν πάνω στα σεντόνια την ακολασία τους και σπέρμα
Που φωνάζει κάτω από την στιγμή του εφήμερου.
Κοντά στο παράθυρο, αν σταθείς, το φεγγάρι
Διαλαλεί την αγρύπνια του· μπορείς να το ακούσεις καθώς
Δεν κρύβεται πίσω από τα σύννεφα, αλλά
Γυμνό και ξεδιάντροπο πλανιέται μέσα
στην λιμνοθάλασσα του ουρανού.
Οι φωτεινές επιγραφές τραβάνε τα βλέμματα
Πάνω τους· ένας άτσαλος αέρας
Λυγίζει τα πεύκα που με τις βελόνες τους
Αγκυλώνουν την σιωπή όσο που να ματώσει.
Πλατεία ερωτευμένων. Συλλαλητήριο των σκιών που κατάφεραν
Να βρεθούν από την άλλη μεριά των κατόπτρων..


Εκκρηκτικό…



Χαμηλωμένα φώτα, σιωπές που τις ξέρω
η νύχτα προελαύνοντας η σκνίπα δαγκώνει
κρύος είν' ο αέρας τινάζει επάνω τα σημάδια του
όλα παραδίδονται δεν έχουν άλλη αντοχή παραιτούνται
και, βυθισμένα στον βαθύ ύπνο τους, ταιριάζουν
πιο καλά σε μια άλλη πραγματικότητα παρά σ' αυτήν
που νωχελικά κυλά καταστρέφοντας
τον εαυτό της.

Και κάτω από τα λασπωμένα παπούτσια μου μόλις που διακρίνω
αυτήν την θρυαλλίδα που ετοιμάζεται
να τινάξει στον αέρα τα όνειρα- όπως
μια μπαρουταποθήκη που θα κρίνει έναν αγώνα
απελπισίας μεταξύ
ζωής και θανάτου.

Η πόλη κοιμάται· πιο κοντά στο θλιμμένο όνειρό της
αναθεωρώντας τα πάντα της τρεπόμενη
σε φυγή
μπροστά σ' αυτές τις νύχτες που πολλά τυρβάζουν για
την νοσηρή μελαγχολία τους που σκέπασε
την ησυχία του όχλου..


24 Ιανουαρίου 2015

Μελέτη…




Γι' αυτά που στερεώθηκαν μες το αμοντάριστο πλάνο
της ζωής, μιλώ. Κι αν αξιώθηκα
να δω πέρα από κείνα
που αυτοαναφλέγονται και καιόμενα τσιρίζουν
καγχαστικά, αδημονώντας
να εξαφανιστούν, μιλώ:
Όπως να αναγνώθω μία σύνοψη
των γεγονότων που με ξεπερνούνε.
Λόγος να ζητά την υγεία του το κορμί
λόγος να ζητά να ανασαίνει βαθιά, τελειώνοντας
το έργο του και υπογράφοντας
επιταγή του θανάτου-
Λόγος του έρωτα, λόγος της έλξης για το γυναικείο κορμί
που σπέρνει τον πόθο του
κάτω απ' το έναστρο στερέωμα.
Στο σκοτεινό μεσοδιάστημα
να υπάρχεις και μην, στην ανηφόρα ετούτη
που με πάει πέρα από τις πεποιθήσεις μου, στον καθαρό αέρα
των αποκαλύψεων, στον ζοφερό θρύλο
ενός θανάτου που σε όλα σκοπεύει
τα εδικά μας:
Στοιχεία όλα μιας γαλήνης πιο πλατιάς από εκείνη
που και να την σκεφτεί κανείς μπορεί.. ο έρως
ερρωμενέστερος πιο κι απ' τον θάνατο
με βρίσκει εδώ,
που τον συλλογίζομαι,
μαλώνοντας και πάλι με τον εαυτό μου
για όλα που έφταιξα..






Ηχώ παραδείσου…




Όταν πάψει η φυλακή να είναι φυλακή και ο ορίζοντας,
χορτασμένος χρώματα, αφήσει,
έναν λυγμό, να γίνει μουσική,
που τρίζει
μέσα στο φαρδύ γαλάζιο του πουκάμισο, αχ γυναίκες
ελάτε να με αγαπήσετε
πίσω από όλα αυτά τα αδιάφορα πράγματα
που με αναλώνουν, κάνοντάς με
δορυφόρο μελαγχολίας.

Απλησίαστα όλα αντανακλώνται..
Μνήμες από μια άλλη προ-ύπαρξη- και πώς την έχω
αφού με μαγνητίζει
η σκιά και αποκτούνε
σάρκα οι επιθυμίες μου;
Μετρώ τα πάντα -κανένα δεν έχω. Ούτε
φιλιού ανάμνηση, ούτε
την μυρωδιά απ' το φρεσκολουσμένο
κεφάλι σου Μαρίνα
εκεί στο λιμανάκι του έρωτα και του αγγίγματος
την θαλερή μυσταγωγία..

Για αιώνες ανήλικος ενήλικος, για χρόνια
να μην υπακούω πουθενά- με κυρίευσαν
αιθέρια άνθη, φωτιές επακόλουθες
αυτών που δεν οξειδώνονται
στο πείσμα των καιρών και στον μόχθο της ύλης.

Κι εκείνα που μου αποκρύπτονται
όταν το βράδυ εισχωρεί το άστρο μες την κάμαρά σου
θα 'ρθουνε να με βρουν,
ελαφρά,
αποστηθισμένα,
μέσα στην αγριότητα των εποχών, καλλιεργημένα
σε ώτα που γυμνάστηκαν να πιάνουνε την μουσική
από μια νότα που επικρεμάται
στο τίμιο ξύλο του λεξιλογίου,
φρέσκια
σαν η ηχώ
από νεόκοπο -και μην τον χάσουμε!-
παράδεισο…




Υποδούλωση…





Δεν ελπίζουν οι ελπίδες μου- δεν ελπίζουν·
Ξεθύμαναν σαν άρωμα που έχασε το σφρίγος του·
Πώς να πιστέψω την εικόνα που θέλουν
να με κεράσουνε τα καθεστώτα;
Το χνότο μου νοτίζει το τζάμι·
η έρημος υπάρχει και μέσα μου·
Δεν έχω διαφυγή·
Η μελαγχολία νομοθετεί γύρω μου·
Δίπλα στο πορτατίφ- η εφημερίδα είναι ένα σκεύος ταξικό·
Θα σε παραπλανήσω άσκεφτε, θα σε παραπλανήσω·
Θα σου δώσω το δικαίωμα να διαλέξεις εσύ τα δεσμά
Που θα σε δέσω, θα σου αφήσω την επιλογή
Να υποδουλωθείς με τους πολλούς τρόπους που θέλω..



Ιερουργία…





Από την ακροθαλασσιά οσφραίνονται οι γλάροι την αγάπη του πελάγου·
Κι η μέρα
αφήνει τα αρπακτικά της να φανούν
στον ουρανό
γυρεύοντας
μια τάξη άλλη·
Γαλανός ο αέρας, γρήγορος
κινεί, πάνω απ' τα βουνά, να αποδεκατίσει
άτολμους πολεμιστές των εντόμων-
Την ώρα που η θάλασσα βαριά και συνισταμένη
όλης της αιωνιότητας αγγίζει
το θάμπος του ορίζοντα, εκεί
που στεφανώνεται η γαλήνη
με το θρησκευτικό της διάδημα.

Σε κρατώ και σ' αφήνω στο ακρωτήρι του πόθου να συλλαβίσεις την ψυχή μου
έτσι που είναι·
και σε θέλω ανάμεσα
στα χιλιόχρονα άνθη
της φαντασίας και του απέθαντου λόγου..
Τώρα που και τις γεωγραφίες και την στενή
γραμμή των συνόρων
ξεπεράσαμε-
Εγώ κι εσύ,
ταγμένοι
να υπηρετούμε μια Χίμαιρα
που δίνεται
σ' αυτούς που έχουν στόχο τα χρηστά…




Του καιρού..




Για να βρεθώ μπροστά στων ματιών σου την έκπληξη
Κουβάλησα φεγγάρι έξω απ' το σπίτι σου, ήπια
τα λυρικά βουνά
Όπου ο αέρας φτιάχνει τις φωλιές και το πουλί
Ερωτεύεται.
                    Στον καιρό..
Στον καιρό πάνε όλα, στον καιρό
και αλλάζουν
Σαν ένα αερόστατο που ίπταται απαλά
Πάνω απ' την σελίδα της γης.
Στα χείλη σου ζωγράφισε η φωνή τον χαρακτήρα του ουρανού-
Διάβασα και τον είδα και τον είπα·
Έχεις την τόλμη που η μυθολογία έχει· κρατάς
Τον λόγο αψηλά- όπως από ένα λουλούδι βγαίνει
Το άρωμα και ο καημός της γης..





23 Ιανουαρίου 2015

¨νυν απολύεις…¨





Τι έγινε τώρα; Αφαίρεσα εμένα από το παρόν κι όλα αποδειχτήκανε μια πλάνη να μην σώσω και τα πω κατά πως τα κατάλαβα.
Έπιασε δυνατή βροχή.
Ακούγονταν ως τον κουρασμένο εαυτό μου.
Σχημάτισα τις λέξεις όπως αν θα έπαιζα στα ζάρια κάποτε την τύχη μου.
Κάθε σταγόνα έξω φλυαρούσε.
Είχα ανάγκη την σιωπή και τα αισθήματα.
Σημείωσα αργά: ¨νυν απολύεις…¨



Μπούσουλας…





Κάτι μικρές συνωμοσίες του αέρα ανάμεσα στις σελίδες της νύχτας· κι όπου επιχειρώ μια νίκη θα 'ρθει να με βρει·
νύχτωσε για καλά· μπουμπουνίζει
Και η βροχή που έρχεται είναι μια οξυθυμία του ουρανού.
Γυαλίζουν οι δρόμοι, γυαλίζουν τα αυτοκίνητα,
Οι ώρες γυαλίζουν που η πόλη νυστάζει, κοιμάται·
Για τα βιβλία μου μόλις τώρα ξημέρωσε..
Και στρώνομαι να βρω τον μπούσουλα που μ' έδεσε και η ζωή μου την πορεία του έχει..



Στιγμιότυπο…







Υπέροχα χαράσσονται οι πνοές μέσα στο αλσύλλιο των πεύκων.
Στον ρυθμό τους
Η καθαρότητα μιας σκέψης είναι σχεδόν ορατή, και πίσω
Από τον λοφίσκο με τις φιστικιές, ένας ήλιος που τράπηκε
Σε φυγή, κρατώντας μόνο την ασπίδα του
Και τα σανδάλια.
                                Πετυχαίνω μια πέτρα που φωσφορίζει.
Την κρατάω στα χέρια μου. Θα την χαρίσω στην νύχτα
Κοιτώντας την κατάματα και συνομιλώντας μαζί της
στον ενικό της σελήνης.
                                       Κούρνιασαν τα πουλιά. Ακούω
Το ψιθυριστό τους έρωτα
Που φτάνει ως το αυτί μου που εξασκήθηκε να βρίσκει την κρυφή
Φωνή της γης και της καρδιάς μου..



Σαν σε καθρέφτη..



Άραγε τι θα μας διηγηθούν οι πραγματικότητες; Αφού
όλα όσα τις απαρτίζουν
είναι γεγονότα μουντά, βουτηγμένα
στην θλίψη.. Κι ενώ
σπουδάζω την ύλη,
η ύλη είναι στην ουσία μια σκιά, ένα παιχνίδι
μέσα στο κάτοπτρο της ματαιοδοξίας
που κανένας σ' αυτό δεν κερδίζει..
Δεν ξέρω και ξέρω. Ακούω και σιωπώ. Βλέπω
και δεν μ' αφήνει η τυφλότητά μου
να πάω παρακάτω. Ξέρω πως ζω με αντίφαση. Ή
με αυτόν τον διττό εαυτό που την μέρα
είναι ένας άλλος, και την νύχτα
είναι αργυροχρυσοχόος που σκαλίζει
τα πολύτιμα και για πολύτιμα μιλά.
Εργάζομαι πάνω σε ένα αίνιγμα που με κολάζει.
Η ανάσα μου νικιέται από την αγωνία μιας στιγμής.
Ζητώ την συνέπεια του λεχθέντος και του πραχθέντος
την ζωντανή συναυτουργία.
Στο βάθος έχω αφήσει όλη την επιθετικότητα του κόσμου να πεθαίνει αδιάφορη
για τα ενδιαφέροντά μου. Διαχειρίζομαι
την ποιότητα της Φωτιάς, τον διάπυρο Πόθο
τον Έρωτα των πραγμάτων, τον κρυφό συλλογισμό
όλα να μου ανήκουν και
όλα να μου απιστούνε-
Ζω την θνητότητα στο μέγιστο βάθος της..



22 Ιανουαρίου 2015

Μπαλαρίνα…



Εύθραυστη μπαλαρίνα που πετά μες τον αιθέρα του απεγκλωβισμού της
Ντελικάτη
Σαν λόγος που κατάπιε η μακρινή του ηχώ
Ευθεία
Σαν μια στήλη σπονδύλων που γεννήθηκε επάνω της
η αρχιτεκτονική της χορογραφίας
Χλομή
Σαν εικόνα που φτιάχτηκε από ένα ζωγράφο άγνωστο για να προσπαθεί
Να μοιάσει μίας ερωμένης που την κατακαίει και η κίνηση και τα αισθήματα
Στο κάδρο που σε βλέπω των ανέμων
σμίγεις με την ροή ενός χρόνου που σε ξεκλειδώνει
και μου γίνεσαι εμμονή,
αγάπη του βλέμματος,
προσήλωση
σείοντας τα αόρατα κρουστά φτερά σου…





Από μια λέξη Απόφασης θα ξεκινήσουνε οι νέες επαναστάσεις..





Μετρώ την ζωή μου, μια θλίψη εισβάλει
επάνω στην πλατφόρμα του εγωισμού· ποιος στέκεται
πλάι μου
ταπεινωμένος από εξουσίες, ποιος
με ακούει αλλά δεν τον βλέπω, ανοίγοντας
τα μάτια του κάθε πρωί να με αντικρύσει
που σκηνοθετώ μια πλάνη που μου επιβάλλεται, ποιος
που τον κοιτάζω και σε λίγο άφαντος είναι;…
Των καθεστώτων η αυθάδεια πλήγωσε τον ντουνιά μου-
η δημοκρατία λερώνει την επιδερμίδα της
με κάκοσμες μουντζούρες
ανθρωπάριων. Κι αν πεις
για πρακτικές που φέρνουνε την ψυχική αναπηρία
πρωτοστατούν οι κομματάρχες και διασκεδάζουνε
κλέβοντας βιός απ' τον κοσμάκη που πονά.
Εγώ εσύ λοιπόν και μάλλον όλοι
να βάλουμε την ρόδα να γυρνά
και την ζωή να μένει στο ύψος που την θέλουμε:
Από μια λέξη Απόφασης θα ξεκινήσουνε οι νέες επαναστάσεις..



Η σιωπή…







Σιωπή που σε άντεξα και στο αίμα μου μπήκες
Σιωπή δημητριακή, σιωπή σαν εσπεριδοειδές που ο χυμός του
Μου ευφραίνει, ολόγλυκος, τον ουρανίσκο- μέσα σου χάθηκα
Σε άσωτες περιπλανήσεις· και είδα
Τον συννεφιασμένο ουρανό να χλιμιντράει ή
Να ριγά, σαν ένα ροδάκινο, που ωρίμασε, και είναι έτοιμο να πέσει
Στα λόγια μου μέσα και μες την αγκαλιά μου. Έτσι
Έγραψα: τοκίζοντας αυτά που μου χαρίστηκαν, ακολουθώντας
Πόντο πόντο το μαχαίρι, πάντα κοντά στο αίμα, στην ζωή- έτσι έγραψα:
Εμβαθύνοντας στα ρηχά που μου έδωσαν το κι άλλο τους βάθος· και βρήκα
Τον εαυτό μου να μαθαίνει κι απ' αυτά που μυστικά οι λίγοι πια τα λένε
Ιερά ξόανα, ιδέες φωτεινές, εκμυστηρεύσεις που σε φτάνουν στο απόγειο
Μιας μνήμης ενός κόσμου που, τον είχες μέσα σου, προτού ακόμη γεννηθείς..


21 Ιανουαρίου 2015

Επική μουσική..





Οι σκιές των σύννεφων γέρνουν το βουνό κατά μένα·
Μεταλαμβάνω το ποταμίσιο νερό και την ορμητική του θέληση·
Εκείνο που ευωδιάζει μέσα μου είναι μια θεϊκή σπορά
Που πάει –και ας λείψω- ως την αιωνιότητα..
Ναι η αθωότητα έγινε σάρκα
Ο χαλκός της δύσης κλέβει ένταση του ηλιοβασιλέματος
Στο όρθρο χαράζουν εμβλήματα τα πουλιά στον ουρανό
Στρατιές λαών εκκινούν από την οικουμένη και ζητάνε μια δικαιοσύνη αγέρωχη..
Στον αέρα σχίζονται τα κυπαρίσσια κι ο χρησμός αστράφτει πα' στα επουράνια
Οι οιωνοί καλά μιλούν- ένα γεράκι αφήνει λεύτερο το πέταγμά του στο γαλάζιο που λικνίζει μία σκούνα χίμαιρα καλά κρατεί·
Στο χορτάρι ένα φίδι αναμερίζει αργοσαλεύοντας τον φόβο του και την σεμνή του ατολμία-
Η μέρα αρχίζει- η μουσική που θα γραφτεί θα είναι έπος μιας γαλήνης που την φτάνουνε οι, στα χρηστά, μυημένοι..






Προσωπικό μανιφέστο…





Κάτι λεπτές φωνές ευλύγιστες που τρυπώνουν παντού και γλιστρούν σαν λαβράκια
στα ήρεμα νερά της φαντασίας-
Ένας ήλιος αποταμιευμένος και μοιρασμένος σε πολλά κομμάτια, σαν τα κρατίδια μιας χώρας χαράς-
Τσιφλίκια του ανέμου, κάτω από τα δρύινα δάση ή μέσα στις λεύκες που στυλώνονται όπως να έχουν στόχο τα επουράνια-
Μάθηση απ' το φως,
μάθηση το εγώ να συλλαβίζει το εμείς κι η πόλη να βαστάει για τον εαυτό της
την απόλυτη αίγλη του τώρα και του τίποτα-
Έρωτα, αχ έρωτα, καημέ μου!
Ένα σχολιαρόπαιδο είμαι που μαθαίνει και μαθαίνει κάτω από την λυρική ατμόσφαιρα των ουρανών-
Διεκδικώντας το φιλί και την καρδιά σου Γυναίκα!


Αυτό που, σήμερα και πάντοτε, είναι τιμή και καθήκον…





Σκοπός είναι να ανακαλύψεις την Ομορφιά ανάμεσα στα πιο κρύα και αδιάφορα πράγματα, τις πιο αλλόκοτες καταστάσεις.
Κι εκεί, αφού την ανασύρεις, (όπως εάν έσκαβες ανάμεσα στα χώματα και έβρισκες ένα αρχαίο νόμισμα που θέλει να το καθαρίσεις και να δεις με σεβασμό το μυστικό του), να της δώσεις την θέση που πρέπει δικαιωματικά να κατέχει.
Στην ματιά είναι η φιλοσοφία, το λέω πολλές φορές, στην ματιά.
Ας ρημάζει γύρω μας η ζωή, ας ακούγεται η οσμή του πολέμου- πρέπει να βρίσκουμε το κουράγιο να σταθούμε με την Ομορφιά μας απέναντι στην λαίλαπα που σκορπά την φρίκη- πρέπει να παραμείνουμε ποιητές!
Αυτό που, σήμερα και πάντοτε, είναι τιμή και καθήκον…






20 Ιανουαρίου 2015

Αντίποδας όλων…



Θεωρίες που στάθηκα, επιφυλακτικός και μουδιασμένος,
Σκεπτόμενος πόσο οι αλήθειες μου θα δοκιμαστούν, και μετά
Να συνειδητοποιώ ότι κι οι εχθροί μου χρειάζονται, γιατί
Με κάνουνε να καιροφυλακτώ.
Σπίτια που τα κατοίκησα και με απορροφήσανε
Σαν να 'μουν νερό, σαν να 'μουν αέρας
Σπίτια που με σκλαβώνανε σαν έπεφτα να κοιμηθώ
Πλήρης ονείρων..
Και το χαρτί επάνω στο γραφείο μου
Δρόμος προς άγνωστη κατεύθυνση, τρόπος
Να με μάθω ο ίδιος-
Συνείδηση που ορθώνει και ποδηγετεί τον εαυτό..
Σβησμένα λόγια, φιλιά κλεφτά και πολυσήμαντα
Άγουρες προσευχές- για έναν ήλιο θρησκεύω
Και μυστικές δαπάνες, χίμαιρες να σπέρνω και να είναι ωραίος ο θερισμός
Μια ποίηση να με παραδίδει μπροστά σας
Απόλυτο, γενναίο και ειλικρινή..



Quo Vadis Κυριακή;






Πόσο ερμητικά κλείστηκε η ψυχή σου! Στον καιρό
Που όλα αλλάζουν, στην ευκαιρία
ευκαιρία πια να μην είμαστε- εσύ
Θλιμμένη και ηφαιστειακή, παραδίνεσαι
σε μια συμβατικότητα που ελπίζεις
να σε σώσει…Μα
Πόση έκρηξη θα φυλακίσεις ελπίζοντας
Να μην διαρραγούν τα τοιχώματα, πόσο
Νερό συνωστισμένο μες σ΄ ένα μικρό δοχείο που κρατάει αισθήματα; Βγες
Από την συστολή και γίνε η μούσα των ανέμων, ανάκτησε
Αυτό που ήσουν πάντα: ένα μεγάφωνο
απ' όπου μου μιλούσε ο θεός, και φέρε
Την τάξη ανάποδα- αυτός
που αντιδρά στο μαύρο, αντιδρά καλά!

19 Ιανουαρίου 2015

Η κατάκτηση..







Υπεισέρχονται ανάσες λαχανιασμένες στην σελίδα μου-
Σαν να κυνηγούν κάποιον, σαν κάποιος να τους ξέφυγε
Και τα λαγωνικά τον αναζητούν μυρίζοντας με μανία
Ολόγυρα, τρέχοντας σπιθαμή την σπιθαμή την γης.
Μπορεί να μην είμαι πια, μπορεί να έχω πεθάνει-
Μπορεί να μιλώ με την φωνή των νεκρών- ή
Να κάνω απλώς ακαταλαβίστικα νεύματα
Όπως η γλώσσα των κωφάλαλων που αγκαλιάζει πάντα την σιωπή.
Οι κώδικές μου έσπασαν, έχω έναν ρημαγμένο οίκο
Σαν σπήλαιο που μέσα του κατοίκησαν οι νυχτερίδες- έχω
Ένα λεξιλόγιο διάπυρης μάζας
Σαν ηφαιστείου η φωτιά που έφερε τον εμετό της γης
στους πρόποδες του φαγωμένου όρους.
Και εξακολουθώ να ασκούμαι σε μια καρτερία που με γύμνασε
σε τούτο που είναι η πραγματική κατάκτησή μου:
Βότσαλο στιλπνό που μέσα του ακούγεται στεντόρεια η άληκτη θάλασσα…


Το μπουκέτο των ημερών…






Εκφωνώ μπουκέτο άνθη που είναι ομορφιά στην καρδιά.
Η Δευτέρα μου χαρίζει θέληση να υπάρχω. Η Τρίτη
γεμίζει αέρα τα πνευμόνια μου- φυσώ χαρούμενα ψήγματα.
Η Τετάρτη με ταξιδεύει
Σ' έναν κόσμο γαλάζιο. Η Πέμπτη
Δένει τα μελαγχολικά κορδόνια μου και
Στα πόδια βάζει φτερά
Να τρέξω μες σε άλλους ουρανούς.
Η ρέουσα Παρασκευή σαν Γεσθημανή της βίβλου το ανάγνωσμα.
Το Σάββατο δεινό και μ' επική γαλήνη.
Και
την Κυριακή
κρατώ στην αγκαλιά μου εκείνη και ας μην το ξέρει-
Ερωτευμένος όπερ έδει δείξαι..







18 Ιανουαρίου 2015

Η παρτιτούρα των ρόδων…




Ανησυχώ για το ύφος και ανησυχώ για την συνδιαλλαγή
Που κλονίζει τον κόσμο μου.
                    Στην παρτιτούρα μου το άλικο ρόδο
                    πάντα πρώτο ρόλο θα παίζει-
Να η αληθινή υπεροψία μου! Να κοιτώ
Πέρα απ' τα χαλάσματα, τους καπνούς
                    Των ερειπίων, τον θόρυβο
                    Που σηκώνει την πέτσα της γης, αγκιστρωμένη
Στην κοιλιά των αεροπλάνων που εξαπολύουν
βόμβες πάνω στην λογική
                    Εν ονόματι ενός άνομου κέρδους.
                    Να η θλίψη μου, να η μελαγχολία μου, η ένταση
Της ψυχής μου.
Και χρειάζομαι το λάβδανο μιας προσευχής
                    Που ανοίγει όρυγμα καταφυγής κι απ' όπου
                    θα τρυπώσω στου παράδεισου τις αγκαλίτσες..




Σκίτσο που αφήνει φως στην ερημιά..



Τον χαρακτήρα των ωρών τον ξέρω.
Αντιφέγγουν πάνω από τα νερά και -ώρα που αυγάζει-
της δροσοσταλίδας κλέβουν την έμπνευση.
Στην αορτή που σφίγγεται το αίμα, σαν μια συλλαβή
του πόνου που δεν λέγεται-
στον ειρμό που από την λύπη, εχάθη'-
στην μοναξιά που κάνει λυρική την μουσική και της συνείδησης..
Για "κάτι υποθέσεις ψυχικές", που λέει κι ο Διονύσιος, για κάτι
που από της ποίησης το εφαλτήριο θα φτάσεις
απεμπολώντας βάρος της καρδιάς και ενστερνιζόμενος
μέλι του ήλιου..
Σπρωγμένα από τους αέρηδες και πέρα, πιο πέρα
από τις φιλοδοξίες μας
αμπέλια με καλό κρασί και τίμιο μόχθο..
Χθόνια σύμφωνα
ξαπλωμένα ανάσκελα
που τσιτσιρίζουν
σαν στρουθία και,
όπως να σύρουνε μια δέηση είναι,
κάτω απ' τα ρηχά του ουρανού.
Εκεί που, όταν στοχαστήκαμε Ανάσταση,
κι ο θάνατος πλησίον ακυρώθηκε και πα' στην ξέρα ετούτη απομείναμε που ιερουργεί κάτω απ' το σύθαμπο που όμορφα νοτίζει
την σιγαλιά κι αφήνει φως στην ερημιά που έχουμε..

17 Ιανουαρίου 2015

Αποκαθήλωση των ειδώλων…





Με ποια νοημοσύνη έχω πορευτεί, με ποιο θάρρος;
Να σχηματίζω μια ελευθερία που πονά, να κάνω
Σκέψεις δύσκολες.
Όταν κοιμάμαι και μ' αγγίζουν
οι εφιάλτες
ακούω τις φριχτές φωνές
των βασανισμένων, ακούω
τον δήμιο να σαρώνει
την γραμμή την κόκκινη της απανθρωπιάς.
Στον σκληρό ήλιο ζαρώνουν
τα σπίτια
Ο άνεμος τα γδέρνει
Πάνω στην ώχρα των τοίχων τους
ένας κισσός
σαν εξώφυλλο σ' ένα βιβλίο όπου κατοικείται
από μελαγχολικά όντα, όντα που κληρονομήσαν
τον πόνο όλης της οικουμένης.
     Κρυώνουν τα σώματα, οι ψυχές
κρυώνουν.
Άραγε μια μέρα η μπότα του δικτάτορα θα στοιβαχτεί
ανάμεσα σε άχρηστα πράγματα, στον αραχνιασμένο χώρο
ενός παλαιοπωλείου, κι η προτομή του
σαν μια ταριχευμένη κεφαλή που ζει στην αποστροφή, θα κουβαληθεί
απόναν ταπεινωμένο ζητιάνο, ανάμεσα
σε χιλιάδες άλλα κρανία, θυμωμένη
με την μοίρα της κι όμως
τόσο, να την κοιτάζεις πια, παρακμασμένη;
Ονειρεύομαι για να αντέχω.
Αντέχω γιατί πεισμώνω πάνω από τις εποχές.
Βλέπω το είδωλο που αποκαθηλώνεται κι ας κόστισε
πολλές ζωές
στην κουρασμένη ανθρωπότητα.
Βλέπω την ομορφιά που ξεκεφαλώνει
πίσω απ' τα βουνά της κακεντρέχειας.
Γι αυτό αντέχω…


Το φεγγάρι…






Θέσπισα αποστάσεις γιατί το πλησίασμα με τσουρούφλισε.
Στο σκοτάδι οι ρόλοι είναι διπλοί. Καθένας
Αναζητά ένα μπαρούτι που ανατινάζει
Τις εγγυήσεις που θα μπορούσε να δώσει.
Κάτοψη ενός οικοδομήματος που πατά στην ανώνυμη θλίψη.
Το είχα. Το έχω.
Με τον τρόπο που έχουν των παιδιών οι συμμορίες να αναστατώνουν τις γειτονιές της ενορίας.
Πίσω από την εκκλησία οι ερωτευμένοι φιλιούνται.
Κάθε φιλί κλειδί στο πολύτιμο
Φεγγάρι που μαγνητίζει την νύχτα.
Και που το αναγνώθω εγώ..



Γη των θαυμάτων…





Εκκινούν οι μέρες από τον πρωτοσύγκελο παράδεισο.
Επιγραμματικές, με άφατη ύλη. Στον ντορβά τους
καλούδια από κείνα που μοιράζουνε κάτι αγιοποιημένοι ιερείς στα παιδιά
σ' αυτήν την γειτονιά και την άλλη.

Ένας θόρυβος από πόλη που πλέει προς το αχανές, ένας θόρυβος
κάπου να γκρεμίζονται όλα και ένας μπουχός
σκόνη να σηκώνεται που να χαλάει
της όρασης το πεδίο- σωστός χαλασμός..

Είναι – και ευτυχώς-
του πηγαδιού ένα φως που αναβλύζει
λες απ' τα έγκατα της γης, απ' την αγέραστη
χώρα των οραμάτων.

Τότε που, κι εγώ, ο πλέον δύσπιστος, αγγίζω τον θεό κι εκείνος
για τα πιο καλά με βεβαιώνει- να ο μακάριος ρόλος του!

Και κατεβαίνω το βουνό με δυο μαρμάρινες κολώνες, μ' εντολή
να στηρίξω το σύμπαν, να δέσω
τα οικουμενικά θεμέλια
μ' αυτόν τον τόπο που μου ανήκει κι είναι
η αληθινή
γη των θαυμάτων…



Το σιγάν..



Το σιγάν λοιπόν, το σιγάν,... αφού
και που μιλάς ανούσιο είναι- οι ανεμώνες
συνήθισαν την μοναξιά τους, οι γέροι
επίσης
κάποιοι απ' αυτούς
ξέρουν αλήθεια πόσο η κουταμάρα κοστίζει
και μεθοδεύουν για την φυσική
νόμους περίπλοκους
όπως ισχύουν και μετά δεν ισχύουν.

Σφίγγουνε την ψυχή τους- η ψυχή τους εξατμίζεται
μέσα στην πρωινή γυαλάδα, σαν
μια εξαχνωμένη σταγόνα
που κρατά μέσα της
όλο το οικουμενικό νερό
σαν μια συμβολική ιδιότητα-

Ακουστικά φωνήεντα, νότες
μια μουσικής που λάμπει
κάτω απ' τις αλκυονίδες μέρες
του Ιανουαρίου, φεγγάρι
αλλοπρόσαλλο
γεμίζει κι αδειάζει-
σαν όλα τα πράγματα που
κουράστηκε πλέον η ύλη τους, και
μισοκατεστραμμένα ρέπουν
προς ένα ευώνυμο χάος
αριστερόστροφο..




Προπαγάνδα..




Γέμισε το κεφάλι μου προπαγάνδα. Σαν μια θολούρα
που απλώνεται και με ζαλίζει.
Πουθενά δεν βγάζουν οι λόγοι,
όλοι
να ξεγελάσουνε θέλουν
την μάζα
που δεν αντιστέκεται
σε τούτην την τραμπάλα
μια πάνω μια κάτω και μπερδεμένη
δεν μπορεί να αποφασίσει – εκτός
από τον σίγουρο χορό των φανατικών.

Πλακάτ, συνθήματα, τηλεοπτικά σποτ
γερασμένες προσπάθειες και αγέραστες επιδιώξεις-
Κυνηγοί των κομμάτων και θηράματα
αβρά, έτοιμα
να πυροβοληθούν
εξ επαφής- στο δόξα
πατρί
που κι αλλιώς
κούφιο και ανεγκέφαλο παίζει.

Πολιτική φοβέρα την στιγμή που η ηγεσία διαβασμένη πια
και την ψυχολογία βάζει στην γραμμή, να κάνει
τον όχλο, αυτόν τον εύκολο, να φοβηθεί
και να ψηφίσει
λόγια για λόγια κι άλλα λόγια- σαν
να αδειάζεις με ένα κουτάλι την πελώρια θάλασσα
μέσα σε έναν λάκκο που άνοιξες
εκεί κοντά,
στην άμμο..





16 Ιανουαρίου 2015

Άποψη..





Φτάνουν οι νόμοι της φθοράς έως το σκουριασμένο βελόνι σου.
Τι θα ράψεις που να κοστουμάρει επάνω στο γεγονός;
Η πόλη σκέβρωσε σαν μία νοτισμένη σανίδα που για κανέναν δεν χρησίμευσε μήπως σωθεί.
Φεγγάρι δειλό ξεπρόβαλε πάνω απ' τα βουνά.
Το ψύχος υποχώρησε.
Αυτό το μένος που είχες τυπώθηκε επάνω στα φύλλα των δέντρων.
Νουθετώντας τους κορμούς να κωφεύουν
στα παραγγέλματα ενός βοριά.
Ντουμάνι υψώνεται από τις καμινάδες που θρασυδειλούν και ξιπάζονται.
Τίποτα δεν έχεις και τίποτα δεν είχες.
Απλά απόψε βρήκες το αντικλείδι των εκπλήξεων και με αυτό
τολμάς να έχεις άποψη κι εκεί που κάποτε δεν είχες..


μία λυρική ανταύγεια…




μέχρι να φτάσει εκεί, σε σένα,
μία λυρική ανταύγεια από ενός βιβλίου τον θησαυρό
ο χρόνος θα τμηθεί πολλάκις   
θα βγάλει αγκάθια
κι η χειμωνιάτικη όψη του
θα τραμπαλιστεί
κάτω από τον αδιαίρετο ουρανό
μέρα την μέρα.
θ' ανοίξεις την σελίδα όπως το πρόσωπό σου στον καθρέφτη στέκεται
αγουροξυπνημένο και έτοιμο
να ξαναδεχτεί την ζωή.
ένας αέρας
κρύος θα φυσά να δείξει που μέσα σε όλα ορμά:
τόλμη από κείνες που μόνο όποιος κατέχει θα έχει.
έφτασε επιτέλους η ψυχή ν' ακούγεται και όταν να μιλήσει δεν θέλει.
έφτασε η ώρα να σταθούν οι ταπεινοί κάτω απ' το εικόνισμα του ήλιου και να βρούνε τρόπο κλαίγοντας και με τα μάτια σφαλιστά να του προσευχηθούνε..



15 Ιανουαρίου 2015

αγών…




του σώματος η κούραση φωνή που με το ζόρι βγαίνει…
μόνο
όταν αγγίξεις τον ύπνο
ένα φαρδύ ροχαλητό που περιέχει ξέπνοη επιθυμία
και τεζαρισμένο τίποτα.
υπαγορεύει μισαλλοδοξίες η ζωή.
για να κάνει
φριχτά τα ανθρώπινα. τρέχα
'πο δω τρέχα 'πο κει- κυνήγα το άπιαστο – κι ο θάνατος
σε μια στροφή παραμονεύει.
στην πυγμαχία αν δεν είσαι ο καλά προπονημένος δεν
θα μπορέσει ο σάκος να σε φοβηθεί
ούτε και ο αντίπαλός σου..



της αληθείας…



ο Δεκέμβριος άφησε την τεμπελιά του να δεσπόζει επιθετική πάνω στον στρογγυλό Ιανουάριο
                                   κοίλες
σιωπές που γνωμοδότησαν για τα υπερκείμενα σπίθισαν
μες τον ύπνο μου-
έχασα τον ειρμό των ονείρων.
εγγράφηκαν τα απίστευτα στο θέατρο των ανέμων-
εκείνο που υπερφαλάγγισε τα πάντα ο καψερός προσδοκούσα.
και πείσμωνα, πείσμωνα…
              μ' ένα τραγούδι στα χείλη μου,
με μια ελπίδα στην καρδιά μου..
              δούλευα νύχτα μέρα- ορυχεία
της μέσα μου Άνοιξης..
λέξη την λέξη ως τον ουρανό.
              καημό τον καημό ως την απαντοχή
που σε λιώνει
          και χαιρέκακα τρώει το σπλάχνο σου.
τίποτα δεν είναι δύσκολο λοιπόν αν το θέλουν οι άνθρωποι.
σταμάτησα μ' ένα δάκρυ που μ' έκαιγε-
τι με συγκίνησε
φέρνοντας την φιλία μπροστά και να κλαίνε βουβά
τα μάτια μου;
                      κατέφυγα πάλι και πάλι στο ποίημα.
σαν μια φωλιά όπου βρίσκει καταφύγιο ο αλεπός ή μπαίνει      
ορθόπλωρο στην νύχτα το γεμάτο φεγγάρι..



οι θρησκείες αυτοκίνητες, προχωρούνε…





κλειδώνω τις αξίες μου όσο περνά ο καιρός- για να περιφρουρήσω
αυτό το όμορφο τριαντάφυλλο που μου γελά
μες τον αέρα.
                       και οι μέρες
έρχονται φεύγουν –σαν
καλόγριες που φτάνουν πάντα ως την προσευχή
στο χείλος του όρθρου.
                                      μυρίζει λιβάνι· ψηλά
ακούγεται η καμπάνα· 
λυγάν' δυο δέντρα που ιχνογραφούνε μες τον ουρανό· 
η νύχτα ξέπνοη, λαχανιασμένη αφήνει το φεγγάρι της 
κειμήλιο πάνω στα κεραμίδια· 
ψαλμωδίες σαν για να αγιοποιήσουν κάποιον- και αντίστροφα:
                     όλα δέχονται δηλητήριο θανάτου 
και αμφισβητήσεις.
οι θρησκείες, αυτοκίνητες, προχωρούνε…

14 Ιανουαρίου 2015

μεταλαβιά…




στην σκοτεινή αυλή με τα κυπαρίσσια
ο χρόνος έπαιζε και ο θάνατος.
ένας πνιχτός
ήχος από ομιλίες απόκοσμες πάνω
απ' του κοιμητηρίου την μάντρα-
Γενάρης όντας· ποτέ
δεν φίλιωσα με τον πατέρα μου· άφησε
ανοικτές περγαμηνές· ποτέ
δεν τις διάβασα· είχα
που λες άλλον σκοπό- και τον καταλαβαίνανε
τα σκοτεινά παιδιά της βαρυχειμωνιάς.
ένα μουσείο από φωνές
κοιμόταν μέσα μου-
έπρεπε σθεναρά να τις αναστήσω.
το καταλάβαινα-
χάσαμε τις διαδρομές της χαράς- τώρα
όπου δεις βήμα 
είναι πλησίασμα στην θλίψη·
μην σώσουν οι λέξεις -μας φτάνουν όπου θέλουνε- εγώ
κι εσύ που πιο πολλά καταλαβαίνουμε
απ' όσα μας απέδωσαν οι άλλοι
ας κυνηγούμε καταπόδας την συγκίνηση
εκείνου που μετάλαβε στην ιερή πράξη του Ωραίου!


13 Ιανουαρίου 2015

καλό βράδυ λοιπόν…


καλό βράδυ λοιπόν- θα σε βρω
πίσω από τις γρίλιες του ύπνου
στον απαλό καπνό που βγαίνει
από το όνειρο,
στο φωταγωγημένο
αίθριο της συνείδησης.

καλό βράδυ-  τίποτα δεν θα 'ρθει
μαζί μας
ως τον θάνατο.
                         παράξενο
πλάσμα που είναι τελικά ο άνθρωπος!
βρίσκει τον τρόπο
να σε εκπλήσσει- ποτέ δεν τον μαθαίνεις..
όσο για μένα
όσα σενάρια και να επεξεργάζομαι,
η Ποίηση μόνο μου μένει- καθώς
δυσκόλεψε υπερβολικά ο βίος,
η θέα που είχα,
μικραίνει- και ένας θόρυβος
από σπασμένα κρύσταλλα ελπίδων
έρχεται από την μέσα σάλα
της αγωνίας μας…








ο αναγνώστης..




επαναλαμβάνουν μεσημέρια οι μέρες και εγώ που εκτιμώ την αξία τους
χουχουλιάζω κάτω απ' την κουβέρτα με ένα βιβλίο στα χέρια μου και λίγο
φως στο πορτατίφ, διαβάζοντας
λυρική στεναχώρια.

στο απόγευμα, μελαγχολεί η σελίδα.
βάζω ένα ποτό και αγαπώ τον κάθε στίχο περισσότερο.
ο άνεμος έξω φυσά.
ακούω το καυτό μαχαίρι του που κόβει την επιδερμίδα της ατμόσφαιρας
χίλια κομμάτια.
σφυρίζει η ικμάδα του.

μια παρομοίωση που βρήκα να συμπαραστέκεται στο φως που λιγοστεύει
σαλπίζει για να οδηγεί το μολύβι μου
στο γεγονός που ερήμην μου και πάντα συντελείται.

αγαπώ να απορροφώ αυτή την μελαγχολική σιωπή που κατασκευάζει τον ιστό της κάνοντας της φαντασίας τα τολμήματα ωραία δυνατά..


12 Ιανουαρίου 2015

ο μουζικάντης του πάρκου…



η ζωή αποτυπώνει τον βραχνά της επάνω στις νιφάδες του χιονιού..
λευκή ζωή- σαν το χνάρι ενός αγγέλου στον γαλάζιο ουρανό.
το πάρκο θέτει τους νόμους του και κουκουλώνεται κάτω από το ψύχος.
ασφυκτιά.
μέχρι που,
εσύ,
χαρούμενε μουζικάντη των ερώτων
χρυσώνεσαι απ' την προσπάθεια να μιλήσεις την λυρική έξαψή σου μες
την ατμόσφαιρα του μοιραίου πολέμου.
ενημερώνεις τους πάντες τι φτώχεια τους αναλογεί εάν δεν αγαπήσουν έστω κι αυτό που αναπάντεχα από κοντά τους θα χαθεί.
κι εκεί
οι χρυσές νότες σου τοξοβολούν
κατά την άλλη μας ευαισθησία
κάνοντάς μας καλύτερους
και πιο διψασμένους
για του φιλιού το αντίκρισμα..



στην εποχή που φαντάστηκα όλα θα μοιάζουνε επικά…





τώρα, ό,τι είναι ζωντανό σε μένα, επαναστατεί
και πιο πολύ η μοναξιά και η σιωπή μου-  αλλά μην
φαντάζεστε υποταγή, δέστε
μια τόλμη που κρατάει ορμή από χείμαρρο
και εισβάλει στην ανοικτή, αδιάβαστη θάλασσα
των παθών μου.

τι να κρύψεις; όλα ας μείνουνε φανερά: οι εξομολογήσεις
ποτέ δεν έβλαψαν- κρατώ
μυστικά κι από μένα -αλλά
των λουλουδιών τον ζέφυρο πώς να μην απολύσω
πάνω στου κήπου την κρούστη σελίδα, να ανάψει
το άρωμά του στον αυλόγυρο της Ομορφιάς;

στάθηκα, κοίταξα, είπα:
πουθενά δεν ανήκει ο θάνατος στην αυτοκρατορία μου·
έχω ζέψει άοκνα ζώα να οργώνουν τον κάμπο της συνείδησης-
κι είναι πολύ μεγάλα τα Αισθήματα
και πολύ δοξασμένα-
στην εποχή που φαντάστηκα
όλα θα μοιάζουνε επικά…


Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου