...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

30 Ιουνίου 2018

Για να μαθαίνω σωστά πρέπει κάθε στιγμή να αποβάλλομαι από τις τάξεις κάθε είδους σχολείου:



Για να μαθαίνω σωστά πρέπει κάθε στιγμή να αποβάλλομαι από τις τάξεις κάθε είδους σχολείου: πρέπει να απειθαρχώ σε καθετί που καθηλώνει την προσοχή μου και την στρέφει σε συγκεκριμένη διδασκαλία μιας και διδασκαλία είναι για μένα όλες οι στιγμιαίες αθροίσεις που ξυπνούν τα αισθητήριά μου και τα κάνουν να εντείνονται και να αποταμιεύουν.
Διαδικασία έσω και έξω Ανάγνωσης.
Όπως το καταλαβαίνω πια, φρόνιμο είναι να μην είμαι οπαδός μιας αυστηρότητας που με κάνει παθητικό δέκτη μηνυμάτων που μπορεί και να μην αγαπάει ο νους μου.
Έζησα με τις δικές μου φιλοδοξίες.
Με έναν σουγιά ενστίκτων που καθάριζε τα ώριμα φρούτα και μου τα προσέφερε πολύχυμα όπως εικόνα ίδια είναι μες τα μάτια ο παππούς μου.
Τι συνειρμός!
Κι όμως συμβαίνει..
Τον βρίσκω μπροστά μου κάθε που μπολιάζω την φαντασία μου με το κεντρί μιας τόλμης που είναι και δεν είναι δική μου..


Σιωπηλό επαναστατικό δρώμενο..


Ο καιρός κοντεύει να εδραιώσει μέσα μας καταθλιπτικές πεποιθήσεις. Φταίξανε όλα. Το σύστημα
που δούλεψε αποχαυνωτικά, οι πολιτικάντηδες.
Ζώστηκα φυσεκλίκια. Με λέξεις που με έκαιγαν, ζώστηκα φυσεκλίκια.
Τώρα κλεισμένος στο υπερώο του μυαλού μου είμαι έτοιμος να μπήξω τις φωνές "ως πού θα πάει αυτό;"
Άρχισα πλέον να πιστεύω σε επαναστάσεις που δεν είδα.
Καλοπροαίρετος. Αγαπώ το θέατρο των αισθήσεων.
Ξέρεις τι είναι να ελπίζεις σε αφυπνίσεις; Λογίζομαι μαθητής του επαΐοντα ανέμου.
Ξεκαθαρίζω μέσα μου τα πάντα.
Μπορεί κι η ποίηση να με τροφοδοτεί απολυτότητα, μπορεί κι η ποίηση.
Πάντως κρατώ ένα άλικο ρόδο και το σμίγω με
του βασιλικού την ευφράδεια:
Για μένα μέγα αγίασμα!

29 Ιουνίου 2018

Παραπονάκι…


Ένα βαθύ αφηνιασμένο κανάλι που αφήνει ίχνη ανέμου πάνω στις πλάτες της γης
είναι η μέρα. Την σκουντά ένας παλαίμαχος ήλιος, σαν να ανάβει με το τσακμάκι του το τελευταίο τσιγάρο ενός θανατοποινίτη.
Μετέχω σε όλα τα δράματα. Τα σουλουπώνω.
Μέσα μου στερεώνονται τα κυκλώματα λειτουργούν τα μικροτσίπ
των επικοινωνιών.
Αυτό και όχι άλλο το ζητούμενο. Όπως και να το πω, θα παραξενευτείτε.
Είναι η είσοδος μιας φυλακής που επηρεάζει την κερατένια ζωή μου.
Και παλεύω εμμένοντας σε προσανατολισμούς λυρικούς, λες και θα με αφήσει ο βιοπορισμός να γελάσω..

28 Ιουνίου 2018

Στιγμιαίο κι αιώνιο…


Εδώ όλα τα πράγματα έχουν μια θέση στον ήλιο.
Καθαρές γραμμές και ο ορίζοντας που προχωρά ως τον γκρεμό του·
Ήλιος γαντζωμένος πίσω από την συννεφιά, φεγγάρι 
την νύχτα αλλοπρόσαλλο
και πυγμή της κουκουβάγιας που μουρμουρίζει
πίσω από το πευκοδάσος, στην κορυφή μιας στέγης, κρυμμένη σκέψη που εποφθαλμιά στην ησυχία κάτι να αρπάξει.
Η νύχτα ταριχεύει τις αντωνυμίες. Εγώ, εσύ, αυτός.
Ένας μικρός θρίαμβος από φωνήεντα βουνίσια, περιλουσμένα φωνές των πουλιών που σμίγουν μέσα στα φυλλώματα, ψιχάλες που δεν στέγνωσαν ακόμα
από την τελευταία βροχή, αέρας ακαλούπωτος.
Απόηχος μιας αιωνιότητας που την ψάχνουμε στα σβησμένα άστρα, μετά τον ληγμένο θόρυβο της βροχής, στο φως ενός ηλιοβασιλέματος που ντεραπάρισε μες τον ρομαντισμό των νεφών, εκεί που η γη περιστρέφεται και σβήνει όλες τις πράξεις μας,
αδιάφορη,
εξουσιαστική..

27 Ιουνίου 2018

ΞΑΝΘΗ. ΑΒΔΗΡΑ. ΑΝΑΣΚΑΦΗ.



Θρυμματίζεται μια κάθετη αχτίδα του ήλιου.
Γέρνουν τα φυτά
ν’ αρπάξουν από τα κομμάτια της.
Ομιλίες νερού
και πάνω απ’ όλες τις αποκαλύψεις ξέρω
ότι καραδοκεί ένας θεός
θρυλικός
από γενιές παλιές ανθρώπων δημιουργημένος-
να τους εμψυχώνει τάχα..
Και σ’ αυτό το κάστρο ρημαγμένο πια από της μοίρας τους αιώνες
φυτρώνουν θρασέματα τα ζιζάνια-
όπως ν’ αυθαδιάζουνε μες τον καιρό.
Η αθανασία το ξέρει: όλα την αμφισβητούν.
Στους λίγους τάφους που με φέρνει το αργό περπάτημά μου
μέσα απομένουν σκελετοί
ξεκούραστοι-
αδιαφορούν για όλα-
ξέρουνε πως τους κοιτώ.
Αυτοί στρέφουν τα μάτια τους αλλού και το κρανίο
γίνεται σπίτι μιας τσιγγάνας κατσαρίδας
που βγαίνει μία απ’ του στόματος την πόρτα, μία
απ’ τα παράθυρα εκείνα των ματιών.
Ο ήλιος όλο υψώνεται και ξέρει ότι και πάλι θα νικήσει.

26 Ιουνίου 2018

Το φυλακτό του έρωτα…


Απ’ το χοροδιδασκαλείο της καρδιάς αυτός ο ουρανομήκης καπνός σαν να εξαερώθηκαν τα σωθικά μας και μετά πνιγήκαν όλα γύρω στην βροχή.
Στα ματόκλαδά σου βλέπω ένα κρύσταλλο που πάγωσε δάκρυ που την μελαγχολία σου εισηγείται
στις σελίδες των ποιημάτων μου.
Θυμάμαι φιλιά αγγίγματα κρυφά εκεί όπου συντρίβεται η λογική κι ο χρόνος.
Περασμένα λόγια, κάτω απ’ τις αψίδες του καλοκαιριού, ρούχα ιδρωμένα, κρουστά φεγγάρια
που νομοθέτησαν ακριβοδίκαια μέσα στην απουσία.
Τίποτα δεν συνέβη μετά: έζησες
όπως θα μπορούσες να ζήσεις
ξιφομαχώντας κάπου κάπου με την καθαρή καρδιά σου.
Καταρρέουν οι νύχτες σου αναφαίνει
ο καθαρογραμμένος ουρανός
και πίσω από την ύλη που σε έζωσε
είμαι εγώ ερωτευμένος αεί αξιώνω
ένα βλέμμα σου πιστό για μένα
φυλακτό μου..

Ευσύνοπτο…


Να πίνουν ουτοπία οι ρεαλιστές για να δυναμώνει
το Πνεύμα ευαισθησίας τους!
Να που ζητούμενο και απευκταίο είναι λυρικά δεμένα σ’ ένα άρμα
που δίνει πάνω απ’ όλα υποταγή.
Να που ωραία σύζευξη πετύχαμε
δεχόμενοι να μας τροφοδοτούν οι αυταπάτες.
Κι η μέρα προχωρά.
Μία ευχή δεν φτάνει, μια ανάμνηση…
Ούτε θρησκείες τώρα ούτε ο καπνός
της θυσίας που αναβαίνει προς τον ουρανό.
Ένα λουλούδι κοιτάζω που καλλιεργεί
μπροστά στα μάτια μου της Ομορφιάς τις χαρές!

25 Ιουνίου 2018

Ερωτικό αλλιώς!...

Με ποιες χορταίνεις βλέψεις εμμένοντας
Σε ποιήματα φωταγωγημένα τι
Είναι να αγαπάς να σκαλίζεις τα κιτάπια του έρωτα να
Παρενοχλείς τους ανίδεους ενώ
Ήσυχη είναι η ζωή σου μιλάς
Φρόνιμα πια δεν σε χωράει
καμιά λογική από εκείνες που γνωρίζω, η λύπη σου
Καταπιεσμένο μεγάφωνο, έτοιμη να φωνάξει ερημιά-
Να ήμουν εγώ που σε άκουσα
Να περιτρέχεις γύρω από λακωνικά φεγγάρια
Αγρυπνώντας σπρώχνοντας τον ύπνο έξω από την φυλακή σου
Και σε αγάπησα μηδενίζοντας τα κοντέρ μου
Ξαναρχίζοντας να νιώθω εφήβου σκιρτήματα ανηφόρησα
Στις πλαγιές των φιλιών σου νηστεύοντας
Τραγούδια και λόγια ανούσια..
Με ποιες χορταίνεις σκέψεις αφήνοντας
Να περιπλανηθείς σε μοναξιές που τρομάζουν σβήνοντας
Το άστρο που ήρθε στο μπαλκόνι σου αναλαμβάνοντας
Να φωτίσει μελαγχολίες ώσπου να χαθούν καταθλιπτικά
Μάτια ως να χαμογελάσουν
Γελάει επιτέλους η μέρα σου!Φωτογραφία του Στρατής Παρέλης.

Ίδρυση του καθαρτηρίου…


Αγαπώ θορύβους που δεν τους ξέρω μου ξυπνούν
την ψυχή
Και με μαθαίνουν χρώματα κείνα
Που στα βουνά τα βρίσκω σ’ ένα λουλουδάκι
άγνωστο που καλά κρατεί
Την ανθισμένη του συνείδηση μες τον χειμώνα.
Περιπλανήθηκα μέσα στις καστανιές.
Ο άνεμος έπαιξε μαζί μου. Ο ήλιος περνούσε με ζόρι ανάμεσα
Από των δέντρων τα φυλλώματα και νόμιζα
Πως ονειρευόμουν μα όχι.
Την ευχή σου στείλε μου παππού, κοίτα το δώρο
Της σιωπής πόσο το αξιοποίησα! Άνθισε στα δικά μου χέρια.
Βλέπω το φεγγάρι τα βράδια να εκβάλει τον καθαρό ποταμό του
Μες την αγρύπνια μου. Ασημένιο. Νέφη κόλακες του ουρανού εδραιώνουν μια υποψία από μπόρα
Καλοκαιρινή- για να πλυθούνε οι ευπρέπειες των στοχασμών μου στα ουράνια..
Αγαπώ θορύβους που δεν τους ξέρω: μια ρίζα ελιάς που γέμισε
καρπό μες το μυαλό μου, ένα τζιτζίκι
Που τετέρισε χαρούμενο κι ανέμελο ένα αεράκι
Που φύσηξε και φύγαν πέρα οι μελαγχολίες!

Καρυάτιδα..


Θρίαμβο βρίσκουνε τα αετώματα να σε υπερασπιστούνε,
ψελλίζοντας τον λιγοστό αέρα και
τις γιρλάντες του καλοκαιριού
αποπλέεις μες την φαρδιά πεδιάδα του ουρανού
Καρυάτιδα άλλων αποσκιρτήσεων, φρενιασμένη
για να σηκώνεις βάρος περιστάσεων, μαρτυρώντας
την ευγενική καταγωγή σου, αδιάφορα
ο χρόνος τονίζει τις γεωμετρίες
που βρίθουν γύρω σου, άτσαλες
και τιποτένιες, ωστόσο
δασκάλες που σε μάθαν’ το εγώ
κι αυτό σημαντικό παιχνίδι
που αόρατο υφαίνεται όπως κι εσύ μήτε να καταλάβεις μπορείς.
Ο κάθε χρόνος είναι μάρμαρο, λαξευμένος
όγκος της ύλης, είναι μορφή
που παίρνει η αναστάτωση μέχρι να υπάρξει. Και σκέφτομαι
πως η παρουσία σου εκεί, στα αψηλά στερεώματα,
όπως να την αντικρύσω θαρρώ
είναι όπως το μπόλι που εμφύτεψε ο Λάζαρος μες το κορμί της λεμονιάς κι εκείνο έπιασε,
πέταξε λαίμαργα κλωνάρια που γεμίσαν άνθη-
έτσι εσένα οι Ιδέες σου,
τις έσπειρες στον νου της ανθρωπότητας και όμορφα καλά καρπίζεις
λίγο θεά, λίγο ιέρεια, λίγο
η οδηγήτρα Ελπίδα πως θα γεννηθεί ο κόσμος πάλι ομορφότερος..

24 Ιουνίου 2018

Της Κυριακής μελαγχολικό τέτοιο παράπονο…

Οι Κυριακές συντηρούν την μελαγχολία μου, ασθμαίνουν
Καθώς τραβούν την ανηφόρα της πραγματικότητας και ζουν
Αφήνοντας πίσω τους αιθάλη της λύπης.
Είναι σαν κραταιά καμιόνια φορτωμένα κάρβουνο της συνείδησης,
Έχει χρώματα η ψυχολογία κι απ’ όπου και αν την πιάσεις πονάει,
Στον ύπνο καταφεύγουν οι νεράιδες, θέλουν να προστατεύσουν τα λεξιλόγιά σου, σκόνη
Εγωιστική
Από αντωνυμίες που μέσα σου πεθαίνουν
Ποντάρουν στην φιλαυτία σου, να πόσο φθάρηκες παράφορα!
Ένας φευγαλέος στοχασμός το μεσημεράκι
Αλαφιασμένος και θρεμμένος με αγωνίες
Τοκίζει το συμπέρασμα της κατάθλιψης
Υπερβόρεια
Στο ξέσκεπο στήθος σου.
Κυρτή αττική χιλιοδοξασμένη,
Χτυπά τα παλαμάκια της, ευχαριστιέται
Που είναι αυτή που μάντρωσε την γαλήνη μέσα στον έρωτα
Για το γαλάζιο τοπίο.
Κι ο ουρανός (σύμβολο και για μένα καθ’ έξιν)
Τσουρουφλίζεται από ιδέες θερμαντικές
Που ούτε στα ποιήματα χωράνε.

Πάσχω απ’ ό,τι πάσχω και προσδίδω υπεραξία
Στης ύπαρξής μου το βραχνό ξεκαθάρισμα.
Απουσιάζει η φύση μου από τα πανηγύρια.
Με κρατούν αποφασιστικές μοναξιές και ρήμα το άναρχο.
 Ο χρόνος γιγαντώνεται για να με καταπιεί,
Φοβάμαι μόνο μην μ’ εγκαταλείψουν οι φόβοι μου..



Λόγος της ύπαρξης…


Ένα χάλκινο σήμαντρο που εγκλωβίζει το ημερινό φεγγάρι και το πάει έως ηλιοβασίλεμα,
Ένα πουλί ρεκάζει φοβερίζοντας την τραμουντάνα
Το παντζούρι που άνοιξε και το κορίτσι εφάνη’
χτενίζει τα λυμένα μαλλιά του, ο ήλιος, ο αντίλαλος
Του φωτός μέσα στην Κυριακή, η μασχάλη του αέρα
Που γέμισε μυγάκια και εξάψεις, το καθαρό προσκέφαλο
Του ουρανού που κοιμήθηκε το αναίτιο άστρο, η μύγα που πετούσε χαμηλά, πάνω απ’ τα αδιόρθωτα σαρκία μας, το ποίημα
Που λιποθυμούσε τους ερωτευμένους, ο ρεμβασμός
Πάνω απ’ του Ιουνίου τις βροχές, στον κυκλοθυμικό καιρό μιας δόξας, η απόχη
Που έπιασε το ψάρι το ασημένιο, να, δες το, σπαρταρά
Και ισιώνει την καμπούρα του, γλιστρώντας
Στα ήσυχα νερά της ειμαρμένης.
Μέσα στις πικροδάφνες το κοτσύφι γέλασε για να σου πει,
Κανένας πια δεν κελαηδάει σπίνος,
Τα ανθάκια σμίγουν τα κεφάλια τους και θα ερωτευτούνε,
Αρχίζει απ’ την αλφαβήτα ο χορός,
Καλοσύνη σου κόρη, φίλα το παλικάρι σου, αγαπηθείτε,
Ενεργά ηφαίστεια χαδιών δονούνε το κορμάκι το άγιο,
Πες τα πες τα και τι πρεσβεύεις ομολόγησε, αυτός είναι ο λόγος για να υπάρχεις..

23 Ιουνίου 2018

Απολογισμού αποτέλεσμα…


Τι έχω να σου δείξω που να είναι κοφτερό
Σαν το μυαλό του επαναστάτη που εφιλονίκησε
Με τους συγκαιρινούς του κι απ’ τους φόβους του αναδύθηκε
Νικητής κι αν φθαρμένος;
Είναι ο άνθρωπος φτηνός μα ακουμπά πανάκριβα έργα.
Ξεκεφαλώνει από την κωμωδία και βυθίζεται
στην τραγωδία,
Από την τραγωδία πλέει προς πελάγη
Που η ειρωνεία τα τροφοδοτεί-
Πώς να την κάνεις την ζωή προβλέψιμη; Ένα ηχείο
έχει μες τον νου μας ο ουρανός
και από αυτό μας αναγγέλλει ξαφνικούς θανάτους..
Ντύσου με δύναμη και πρόσεχε!!

Της μέρας παίγνιο περίεργο…


Να ακουστεί η προφητεία κι ας την συντελέσουν οι ώρες
της μέρας: Φυτά που έγιναν ποτιστικά βιολιά και μυρίσαν σκόνη και άπειρο,
Αγκύλες του καλοκαιριού, ό ερεθισμένος ευκάλυπτος, η μουριά η πλατύφυλλη·
Αθροίζουν άνεμο τα χελιδόνια και κυνηγούν
Ευθείες τεθλασμένες και απολεσθέντα παράδεισο·
Συσκέπτονται οι αυθάδειες των αιθέρων με τον γαλανό ουρανό και ζητούνε την όψη την έξαψη·
Ο μεσσίας των χρωμάτων ζωγραφίζει το ντελή κέφι των πραγμάτων·
Η ύλη δεσπόζει στα σύνολα της γιορτής·
Στις άγουρες ακροστιχίδες η έμπνευση περιχύνει με ζέση και γάλα
Την λαγαρότητα την διαύγεια·
Φάσματα του φωτός αγρυπνούν επάνω από την έννοια ποιητών που ρεμβάζουν
Στον κόλπο της θαλάσσης τον έμορφο·
Διανυκτέρευση στον τόπο της αγάπης,
Φωτεινό άστρο που μηνά την προσφιλή μου ελπίδα,
Τάξιμο να με βρούνε όλα τα καλά που ζήτησα-
Κι από παντού καθαρός ουρανός!

Της εικόνας το όλον..


Αφήνονται να μηρυκάσουν την σιωπή και η μέρα τα βρίσκει ανάσκελα
κάτω απ’ τις συκιές, στον μεγάλο ίσκιο
της απόφασης. Κουτάβια που βυζάξανε όλη την νύχτα την μεγάλη σκύλα
των Αστερισμών. Τώρα κοιμόνται στο φαρδύ ησυχαστήριο της γης
σαν αγγιγμένα από νεράιδα.
Ιριδίζουν οι πέτρες και παραπέρα θα μυρίσει, αν τον σκουντήξεις, ο βασιλικός.
Γεράνια όπως της γιαγιάς μου θα εφορμήσουνε
στην καθαρή λιακάδα.
Το γάλα κάποιας αίγας θα ξυπνήσει τα παιδιά. Σχολείο.
Στο ποίημα που θα γραφεί, αρχέγονο σχολείο.
Ένας μύστης είμαι που απομακρύνθηκε από εγκόσμιες αυταπάτες.

22 Ιουνίου 2018

Μοναχικές πορείες του εγώ…



Επαληθεύεται η αγρύπνια μου και η ρίζα του προβλήματος παραμένει
Μέσα μου, δονώντας την ύπαρξη έως το βάθος.
Στην κλίμακα του φωτός, Λάμψη! Και θερινό ηλιοστάσιο καλοζυγισμένο. Ωστόσο ο μισός πλανήτης προσφυγιά-
Τυλίγει σε λερωμένες κουβέρτες τα παιδιά του και κινεί
Για το πλατύσκαλο της απελπισίας.
Κάπως έτσι ανδρώνεται ο θάνατος.
Παλιότερα Δίας, τώρα, πώς αλλιώς να τον ονομάσεις, θεό,
Ζεύει τις συνειδήσεις σε έξαψη.
Μικραίνει και μεγαλώνει κάνοντας τον θρησκευτικό πυρετό του
Επιβαλλόμενο.
Το ειδικό βάρος του φόβου ψάχνει αντίβαρο στην αναποδογυρισμένη λογική.
Όλα υπάγονται σε ιδρωμένο νόημα και, οι ομιλίες που ντεραπάρονται μες την απελπισία, έχουν ταχύτητα μοναχική όπως
Μοναχικές είναι οι ζωές μας και συναντώνται κάπου τυχαία και άσχετα
Αφήνοντάς μας άφωνους και τρομερά απελπισμένους.

Με σημασίες της νύχτας..


Είμαστε οι ποιμένες όλων των απροσανατόλιστων πραγμάτων.
Μας αξίζει σιωπή. Ο αέρας
διαμοιράζει τα ιμάτια των δέντρων και ένα γαλανό φουσάτο φέρει την αναγέννηση στο βιβλίο μου.
Για άλλες σημασίες ορμώμενος για άλλα κατορθώματα.
Σ΄ αυτά τα φρούδα μεσημέρια όπου τα αγκαλιάζει ο ήλιος και πονώ
πόνους ερώτων, φωνή είναι αντεστραμμένη, έως να γίνει αντίλαλος, η φωνή μου.
Ποιος θα ζέψει τον δαίμονα
στο υνί της ψυχής του;- αιθεροβατώ!!
Μυρίζοντας από κοντά την νιόκοπη γαλήνη του νου μου·
Είμαι ρακένδυτος και έχω ανάγκη μόνο αισθήματα.
Η δεκοχτούρα ροκανίζει το στερέωμα και το ταπεινό ροκανίδι του καλοκαιριού μυρίζει πεύκο που έζησε και πεύκο που θα πεθάνει αφήνοντας
πίσω του το ρετσίνι του δάσους.
Αφάνταστες καμπύλες της ζέστας, μυτερά
ράμφη που απειλούν το κορμάκι το άγιο
του Ιουνίου, βάφονται απειλητικά και ζητούν ένα βάθος προϊστορίας για να ενθρονιστούν.
Όταν βραδιάζει, οι σιλουέτες των ευκαλύπτων μαγκώνονται στις πόρτες του σκοταδιού και μουρμουρίζουν φοβίζοντας τον γείτονα χρόνο.
Σημαίες από ατσάλι της νύχτας ξεδιπλώνονται ανήκοντας ολοένα και κάπου.
Μιας και οι ώρες δεν ανήκουν πουθενά..

21 Ιουνίου 2018

Υποδόρια φωνήεντα


Όλα συνοψίζονται σε θάνατο κι όλα έχουν το τέλος τους βεβαιωμένο.
Γεγονότα που δονούνται αυστηρά πάνω σε πηχυαίους τίτλους των εφημερίδων-
Η μέρα κυλά γαλάζια, περιχυμένη του ήλιου το μέλι και φορώντας λεοντή
Κατά κάτι φθαρμένη.
Οι ώρες καταπίνουν την αιωνιότητα και παρφουμάρουν το κορμάκι του μεσημεριού με άρωμα μέντας.
Ακούγεται η σκουριά. Τα δευτερόλεπτα πέφτουν λέπι λέπι όπως απ’ το σώμα του ψαριού η λιανοκόκαλη φυγή.
Εκείνος που θυμήθηκε να αγαπήσει κέρδισε αποταμιεύσεις λυρικές.
Ήτανε πάντα κάποιος που δεν φανταζόμασταν.
Τα υποδόρια φωνήεντα που έμαθε ήτανε αρκετή περιουσία.
Πότε ξοδεύτηκαν; Πού θα τα δώσει;
Δύει ο κόσμος του και φαίνεται άκαιρος μέσα στην εποχή.
Ο ποιητής ο μετρονόμος…

20 Ιουνίου 2018

ΒΙΒΛΙΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ..,





Ό,τι που λέω μπορεί ν’ ακούγεται αλλόκοτο, εξω-
πραγματικό. Ή και να το πιστεύεις με αμφιβολία.

Είναι σαν κάτι που να καταγράφεται σ’ ένα βιβλίο συμβάντων.

Κανένας εκεί δεν είναι όπως πρέπει υπαρκτός.

Ο θεός είναι μύθος- μύθος ο άνθρωπος:
δημιουργίες όλα του μύθου.

Εγώ αποταμιεύω εκμεταλλευόμενος την όραση:
ακούραστη, αδηφάγα
τράπεζα των εικόνων.

Συλλέγω τοξίνες και ταυτόχρονα
ανακαλύπτω θεραπείες για το ‘’εγώ’’ .

Είμαι σαν όλοι:  βασανίζομαι
να συνθέτω μουσικές που στα άρρητα των ανέμων υπακούνε
όπως σφυρίζουνε μέσα από κοχύλια που ξέβρασε
άδεια μια πεισματάρα θάλασσα.

Και τελικά
είναι που μένει για περιουσία μου,
ένα κεφάλι με όνειρα.

Κανένας δεν μπορεί να τα εξηγήσει.

Μένω σαν κέρβερος μπροστά
σε μία πύλη γερασμένων ιδεών..


1.

Κάποτε υπήρξα αναγνώστης στο χάρτινο όνειρο της ζωής·
σημείωσα επάνω στην ανθρώπινη μοίρα
πείσματα
που μ’ έκαναν να ξεχωρίσω·
είδα την φωταγωγημένη ψυχή αλλά και την θλιμμένη
ακούμπησα
την κατάθλιψη,
την κατάλαβα-
κι ένιωσα πόσο κάποιος ψάχνει
με αγωνία θεό
για να του εκμυστηρευτεί
φοβισμένος
την αγωνία του.
Πήγα κοντά στον θάνατο-
τον ερμήνευσα
σαν απώτατο δώρο-
μελέτησα την απουσία μου.
Δεν είμαι παρά μια μηχανή που κουρασμένα δουλεύει
αλέθοντας τα φθαρμένα γρανάζια της.
Έφερα την ζωή μου πιο κοντά στην αιμάτινη αλήθεια
κουρδίζοντας με το μεράκι μου της μουσικής
την κεντρομόλο μου
που λες με πάει στο σημείο το ίδιο
που ποτέ δε ήμουν.
Κάτι φορές αισθάνομαι συγγένειες με τα νερά
που κυλάνε-
άλλες φορές με τον αέρα.
Μέσα μου γράφει αλλόκοτα όνειρα η ζωή.
Τα βλέπω που όταν ερμηνεύονται
σαν άλλος είναι ο ονειροκρίτης
που ήθελα.
Τραγουδώ πάνω στην στέγη
του κόσμου:
βιολιστής της πεντάρας.
Πόσο ν’ αξίζει αλήθεια μια μελαγχολία μου;
Και ο θεός μέσα μου πικραμένος..
Δεν είμαι αυτό που ήθελε…
Με κατατρώει
επίμονα η φθορά..

 2.

Ένα αιλουροειδές ανέμου που τρελαίνεται μες την φαρδιά πεδιάδα-
διαμοιράζει απλόχερα την αφροσύνη του,
πάει παντού
σαν σκέψη
που δεν θα μπορέσεις να περιορίσεις.

Αυτά που ζουν παράλληλα με μας αλλά δεν μας ανήκουν
σαν κατιτί που δεν θα είναι και καμιά φορά δικό μας:
στην μέρα προσευχή- στην νύχτα εφιάλτης.

Θυμήσου τους θεούς του κάτω κόσμου
όταν θα ψάχνεις λόγια για να πεις τα βάσανα..

Θεός υπάρχει; Ή είναι ψέμα;
Και ποιός μπορεί να τον κατανοήσει;

Στην νύχτα που θα διανύσουμε μόνο μια λάμπα
με το λεπτό της φως αληθινά σε συντροφεύει..

Γράψου σε όστρακα, σε πλίνθους,
σε κορμούς δέντρων, σε σελίδες
που θα σου καταμαρτυρούν ότι δεν είσαι
ο ίδιος πια
που άρχισες να ταξιδεύεις
τότε
μες τον μπαρουτοκαπνισμένο σου ορίζοντα..

Έτσι όπως είναι μυστικά των μυστικών τα λόγια σου
συνέχεια μεταμορφώνεσαι
σε έναν διαρκώς απόντα..


3.

Ωμέγα που ψάχνει το άλφα του
σαν το αλλοδαπό  του ταίρι..

Στα έγκατά του
γυμνώνονται οι φθαρμένες έννοιες
του λεξιλογίου
βυθίζονται σιγανά
μες την φθαρμένη προσευχή
που γίνεται
από φωνή πουλιού
που του λιγόστεψε απρόσμενα
και το τραγούδι..

Μετά
θα έρθουν τα σύμφωνα
σαν ένας πολεμικός θούριος
κλειδωμένος
πάνω στην εγκαρτέρηση
και την ηθική των θρησκευτικών δέντρων.

Θα γράψω
την λέξη
που κορυφώνει τον έρωτα
όπως
ν’ αγγίζεις
στήθος παρθένας
και να της φύγει
γλυκός ο αναστεναγμός.

Θα κόψω
ένα κλωνί βασιλικού
και θα μυρίσει
Σαββάτο η επιθυμία μου-

που θα σε έχω πιο γυμνή κι από φωτιά
μέσα στο μεσημεριανό νερό
της θάλασσας
που θα με απομαγνητίσει..






Επίλογος όπως μπορείς…


Όταν στενοχωριέμαι τα δέντρα λυγίζουν σαν να τήκονται
Και να επιστρέφουν την αθάνατη ύλη τους στον θεό.
Εγώ μπερδεύω τα σύμφωνα με τα φωνήεντα και καταφέρνω
Ένα αποτέλεσμα ποιητικό που ούτε κι ο ίδιος το ξέρω.
Είναι το ρήμα το φωτεινό είναι το στερέωμα που μυρίζει λιβάνι και δυόσμο·
Οι ερωτευμένοι σουλατσάρουν μες την καρδιά μου·
Κάθε φιλί τους ξεκλειδώνει την μεγάλη πόρτα της χαράς·
Αρέσκομαι στα αγκαλιάσματά τους.
Το μεσημέρι είναι ένα ξίφος του Ιουνίου-
Σπαθίζει την φτέρη που μάτωσε χλωροφύλλια αίματα,
Το κοτσυφάκι φτάνει ως την καρδιά σου
Και κλείνει με κελαηδισμό το λυπημένο βιβλίο μου..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου