...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΛΩΘΕΝ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΛΩΘΕΝ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Ιουλίου 2015

Υπάρχει μια κακοτυχία- τίποτα δεν γίνεται όπως πρέπει


Υπάρχει μια κακοτυχία- τίποτα δεν γίνεται όπως πρέπει
Γερνούν μαραγκιασμένοι πρόωρα οι άνθρωποι
Μιζέρια άθλιας μοναξιάς
Ωστόσο
Αν δεις την μέρα όπως εξαπλώνεται υπάρχει
Θηλυκό συμπέρασμα ένα
Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά;
Υπάρχει μια δικαιοσύνη που θα ρθει από το μέλλον
Επιμένω
Ξιφομαχώ για να διώξω τους δράκους μου
Κάτι έχει αποσιωπηθεί
Μέσα σ’ αυτήν την διάρκεια της εξουσίας
Που αφελληνίζει τον τόπο και τον κάνει ολοένα πιο γυμνό
Δες τους!
Αστεία πολιτευόμενοι- χωρίς
Οράματα ούτε ήθος
Έρπουν
Χαμογελώντας- δεν τους ενοχλεί
Που είναι οι του τίποτα βασιλιάδες!
Δικάστε!

(Μωρές παρθένες...)


Μωρές παρθένες, συνεσταλμένες, άγγιχτες
από χέρι ανδρός ή φαλλό δοξασμένο-
Και άλλες
κυρίες μεσόκοπες, ταλαιπωρημένες
από την εμμηνόπαυση, τις ορμόνες
που δεν ελέγχονται και τσιρίζουν, που κάνουν
το σώμα παιδωμή, το μυαλό
εργαστήρι της τρέλας.
Τις Κυριακές
πάνε μια βόλτα για καφέ, κουτσομπολεύουν
την γειτονιά νομίζοντας ότι δικάζουνε σωστά.
Και παρακολουθούν
ρηχές αηδίες από οθόνες των τηλεοράσεων- ενώ
κάποια στιγμή χτυπά το κινητό που πήρε
μια φίλη να τους πει ότι αλήθεια αξίζει ο Αύγουστος
σε κάποιο ελληνικό νησί.
Κρατούν ένα βιβλίο βαρετό
στην παραλία, κάτω απ’ την ομπρέλα- βάζουν
μεγάλου δείχτη αντηλιακά, φιλοσοφούν
επί ματαίω.
Τρέμουν
την κυτταρίτιδα,
ντρέπονται
που έγινε στο σώμα τους κακό σαράκι.
Οικογενειαρχούμενες και μη
δίχως τα εμφανή πολύπλοκα αίτια που οδηγούν
στην κατάθλιψη κάποιον- γυρίζουν
πάνω κάτω σε μια κάμαρα αυξάνοντας
κάτι φορές τα ντεσιμπέλ για να νομίσουν
ότι και κάποιος άλλος κατοικεί
την μοναξιά που κατοικούνε..

7 Οκτωβρίου 2009

Η νύχτα πέφτει βαριά

Η νύχτα πέφτει βαριά πάνω σ’ εκείνη την μεγάλη ξεραΐλα των φρυγμένων χόρτων που αντιστέκονται
σχεδόν ξεριζωμένα μέσα στο ψιλό αεράκι που επιμένει
να υμνεί το υπερβατικό καλοκαίρι..
Φιστικιές που είναι με τον δικό τους τρόπο οικείες
στο τραγούδι του μισού φεγγαριού..
Κανονικά άστρα και ακανόνιστα αισθήματα..
Προσεύχομαι σ’ έναν αήθη θεό..
Των φυτών η ανάσα επιμένει
τα ρουθούνια γλυκά να ξυπνά..
Τι να χωρέσει μέσα στις εγγαστρίμυθες λέξεις, τι να ειπωθεί
που να είναι γαλάζιο
όπως ο πρωινός ουρανός κι απέραντο
όπως η ανερμήνευτη θάλασσα;..
Ό,τι κατέχω είναι η επιθυμία να είμαι
ένας προσκυνητής του Απλού..

15 Σεπτεμβρίου 2009

Υπάρχει μια κακοτυχία- τίποτα δεν γίνεται όπως πρέπει

Υπάρχει μια κακοτυχία- τίποτα δεν γίνεται όπως πρέπει
Γερνούν μαραγκιασμένοι πρόωρα οι άνθρωποι
Μιζέρια άθλιας μοναξιάς
Ωστόσο
Αν δεις την μέρα όπως εξαπλώνεται υπάρχει
Θηλυκό συμπέρασμα ένα
Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά;
Υπάρχει μια δικαιοσύνη που θα ρθει από το μέλλον
Επιμένω
Ξιφομαχώ για να διώξω τους δράκους μου
Κάτι έχει αποσιωπηθεί
Μέσα σ’ αυτήν την διάρκεια της εξουσίας
Που αφελληνίζει τον τόπο και τον κάνει ολοένα πιο γυμνό
Δες τους!
Αστεία πολιτευόμενοι- χωρίς
Οράματα ούτε ήθος
Έρπουν
Χαμογελώντας- δεν τους ενοχλεί
Που είναι οι του τίποτα βασιλιάδες!
Δικάστε!

28 Αυγούστου 2009

(Συνεπάγεται απ’ την μιλιά μου...)

Συνεπάγεται απ’ την μιλιά μου
αρχαίος πληθωρικός ποταμός που να στρέφει δεν ξέρει
τα ύδατά του προς τους μη κατανοούντες.

Και έχω
θάλασσα
μ’ ένα ‘’επίσης’’ δίπλα μου που όλο πλαταίνει.

Οι κυριαρχίες της
είναι μέσα σε κάτι μάτια που κοιτούν
βαθιά στον ορίζοντα.

Ό,τι γράφω
κάποτε θα μελετηθεί για πλησμονή που έχει.

Θα το επιστρέψουν σε αυτό που είμαι, θα το κάνουν
όπως ματώνει ένα πληγωμένο ζώο, να ματώνει..

Αλλά πόσο μπορεί κανένας να καταλαβαίνει από αίμα
άμα δεν ξέρει να καταλαβαίνει από ζωή;

(Είναι ρίζα αμφιμονοσήμαντη η ποίηση..)

Είναι ρίζα αμφιμονοσήμαντη η ποίηση, δέντρο με τα πολλά κλωνιά- χώρα

με δίχως σύνορα γεωγραφία..

(Αυτός ο άνθρωπος στο τέλος της μέρας έχει μια θλίψη ...)

Αυτός ο άνθρωπος στο τέλος της μέρας έχει μια θλίψη που θέλει να σκοτώσει την ανάσα του.

Αυτός ο άνθρωπος θέλει ν’ αποκεφαλίσει όλες τις ιδεολογίες για να
του είναι υποφερτές.

Μέσα του παλεύουν τα ανθρώπινα άγρια με τα ήμερα πάθη.

Εκείνος δεν αντέχει την τόση φωτιά
και γίνεται ένας άσπρος κύκνος που ο λαιμός του εξέχει μες τον συννεφιασμένο ουρανό.

Ώσπου
αρχίζει να εξαϋλώνεται-

γίνεται
ένας λόγος που υπήρξε αλλά δεν υπάρχει

όπως δεν θα υπάρχουν τα λόγια που είπα γιατί τα έπνιξε ένας φονιάς καιρός.

(Τα ωραία ποιήματα..)

Τα ωραία ποιήματα, είπε
είναι μεγάλα μυστικά σπήλαια που ποτέ ολοκληρωτικά δεν αποκαλύπτονται·
είναι γεμάτα σταλακτίτες ιδεών και σταλαγμίτες αισθημάτων
φωτισμένα μόνο στο μέρος τους που δεν έχει εξέχουσα σημασία.

Γίνεται κάτοικος μέσα τους ένας άνθρωπος που απλά δεν φοβάται
την τρομερή ομορφιά.

Με μια αντήχηση ψυχής, με ένα απόκοσμο
φως που σ’ άλλον κόσμο παραπέμπει
να γίνει ευανάγνωστη η εικόνα η πέρα απ’ την ζωή..

(Ένα πουλί που τραγουδά ..)

Ένα πουλί που τραγουδά μες το πρωί
συνοψίζει όλη την λαχτάρα μου.

Μια λέξη που γίνεται άξαφνα φεγγάρι
μου κάνει υποφερτή την συμπολίτισσα νύχτα.

Έχω εμπιστευτεί τις λέξεις μέχρι θάνατο..
Τόσο που να μου υπακούνε..

Έτσι που φτιάχνω τώρα έναν Δούρειο
για να πολιορκήσω μιαν ιδέα Τροία..

(Για το χατίρι σου ανάβουν ομοιοκατάληκτα τριαντάφυλλα..)

Για το χατίρι σου ανάβουν ομοιοκατάληκτα τριαντάφυλλα
τα πρωινά ενστερνίζονται άνεμο, οι γούρνες
συλλαβίζουν νερά που κυλάνε.
Για τα χατίρι σου το τοπίο γράφεται πράσινο, οι χρόνοι καταρρέουν, τα φυτά
εξάπτονται και η μέρα
προχωρά αέναα γαλάζια ή πιο γλαυκή
στην άκρη που την τρώει λίγο λίγο ο ορίζοντας..
Για το χατίρι σου πεισμώνω και γίνομαι
άγρυπνο αγρίμι που δαγκώνει.. Για το χατίρι σου
οι περιουσίες μου είναι
στάχτη στην στάχτη που απώλεσα
όλο το βιός μου μέσα στων ματιών σου την λαχτάρα..

(Βελάζει ο Αύγουστος...)

Βελάζει ο Αύγουστος. Παλιές λατρείες που με έναν τρόπο επιβιώνουν
κάνουν τον μύθο του διάφανο- όπως τον περιχύνει πάνω στα φυτά ο άνεμος.
Ερώτων ανεγέρσεις πάνε να κάνουν τον χρόνο πολύτιμο
που όμως περνά.
Και η μέρα
μυρίζοντας σαπούνι και τύψη
γαντζώνεται πάνω στα πλοία που θα ταξιδέψουν στο αύριο.

Α, τραγούδι που φεύγεις, που αποδημείς
μέσα σε μια πατρίδα ευαισθησία..

Αν θα σε πω, θα είναι για να φτάσω να είμαι κείνος που ονειρευόμουνα:
ο άξιος να μιλήσει γλώσσα άνθους.

Κι όπως θα κατεβαίνω τα λευκά
σκαλοπάτια σου περιχυμένα φεγγάρι
γνωστός θα μου είναι ο πόνος σου
και η θάλασσα και ο ύμνος
στα μεγάλα μάτια σου σαν τα λευκά τριαντάφυλλα..

26 Αυγούστου 2009

(Βελάζει ο Αύγουστος.)

Βελάζει ο Αύγουστος. Παλιές λατρείες που με έναν τρόπο επιβιώνουν
Κάνουν τον μύθο του διάφανο- όπως τον περιχύνει πάνω στα φυτά ο άνεμος.
Ερώτων ανεγέρσεις πάνε να κάνουν τον χρόνο πολύτιμο
Που όμως περνά.
Και η μέρα
Μυρίζοντας σαπούνι και τύψη
Γαντζώνεται πάνω στα πλοία που θα ταξιδέψουν στο αύριο.

Α, τραγούδι που φεύγεις, που αποδημείς
Μέσα σε μια ωραία ευαισθησία..

Αν θα σε πω, θα είναι για να φτάσω να είμαι κείνος που ονειρευόμουνα:
Ο άξιος να μιλήσει μία γλώσσα άνθους.

Κι όπως θα κατεβαίνω τα λευκά σκαλοπάτια σου περιχυμένα φεγγάρι
Γνωστός θα μου είναι ο πόνος σου
Και η θάλασσα και ο ύμνος
Στα μεγάλα μάτια σου σαν λευκά τριαντάφυλλα..

25 Αυγούστου 2009

(Κάποια στιγμή εγκαταλείπεις τους τίτλους ...)

Κάποια στιγμή εγκαταλείπεις τους τίτλους και βρίσκεσαι
να ζεις αποσπασματικά
να σκέφτεσαι
αποσπασματικά,
να μιλάς
αποσπασματικά-
σαν από αρχαία μάρμαρα που θραύσματά τους κείτονται
κάτω απ’ τον ήλιο
έρχεται όλο και πιο σιγανή κι απόκοσμη
η άμοιρη φωνή σου.

Δεν έχει τίτλο η μοναξιά.. Όλοι ζούμε
σε μία εσωτερική σιωπή
που ανατινάζει
συνεχώς την ψυχή- κομματάκια της
πέφτουν και πάνω
στις σελίδες
ματωμένες των ποιητών.

Κι έτσι αποσπασματικά όπως να έχεις την μικρότερη ψηφίδα απ’ αυτό
το ψηφιδωτό της ζωής, έτσι
πας ν’ ανταμώσεις το αύριο-
ορκισμένα αθώος!

(Μωρές παρθένες...)

Μωρές παρθένες, συνεσταλμένες, άγγιχτες
από χέρι ανδρός ή φαλλό δοξασμένο-
Και άλλες
κυρίες μεσόκοπες, ταλαιπωρημένες
από την εμμηνόπαυση, τις ορμόνες
που δεν ελέγχονται και τσιρίζουν, που κάνουν
το σώμα παιδωμή, το μυαλό
εργαστήρι της τρέλας.
Τις Κυριακές
πάνε μια βόλτα για καφέ, κουτσομπολεύουν
την γειτονιά νομίζοντας ότι δικάζουνε σωστά.
Και παρακολουθούν
ρηχές αηδίες από οθόνες των τηλεοράσεων- ενώ
κάποια στιγμή χτυπά το κινητό που πήρε
μια φίλη να τους πει ότι αλήθεια αξίζει ο Αύγουστος
σε κάποιο ελληνικό νησί.
Κρατούν ένα βιβλίο βαρετό
στην παραλία, κάτω απ’ την ομπρέλα- βάζουν
μεγάλου δείχτη αντηλιακά, φιλοσοφούν
επί ματαίω.
Τρέμουν
την κυτταρίτιδα,
ντρέπονται
που έγινε στο σώμα τους κακό σαράκι.
Οικογενειαρχούμενες και μη
δίχως τα εμφανή πολύπλοκα αίτια που οδηγούν
στην κατάθλιψη κάποιον- γυρίζουν
πάνω κάτω σε μια κάμαρα αυξάνοντας
κάτι φορές τα ντεσιμπέλ για να νομίσουν
ότι και κάποιος άλλος κατοικεί
την μοναξιά που κατοικούνε..

(Τα λόγια μου ανακρίνουν τα λόγια μου...)

Τα λόγια μου
ανακρίνουν τα λόγια μου-
ακουμπούν
στο τραπέζι τα χέρια τους
και με το απειλητικό τους ύφος
μ’ εκφοβίζουν
για μια ομολογία τρομερή.
Και τι να πω;
Είμαι δεν είμαι ενήμερος από το τίποτά μου…

(Εγώ που δεν ανήκω σε κανένα πόλεμο ..)

Εγώ που δεν ανήκω σε κανένα πόλεμο κι έχω πεινάσει
για λόγια- Εγώ
που κρατώ μες τον νου μου ένα άρωμα ανθρώπου- Εγώ
που είμαι όλοι, που θα πέθαινα
για μια ωραία ιδέα- Εγώ
από μια λέξη κρέμομαι φυλακισμένη στο στόμα σου:
μια λέξη φεγγάρι, που φωτίζει μια άγονη
της ψυχής μου αδυσώπητη νύχτα..

21 Αυγούστου 2009

(Σουλατσάρουν μέσα στην μέρα τα καταδιωκτικά.)

Σουλατσάρουν μέσα στην μέρα τα καταδιωκτικά
Άγχη του καλοκαιριού
Σφίγγουν οι ζέστες
Οι τόνοι εντυπωσιάζουνε
Στρώνονται στο ντιβάνι του γιατρού
Της ψυχανάλυσης οι άνθρωποι, μυρίζουν σήψη
Το κρανίο τους
Φωτίζεται και φωσφορίζει –
Σχεδόν εξωγήινοι
Απ’ τις τσέπες τους
Πετούν αποδημητικά πουλιά
Αισθήματα που δεν θα ξαναγίνουν
Ελάχιστα κατανοούν τον κόσμο,
Το απλό
Κόλπο να παίρνεις μιαν ανάσα και να είσαι
ζωντανός και πάλι
Αδαής ωστόσο
Στων φιλοσοφικών αναζητήσεων το τσουβάλι…

(Τα λόγια μου...)

Τα λόγια μου
ανακρίνουν τα λόγια μου-
ακουμπούν
στο τραπέζι τα χέρια τους
και με το απειλητικό τους ύφος
μ’ εκφοβίζουν
για μια ομολογία τρομερή.
Και τι να πω;
Είμαι δεν είμαι ενήμερος από το τίποτά μου…

(Μπήκα μέσα στον ήσυχο άνεμο ...)

Μπήκα μέσα στον ήσυχο άνεμο
από το μέρος που κανένας δεν ξέρει·

περπάτησα
κάτω από τους φίκους με τα πυκνά λάμποντα φύλλα
που φλυαρούν
βαρύτονα
μέσα στο κάθε απόγεμα.

Ο ήλιος
ξέρει την χλωροφύλλη τους
καλά.

Και πήρα αυτόν τον δρόμο σκέψης
που εναρμονίζεται
μ' αυτό το φως
του απογέματος
που θρυμματισμένο
περιχύνει τις πέρα κορφές
των βουνών
που γελάνε
σχεδόν απολιθωμένα.

Ήπια την σιωπή που τριγύρω μου απλώθηκε-
μέχρι την τελευταία γουλιά.

Είδα
τον χορό του μικρού σπουργιτιού
πάνω στις πλάκες
κρατώντας
ένα ψιχίο πολύτιμο αγαθό.

Είδα
το χνάρι της μοίρας
που γράφει
στις σελίδες του όρθρου
την ψυχή μου
σαν μία πεισμωμένη φωτιά
που θέλει ν’ αγκαλιάσει όλον τον ορίζοντα..

Άφησα ελεύθερη την ταπεινή μου καρδιά!

20 Αυγούστου 2009

(Ένας συναγωνισμός αθλητικών ανέμων ...)

Ένας συναγωνισμός αθλητικών ανέμων που σκαρφαλώνουν εύθυμοι
μέσα στο αλσύλλιο
που μυρίζει πεύκου ρετσίνι και απόγεμα.
Ένας επιφορτισμένος με καθήκοντα θεού, Ιούλιος!
Ένας ύμνος στο φως που απλουστεύει μέσα στο τοπίο
τη ροπή του θνητού.
Ένα γιαννιώτικο ασημένιο δισκάκι
που σέρβιρε τα αφεψήματά του έναν καιρό ένας αποκεφαλισμένος
τώρα πασάς.
Ένα ξιφίδιο που έκοψε πολλές γαστέρες.
Ένα καριοφίλι που βρόντηξε σ’ επαναστατικούς καιρούς.
Εγώ που είμαι ο φωτογράφος τους και θέλω
να έχουν και πάλι φωνή..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου