...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

30 Νοεμβρίου 2012

Αχ θυμηθείτε τον Κολοκοτρώνη σας




Σαν να πιάστηκε φεγγάρι στο αγκίστρι της νύχτας
κι εγώ που περπατούσα πάντα στα τυφλά
γυρεύοντας αυτούς που άδικα πάνε
ποιά είναι η λεβεντιά μου;

Α πατρίδα     πίκρανες τον αέρα σου   σε πολεμούν 
ρουφιάνοι
κι όλοι οι προδότες του ντουνιά. Έχω

Αμαρτήσει τοκίζοντας το μηδέν μου επί την γλαφυρή αθωότητα
έχω απεμπολήσει το λάθος μου βάρος-
με ψυχή λυτρωμένη πάω σαν ο λαός μου σε  δοκιμασία αντοχής
και ναι! με πείσμα θα νικήσω.

Αχ   θυμηθείτε τον Κολοκοτρώνη σας     ποιός άλλος
έχει φτερά στην καρδιά    μην λυγάτε
πεισμώστε να φανεί το ατσάλι σας
και ντουφεκίστε μες την ιστορία να νιώσουν
νικάτε!



29 Νοεμβρίου 2012

Όλο και γίνονται πιο μυστικά τα μυστικά μας




Μια χλωρή ιδέα, ίσως ανεξιχνίαστος παράδεισος
Και είμαι εκεί που η μοναξιά υπερεπληρούται
Από νόημα έντασης. Κοιτώ
Μέσα μου.
Το σπίτι ναυάγιο
Καλή είναι η τάξη των πραγμάτων αλλά χωρίς τον άνθρωπο το σύμπαν χωλαίνει.
Δέκα μερόνυχτα στην ερημιά
Πουθενά δεν βγήκα σε ξέφωτο.
Αλλάζω ύφος της γραφής, όλα αλλιώς τα σκέφτομαι. Οι ιδέες
Εξέχουν από το κεφάλι μου. Σοσιαλιστικός μπερδεμός
Και δημοκρατικές μανούβρες
Και το πολίτευμα δεν φτάνει πουθενά
Που υποφερτό και ευέλπιδο να ‘ναι.
Από σελίδες εφηβείας έρχονται τα λόγια.
Βοούν σαν το μελίσσι μέσα στην κυψέλη του.
Δουλεύουνε επιγραμματικά οι βουλές μου-
Σαν για ν’ αποφασίσουνε την κάθαρση.
Κάπου εκεί μια νύχτα σε κρατώ
Μακριά και έξω απ’ τις αντινομίες της ζωής και έτσι σε θέλω
Που ενώνονται σε σχήμα ιερό οι σάρκες
Κι επαναφέρουν τους  νεόπλαστους στην αγιότητα.
Όλο και γίνονται πιο μυστικά τα μυστικά μας
Ζούμε σαν μυημένοι στο γαλάζιο φως
Κι η σκέπη μας ανοίγει πόρτα στον βαθύ ορίζοντα..



Βρέχει σαν μια ειμαρμένη επίγεια.



Βρέχει σαν μια ειμαρμένη επίγεια.
Ξιφίδια της σταγόνας που τρυπούνε την γαστέρα την αβρή της γης.
Αυτοκτονούν.
Μια λάμψη όπως σκάζουνε κι ύστερα τίποτα.
Όλα τα πίνει ήσυχο το χώμα.
Από τα σύννεφα ξεχώρισε μια κραταιά μονότονη γιρλάντα του φωτός που αρρώστησε πέντε η ώρα το απόγεμα.
Γείραν μες το μυαλό οι αναμνήσεις.
Γράφω γιατί δεν έζησα για τίποτα υλικό.
Γράφω γιατί η Πολιτεία μου δεν εδραιώθηκε ακόμη.


Διαβάζω ένα άστρο





Διαβάζω ένα άστρο     έχει μπει για καλά ο Νοέμβριος
φυσάει κρυερός αέρας     ποιός το περίμενε
να πικράνει τόσο η αφιλότιμη ζωή;

Η οξεία κάνει τραμπάλα πάνω στις λέξεις
η τελεία θέλει στο πλάι της
κι άλλη συντρόφισσα
σαν τίποτα να μην τελειώνει αλήθεια
κι αυτό από μόνο του υπονοείται.

Διασταυρώνονται οι ιδέες κι όλες ανθρώπινα φθείρονται
μανία πιάνει το στρεβλό σε όλα να νικήσει
καιροδηλώνει το μαρτύριο του ουρανού την αύριο αιθρία.

Ξύνω το άσπλαχνο μολύβι μου, γράφω·
άνω τελεία που αρμόζει σε καθένα πόνο·
οι φίλοι μου ζουν φτωχικά πικραμένοι·
αν είναι να μιλήσω κάτι, ας είναι ουρλιαχτό.

Ελπίζω όμως πάντα σε μια άνθιση επαναστατική:
σαν να γεννιέται η φωνή μες από την σιωπή την άμετρη·
και όταν πάω να κοιμηθώ
χορεύουνε στον νου μου γράμματα
από ‘να λεξιλόγιο που με εμβρίθεια υπερβάλει..

28 Νοεμβρίου 2012

Ακόμα και οι λέξεις που αγαπώ φαντάζουν πια ακριβοδίκαιες


Η εξουσία μου είναι μια περιδίνηση μες το κεφάλι αυτού που σκέφτεται
Δεν θέλει τέτοια σίγουρα η εποχή
Αν αφήσω έναν ταπεινό λόγο να σπαρθεί μες το χωράφι των επιφωνημάτων
Η σκορπίνα ιστορία θα με κεντήσει αδρά
Αλλά εγώ εκεί και πείσμονας θα επιμένω

Ήρθα έφυγα επανήλθα συντάχθηκα με τα δύσκολα
Ακόμα και οι λέξεις που αγαπώ φαντάζουν πια ακριβοδίκαιες γιατί με επιμέλεια τις επέλεξα
Ποιος ξέρει η ποίηση πού τον οδηγεί- μπορεί σ’ ένα λάθος
Επιφανειακό και αποκάτω του
Βρίθουν κουβέντες υπερβολικά ανθρώπινες
Από εκείνες που κανείς τυχαίνει μ’ έναν φίλο
Και είναι ζόρικη για να ‘ναι η ζωή

Μπορεί να χαθώ σε νοήματα που με ξεπερνούν, μπορεί να πεθάνω
Αλλά με ειλικρίνεια τα πάντα πλησίασα
Μαστόρεψα το χάος
Τιθάσεψα την ψυχή

Και τώρα ζω το μέγα έλεος της νύχτας που ο απολογισμός της φέρει έναν  ύπνο γαλήνιο..


27 Νοεμβρίου 2012

Θα με θυμηθείτε μια μέρα




Ορατών τε και αοράτων η συντέλεια
προφανώς τε όπως την καταγράφουν
οι αισθήσεις μου
ασφυκτικά  σενάρια ασθμαίνοντας που ανεβαίνω
κλίμακα αυτογνωσίας κι είναι δύσκολος κάθε προσωπικός παράδεισος

Θα με θυμηθείτε μια μέρα
όταν θα έχουν τελειώσει οι εγωιστικές αντωνυμίες σας-
θα πείτε "Πού είναι αυτός
που έτρεxε λιβάδια ορεινά να μας γνωρίσει
με την ανεμώνα
την ιδεατή-
Θα με θυμηθείτε μια μέρα

Όταν λείψουν οι προτροπές μου και τα πολλά που συλλάβισα
όταν η αισχύνη δεν θα έχει πλέον το φρένο
της- θα με θυμηθείτε

Όταν θα λείπω κι εγώ
φτωχός των φτωχώνε
κι αόριστος των αορίστων
μα πάντα αριστοκράτης στην ανάμνηση
και πάντα με, στο πέτο μου, ένα λουλούδι
φιλοσοφικό κι απέριττα άλικο.


ΚΑΤΟΡΘΩΜΕΝΟ




          

Εκεί που το μνημονικό μυρίζει πίκρα
Άνοιξα πύλες ευφροσύνης μες τον άνεμο
Γύμνασα λόγους μου αντάρτες
Χτυπώ μ’ αισθήματα Ιουλίου τις σιωπές
Κι ανοίγουν στίχων σπίτια με φιλόξενες αυλές
Μ’ ένα γεράνι ώρας με δροσιά
Νερού απ’ τις πλυμένες πλάκες της αυλής
Δυόσμος και μαντζουράνα
Λέσβου ανάγνωσμα
Και γονικά της Γέρας
Κάμποι ιερής ελιάς που ο ήλιος τρέχει
Φτιάχνοντας έναν κότινο ανεκτίμητο
Κι έρχομαι με έναν πόθο ανεξιχνίαστο
Στα πρωινά λαγκάδια των εκπλήξεων
Ιερουργώντας με ελληνικά γαρύφαλλα
Σμίγοντας τις μεσημεριάτικες ξανθάδες
Ψίθυροι ώρας, έκρηξη καρδιάς
Κοσμήματα του θαρραλέου ανέμου
Η θάλασσα γαλήνια ψαλμωδεί
Και έχει μιαν υπόσχεση της θαλερής επιθυμίας…
  

                                                 24.7.2007

Ο άνθρωπος που είμαι πλέον τρομάζω



Μόνος και εναντίον της νύχτας
Μόνος και να μου σώνεται η φωνή
Παίζω την τύχη μου στα ζάρια
Των άστρων και προσδοκώ ένα φιλεύσπλαχνο ουρανό

Οι μέρες με κούρασαν- μαζεύω
Τα κομμάτια μου, πονούν τα κόκαλά μου
πολλές σκαρφάλωσα δύσκολες σκαλωσιές
Ο άνθρωπος που είμαι πλέον τρομάζω

Πώς έγιναν τα καθεστώτα γύρω μου μία αρπάγη
Που απομυζά την ζωή κι όλος ο πόνος
Απ’ την αρχή και πάλι επιστρέφεται
Στον που δεν έμαθε ψέματα λόγια να λέει..

26 Νοεμβρίου 2012

Αδιαφάνεια προσανατολισμών..





Βρες τον μαγνήτη που κάνει
τα μάτια σου
Λίμνες ονομαστές. Βρες
Το πρωραίο αστέρι που σου χάρισε
αυτήν την λάμψη
στα μαλλιά.
Ο κόσμος αναστατώνεται σαν πρόοδος
Αριθμητική που δεν λύνεται
και λίγο λίγο πεθαίνει.
Δεν γερνούν οι επιθυμίες σου, ο έρωτας είναι
Αγκυροβολημένος
στην καρδιά σου.
Πουτανάκι τρελό που το χαρήκαν
οι αθίγγανοι
σαν μέθυσαν
απ’ το κρασί και το φεγγάρι.
Μες την νύχτα που δεν νικιέται
Απ’ την θνητότητα που εναντίον της βάλλει
Χόρεψε
Κάτω απ’ το τσαντίρι του ουρανού
Μάγισσα χωρίς μια έγνοια
Για πού αλήθεια πηγαίνουμε- αφανίσου
Στην σκόνη της γης
Και γίνε αληθινό τραγούδι
πάνω
απ’ το νερό της λίμνης.


Ω ποίηση μυητική στο φως που θέλουν οι νεράιδες!




Πώς θα βρω φωνή για να πω το λουλούδι
που καρφώθηκε σφήνα στον βράχο;
Το παλέψανε οι άνεμοι μα εκείνο
Άντεξε και πυρπόλησε με το μπαρούτι του την ερημιά.
Πέρασα ηλικία της νιότης      και πιο νέος παρέμεινα-
Ζω με του πάθους καρδιά.
Το γιασεμί που αγαπώ
βαραίνει την κυκλοθυμία του αέρα.
Πλάστηκα για να είμαι των κυμάτων δημιουργός.
Ω ποίηση μυητική στο φως που θέλουν οι νεράιδες!
Κάθε σου λέξη επανάσταση
Μαζική. Μαθαίνω.
Απ’ όλες τις αμφιβολίες μου μαθαίνω.


Χορεύτρια..







Ψηφίο αχνό, σαν φεγγαριού μιλιά
Ανάμεσα στις πέτρες και τα ελαιόδεντρα
Κινείται προς το μέρος της νύχτας.
Φυτοφάγες πινελιές τσούζουν πάνω στις καλλιέργειες
Των ανέμων.
Η γη δονείται από πάθος
Το νερό τρέμει σύγκορμο
Πέφτοντας μες την χούφτα του ονειροπόλου.
Απόλυτα ο ουρανός βοά.
Άλογα χλιμιντρίζοντας δένουν μακριά τον πόνο.
Γυμνή χορεύτρια πάνω στην άμμο του γιαλού
Κυκλοποδίζει βήματα κι εξάψεις.
Τα μάτια της σπιθίζουν ως το άπειρο.
Ο πορφυρός χιτώνας της γελά-
Ώσπου η πόρπη του τινάζεται μες τον ορίζοντα.
Κοίτα να δεις που τρέφονταν με άστρα!

ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ




Α’

Ντέφι θρυμματισμένο του ήλιου
πως να χορέψει ο κόσμος με αυτόν
τον κομματιασμένο ρυθμό σου;
Ηχείς παράταιρα
πάνω απ’ τις επάλξεις των χελιδονιών
που υπερασπίζονται ένα τσαρδί από κρύσταλλο.
                                                            
                                                     7.7.2007




Β’

Ζόφε ιερέ που με έχεις
μανιασμένο αεράκι της ψυχής
η θέληση έρχεται νικηφόρα
μες την ζωή     επάνω στην ζωή!
Μου υπακούνε όλα:       κι ο βυθός
που κατέβηκα σαν ένας άλλος
ουρανός να εξαγνιστώ-
και το άλλο μέρος της ζωής μου
που άναψε ξαφνικά όταν τέλειωσαν όλα-
μάντεψε το αύριο
μετά από την πίκρα που αφήνανε οι μέρες
στις αυλές με τους βασιλικούς και τις μαυροφορεμένες 
γερόντισσες, στις πλάκες πάνω
ακούγεται το τόπι του μικρού παιδιού.
Κάποιος νικάει τον θάνατο….
κάποιος το ξέρει ότι η ζωή θα συνεχίζεται-
όπως άπαρτο κάστρο….


Γ’

Μέρες ξανθές οπώρες
Διανοίγοντας ένα Ιούλιο πέρασμα
Ιούνιος Ιούλιος Αύγουστος
Ξαναγραμμένες ομορφιά και ανέμους
Βότσαλα παραλίας ερημικής
Που ασκήτεψαν οι επιθυμίες μας
Νερά πρασινωπά μνήμες
Από την παιδική σου ηλικία
Στην Λέσβο ανάβοντας τα φώτα εξοχής
Ατσάλινες κλωστές της ζέστας
Που ράβουνε το ύφασμα λάβρων μεσημεριών
Χοροί χελιδονιών στα χαμηλά
Μάτια έκπληκτα ανάσες
Λαχανιασμένες πόδια
Κουρασμένα απ’ το τρεχαλητό επάνω στην χαλικωσιά
Κάτω απ’ τις καρυδιές ο ίσκιος παίζει
Με μια δροσιά νερών από μπαρούτι.
Στο περιβόλι με τσαχπίνικα
Ζαρζαβατικά της θεία Σταυρίτσας  έγνοια
Ντομάτες κόκκινες σαν υποψίες
Καρπούζια ριγωτά σαν πιο παράξενα άλογα
Και μελιτζάνες-
Φαλλοί ταλαιπωρημένοι.

Ξυλόγλυπτες κονσόλες με καθρέπτη πάνω τους
Φωτογραφίες προγόνων με μουστάκι
Παππούς, προπάππους, τα ασημικά
Που μαραγκιάζουνε στην θλίψη του μετάλλου.

Εκεί οι φίλοι οι παιδικοί σαν τα λιμάνια
Που τα καράβια αγαπούνε να 'ρχονται
Αλητείες στην ηλικία των δώδεκα
Κι όμως αγιότητα όλα
Και τα τετράδια σου με τα ποιήματα
Που τα 'σκισες για ν’ ασκητέψεις
Κι οι θυμωμένες μέρες σου όλα
Να σε διαμορφώνουν σαν παλίμψηστο
Μεριές μεριές να γράφεσαι την μοναξιά
Κι όλες οι ύστερα σιωπές να σου την αναιρούνε….

Κι ο φούρνος στην παλιά αυλή με μια οσμή
Από βωμού θυσία και τσίκνα
Κι οι λιγοστές ελιές όπου τα τσοπανόσκυλα
Προσέχουνε το αμέριμνο κοπάδι.
Όπως οι Παναγιές τις νοιώθεις σαν γειτόνισσες
Και βλέπεις τες ν’ ανεβοκατεβαίνουνε τα καλντερίμια
Τοπία ψυχής παιδιού τα καλοκαίρια ύστερα από το σχολείο
Πρωτόγνωρες χαρές και ζωγραφιές
Του ματιού που μαθαίνει χρώματα.

Και οι κοπέλες ρόδινες σαν αινιγματικά ελάφια
Με χυμό σαν αναμμένα φρούτα, απαλές
Λαβωματιές σκιρτήματα
Πρώτα κι αξεδιάλυτα
Σκοτάδια
Με φουστάνια
Παρδαλής μαγείας
Που κρύβουν από κάτω ένα θαυμαστικό
Με χείλια
Που σου ανάψανε φωτιές που δεν θα σβήσουν….

                                                              
                                                      8.7.2007

25 Νοεμβρίου 2012

Στα χέρια μου είσαι αφρός





Τα χέρια μου αγγίζουν απαλά την τρυφερή κοιλιά σου.
Το στήθος σου από πόθο χαράζει και φλέγεται.
Η νύχτα σ’ αγκαλιάζει σαν ένα δέντρο που νύσταξε στην επαρχία της επιθυμίας.
Ο δρόμος είναι το φιλί, ο τρόπος είναι ο έρωτας.
Χάνομαι εντός σου βότσαλο στον φλοίσβο που με την χαρά του παίζει.
Κι όπως ανάμεσα στα παλεμένα σεντόνια σε έχω
Στα χέρια μου είσαι αφρός και σάρκα αιθέρια και άρτος
Που μοσχοβολά τριανταφυλλένια ανάσα και πάθος..

Θα κρυφτώ κάτω από το δύσκολο όνομα της αστραπής







Θα κρυφτώ κάτω από το δύσκολο όνομα της αστραπής και θα φύγω
Προς την ανάμνηση.
Συμφώνησαν οι μέρες μου- μ’ ένα πείσμα υφίστανται
Και κρίσιμες γαλουχούν μωρά πολύτιμα ρόδα.
Εύρος των συγκινήσεων ύπνος
Δύσκολος   
πίσω απ’ το συνειδητό μου
Κορυφώνει σαν για να μείνει αιώνιο το δράμα.
Τα λόγια πια δεν έχουν όνομα κι υποχωρούν
Για να συμβιβαστούν με το χάος.
Αυτό που εξιχνιάζω κι όμως μένει ανεξιχνίαστο
Με διώκει- φανατικά με διώκει.
Θα κόψω όλους τους δεσμούς με του σκότους την φυλακή και θα πετύχω
Ματιά αισιοδοξίας που ελληνικά με τον Θεό επανασυσκέπτεται..


Νέα Ιωνία, προσφυγική συνοικία μου..





Από το μέρος των κοπαδιών που χάθηκαν μέσα στα μαύρα σύννεφα
Ο Θεός ανοίγει το βορινό παράθυρό του
Και κοιτάζει ένα γύρω βαριεστημένα.
Ούτε το μεσημέρι έχει όνομα ούτε και η σιωπή
Που την καταμαρτυρώ ειλικρινά μες το ποίημα.
Δένονται κόμποι στην καρδιά μου
Οι πίκρες που έχω.
Και στο δωμάτιο εκεί
Με το αναμμένο πορτατίφ και τα πολλά βιβλία
Μια μουσική ακούγεται πιο σιγανή
Κι απ’ την ανάσα ενός που αποκοιμήθηκε απελπισμένος, κουρασμένος.
Νέα Ιωνία, προσφυγική συνοικία μου.. Κοιτώ δύο περιστέρια
Που ερωτεύονται πάνω στα κεραμίδια του σπιτιού.
Ο θάνατος δεν θα με καταβάλει αν φορέσω
λεοντή αισθημάτων,
Αν πω τα λόγια μου καταντικρύ στην θάλασσα, αν αφήσω
Να απολυμάνει το φως
Το φτωχικό τσαρδί μου
που χωράει απόψε χίλια όνειρα.





Ψηλαφώ τα δροσερά φύλλα της καρυδιάς




Ψηλαφώ τα δροσερά φύλλα της καρυδιάς
Μετά την βροχή     όλη η πλάση γελάει
Κάτι δεκοχτούρες κάθονται στια γυμνά κλαδιά της μουριάς
Και σκέφτονται τον ουρανό.
Η μάνα μου με έχασε πριν γίνω όπως θέλει ο κόσμος
Η μάνα μου απόμεινε μ’ ένα παράπονο πικρό
Η μάνα μου δεν υποψιάστηκε την φυλακή που έχτισα.
Ο χρόνος προχωράει γύρω μου σαν πεινασμένο λιοντάρι
Ένα σκαθάρι μάλωσε με την αυγή και με την κόψη κάθε λουλουδιού
Το ρείθρο τραγουδά το ρείθρο κατορθώνει μια κελαρυστή απόφαση.
Στην καρδιά της πρωτεύουσας οι συνοικίες βογκάνε
Αλλοδαποί συνωστίζονται να ασφαλίσουν τον φόβο τους
Έννομη τάξη των κρατούντων, δύσκολο ψωμί
Κάτω από τον μεροκαματιάρικο καημό μας.
Κατηφορίζω ανηφορίζω- ένα και το αυτό.
Η μοναξιά που θέσπισα με σώνει
Από τις πολλές βαρύτονές μου αυταπάτες.



Έχω ακουμπήσει το άστρο πάνω στο πεζούλι του ουρανού




Έχω ακουμπήσει το άστρο πάνω
στο πεζούλι του ουρανού και εδώ
Κάτω, στους λασπωμένους δρόμους που τρομοκρατούν τα αυτοκίνητα
Δίπλα είναι οι φυτείες με τις καλαμποκιές-

Γεννισέα, παρά την Ξάνθη, συμφωνικό χωριουδάκι.
Όλο το βράδυ διάβαζα της σελήνης τον ήχο.
Και τώρα που ξημέρωσε τραβώ κατά τα Άβδηρα που ήθελε να μου μιλήσει η θάλασσα τον έρωτά της.

Πουλιά μιλιούνια κατεβαίνουν χαμηλά σε έναν σχηματισμό επιθετικής αναστάτωσης.

Ήσυχος ξύπνησε ο κάμπος και δεν θέλει την σιωπή.
Με τον σουγιά κόβω στην μέση την μελαγχολία.
Και τα παιδιά
Που παίζουνε με τα ποδήλατά τους
σαν απ’ το καθαρό τους ένστικτο
Ακούν προσεκτικά την μουσική
του ήλιου.

24 Νοεμβρίου 2012

Ο κόσμος μου έχει αγρύπνια και σύννεφο




Η σιωπή μεταφέρει αιματηρές θρυαλλίδες
Πάνω από τα ιμάτια των δέντρων.
Ένας τέτοιος σαματάς κι η νύχτα
Φιλοξενεί βατράχια
Που κοάζουν μεθοδικά
Κάτω από το ωραίο φεγγάρι.
Ο κόσμος μου έχει αγρύπνια και σύννεφο
Και ταξίδι μες την κοιλιά του σκοταδιού.
Όπως μια νύχτα στο Oryahovo
Το ποταμόπλοιο σφύριξε λίγο
Πριν δέσει κι οι νταλίκες πάνω του
γίνουνε κοντινές φιλενάδες.
Ιδρώσαμε μες τις καμπίνες φορτηγών. Πολλά χιλιόμετρα
Και όλοι άγνωστοι οι δρόμοι.
Ως την μακρινή Ουγγαρία οι ώρες είναι πολλές.
Δεν αντέχει ο άνθρωπος. Για ένα μεροκάματο θανάτου
Πήγα πολύ κοντά στην απώλεια
Και βάφτισα την ψυχή μου σε κάθε ανησυχία
Όσο να φτάσω πίσω στο γενέθλιο χώμα μου.
Η ποίηση σε όλα με κράτησε- πάντα αυτή με κρατάει
Και ντύθηκα χαράς φως και άγγιξα
Το πέπλο της κρυφής μου μύησης 
στον ήλιο.



Ό,τι είμαι είναι από πηλό



Μια ομίχλη της σκέψης και οι ώρες ποτέ ίδια δεν έρχονται
ζαβλακωμένες γύρω εκεί στις έντεκα το πρωινό
που η υγρασία είναι μια νομοθέτης αδέκαστη
που βάφει με απόχρωση του τσουχτερού
την επιδερμίδα της παλαίμαχης μέρας.

Καταλαβαίνω ελάχιστα: αδαής
από την σύγκρουση μιας συγκυρίας με μιαν άλλη.

Ό,τι είμαι είναι από πηλό που δεν έχει ξεχάσει
την πρωτόγονη στεντόρεια φωνή του.

Και
αναχωρητής από άποψη, τώρα θυμίζω
έναν ούτως ή άλλως ρημαγμένο ναυαγό
που θλίβεται που μακριά του πέρα ο κόσμος
είναι ένα βαρύ πληγιασμένο άσχημα σώμα
που σήψη μυρίζει...

                                                            13.2.2010


Ο άνθρωπος που είμαι είναι μια σκέψη που δεν ευοδώθηκε να έχει αντίκρισμα.





Πουθενά δεν θα βρω το δίκιο μου.
Η στιγμή υπερασπίζεται το θάρρος της ανεμώνας
Και ο βράχος γίνεται ανθοδοχείο απρόσμενο.
Απαλό αεράκι χαϊδεύει την χλόη.
Είμαι εντεταλμένος πίσω να κοιτώ
Όπου η ιστορία ανασυνθέτει σφάλματα και τις ντροπές της. 
Τελετές λιτές κάτω από το αινιγματικό φεγγάρι.
Τα παιδιά πηδούν τις φωτιές και οι χορευτές με τα προσωπεία 
γελούν και συννεφιάζει ο ουρανός.
Ανοίγει μια πόρτα της φωτιάς απ’ όπου πρόβαλε ο παντοδύναμος πόνος.
Ο άνθρωπος που είμαι είναι μια σκέψη που δεν ευοδώθηκε να έχει αντίκρισμα.
Ρέπουν όλα προς το κατώι των στίχων
Όπου παλαιώνονται σαν το καλό κρασί.
Ευτυχισμένη η χρονιά εφέτος.
Και οι λέξεις ξεκλειδώνουν τα κελάρια των ουρανών..

ΝΥΧΤΕΣ ΠΟΛΛΕΣ..



Νύχτες πολλές και αγωνίες ασίγαστες..
Γελούσε η κοπέλα· τα μαλλιά της
λυτά ανεμόδοξα..

Με πρόσωπο που χλώμιανε απ’ την αγρύπνια
σε ποιά μνήμη προγονική βυθώντας
σε είδαμε να μας χαμογελάς, ώ Ήρα! ώ Αθηνά!

Οι μύστες ακολούθησαν μεγάλους όρκους
στον βράχο ιερό της Ελευσίνας·
τι μυστική πομπή από παρθένες κόρες
άνθη και μυρωδιές ευαγγελίας!

Τρίξαν οι σπόνδυλοι απ’ τις κολώνες·
ποιός να αντέξει τόσο βάρος
στους αιώνες;
Πόση τραγωδία
γύρω μας και παντού!

Βρές μου τον τρόπο
ν’ αποκρυπτογραφήσω τον καιρό που περνά…

Η γη η χλοοφόρος και δυνητική
κομίζει γονιμότητες της Δήμητρας·
τρέχει
το γρήγορο ελάφι της θεάς·
χάνομαι μέσα στον βασανισμένο
συλλογισμό μου.

Ποιός τεντώνει την χορδή του τόξου;

Τοξεύει μέσα στην καρδιά μου
ευαισθησίες γαλανού φωτός!

Ελευσίνα 1980 

Σε βάθος ονείρου..





Σε βάθος ονείρου..
Είδα τα νυσταγμένα φυτά, τις γυναίκες
που γέρασαν
Και μια ρυτίδα που έτρεχε στα πρόσωπά τους.
Τις άλλες μέρες δεν σταμάταγε η βροχή.
Έκοβα τις σανίδες μιας βιτρίνας
με το πριόνι
Κι όλα, το ήξερα, την εποχή ετούτη, 
ήταν εμπόρευμα.
Αν νύχτωνε, η φωνή του φεγγαριού ξεμύτιζε 
από τα σύννεφα και η πόλη
Αποκτούσε άλλο ενδιαφέρον.
Κάτι αδέσποτα σκυλιά γαύγιζαν τους περαστικούς 
που αδιαφόρετα γυρνούσαν.
Μαύριζαν όλα για να φανεί κάπου ανάμεσα
Ένα παρήγορο αναποφάσιστο άστρο..


Αυτό είναι το δικό μου όνειρο λοιπόν




Αυτό είναι δικό μου όνειρο λοιπόν και στο δικό μου 
σκηνικό κάνω ό,τι θέλω εγώ.
Πουθενά δεν δίνω 
λογαριασμό. Νομίζω 
ξεμπερδέψαμε με τις ζέστες.
Αυτό που έρχεται τώρα είναι ο καιρός των βροχών
Και μια θλιμμένη ιστορία της ψυχής.
Σκυθρωπάζουν οι δρόμοι και μια υγρασία 
αποδεκατίζει την τρυφερή χάρη των φυλλωμάτων.
Ακολουθώ πορείες της απουσίας.
Ανακόλουθα γαλάζιος.
Αθώος τωόντι.
Πίνοντας απ’ το δυνατό κρασί του ορίζοντα.





23 Νοεμβρίου 2012

Θα περιπλανιέμαι πάντα αναζητώντας την ποιητική μου πατρίδα.



Ο βαθμός που συνειδητοποιώ τα πράγματα μέσα από το πρίσμα της ποίησης, έχει να κάνει με το πόσο ανοικτός είμαι στις επιρροές των στοιχείων που συνθέτουν ή γεννούν μια λέξη.
Θέλω να πω, ότι αυτή η αναζήτηση που πολλές φορές είναι το ίδιο το κορυφούμενο δράμα, μπορεί να πάρει πολύν καιρό και να αφήσει κατάλοιπο μέσα σου αυτό το κάτι του ανεκπλήρωτου που κάπως αλλιώς βολεύθηκε αλλά δεν αγγίχτηκε ποτέ η τελειότητα σαν σώμα και σαν κατακλείδα.
Καίει το φως απ’ όπου και να το κοιτάξεις.
Δεν το αντέχει ο αμφιβληστροειδής.
Η Αλήθεια η ίδια καίει.
Κάτι φορές αισθάνεσαι στο ποίημα σαν στο σπίτι σου και κάτι άλλες όχι.
Είναι αυτή η πορεία προς ένα πουθενά που σε κάνει ένα είδος πρόσφυγα μες την επικράτεια του λεξιλογίου.
Έζησα πάντα οπαδός μιας αντίρρησης.
Ίσως γιατί ήξερα, διαισθανόμουν, ότι αυτός που αντιδρά είναι ο πιο υγιής.
Έτσι με λύπη μου καταλαβαίνω ότι απ’ το 100% της ποιητικής παραγωγής εκείνα που θα μείνουν τελικά δεν θα είναι άλλο από ένα 10% ίσως- μπορεί και λιγότερα.
Γιατί ο στόχος ποτέ όπως του άξιζε δεν επετεύχθη.
Θα περιπλανιέμαι πάντα αναζητώντας την ποιητική μου πατρίδα.


Ο ΧΡΟΝΟΣ.




                                          

                           Γράφεται και ακυρώνεται ο χρόνος
                   με μια εγγύηση που και το φως θα σεβαστεί.
                                                  Μετά,
                    μες τις πυκνότητες που κομίζουν οι νύχτες,
                                                ράθυμα
                                   αντικρίζω  τα μάτια του,       
                                                λαμπερά
                         όπως του τρομαγμένου αιλουροειδούς-
                                   φοβισμένα σε φοβίζουν..

          Και σαν από το λειασμένο βότσαλο που φτάνει πάντα
                                   ο ήχος της θάλασσας
                         αρχέγονος, αιώνιος, αινιγματικός-
                         ήχος που κάνει το νερό που πρώτο
                                συλλάβισε ζωή και όμως
                       υδρίες του θανάτου πάντοτε θα γέμει..

              Τον βρήκα και τον έχασα, ήτανε κρουνός-
                         τελετουργία από παλαιών
                  θρησκειών ιερωμένους. Πάει πρίμα·
                      μπαλαρίνα των άυλων ανέμων
   που σκουντά και εξωθεί τις εξάψεις μέσα σε λαύρα σιωπή..

           Εγώ έχω μόνο εμένα·       μέσα μου αναδιπλώνομαι·
                           περιέχω εμαυτόν και θλίψη·
  καθώς μια κουρασμένη πόλη θορυβεί γύρω απ’ το σπίτι μου
             και με βουρκώνει μες τις σημαντικά υπεύθυνες
                                     αυταπάτες της..

               Είμαι ο τελευταίος πια που δέχεται ανακωχή          
                                     με κάθε πίκρα·
         χωνεύω μέσα μου το δυνατό φαρμάκι τους· διυλίζω
                     το σώμα του καημού που ξαναενώνεται
                                 σε χίλια δύο σπαθιά-
                                   με κατασφάζουν…
                         
                 Και ψιχαλίζει συμπάθειες των λουλουδιών
                   μέσα στην νύχτα, μέσα στην ψυχή μου!
                                                                                                     

                                                                             13.5.2008


ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ.



Τώρα πια δεν ψάχνω άλλο μες την νύχτα·
    οι νυχτερίδες ήπιανε όλο το αίμα των ονείρων μου.
        Βαφτίζω με το φεγγαρίσιο
           νερό το πιο μικρό πουλί
              που ακόμα
                 μου παραστέκεται
                     να φτιάχνω περιδέραια με λέξεις και άστρα!

Αυτό είν’ ένα ευαγγέλιο που δεν θα το διαβάσει ο καθένας

Ευαγγέλιο της καρδιάς και έτσι που ξεχάσαμε να αγαπάμε
     μόνο το κορμί βασιλεύει, μόνο ακούγεται
         η ίδια μουσική της μιας ημέρας που μετά
            θα αγνοήσουν όλοι οι αιώνες.

Τώρα να τα λυπηθείτε όλα:        και τους χρόνους
που θα ξοδέψουμε να κοιταχτούμε
καχύποπτοι για μία αθωότητα που δεν αποδεικνύεται..     
Και την μέρα
που θα φύγει με ήχο σκαιό, να πέσει
μες την βαριά νύχτα του δύσκολου Έσπερου!

Μου περίσσεψαν τα σύμβολα και μ’ αυτά πάλι έρχομαι και πάλι κάνω
θεούς ειδωλολατρικούς.  

Όπως ποτέ μου να μην έβαλα μυαλό, να μην
   απαρνήθηκα εκείνο που από θυσία
      στον ήλιο μέσα είναι ανάγνωση ευσέβειας
         επάνω στον αρχαίο  βωμό.

            Σιτίζομαι με λίθους, τρώω
               του αυγού το τσόφλι-            
                  Όπως ο παλιός μου καπετάνιος
                     που ασκητική  με γέμισε.

Αυτό δεν είναι η πνοή του ήλιου, είναι η σιωπή
των θυμάτων
που ομονοούν να πάνε αγνότερα μες την θυσία-
Σαν εθελούσια να του παραδίδεις σάρκα
κάθε θεού!

Και η νοητή αλήθεια που περιέχει ψυχές, όλο ψυχές και ένα αεράκι
που βασανίζει την απόφαση…
Τινάζει τώρα της φθοράς ετούτο το πασπάλισμα της τύρφης
που σου δηλώνει την οξείδωση κοντά!

       Δεν ξέρω αν δικαιούμαι τόση αποκάλυψη! Βλέπω
          νοήματα κρυφά, ουσίες
             της ψυχής που αποκρυπτογραφεί του βίου
                 της μουσικής την ξαφνική κορώνα.

                  Σε έκπληξη γυρίζουν όλα, σε γνώση
               προσευχής. Χάνεσαι
            μέσα στον λαβύρινθο της σιωπής σου-
          Αέρινος κι υποταγμένος πρίγκιπας. Φυλάς
        του Άδη τα παλιά λημέρια·
    μαθαίνεις  απ’ τον θάνατο.

               Τι μου στοιχίζει σε ανάσα αυτό το να υπάρχω
                         με όνειρα ανεκπλήρωτα; Δίνω
              καρδιά να επιβιώνω μέσα στις αγρύπνιες μου…
                    Περπατώ μέσα τους και ξέρω ότι είναι
                         ρυθμός της αγωνίας δύσκολος.

Εκεί όπου τελούνται οι μεγάλες σιωπές
    είναι ο πραγματικός Οίκος της νύχτας
        που σαλεύει με τα πολυάριθμα άστρα του, χωρίς
            ήχο  ευλαβικού προσκυνητή        
                που ψάχνεται συνέχεια
                    για τα μέσα του βάθη!

                 Όμως τα σπίτια είναι εδώ και συλλαβίζουν
             περισσότερο τον άνεμο απ’ το φεγγάρι.
          Πολλά σπίτια, πολλοί άνθρωποι, με καθρέφτες
        που δεν μας γνωρίζουν που και πάλι μιλάμε
     ακαταλαβίστικα μέσα στην μοναξιά!

                                                                            13.5.2008

22 Νοεμβρίου 2012

νόστιμον ήμαρ




Το πουλί με το ράμφος του σπάει μια σταγόνα βροχής-
Το διαμάντι της κρέμεται πάνω στο μυτερό χειλάκι του και πέφτει 
ύστερα μέσα στο κοχλιάριο της γης.
Νομίσματα κι ας μην εξαργυρώνεται που έχει η αγάπη!
Δωρική λιτότητα των σπιτιών-
Απέξω το φως ακονίζει την πέτρα τους-
Όλα έχουν κόστος ενός φιλιού και μιας ελπίδας-
Αχνίζει το νερό, εξαχνώνεται-
Οι κοινωνίες των πουλιών παθιάζονται να πουν για μία αποδημία 
που επιβεβαίωσε το νόστιμον ήμαρ που ζω.



Αλλάζει ο καιρός κι οι διαθέσεις.






Στην παλιά αυλή ανάμεσα
Από τα γεράνια και τα νυσταγμένα σκουλαρίκια
Το φεγγάρι αφήνει το δαψιλό φως του
Να φάει τζίτζιφα από τον χαμένο παράδεισο.

Ψηλά ψηλότερα απ’ όσο θέλει η αγάπη

η φλογέρα του αέρα στέλνει το ιλαρό τραγούδι της
Να σχίσει τα σύννεφα.

Αψάδα μιας βροχής που έρχεται.

Αλλάζει ο καιρός κι οι διαθέσεις.

Στο κρύο δωμάτιο διαβάζει κάποιος τα βιβλία που κρατούν στιχάκια
Σαν σκαλοπάτια κλίμακας παρακμασμένης
Όπου βαρεί τον νταγερέ της η αιώνια Ομορφιά.

Με το μολύβι η ζωή είναι μια τεθλασμένη αλλοπρόσαλλη ευθεία.



Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου