...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

18 Αυγούστου 2018

Στον Ποιητή που έλειψε αφήνοντας χνάρι του δόξα…

Στο σκοτάδι γυρίζουν πρόσωπα πανικού και σαν
γλιστερά ψάρια σαλεύουν σκιές μες την νύχτα την εύφλεκτη-
Είναι οι Σκέψεις σου ατιθάσευτες αεικίνητες σαρωτικές-
Όλες οι Νουθεσίες που άφησες, εκατόφυλλο ρόδο που αυγάζει κλείνοντας τα περιθώρια των εκπλήξεων-
πλησίασα τις μυστηριακές καταβολές σου, οίδα
αυτό που το ρήμα σου είπε, κατάλαβα-
Και προχώρησα στην ποίηση των Αναζητήσεων, γεύτηκα
το μέλι των αινιγμάτων σου-
Είναι ο τρόπος που έλειψες απ’ τα γεγονότα, είναι
το κενό που αφήνει ένας Ιεροφάντης του καημού-
Σε κανένα λάθος δεν πίπτει ο Παθιασμένος ταπεινός δούλος της Τέχνης-
Στερέωσες την βιταμινούχα τροφή σου στον ουρανίσκο μας και είπες "φάγετε τώρα, τούτο μου εστί το σώμα…" στο βάθος του καιρού-
Α τα δηλητηριασμένα μυαλά των εμπαθών, αναστάτωση που φέρνουν, με την μιαρή τους μισαλλοδοξία!-
Εσύ δεν κουράστηκες να μην λυγάς, έμεινες
εκεί που θέλει ψυχή λεόντων να αντέξεις-
Πάντα ανθρωποφάγος είναι ο πληθυσμός μας, πάντα
νοστιμεύεται την ανθρώπινη σάρκα-
Μα η Ουσία είναι να μην είσαι υπερφίαλος που θέλει αφανισμούς και φρικαλεότητες,
Η Ουσία πάντα είναι να είσαι Δορυφόρος της Αλήθειας -
Και τούτο Ποιητή το κατάφερες, βοηθώντας
την Τέχνη να υπάρξει, βοηθώντας
να υπάρξουμε κι εμείς, φωτισμένοι
από το ασύντριφτο υψηλό Αγαθό σου-
Νυν και αεί…





17 Αυγούστου 2018

Ο άνεμος κι οι λέξεις..


Μπλέκονται στα δίχτυα και είναι λίγο αφηνιασμένα και λίγο αόρατα,
Μετά τα ανασύρουν ψαράδες με σηκωμένα τα μπατζάκια τους και με τσιγάρο σβησμένο στα χείλη,
τα ρίχνουν πάνω στην βάρκα τους και είναι αλίευμα αυτό του ουρανού, μην πεις της θαλάσσης, που ανήκει σε όλους και κανείς δεν θα πληρώσει για αυτό.
Είναι ένα απόκτημα πώς να το πεις, να το πεις Ποίημα, να το πεις δωρεά του Θεού, που λάμπει και ιριδίζει πάνω στην λαδομπογιά της βάρκας και το λιμπίζονται οι γλάροι και θα το τραγουδήσουν οι μερακλήδες άνεμοι μόλις θα φτάσει το καΐκι στην στεριά- να ο μικρός ζωγραφικός σου παράδεισος!
Τα κερδίζει όλα και στα δίνει ο Αύγουστος.
Και το ελληνικό του μπόι θα το διακρίνεις από παντού, είναι η μοίρα σου να σε μπουρδουκλώνουν κι εσύ να ζεις χορεύοντας ξυπόλυτος επάνω στο βραστό τσιμέντο της προβλήτας, αφήνοντας τα ίχνη σου και στην Αθανασία και στον Έρωτα ακόμα.
Καλόγνωμε, ακόλουθε του ήλιου, άρχοντά μου!

15 Αυγούστου 2018

Της Παναγίας η μέρα…


Έρχεται το μικρό πουλί και συλλαβίζει…
Σκάζουν οι πέτρες σαν από τον δυναμίτη της ιδέας τους.
Ακούγεται η εκδίκηση των εγκάτων της γης.
Στα μισά που πρόλαβα να δω
σαν από μια ιδέα θάλασσας
προήλθαν όλα.
Όπως πιο γρήγορα ταξίδευα με το μυαλό παρά με οτιδήποτε άλλο.
Στέριωσε ο ενάλιος ήλιος… Κιόλας!
Της Παναγίας η μέρα! Σαν μιας άλλης θεάς
που συνεχίζεται ακόμη ο μύθος της –
όπως την γράφουνε ακόμη στα πλεούμενα
νησιώτες καπετάνιοι.
Όμως σ’ αυτήν την εποχή που ζούμε λιγοστεύουν ολοένα οι κατανοούντες!
Λες και να λείπει η ομορφιά, λες κι εμείς να μην σπουδάσαμε
ν’ ακούμε μες του φεγγαριού την ησυχία.
Γράφω πηγαίνοντας για ξημερώματα…
Ακουμπάει ο ένας τον άλλον ο πόλος.
Η γη συρρικνώνεται –
διπλωμένο χαρτί κι αποκρύπτει
το γραμμένο ανάμεσα μυστικό του θανάτου.
Σ’ ένα που καταλήγει λάθος οικουμενικό συμπέρασμα
έρχεται ο άνθρωπος.
Η βαρβαρότητα καλά κρατεί.
Τόσο που αναρωτιέμαι αν αξίζει να επιδιώκεις
ζωγραφιές ψυχής,
όταν στα γύρω σου όλα επίμονα σκουραίνουν…


12 Αυγούστου 2018

Βαθέως κάτι..


Όταν άνθισες
ήταν οι προσευχές που σε μεταμόρφωσαν που σε έκαναν γόνιμη τόσο
σαν ευφράδεια σταφυλιού σαν μυστικό σπίνου σαν 
ιερουργία Αυγούστου· και το καθαρό μελτεμάκι
όπως φωνή λαούτου που στενάζει μες τα χέρια του μαέστρου
σε είπε σε ανέδειξε σε εκδήλωσε όπως μια ζωντανή φωτιά κατακαίει
τον φλοιό και φτάνει ως την ψίχα των Απωτάτων
σε άφησε μπρος στα μάτια μου να είσαι
εικόνα που δεν σχολιάζεται
και μελαγχολικά βαθιά μου εδράζει..

Ζωγραφική των παρακμιακών αισθήσεων..


Αυτά που ξημερώνουν έχουν γνώμη σαν θάλασσες
και συντελούνται πάνω στην συνείδηση της δροσιάς.
Τα κτίρια σκορπίζονται σαν χρήμα ο σπάταλος
Και ξεφεύγουν απ’ όλα.
Διάθλαση, ανάκλαση, όλες οι διαστάσεις της στρεβλότητας
Ρημάζονται και υποτάσσονται στο φως.
Και των χρωμάτων η ουσία με βεληνεκές όσο η φαντασία φτάνει
Ζωγραφίζουν την μαρμαρωμένη πραγματικότητα μεταπλάθοντάς την σε κάτι ιδεατό.

10 Αυγούστου 2018

Ατέρμονο πανηγύρι να καλεί ο αέρας σε εγρήγορση


Ατέρμονο πανηγύρι να καλεί ο αέρας σε εγρήγορση και των προαστίων οι δρόμοι να απάγουν στην καρφωμένη μετέωρη θύελλα.
Βρέχει μετά. 
Γυαλίζουνε όπως λουστρίνια οι φόδρες της ασφάλτου.
Κάποτε ακούγονται μουσικές
Και οι βιτρίνες πάλι φωταγωγούνται
Σαν αδιάκοπος μύθος.
Η αγωνία μας έχει αντήχηση.
Δονεί το σύμπαν των λέξεων
και καμαρώνουμε για μία λυπημένη, πάντοτε, λογοτεχνία..

9 Αυγούστου 2018

Τα χέρια τους…


Τα χέρια τους ψηφίζοντας επαφή και προσήλωση: Δεν κουράστηκαν, δεν εγκατέλειψαν την στιγμή της αφής, κυρτώθηκαν ή έγιναν κοίλα, σαν κουτάλες που μέσα τους στοίβαξε το καλοκαίρι την νόστιμη γεύση του. Αραχνοΰφαντα, σαν να σκορπίσανε τις αρετές τους, να δούλεψαν, να ερωτεύτηκαν, να μάζωξαν τα περιττά και να τα απομάκρυναν από το όνειρο το όμορφο της πραγματικότητας.
Τα χέρια τους γυμνά και παιδαριώδη, σαν αλήθειες και σαν ψέματα, σκαρφάλωσαν το ένα πάνω στο άλλο και έγραψαν την τραγωδία τους, την ιλαρή τους τραγωδία κάνοντας μην ξεχαστεί το κάθε τους βαθύνοο πνεύμα
που πρέσβευαν.
Όταν νύχτωσε ψηλάφησαν το μάγο φεγγάρι και πήραν δροσιά από το ασήμι του. Μετά κοιμήθηκαν στον κρύο αέρα του μεσάνυχτου, ψαχουλεύοντας μια μνήμη που δεν ήταν δική τους. Τα είδα και τα είπα, με νουθέτησαν. Με καθοδήγησαν- έτσι σας γράφω: γιατί απ’ το πεπραγμένο τους οίδα κι εγώ τις Αλήθειες.

Στρατής Παρέλης, Γονιδιακό Ιδίωμα

Ο Στρατής Παρέλης κοινοποίησε ένα σύνδεσμο στην ομάδα Το Στέκι της Δεξαμενής.
1 λεπτό

Για να ‘χει ο έρωτας πάντα υπόσταση..

Όταν ξυπνήσεις ανάμεσα στα φεγγάρια που σου ανήκουν
Να ρετουσάρεις τον άνεμο και να αφήσεις να κυλά στην καρδιά σου
Το βασανάκι του θεού που σ’ έπλασε.
Τόση ζήλεια και η πρωία γίνεται ένα φασαριόζικο σύνολο
Από βιολιά και τύμπανα των άστρων που χλιμίντρισαν στα χαμηλά
Δωμάτια του ουρανού και γράφτηκε ξανά το παραμύθι της ζωής σου
Για να ‘χει ο έρωτας πάντα υπόσταση..

8 Αυγούστου 2018

Ο Αύγουστος φέρνει σε οργασμό την παλλακίδα του ήλιου

Ο Αύγουστος φέρνει σε οργασμό την παλλακίδα του ήλιου
Και την χειροκροτούν θαμώνες των ανέμων των άξεστων.
Στην χλόη, στα φρυγμένα φύλλα, η ηλιαχτίδα σπιθίζει η άτιμη.
Κι ένα δασύ φωνήεν της χαράς ζώνεται φυσεκλίκια πεντοζάλη και
Χορεύει νυχτοήμερα πάνω στην γη που από έρωτα κλονίστηκε για τον αναποδογυρισμένο γαλαξία.

Παράξενη γη Χαμαιλέοντα μεθυσμένε



Παράξενη γη
Χαμαιλέοντα μεθυσμένε
Λιώνουν τα αισθήματά σου για τα όντα
Αλλά κι αυτά πεθαίνοντας σε εκδικούνται
Ποια χλωροφύλλη είναι το αίμα σου; Ποιος
Ποταμός συλλαβίζει την χάρη σου; Ακίνητα
όντα κι όμως κινούνται
επί σκοπόν
να αφανίσουν την ορμή του θεού.
Και ο θεός είναι πάντα αυτοί οι ίδιοι οι δύσμοιροι,
Μανταλένια μου!


6 Αυγούστου 2018

Άκου με που σου μιλώ

Μουντζουρώνω την εικόνα σου, δεν κάνω διάκριση, θέλω να σε αγγίξει το γερασμένο μου όνειρο, κι έτσι πάλι θα σ’ αγαπάω, μοιρασμένη ανάμεσα σε μένα και τον χρόνο, να τροχοδρομείς τις ιδέες που εγκατέλειψα μες τον αιώνα και μου επιστράφηκαν να τις σώσω πεισματάρικα όλες.
Είχα τον κήπο, είχα το νερό, είχα το ομιλητικό φεγγάρι, την αγρύπνια για να με καψαλίσει η έμπνευση- είχα τον δρόμο, είχα τον τρόπο, την σιγουριά είχα ότι ο έρωτας είναι ένα ατίθασο παιδί που αγαπά να κοιτά τις ζημιές του.
Τώρα δύω, με σκλαβώνει η λαχανιασμένη μου αναπνοή, με κινεί νωχελικά το εξουσιαστικό βράδυ.
Άκου με που σου μιλώ, έχω ένα φως που μου περίσσεψε από τις τότε εφηβείες, έχω ένα φωνήεν που κοάζει σαν μικρό βατραχάκι που περιμένει με ένα φιλί να μεταμορφωθεί.

5 Αυγούστου 2018

Κουράστηκαν οι μέρες μου· κάπου έχασα και λίγο τον προσανατολισμό.



Λήγουν τα λόγια μου όπως λήγει στο δέρμα μου η νεότητα.
Τίποτα απ’ ό,τι ισχυρίστηκα ίσως τελικά δεν ισχύει. Έχουν έδαφος ρημαγμένο οι βεβαιότητες, το κατάλαβα μια νύχτα που κοιτάζοντας τον ουρανό ένιωσα πως είμαι λίγος, τραγικά λίγος. Οι λέξεις δίνουν το έναυσμα για μια παρηγοριά και σε κρατούν ντοπαρισμένο σε μια μέθη που σε κάνει να αντέχεις. Ωραίο και άσχημο αυτό. Ενότητα καθαρώς αντιθέτων. Να μια διαλεκτική που κομπάζει για τον εαυτό της και μας μαθαίνει σύνεση της πραγματικότητας. Κι όταν το καταλαβαίνουμε είμαστε οι τραγικοί αποδέκτες μιας κωμωδίας που την παίζουμε σαν τραγικοί ηθοποιοί.



Να δίνεις χρώμα στην ζωή κι ας είναι όλα όσα σου χαρίστηκαν στεγνά και άτονα. Δώσε απ’ την ψυχή σου μιας και ο λόγος σου πάντα θα καθρεφτίζει λίγο ουρανό και λίγη θάλασσα αλλά και θα εκπορεύεται από εκείνα που θα ήθελε να σου απαγορεύσει ο θεός.
Ένα καταφύγιο Ομορφιάς μέσα στην δύσκολη πραγματικότητα και παραμένεις το ίδιο ιδεολόγος και το ίδιο παγανιστής όσο ένα ξερό φύλλο που παρασύρει ο χείμαρρος και θα καταλήξει στον άπεφθο ωκεανό.



Κουράστηκαν οι μέρες μου· κάπου έχασα και λίγο τον προσανατολισμό. Μια αντήχηση από θέληση που ατολμεί με κάνει να βλέπω στην αρχομένη πρωία το πρόσωπο της οικουμένης όπως πάντα επιθυμούσα να είναι.
Η τάξη ίσως δεν μ’ ενδιαφέρει αν αυτό στερεί την πρωτοτυπία και ακρωτηριάζει την φαντασία μου.
Ζητώ ρέστα δροσιάς από την καθαρή φλόγα που με εμπνέει.
Οι απαιτήσεις μου είναι όπως τριαντάφυλλα που μες τον κήπο σου τραβούν το μάτι και σε αναγκάζουν σε κορυφαία προσήλωση.
Ω θεϊκέ, ριζωμένε εντός μου, ουρανέ!




1 Αυγούστου 2018

Τοιουτοτρόπως…


Στον αφρό κοιμήθηκαν τα παραμύθια,
Η αψάδα που τα πήρε τα εφύτεψε μες τα πελάγη,
Στον έρωτα εσκιάχτηκα, στην αστραπή,
Μπουμπουνητά που εσυνέβηκαν πρώτη του Αυγούστου,
Λιγοθυμίες πάνω στον χορό της πικροδάφνης,
Νερό που κρύωσε και μου το πρόσφερες σαν σε κοιτώ
Που είσαι πρόσωπο που σμίλεψε η ανθάδα.
Λιγόλογος ο κόσμος σου, λακωνικά ψιθυρίζεις,
Η κάθε επιθυμία μου θα είναι τζόγος που δεν σε απόκτησα,
Μικραίνει η μέρα σμίκρυνε ο σήμερα καιρός
Πίκραναν πιο πολύ οι πόλεις των ανθρώπων
Βουίζει όπως χρυσόμυγα ο θάνατος βουίζει
Δεν συγκρατώ αντωνυμίες που με παραπλάνησαν
Στον εαυτό μου αποδίδω εύσημα ερωτικής αγρύπνιας.

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου