...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΗΘΩΜΕΝ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΗΘΩΜΕΝ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Ιουλίου 2016

SAGID IGBAL..


Να πω για τον SAGID που έχασε
το κορίτσι που έπεσε
με το λεωφορείο στον γκρεμό.
Τον καλό μου φίλο με την καρδιά από χρυσάφι
που ήταν αθώος πιο κι από ένα παιδί.
Ήταν ψηλός σαν δέντρο
καλόκαρδος σαν ήλιος.
Δεν είχε εγωισμό ούτε για να διεκδικήσει μια μπουκιά.
Όταν θυμόταν το κορίτσι του
δάκρυζε
το ψηλό αγόρι το μελαχρινό έκλαιγε
και είχε βαθιά μέσα του μια ωραία ρωγμή.
"Κοίτα.." μου είπε μια μέρα και μου έδειξε ετούτη την φωτογραφία:
μια κοπέλα αγνή μια κοπέλα γαλάζια.
"Τώρα.." του είπα "θα την κρατάς στην καρδιά.."
Δάκρυσε.
Δάκρυσε ο φίλος μου κι εγώ δεν ήξερα
πώς μου τελείωσε η κάθε λέξη
που θα μπορούσα να πω..
13.10.2010
Κέρκυρα..

Δέομαι μες τους άλλους ουρανούς



Πιστεύουν σε μένα οι λίγοι των λίγων και γι αυτό
Δέομαι μες τους άλλους ουρανούς    κι ακολουθώ
Το φως αυτό το ανέσπερο που φτιάχνει
Την φάτνη των αθώων αμνών..

Όπου ήρθα και έφυγα όπου υπήρξα
Περιπλανώμενος σαν μία σκιά
Που αγγίζει το σώμα της και χάνεται
στην νύχτα μετά- τώρα είναι σαν λόγος
που δεν καταγράφηκε
Παρά στο έσω μέρος ενός λουλουδιού
Που απλώνει το άρωμά του και αήττητο σαλπίζει
Για την χρωματική του έφοδο.

Α Κυριακή μεγάλη, αιθέρια, αέναη
Ζωντανή που μου φέρνεις τον ύμνο
Ως μες τα χείλη, εκεί που η σιωπή του όρθρου
χαράσσεται
Από των σπουργιτιών την ευθυμία.

Κρατώ από γενιά που θέλησε το μέλι
Των λέξεων, την φιλοσοφία
του ποιείν, το σκέπτεσθαι
Μες την μέρα που με αντιρρήσεις μικρές και μεγάλες
Γράφει την ιστορία της μες το γαλάζιο μεσημέρι που θα επικυρωθεί
Ο χρόνος σαν μια εντολή πολλά απλουστευμένη.

6 Ιανουαρίου 2016

Διαισθάνθηκα να μου φεύγει κακότροπος ο αιώνας.





Διαισθάνθηκα να μου φεύγει κακότροπος ο αιώνας.
Άνευ προηγουμένου ήταν όλα αισχρά
Και προπαντός εξαγοράσιμα.
Εγώ αυτό ήθελα; Είχα πιστέψει
Στην μέρα, στον άνθρωπο, στο δέντρο
Στο καλό, στο ωραίο, στην ψυχή.. Πήρα
Πολλές φορές τον δρόμο κατά το μηδέν
Και από εκεί στους αριθμούς: ένα ή δύο ή τρία-
Κλιμακωτά- έως
Να αγγίξω την θαυμαστή τετρακτύδα.
Δεν είχε σημασία να κατέχω, αφού όλα ήταν
Κινούμενα ως την τελειωτική φθορά
Κι εγώ ο δόλιος το ήξερα. Γυαλίζανε οι λαμαρίνες
Των αυτοκινήτων γύρω μου, οι πόλεις
Είχαν συσσωρεύσει θλιμμένο άνθρωπο
Γηγενής μιας μοναξιάς που έσω-στρέφει τα πάντα
Εγκατέλειψα το πνεύμα μου στο απολυμαντικό σκέλος των ανέμων
Σχετίστηκα με την υπόσχεση της νύχτας
Είδα τον πλοηγό αστεριών ουρανό.
Τελικά είχε δίκιο το σφάλμα:
Από τον δρόμο του πήγα στο αποσυμφορητικό σωστό.
Αλλά διαισθάνθηκα να μου φεύγει κακότροπος ο αιώνας..

                                                 13.8.2010

24 Σεπτεμβρίου 2015

Διδάσκομαι την γλώσσα των δέντρων που φυλλορροώντας μου λένε τόσες αλήθειες..



Πόσο καλοκουρδισμένο αυτό το βιολί των έσω επιφωνημάτων
που ακούγεται σχεδόν ως το απόμακρο άπειρο!

Και ο πρωινός κότσυφας που λαλεί και γίνεται πιο υποφερτό το να πάνω στον πλανήτη γυρίζεις..

Διδάσκομαι την γλώσσα των δέντρων που φυλλορροώντας μου λένε τόσες αλήθειες..

Και είμαι ένας που είναι όλοι εντός του..

Σαν από μοίρα γίνεται:      
ακουμπώ την παλάμη στην κουπαστή των ονείρων

και ο κόσμος γράφεται μέσα μου
να ελπίζει και ρόδινος..

23 Σεπτεμβρίου 2015

Δέομαι μες τους άλλους ουρανούς



Πιστεύουν σε μένα οι λίγοι των λίγων και γι αυτό
Δέομαι μες τους άλλους ουρανούς    κι ακολουθώ
Το φως αυτό το ανέσπερο που φτιάχνει
Την φάτνη των αθώων αμνών..

Όπου ήρθα και έφυγα όπου υπήρξα
Περιπλανώμενος σαν μία σκιά
Που αγγίζει το σώμα της και χάνεται
στην νύχτα μετά- τώρα είναι σαν λόγος
που δεν καταγράφηκε
Παρά στο έσω μέρος ενός λουλουδιού
Που απλώνει το άρωμά του και αήττητο σαλπίζει
Για την χρωματική του έφοδο.

Α Κυριακή μεγάλη, αιθέρια, αέναη
Ζωντανή που μου φέρνεις τον ύμνο
Ως μες τα χείλη, εκεί που η σιωπή του όρθρου
χαράσσεται
Από των σπουργιτιών την ευθυμία.

Κρατώ από γενιά που θέλησε το μέλι
Των λέξεων, την φιλοσοφία
του ποιείν, το σκέπτεσθαι
Μες την μέρα που με αντιρρήσεις μικρές και μεγάλες
Γράφει την ιστορία της μες το γαλάζιο μεσημέρι που θα επικυρωθεί
Ο χρόνος σαν μια εντολή πολλά απλουστευμένη.

11 Ιουλίου 2015

SAGID IGBAL..






Να πω για τον SAGID που έχασε
το κορίτσι που έπεσε
με το λεωφορείο στον γκρεμό.

Τον καλό μου φίλο με την καρδιά από χρυσάφι
που ήταν αθώος πιο κι από ένα παιδί.

Ήταν ψηλός σαν δέντρο
καλόκαρδος σαν ήλιος.

Δεν είχε εγωισμό ούτε για να διεκδικήσει μια μπουκιά.

Όταν θυμόταν το κορίτσι του
δάκρυζε
το ψηλό αγόρι το μελαχρινό έκλαιγε
και είχε βαθιά μέσα του μια ωραία ρωγμή.

"Κοίτα.." μου είπε μια μέρα και μου έδειξε ετούτη την φωτογραφία:
μια κοπέλα αγνή μια κοπέλα γαλάζια.
"Τώρα.." του είπα "θα την κρατάς στην καρδιά.."

Δάκρυσε.
Δάκρυσε ο φίλος μου κι εγώ δεν ήξερα
πώς μου τελείωσε η κάθε λέξη
που θα μπορούσα να πω..


13.10.2010
Κέρκυρα..

25 Ιουνίου 2015

Διδάσκομαι την γλώσσα των δέντρων που φυλλορροώντας μου λένε τόσες αλήθειες..



Πόσο καλοκουρδισμένο αυτό το βιολί των έσω επιφωνημάτων
που ακούγεται σχεδόν ως το απόμακρο άπειρο!

Και ο πρωινός κότσυφας που λαλεί και γίνεται πιο υποφερτό το να πάνω στον πλανήτη γυρίζεις..

Διδάσκομαι την γλώσσα των δέντρων που φυλλορροώντας μου λένε τόσες αλήθειες..

Και είμαι ένας που είναι όλοι εντός του..

Σαν από μοίρα γίνεται:      
ακουμπώ την παλάμη στην κουπαστή των ονείρων

και ο κόσμος γράφεται μέσα μου
να ελπίζει και ρόδινος..

22 Ιουνίου 2015

Είπα να ζήσω λευκά και έγινα θεέ μου κατακόκκινος!




Συμβαίνω:      όπως συμβαίνουν τα πράγματα-    συμβαίνω.
Έχω μοίρα φθοράς.
Κατανοώ και απελπίζομαι. Κι αν
Μπορέσω να αυτοχρησιμοποιηθώ προς τέρψιν
Εμού του ιδίου
Ίσως μείνει ένα ατελέσφορο κάτι
Που δεν μου ανήκει
Περισσότερο απ' ότι αυτός ο άχροος στίχος
Που καλπάζει
Στ' αυτιά μου φαιδρά.
Είπα να ζήσω λευκά και έγινα θεέ μου κατακόκκινος!

                                                     14.8.2010

Έλα και πάρε με την νύχτα



Πώς φεύγει απ' τα γλαρά σου μάτια
Σαΐτα που με πλήγωσε
Κι εγώ απόμεινα με ούτε
Φιλί που με τελείωσε.

Έλα και πάρε με την νύχτα
Να πάμε σ' άλλους ουρανούς
Είχα πιστέψει άλλους κόσμους
Κι εσύ δεν είσαι απ' τους θνητούς.

Πίσω απ' το παλιό σου σπίτι
Τρείς μέρες έχω καρτερώ
Κι όταν σε δω ας αποθάνω
Να 'χεις το κρίμα στον λαιμό.

ΕΠΙΠΛΩΣΗ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ..





Τα πλοκάμια των ανέμων πλεγμένα κι ακίνητα κοιτούν προς τον νοτιά. 
Το φορτηγό απόμερα και αραγμένο ξεφορτώνει
Βαριά έπιπλα που κουράζουν τα χέρια μου
Πια. Οι τζαμένιες βιτρίνες
Του φαρμακείου, ο πάγκος
Που πάνω του συμπάθεια θα σερβίρει
Ο φαρμακοποιός και ασπιρίνες.
                                  Σχεδόν
Είναι απόγευμα. Ξεκίνησα
Την μέρα μου πολύ πρωί.
Μάζεψα τα χιλιόμετρα κάτω απ' τις ρόδες·
Ισορρόπησαν οι ταχύτητες κι ήρθαν όλα στο ζύγι·
Και κάπου κάπου βρέχει αραιά.
                                   Τώρα
Που φτάσαμε ο πληθυντικός μας δουλεύει
Για το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Σφυριά, τρυπάνια, κατσαβίδια
Ούπατ, ξυλόβιδες, σκαρπέλα που ακονίστηκαν για το να κόβουν
Το σώμα το γυμνό του ξύλου, ώσπου να γίνει
Η εμφάνισή του μια παραδεκτή αξία.
Ιδρώνω, ξεϊδρώνω, πράττω-
Ακούω τον τριγμό που δεν μ' αρέσει-
Διορθώνω την κίνηση.
                        Και το βράδυ
Απ' όσες εικόνες σφηνωθήκαν στο μυαλό μου την μέρα
Φτιάχνω εκείνο το ψηφιδωτό των λέξεων
Που καταλήγει σαν παλιά κομόδα, ποίημα
Που φέρνει κάτι απ' τα παλιά.

                                 13.10.2010
                                  Κέρκυρα.

Τα κόκαλά μου είναι ένας αργαλειός που κουρασμένα δουλεύει.




Τα κόκαλά μου είναι ένας αργαλειός που κουρασμένα δουλεύει.
Πονούνε πια φθαρμένα από τις καταπονήσεις.
Κουβάλησαν βαρέα βάρη των βαρών.
Τώρα τρίζουν αλάδωτα κι επιθυμούν επισκευή.
Γελώ με την φθορά τους- δεν την περίμενα.
Είναι σαν να μου βάζουν όρια. Κι ακολουθώ
Την ιστορία που μ' αφήνουνε να πράττω.
Τα σέβομαι στις δυνατότητές τους, τα προσέχω.
Μ' αυτό το άλογο πρέπει να πάω ως το τέλος· πρέπει
Να το καβαλικεύω πιο σωστά..

                                      15.10.2010
                                      Κέρκυρα..

ώ Τίποτα που κατορθώσαμε να σε αναγορεύσουμε σε νικητή των πάντων!



Κάτι χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα
ο ήλιος επιμένει να είναι αιώνιος
και τα πράγματα
επιμένουν να είναι εφήμερα

τα βουνά δύουν το ένα μέσα στο άλλο
σαν περισπωμένες που γιορτάζουν την οξεία τους θλίψη.

εγώ δοκιμάζω ένα ύφος του λόγου που εξέχει από την συνείδηση

είναι μέσα μου αποδεκατισμένα της χαράς τα στρατεύματα

η επαρχία χίμαιρες βρίθει

κορδακίζουν τρελά οι επώνυμοι άρχοντες
προσκομίζοντας έναν που φρίττω πια να τον ακούω λόγο

καθώς η πατρίδα τρώει με ευχαρίστηση τις σάρκες της
μην έχοντας την τόλμη ούτ' έναν αίτιο να τιμωρήσει
του μάταιου που πέτυχε και ολοφύρεται γυμνή αποτελέσματος..

ώ Τίποτα
που κατορθώσαμε να σε αναγορεύσουμε σε νικητή των πάντων!

εσύ μας άξιζες λοιπόν; για σένα εμείς παλέψαμε;
αν είναι έτσι μες το Κούγκι μας ξανά ας ανατιναχτούμε!

Γιατί χάνω τον χρόνο μου μ' αυτό το εγώ που φθείρεται τόσο




Γιατί χάνω τον χρόνο μου μ' αυτό το εγώ που φθείρεται τόσο
και ξενίζει και γίνεται κακοτράχαλος τρόπος του λέγειν που δεν θα συμπλεύσει ποτέ με κανέναν θεό;

Ήθελα να του αφαιρέσω δύναμη αλλά, εκείνο που ήταν,
ήμουν εγώ
πάντα
και φλυαρούσα περίεργα τονίζοντας
την τρόπον τινά καλλικέλαδή μου ψυχή

Μα πήγα
να γράψω λόγια μες το συνεχές
αόριστο βράδυ που οι κατακτήσεις μου
ήτανε λίγες
υπεροπτικές νυχτερίδες
που παίζοντας μες τον σκοτεινό λίγο αέρα
κάναν την νύχτα μελαγχολική μου διάρκεια.

Φιλοξενώ φωνήεν που τσιρίζει τώρα
μέσα μου
καγχαστικά
και καίγεται
όπως απ' το εγώ το τελευταίο ωμέγα
και δέομαι που των λουλουδιών οι ανάσες
φέρνουν σε μένα τον που αγαπάω παλμό..

τα νερά



τα νερά τρέχουν τα νερά είναι μια έκπληξη υφιστάμενη
παίρνουν την λάμψη που έχει το ατόφιο γυαλί, υπόσχονται
βάθος της ρέουσας σκέψης
                                      και το πουλί
πριν ξημερώσει ακόμα τραγουδάει
κοτσύφι που λατρεύει τον Μάιο.

γενέθλιε μήνα των ερώτων, δυνατέ
αναίσχυντε ερωτύλε
πούλα κι αγόρασε την απλωμένη επιθυμία μου, έλα
να μην έχουν οι λέξεις μου ήχο,
να μην είναι το ποίημα μια τέτοια φωτιά
που πυγμαχεί με την είδηση
του ακμαίου φωτός..

μες την παλάμη μου η ζεματιστή νεροσταγόνα της ψευδαίσθησης
εξαερώνεται, τινάζει
το αναίτιο βάρος της - γίνεται
μια μπουρμπουλήθρα που δεν θα υπάρξει να: λίγο μετά..

αντιγράφω το πάθος, σκαλώνει επάνω μου, με σκλαβώνει
τα μάτια μου συλλαβίζουν την εκτυφλωτική πυγολαμπίδα
μιας μεγάλης υπόσχεσης.

και γράφω
σαν κλινήρης σ' έναν πιο συμβολικό ουρανό
απόναν μύθο που ανατινάχτηκε και με την ανθρωπότητα όλη περιπαίζει..

                                                     11.5.2010

Ανακάλυψέ με σαν μια ουσία που αναστατώνει τον υποταγμένο ουρανίσκο σου




Ανακάλυψέ με σαν μια ουσία που αναστατώνει τον υποταγμένο ουρανίσκο σου
Σαν ένα άρωμα που παίζει με την άτολμη όσφρηση
Είμαι λαγωνικό που παντού θα σε κυνηγάει
Πότε το θήραμα και πότε ο θύτης σου..

Δεν θα σου πω τα μυστικά που ξέρω
Θέλω να με ανακαλύψεις σκάβοντας
Μέσα σε μένα μέσα σε σένα
Αφού η αγάπη και στους δύο κατοικεί.

Α φεγγάρια που ήπια μοναχός να φτάσω
Να σε κάνω να πιστέψεις το ώριμο εγώ μου
Κινήθηκα σαν μια φευγαλέα φωτιά
Που καλπάζει στον άνεμο και όλα θέλει να τα κατακτήσει.

Στην άκρη του φράχτη





Στην άκρη του φράχτη
οι φραγκοσυκιές είναι πείσματα ζουμερά-
έρχονται απ' την παιδική μου ηλικία-
τότε που είχα μέσα μου ιδρύσει
χώρα ονείρων

κι ο ήλιος
είχε αυθεντική αξία τόση
που έχει κι ένα πρώτο φιλί.

Τώρα υφίσταται το πείσμα τους αλλά το σώμα τους
είναι ένα πράσινο ερπετό
που σκαρφαλώνει τον φράχτη
σχεδόν χύνεται
πάνω από την μάντρα
που οριοθετεί την άνοιξη
που θέλει να μετατεθεί στο καλοκαίρι…

                                           2.5.2010

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ..



Ανασαίνω βρόμικο αέρα των πόλεων, προχωρώ
μες τους λερούς δρόμους που δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα.
Ο πατέρας μου κούρασε τόσο κορμί για να καταλήξει
σε ένα μελαγχολικό προσωπικό του φθινόπωρο.
Αλήθεια ποιός κατορθώνει σήμερα μια ιδιωτική όμορφη άνοιξη;
Όλοι οι ρήτορες είναι πια κουρασμένοι, όλοι οι λαγοί
μπάφιασαν να τρέχουν μέσα σ' ένα ασύνορο λιβάδι.
Και η ψυχή
κουράστηκε να ελπίζει-
θέλει να βγει απ' την κατάθλιψη, θέλει να δει την μοίρα
να είναι σημαίνουσα κάτι, να ωραία ζωή μας μιλά.
Τα τρένα είναι όπως σκουλήκια που τρυπάνε το κορμί της γερασμένης πρωτεύουσας.
Χωρίς καπνό πια, πάνε
να σμίξουν εκεί που οι μηχανές τους οργισμένες
καταπίνουν την ηλεκτρική δύναμη
και φτύνουν μια κίνηση που νομίζεις μα δεν είναι διάρκεια.
Αλλοδαποί ευθύνονται για την μιζέρια που χαρίσαμε
αφήνοντάς τους να στεγνώνουν όνειρα
στον δικό μας γέρικο ήλιο.
Οι γυναίκες ομόρφυναν κι άλλο.
Τόσο κομψές σαν να υπόσχονται
γραμμάτια της ηδονής,
τόσο λιγνές
που λικνίζονται όπως οι επηρμένες αψηλές λεύκες
που τινάζουν την χαίτη τους σαν ατίθασα καλοκαμωμένα αδάμαστα άλογα.

Και η πόλη κοιμάται.
Μετά.
Αφήνοντας τα πόδια της να εξέχουν
από το μικρό κρεβάτι
που τρίζει
γιατί και οι ελπίδες τρίζουν
και ποτέ δεν να έχουν κράτος
κι αντίκρισμα μέσα μας κατορθώσαμε..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου