Τα χέρια μου πλάθουν μιαν αγάπη και σου την παραδίδω
Τίποτα δεν είμαι άλλο από η μελαγχολία μου
Τρυπώνουν τα στιχάκια κάτω από τα ρούχα μου και με φαγουρίζουν
Σαν παράξενα τρωκτικά που δεν με λυπούνται σαν ψύλλοι
Που μες τα αυτιά μου μπήκανε για να με υποψιάσουν
Υποταγμένος είμαι σε ένα λογοτεχνικό κελί που δεν ξεκλείδωσε ποτέ του
Από μόνος του ο έρωτας όπως τον ζήσαμε αποτελεί θρησκεία
Όποιος ξεχάσει την Στιγμή και την ψυχή του θα ξεχάσει
Είναι η γραφή απελευθέρωση μα είναι και εγκλωβισμός
Α ρε μακρόσυρτη πρωραία Ιλιάδα!
Χάνοντας θα ανακαλύψω την ολόβαρη κατάληξη
Ενός καλαμαρά που τον κατέφαγε η φιλοδοξία να τα ομολογήσει όλα·
Και ούτε που το σκέφτηκε πως θα χαθεί μέσα στην δίνη των πραγμάτων ο έρμος!

