...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΤΟΥ ΑΚΕΡΑΙΟΥ ΜΥΘΟΥ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΤΟΥ ΑΚΕΡΑΙΟΥ ΜΥΘΟΥ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Ιουνίου 2016

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ..





Όλα ξεδίψασαν με τον ερχομό σου και πάντως
η στιγμή
που ζαλίζεται το αγιόκλημα του δειλινού να έχει
εντόμων πολιτείες ασημένιες όπως
να αχνίζουν πάνω στ’ ανακατεμένα μαλλιά του..

Ασυνόδευτος ο σβησμένος Φεβρουάριος
λυράρης τελευταίος του χειμώνα
ξένιαστα βρίσκει την χρήση του καλοακονισμένου μαχαιριού
ν’ αναταράξει τα αιθέρια σωθικά του..

Το κορίτσι αποφεύγει να κοιτάξει προς τον ουρανό·
ένας άγγελος συνέχεια το ερωτεύεται·
είναι μυθικό ξόανο το δέντρο που δεν έχει άνθος-
μόνο  μ’ ένα γυμνό κλαδί του προκαλεί τον πανταχού παρόντα
ζωγράφο..

Ανοίγομαι με χίλιες πόρτες του μυαλού·
εισχωρεί το φως,
ελπιδοφόρο.
Νεότερος κι από του ήλιου αποκάλυψη..
Γράφω ποιήματα από ανάγκη  να αισθάνομαι κοντά στον κίνδυνο
να ομολογήσω περισσότερα απ’ ότι κάνουν οι άνθρωποι…

Και αναιρούμαι μες τις χώρες του μυαλού όπου τα πολιτεύματα
είναι περόνες της χαράς
απασφαλισμένες

να εκραγεί παθιάρικα η ζωή.
28.2.2008

20 Ιουλίου 2013

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ..




Όλα ξεδίψασαν με τον ερχομό σου και πάντως
η στιγμή
που ζαλίζεται το αγιόκλημα του δειλινού να έχει
εντόμων πολιτείες ασημένιες όπως
να αχνίζουν πάνω στ’ ανακατεμένα μαλλιά του..

Ασυνόδευτος ο σβησμένος Φεβρουάριος
λυράρης τελευταίος του χειμώνα
ξένιαστα βρίσκει την χρήση του καλοακονισμένου μαχαιριού
ν’ αναταράξει τα αιθέρια σωθικά του..

Το κορίτσι αποφεύγει να κοιτάξει προς τον ουρανό·
ένας άγγελος συνέχεια το ερωτεύεται·
είναι μυθικό ξόανο το δέντρο που δεν έχει άνθος-
μόνο  μ’ ένα γυμνό κλαδί του προκαλεί τον πανταχού παρόντα
ζωγράφο..

Ανοίγομαι με χίλιες πόρτες του μυαλού·
εισχωρεί το φως,
ελπιδοφόρο.
Νεότερος κι από του ήλιου αποκάλυψη..
Γράφω ποιήματα από ανάγκη  να αισθάνομαι κοντά στον κίνδυνο
να ομολογήσω περισσότερα απ’ ότι κάνουν οι άνθρωποι…

Και αναιρούμαι μες τις χώρες του μυαλού όπου τα πολιτεύματα
είναι περόνες της χαράς
απασφαλισμένες

να εκραγεί παθιάρικα η ζωή.
28.2.2008





28 Δεκεμβρίου 2012

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ..




Όλα ξεδίψασαν με τον ερχομό σου και πάντως
η στιγμή
που ζαλίζεται το αγιόκλημα του δειλινού να έχει
εντόμων πολιτείες ασημένιες όπως
να αχνίζουν πάνω στ’ ανακατεμένα μαλλιά του..

Ασυνόδευτος ο σβησμένος Φεβρουάριος
λυράρης τελευταίος του χειμώνα
ξένιαστα βρίσκει την χρήση του καλοακονισμένου μαχαιριού
ν’ αναταράξει τα αιθέρια σωθικά του..

Το κορίτσι αποφεύγει να κοιτάξει προς τον ουρανό·
ένας άγγελος συνέχεια το ερωτεύεται·
είναι μυθικό ξόανο το δέντρο που δεν έχει άνθος-
μόνο  μ’ ένα γυμνό κλαδί του προκαλεί τον πανταχού παρόντα
ζωγράφο..

Ανοίγομαι με χίλιες πόρτες του μυαλού·
εισχωρεί το φως,
ελπιδοφόρο.
Νεότερος κι από του ήλιου αποκάλυψη..
Γράφω ποιήματα από ανάγκη  να αισθάνομαι κοντά στον κίνδυνο
να ομολογήσω περισσότερα απ’ ότι κάνουν οι άνθρωποι…

Και αναιρούμαι μες τις χώρες του μυαλού όπου τα πολιτεύματα
είναι περόνες της χαράς
απασφαλισμένες

να εκραγεί παθιάρικα η ζωή.
28.2.2008




25 Απριλίου 2012

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ..




Όλα ξεδίψασαν με τον ερχομό σου και πάντως
η στιγμή
που ζαλίζεται το αγιόκλημα του δειλινού να έχει
εντόμων πολιτείες ασημένιες όπως
να αχνίζουν πάνω στ’ ανακατεμένα μαλλιά του..

Ασυνόδευτος ο σβησμένος Φεβρουάριος
λυράρης τελευταίος του χειμώνα
ξένιαστα βρίσκει την χρήση του καλοακονισμένου μαχαιριού
ν’ αναταράξει τα αιθέρια σωθικά του..

Το κορίτσι αποφεύγει να κοιτάξει προς τον ουρανό·
ένας άγγελος συνέχεια το ερωτεύεται·
είναι μυθικό ξόανο το δέντρο που δεν έχει άνθος-
μόνο  μ’ ένα γυμνό κλαδί του προκαλεί τον πανταχού παρόντα
ζωγράφο..

Ανοίγομαι με χίλιες πόρτες του μυαλού·
εισχωρεί το φως,
ελπιδοφόρο.
Νεότερος κι από του ήλιου αποκάλυψη..
Γράφω ποιήματα από ανάγκη  να αισθάνομαι κοντά στον κίνδυνο
να ομολογήσω περισσότερα απ’ ότι κάνουν οι άνθρωποι…

Και αναιρούμαι μες τις χώρες του μυαλού όπου τα πολιτεύματα
είναι περόνες της χαράς
απασφαλισμένες

να εκραγεί παθιάρικα η ζωή.
28.2.2008

19 Μαρτίου 2012

ΜΟΙΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ.

Κατοικώ μέσα στην κάθε ρίζα
ξέροντας σημαντικό που είναι ν’ αγαπάς
και το αλέτρι και το ζώο που οργώνει
χωράφια ονείρου και της γλώσσας τους ορίζοντες..

Επάνω μου την εξουσία του έχει το άστρο, κάθε άστρο
ημερινό ή νυχτιάτικο
που βιάζεται να γίνει ορατό απ’ όλες τις αγρύπνιες.

Μάνα
όλων των ψιθύρων που δεν καταχτήσαμε, Νύχτα!
αιώνια, αρχέγονη, εξουσιαστική!

υποταγμένος πάω στα γινάτια σου
με τα πολυάριθμα λεξιλόγια άστρα σου σαν μοίρες
που μ’ έναν τρόπο μας αναλογούν..

Και ξέρω
να σβήνομαι όπου πρώτα εγγράφηκα:

σε φύλλα λεμονιάς ή στων εσπεριδοειδών την αγιοσύνη
κατέχοντας ότι ξιφομαχώ από σύνεση
κι υπερασπίζομαι αγάπες αναμμένων λουλουδιών!

Ρόδος 25.2.2008

18 Μαρτίου 2012

ΕΤΣΙ ΖΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ..


Στην πρόσοψη των κτιρίων ο ήλιος αφήνει μια λεβάντα άνοιξης,
μια στοργική θωπεία που ανέρχεται αργά επάνω στους υαλοπίνακες
που σφυρίζουν μ’ αδιάφορες λάμψεις θλίψης..

Καταλαβαίνεις πόσο η ζωή ξοδεύεται
μέσα σε αδυσώπητα ντουβάρια              γέρνοντας
η πλάστιγγά της  προς του άδικου μεριά..

Έτσι ζει ο άνθρωπος…
Ροκανίζοντας τον ατέρμονα χρόνο
ή
πιστεύοντας ιδέες που εξέχουν πάν’ απ’ το κεφάλι του..
Κερασφόρος ατέλεια!

Όμως ο ήλιος,  απ’ αιώνων θρησκεία
πάντα εκεί              ζεσταίνει μιαν αγάπη πανανθρώπινη,
αισυμνήτης
αδιαφορεί για την  κάθε έχθρα..  

Ετούτα που πιστεύω είναι λόγια  του καημού
που ο θυμός δεν ξέρει να έρχεται·

τρώω μένος του χρόνου, τρώω πικρό μου καρπό
κι από θεό που παραστέκεται στα άνθη έχω αρχίσει να καταλαβαίνω..

Πάντως έτσι γερνώ που ενώ σωπαίνω ξέροντας
το μικρό μυστικό της ανεμώνας
μοναξιάς κράτη διέρχομαι πριν δω
την λίμνη που γυαλοκοπά απ’ τ’ αργυρό φεγγάρι..

Και των λέξεων είμαι τότε θηρευτής
όπως ζωγράφος που αγαπά τα χρώματα
μόνο που τα νοήματα δεν έχουνε μια στρογγυλή μεριά
κι αν χερακώσεις κατά λάθος άνεμο
ο κέρβερος πολυσημίας ανελέητα θα σε κατασπαράξει…

                                                                                   
                                                                                               5.3.2008


18 Αυγούστου 2011

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ..

Όλα ξεδίψασαν με τον ερχομό σου και πάντως
η στιγμή
που ζαλίζεται το αγιόκλημα του δειλινού να έχει
εντόμων πολιτείες ασημένιες όπως
να αχνίζουν πάνω στ’ ανακατεμένα μαλλιά του..

Ασυνόδευτος ο σβησμένος Φεβρουάριος
λυράρης τελευταίος του χειμώνα
ξένιαστα βρίσκει την χρήση του καλοακονισμένου μαχαιριού
ν’ αναταράξει τα αιθέρια σωθικά του..

Το κορίτσι αποφεύγει να κοιτάξει προς τον ουρανό·
ένας άγγελος συνέχεια το ερωτεύεται·
είναι μυθικό ξόανο το δέντρο που δεν έχει άνθος-
μόνο μ’ ένα γυμνό κλαδί του προκαλεί τον πανταχού παρόντα
ζωγράφο..

Ανοίγομαι με χίλιες πόρτες του μυαλού·
εισχωρεί το φως,
ελπιδοφόρο.
Νεότερος κι από του ήλιου αποκάλυψη..
Γράφω ποιήματα από ανάγκη να αισθάνομαι κοντά στον κίνδυνο
να ομολογήσω περισσότερα απ’ ότι κάνουν οι άνθρωποι…

Και αναιρούμαι μες τις χώρες του μυαλού όπου τα πολιτεύματα
είναι περόνες της χαράς
απασφαλισμένες
να εκραγεί παθιάρικα η ζωή.

28.2.2008

9 Αυγούστου 2011

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ..








Όλα ξεδίψασαν με τον ερχομό σου και πάντως
η στιγμή που ζαλίζεται το αγιόκλημα του δειλινού να έχει
εντόμων πολιτείες ασημένιες όπως να αχνίζουν πάνω
στ’ ανακατεμένα μαλλιά του..

Ασυνόδευτος ο σβησμένος Φεβρουάριος
λυράρης τελευταίος του χειμώνα
ξένιαστα βρίσκει την χρήση του καλοακονισμένου μαχαιριού
ν’ αναταράξει τα αιθέρια σωθικά του..

Το κορίτσι αποφεύγει να κοιτάξει προς τον ουρανό·
ένας άγγελος συνέχεια το ερωτεύεται·
είναι μυθικό ξόανο το δέντρο που δεν έχει άνθος-
μόνο μ’ ένα γυμνό κλαδί του προκαλεί τον πανταχού παρόντα
ζωγράφο..

Ανοίγομαι με χίλιες πόρτες του μυαλού·
εισχωρεί το φως,
ελπιδοφόρο.
Νεότερος κι από του ήλιου αποκάλυψη..
Γράφω ποιήματα από ανάγκη να αισθάνομαι κοντά στον
κίνδυνο
να ομολογήσω περισσότερα απ’ ότι κάνουν οι άνθρωποι…

Και αναιρούμαι μες τις χώρες του μυαλού όπου τα πολιτεύματα
είναι περόνες της χαράς
απασφαλισμένες
να εκραγεί παθιάρικα η ζωή.

22 Ιουλίου 2010

Περνώντας με τον νου επάνω απ’ τον χρόνο

Περνώντας με τον νου επάνω απ’ τον χρόνο,
νιώθεις σαν εκείνος να μην πέρασε..
Πλην όμως άλλη η αλήθεια είναι..

Την ακούς που σου άφησε ήχους και λέξεις·
και προπαντός
εκείνο το συλλάβισμα φθοράς
που μες τα ποιήματά σου πάντα αντηχεί…


Σ.Π 2008

21 Ιουλίου 2010

ΣΚΗΝΗΣ ΔΡΩΜΕΝΑ.

Δ

Ένιωθα που μια έλπιση φωτιάς με ήθελε να μ’ ορμηνεύσει.
Σπάζοντας όμως η σκέψη μου ολοένα
πάνω στης κάμαρας τους τοίχους, θα έλεγες
για μια αναζήτηση
μάταιη-

να σκαν πυροτεχνήματα του γέλιου μου μετά..
Μόνος..
Να παραξενεύονται οι άνθρωποι·
να σου με πάλι που ανάγνωθα
άδικα των αδίκων·
κανείς κανείς τους δεν άκουγε..

Μιας και το πίστευα
-καλά καλά
κι ας μην μου το επέτρεπε ο καιρός-
πονούσα
δοσμένος
σε μια ρέμβη στα μέλλοντα..

Ξεπρόβαλλε από κει μία στιγμή Γυναίκα η που θα ‘ναι κάποτε
με την ψυχή της άφθονη, φωσφορική
και είχε την περπατησιά της θύελλας
ανεμίζοντας κόμη ξανθή που την χρυσίζει ο ήλιος..

Μετά της μιλούσα·
χανόμασταν μέσα στην πόλη·
τσιμέντο, πλάκες του χαλκού κι αστράφτει αλουμίνιο-

Ο Γενάρης όμως αναμέρισε απαλά
τις κουρτίνες της κάμαρας και την είδα μετά
που την ήθελα τρελός να στέκεται μπροστά
σ’ έναν καθρέφτη και να φτιάχνει τα μαλλιά της..

Με θλίψη ψυχής της μίλησα.
Ο έρωτας κάρφωσε σαΐτες μια Παρασκευή.
Θυσίασα τον στείρο λογισμό μου
σε ατέλειωτους περίπατους
πάνω στον ασφαλτόδρομο μιας έγνοιας μου πυρετικής
που έσβησε σιγά καιόμενη γενναία..

Η Γυναίκα ερωτοτρόπησε με τον καιρό!

1981\1983

ΣΚΗΝΗΣ ΔΡΩΜΕΝΑ.

Γ

Βαρύς σαν βουνό,
κολλημένος στον πάτο μιας αισιοδοξίας κι ωστόσο
μπορώντας αποκεί να γίνω
πουλί και να πετάξω μες τα ιλαρά φώτα του πόθου μου..

Αδελφοί μου από σύννεφο κι από φωτιά·
από χέρι κι από προέκταση χεριού..

Τι μπορεί να μας αντισταθεί; Ο θάνατος
νικήθηκε
έχοντας εμείς δηλώσει την ψυχή μας ως την μέλλουσα
ζωή..

Μέσα στην παραζάλη του ονείρου οι δικές μας αρετές
μυροβόλες, πολύκλωνες
φτάνοντας απ’ τον ύπνο ως τον ξύπνο
ένα γεφύρι να διαβούν οι άνθρωποι
προς την καλοσύνη.. Λέω:

Πηγμένο στεκόταν στα χείλη μου ένα όνομα·
μήτε μπορώντας να το πω μήτε και να το πάρω πίσω·

«μέρα που θα ‘ρθει» το ‘πατε εσείς·
μπόρεσα πάλι να μιλήσω..

Ρέει στα βλέφαρά μου μέλι τ’ ουρανού·
κι ανατριχιάζει η μέρα μου κοιτώντας με από μακριά ο δόλιος να ρισκάρω
σε μια ριξιά και τα πάντα όλα-

Εσείς το μέλι πάρτε το αδελφοί μου·
εγώ ζητάω την επικίνδυνη στροφή-

που φτιάχνω δηλαδή και που χαλάω την τάξη…

1981

ΣΚΗΝΗΣ ΔΡΩΜΕΝΑ.

Β

Επειδή αλήθεια υπάρχει
ο πλάι μας άνθρωπος που υποφέρει
το χέρι μου αλίμονο κοντό για ν’ απονέμει την δικαιοσύνη και στον παραπέρα
κι οι λέξεις,
χτίζω μ’ αυτές αλλά,
σκουληκιάρικες σαπίζουν
με την πολυκαιρία και το λέγε-λέγε..
Βέβαια
το τραγούδι είναι καθρέφτης,
λέει το πρόσωπο: ωραίο ή άσχημο
όμως
είμαι ζωγράφος
τυφλός
αν έχετε εσείς κλειστά τα μάτια..

Κι η ιστορία;…
Σένα που στέκεις στην αιχμή της και ακροβατείς
με ανεμελιά δικάζω
μυρίζοντας επιθυμία δουλωμένη..

Εσύ να μας πεις ζητάς το παράλογο θέλω σου
και κραυγάζεις·
Τι γυρεύοντας αλήθεια ξέρεις; Εγώ να σου πω:
Τα πάντα· και τι δίνοντας αλήθεια ξέρεις;
Τίποτα

Μια αφαίρεση που καταλήγει πρόσθεση αν είναι η ζωή
κι αν είμαι εγώ ο μέλλοντας κι εσύ ο ενεστώτας
σκέψου:
τι ψιθυρίζει έστω, όχι τι κραυγάζει το αύριο·
σκέψου: ποιός δικαιώνεται;

Ώ, πάψε να μου αντιστέκεσαι άθλιο πλάσμα..
Ο μέλλοντας άνθρωπος είμαι πάνω στα χαλάσματα
του ίδιου σου εαυτού…

1981

20 Ιουλίου 2010

ΣΚΗΝΗΣ ΔΡΩΜΕΝΑ.

Α

Σαν ένα στήθος γεμάτο πνοή
έτοιμο να φυσήξει την καταιγίδα του
πάνω στις άγραφες σελίδες της ιστορίας,
να σπάσει τα σύνορα,
να κλέψει το μέλλον,
με μια ριξιά πυροβολιά ψυχής καλοσυνάτης
που ευαγγελίζεται του αύριο το ανέβα πάνω
στην ράχη αυτού που λέμε γεγονός.
Είμαι..
Που ξεκίνησα απ’ όλους πιο αργά μα που έφτασα
απ’ όλους πιο νωρίς,

αποδημητικός που άλλο δεν γίνεται,

με τόσες περιπέτειες εσωτερικές, τόσα συμβάντα
έχοντάς με πιεί σαν μια σταγόνα της βροχής το χώμα
ή πάλι μια θάλασσα.. Χάθηκα.. Μα
πίστεψέ το
η σταγόνα η ίδια
μια ώρα
ατμίζεται
ανεβαίνει
ψηλά
λευτερώνεται
λευτερώθηκα:

Μες απ’ τις ώρες τις σημερινές τόσες αυριανές αιφνίδια ξεχυμένες,
τόσης σκουριάς αφήνοντας ξοπίσω μου οξείδωση,

κρανία που πια δεν έχουν δόντια να δαγκάσουνε
έναν καρπό ιδέας ζουμερό,

να’με που λάμπω μέταλλο λαμπρό,
να’με που λάμπουν δόντια τα δικά μου κατακαίνουρια ..

Κι αν προστάζει ο Κάποιος
μάθετε λέω να μην μυρίζεται υποταγή!

1981

ΦΑΝΤΑΡΟΙ..

Στείλε τα μάτια σου μέσα σ’ αυτήν την άγρια
σιωπή του πλοίου της σελήνης..

Χιλιάδες όργανα, βιολιά, πιάνα της ευθυμίας
δεν μπορούν να δημιουργήσουνε μέσα μου μια χαρά.
Ένα παιδάκι ζητάει καραμέλες
κι η μάνα του το χαστουκίζει-
όπως χαστουκίζω μια μύγα με την ‘φημερίδα
ταξιδεύοντας με το τρένο,
πάνω στο λερωμένο τζάμι.

Νταλίκες που περνούν, η μουτσούνα τους
είναι άγρια:
όψη χρεοκοπημένου κόσμου· κι οι οδηγοί τους
ακούνε ολόιδιες μουσικές αγάπες,
σε κάθε χιλιόμετρο·

ένα βραδάκι μελαγχολικό
με αισθήσεις πυρές
κάτω στην ακροθαλασσιά..

Είμαι φαντάρος, οι φαντάροι αυτοκτονούν
πιέζοντας μονάχοι την σκανδάλη
μην μπορώντας την πίεση του συστήματος
τους ταριχευμένους αξιωματικούς με τα μυαλά
μες την γυάλα της προϊστορίας
ενώ
πεπονόφλουδες συμφέροντος πέφτουν
από την τσέπη τους
σε βάρος της πατρίδας..

Κάποιος μιλάει για εξουσιαστές·
την άλλη μέρα βάζει τέρμα στην ζωή του·
η μηχανή δουλεύει καλά
πότε πιέζει, πότε χαλαρώνει
και δεν υπάρχει
θεός
να τα δει όλ’ αυτά
θέληση ανθρώπου
να τα πολεμήσει..

Αυλίδα 30.1.1983

ΜΕΣ ΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ..

Το μεθυσμένο πρωί που κρατιέμαι σκυφτός…
Στο μυαλό μου βηματίζει ένας
στοχασμός· όλα εξαϋλώνονται.
Άνθρωποι
διαφόρων μεγεθών αναπτύσσουν θεωρίες
για δουλειές, για δορυφορικά ταξίδια, για
την πίεση της γιαγιάς τους που αργοπεθαίνει..

Είμαι μέσα σ’ αυτόν τον παραλογισμό·
τα κοιτάζω όλα: τοπία
της φαντασίας που ταξιδεύει
με την ταχύτητα του φωτός· σπέσιαλ όψη
της γης που ξυπνάει· να:

η ακοή πιάνει έναν νυσταγμένο σαλπιγκτή
που σκαρφαλωμένος πάνω στο τείχος της συμπάθειας
ορκίζεται νίκη. Ένας οδοντίατρος
της ρέμβης
αφαιρεί το χαλασμένο δόντι του τοπίου· υποψιάζεται
έναν δύσκολο φρονιμίτη·
το τοπίο γίνεται φρόνιμο·
γεμίζει ήμερες αγελάδες, προβατάκια, μάτια λαχανιασμένα·
ενώ ένα πανικόβλητο άγχος τρέχει να σωθεί
όπου φύγει φύγει..

Μετά έρχονται σκέψεις πιο δύσκολες·
κατορθώνουν να μηδενίσουν την απόλαυση·
πέφτουν έντομα πολλά από τον ουρανό·
ανακαινίζεται το μαγαζί της φύσης·

είναι μια μόδα του καινούριου αιώνα που φορά
μιαν ομίχλη που πλέει μέσα στις φλέβες του..

…Τότε υπάρχει μια διαφωνία με τον θεό
πίνοντας καφεδάκι σε καφενεδάκι της προαίσθησης
καταλαβαίνω να ‘ρχεται ο θάνατος
έχοντας δέσει τούφες τούφες το μπαμπάκι στις πατούσες…

Δεν με ξεγελάει·
ανοίγω την πόρτα ενός λουλουδιού, δραπετεύω
μεθυσμένος
μέσα στο άγουρο πρωί.

Μαρτυρώντας την αισιοδοξία του έρωτα!

30.1.1983 Αυλίδα

19 Ιουλίου 2010

ΗΡΑΚΛΕΙΟ..

Κοιτάζω αφηρημένος τον ορίζοντα.
Ξεχασμένος εκεί και γυρεύω
αυτό το νοερό ταξίδι..

Η πλατεία της συνοικίας πελώρια κι άδεια
δίνοντας την αίσθηση χειμώνα·
παγωμένα χαμόγελα κι ένα τσουχτερό άγχος..

Δεν μπορώ να πω για τον καημό μου απόψε·
η ιστορία φυλλομετρά τα άδεια της τετράδια·
τρομερά τρωκτικά πηδούν σ’ ένα χορό
γύρω απ’ το εξώφυλλο που γράφει «Χρονικό των εγκαταλειμμένων»..

Η εξουσία λέει έν’ αφόρητο κέρδος
σαν ξύγκι βγαλμένο απ’ την μύγα του κόσμου
λειτουργώντας μέσα σ’ ένα στεγνό
σύμφωνο όπως «βία»..

Αυτή την μέρα κοιμήθηκα αργά·
γύριζα σαν αλλοπαρμένος από μαγαζί σε μαγαζί·
κ’ ήμουν μεθυσμένος απόλυτα·
και φορούσα λίγα ρούχα και κρύωνα·
και την άλλη μέρα με πέρναν φαντάρο·
και δεν είχα έναν φίλο·
δεν είχα έναν φίλο κ’ η τελευταία γυναίκα που μ’ ερωτεύτηκε
ήταν μια ανισόρροπη πόρνη·
μαλλιά καστανά και μεγάλα στήθια
σα να ‘ταν η τροφός του Νέρωνα
ή
του Χίτλερ..

Άνοιξα το μεγάλο μάνταλο της πατρίδας και μπήκα.
Καταδικάστηκα
σε μονομανίες, σε επιβαλλόμενες
φιλοπατρίες, σε βουβές
υποταγές κορδωμένων αξιωματικών…

Ενώ το μυαλό μου ποθούσε πάντοτε την ένωση
των χεριών του λαού!
Προστατεύοντας τους αλήτες που συμπάθησα
με την κοστολογημένη ανθρωπιά τους μεγαλύτερη
απ’ όλους τους βολεμένους του κόσμου…

29.1.1983

Η ΕΡΩΜΕΝΗ..

Ένας άντρας στάθηκε αδύνατον να την αγαπήσει μέσα σε τόσους χειμώνες.

Αθήνα του εικοστού αιώνα-

η φυγή της από κοντά του δεν κόστισε τίποτα,
αυτός πληγώθηκε,
εκείνη βρήκε άλλον..

Τα βράδια πέρναγαν αγκαλιασμένοι μπροστά απ’ τις φανταχτερές βιτρίνες.
Μετά την πήγαινε σπίτι της.
Παιχνίδια μοναξιάς μετά.

Τότε κάθονταν μπροστά στον καθρέφτη το αιώνιο θηλυκό
και μαστίγωνε το δέρμα της
καλλωπίζοντας τις ρυτίδες από την αρχή
και επιθυμώντας τα φορέματα, τα αμάξια και
τον νεαρό που εγκατέλειψε…

26.1.1983 Αυλίδα

ΑΠΩΛΕΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ..

Ήταν ο πράος ήλιος, το διάφανο γυαλί,
το στρωτό γάλα της χλόης, ο κάμπος,
ο ουρανός, το όχι άγχος, η ψυχή,
η πνευματική κλωτσιά στο ανεξήγητο του θανάτου..

Μετά η τσέπη του παντελονιού, το συμφέρον,
τα μανίκια του κλέφτη, η προέκταση του εγώ,
η εξουσιαστική ύπαρξη, το τέρας το ασυμπάθιστο.

Χάθηκαν όλα μ’ έναν πάταγο: σπίτια
της ευτυχίας, χαρούμενοι ουρανοί.
Η υγεία που χάθηκε, ο ένστικτος
νόμος βασίλεψε·
χορεύοντας σαν τρελός μες το μυαλό που το σκοτείνιαζε
η κακία.

Μ’ έναν βαρύ ρυθμό τα μάθαμε όλα αυτά-
εμείς οι ίδιοι
συμμετέχοντας στα γεγονότα…

Αυλίδα 23.1.1983

ΤΣΟΥΖΕΙ ΑΓΟΥΡΟΣ ΚΑΡΠΟΣ..

Τώρα μέσα στα μάτια του χειμώνα
τσούζει άγουρος καρπός..

Οι πορτοκαλιές και ευθύνονται οι αγέρηδες
τέσσερεις για την απροσδόκητη άνθιση..

Ένας θεός ακόμη
αθάνατος προβληματίζεται
σε κοινή θέα..
Μες την πλατεία.

Περνούνε βιαστικά τα αυτοκίνητα.
Με ζευγαράκια ερωτευμένα
μες την κραιπάλη του έρωτα.

«Ζωή» λέει κάποιος, «την ζωή μου την ρήμαξα»..

22.1.1983 Αυλίδα

ΕΦΤΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ..

Το πνεύμα της μέρας δολωμένο αγκίστρι της αισιοδοξίας
κι ένας πόθος σπαρταράει σαν ψάρι ριπίζοντας
ο άνεμος τα μαλλιά μου,
στο ακρογιάλι..

Φανέρωση του ουρανού σ’ εφτά πατώματα.
Κατοικίες των ψυχών τετράραχες
με παραθύρια διακοσμημένα στο περβάζι με χρωματιστά γλαστράκια..
Γενάρης στο νησί..

Ο Μόλυβος που λάμπει με το καστρινό του όνειρο
φωταγωγημένος το βράδυ!

Αναγκεύομαι μοναξιά να σωθώ..

Σπρώχνει τις βάρκες ο γλυκερός πουνέντες
το άλλο πρωί…
Ξυπνάει ο κάβουρας με δύο αινιγματικές δαγκάνες.

Είμαι εγώ και ο πατέρας μου λίγο πριν φύγει για την πλάνη του.
Τσακωνόμαστε σχετικά με το ποιος βοηθάει το Kακό να επιβιώσει..
Τόσους αιώνες…

19.1 1983 Αυλίδα

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου