Πίσω απ’ τα δάση της οξιάς είναι οι πόλεις με τις διπλόριχτες στέγες. Θλιμμένες σαν να τις μάλωσε η χαμηλή συννεφιά.
Ραγίζονται οι δρόμοι τους. Η υγρασία τις ακουμπά.
Και στα χωράφια λίγο παραέξω είναι μια ρίζα φτωχή μιας ελπίδας που με κόπο φυτρώνει.
Στον εθνικό δρόμο μακροσκελείς νταλίκες όπως οι στίχοιι
Ζαλίζονται να ταξιδεύουν μες το μουχλιασμένο πρωί.
Θάμνοι χαμέρπουν όσο το μάτι σου πάει.
Αν υπήρχε μουσική θα ήταν θλιμμένη.
Άφησα την καρδιά μου πίσω- η καρδιά μου είναι θλιμμένη.
Λέαινα που έχει μία τόλμη φλογερή..
Σκουριάσανε τα δέντρα σαν από μια όξινη βροχή. Τρέχει για να μην είναι λογικό το αυτοκίνητο. Αναταράζει τους τροχούς του ο δρόμος.
Ακολουθώ τους ταραξίες ανέμους του μυαλού μου.
Χρόνια τώρα.
Θα βγω σε μια τεθλασμένη χώρα που να μοιάζει Ελλάδα.
Και στα χέρια μου μια δίκαιη πανσέληνος!
Νεροφαγώματα στα πλάγια του βουνού
Αδύναμες καστανιές που τρίζουν τα κορμιά τους καθώς
το φως της μέρας τις διαπερνά.
Πρόβατα και νωχελικές αγελάδες.
Γυμνή γη και ψυχή κουρελοντυμμένη.
Η φτώχεια είναι ένα σπίτι ετοιμόρροπο που πάντα απειλεί τον ένοικό του.
Κανένα όνειρο δεν θα επιβιώσει ως το άλλο πρωί.
Μαρασμός στο ποίημα.
Όλα ζητούν μια παντάνασσα άνοιξη.
Άνοιξε ψυχή μου τα καταφυγιά σου!
Οι καλαμποκιές στέκονται νυσταγμένες στα χωράφια πλάι στον δρόμο.
Κίτρινες, πιο ωχρές.
Χλευάζουν τον υγρό αέρα που τις θωπεύει.
Μουντό τοπίο.
Παράσιτα στους αγρούς των σκλαβωμένων ανθρώπων.
Κοκκινόχωμα χοϊκό υλικό μιας σκυθρωπής πραγματικότητας.
Εδώ είδα τα χωριά με τα ασοβάντιστα σπίτια
Και τα τζαμιά που είναι σαν μολύβια χρωματιστά μπηγμένα
αλφαδιασμένα στην γη.
Η όψη των Βαλκανίων ζει εκεί που οι φτωχότερες εκφάνσεις της
Είναι μια συστοιχία χωριών που δεν αντέχουνε να πουν τα ποιήματά μου..
Γδαρμένος ουρανός που δακρύζει
Πάνω από το νυχτωμένο Βελιγράδι.
Μια πόλη μέσα στην νύχτα- κι ύστερα άλλη.
Σέρβικη ύπαιθρο απλωμένη σαν μια επίγεια προσευχή.
Αν θέλεις την φωνή σου να σώσεις
άφησε την νύχτα να χιμήξει μέσα σου
Κουβαλά το σκοτάδι της η ζωή
Ελπίζοντας σ’ ένα μεταγλωττισμένο μετέπειτα φως..
Τίποτα δεν περισσεύει στην αυγή της Ουγγαρίας.
Μουντός καιρός και η καρδιά μου κλαίει.
Όλη την νύχτα άγρυπνος και έστελναν μηνύματα οι ουρανοί.
Έτρεξε σαν δαιμονισμένο το αυτοκίνητο.
Χωριά δημόσιοι δρόμοι φανοστάτες
Που καλπάζει το φως τους μες τον στατικό αέρα της νύχτας.
Ζαλισμένος αντίπαλος Νοέμβριος.
Νταλίκες σαν σκουλήκια που έρπουν με μια κόκκινη ζεστή ουρά.
Πετρελαίου ρύποι και άοκνες ρόδες.
Με το στυλό μου πιάνω μια κατάφαση που δεν περίμενα.
Όταν είναι αντίφαση και γκρίνια σαν αγκάθι η ζωή..
Πάνω στα άφυλλα δέντρα φωλιές πουλιών μηνούνε ζωής παρανάλωμα.
Νεοσσοί μιας ειρήνης τιττιβισμών.
Το κρύο τσούζει στο πρόσωπο,
Είναι σαν ένα αδυσώπητο τέλειο μαστίγωμα.
Να βρεις το μέτρο που υιοθέτησες για να σου είναι η ζωή υποφερτή
μέσα στην όραση που συλλέγει εικόνες και μετουσιώνει τα πάντα
μες την κρυφή σου χαρά..
Παρασκευή δίχως σκεύη μελαγχολίας.
Ένας ήλιος χρυσός έκανε να είναι ετοιμοπόλεμα τα παγωμένα από την νύχτα φτερά σου.
Το ποίημα είναι πια μια πεζή φιγούρα που θέλησε να κολυμπά μες τα νερά ενός γαλάζιου ουρανού.
Φιλοδόξησα να σε μάθω και να με μάθεις ψυχή μου.
Ηθογράφος μιας τονισμένης λυρικά και έντονα έξαψης.
Κρίνε το αποτέλεσμα ξέροντας ότι δεν κρατώ το μαγικό ραβδάκι.
Ξυλουργώ κουρασμένος περί τον δύσκολο βίο.
Κι αν εκμυστηρεύομαι εκλάμψεις είναι γιατί με προίκισε η μοίρα με σωρεία φιλοσοφικών λουλουδιών.
Για να πω την ποίηση όπως ο απλός κόσμος την βλέπει..
Η ανάσα είναι φόρος που αποδίδει το άζωτο της στην ατμοσφαιρική μας πραγματικότητα.
Ρύπος είναι μονάχα η μελαγχολία.
Τι να το κάνεις που αν πεις πως θέλεις να ζήσεις αγνά σε πολιορκεί χυδαία η έτσι ζωή.
Από τις λέξεις που αγάπησα πήγα ταξίδια μακρινά.
Σαν να κινδύνεψα μέσα στο φως και ας ερχόμουν σέρνοντας δέσμιο το βασανιστικό σκοτάδι.
Ακόμα και ο γραφικός χαρακτήρας μου που σου άρεσε σε άλλα χρόνια ήταν μια επίπονη σπουδή.
Τόσο που σαν να έχεις δίκιο:- είμαι εμμονικός μεταξοσκώληκας που υφαίνει μαστορικά το λεκτικό χάος.
Κατηγόρησε με ότι θέλησα μια αθωότητα που είναι αμφίβολο αν και ποτέ της υπήρξε.
Είμαι ένας ρομαντικός που αποδιώχνουν από κοντά τους οι θηρευτές κάθε ψεύδους..
Α Μπρατισλάβα ξυπνημένη μες τον πρωινό ήλιο!
Γαλουχημένη της ανατολής.
Κυλάς σαν μια ρυμοτομία συγκινήσεων.
Τα κτίριά σου είναι πολύχρωμη ζώσα έλξη.
Τακτοποιημένα σαν τα πιόνια στο σκάκι.
Στοχάζεσαι επικίνδυνα μέσα στην μέρα, είσαι γαλήνη που δεν αποταμιεύεται.
Κάποτε ένα φουγάρο εξέχει και κάνει αιχμηρό το τοπίο.
Κι όλο το σκηνικό που έστησε ο χορογράφος των λαϊκών σου αναγκών
Είναι μια θρυλική πεμπτουσία ομόνοιας και έρωτα..
Τόσο ψηλά πεύκα τόσο καρποφόρος ήλιος.
Πήρα την πέτρα και την πέταξα μέσα στην ερημιά.
Στο κούτελο της γης η χλόη άπλωσε τα εορταστικά μαλλιά της.
Στα λόγια μου στάθηκε πάλι η παρομοίωση.
Λυρικά γενναία.
Ευθύδικος ήλιος δίκαιος μέσα στον κόσμο που γύρω ξημέρωσε..
Οι αγωγοί των αγωγών- όλα αγώγιμα
Μέσα σε τεράστιους σωλήνες που έρπουν
Πάνω στο έδαφος σαν ασημένια σκουλήκια.
Παρατηρητήρια και εκτάσεις σπαρμένες τονωτικό καρπό.
Ελάφια τρέχουνε μες το ξερό λιβάδι.
Στύλοι του φωτισμού και κει στο βάθος μια ωραία εκκλησία
Που δηλώνει πληρεξούσια μ’ ένα βαρύ καμπαναριό.
Στο ρολόι μου ο χρόνος τρέχει δεν τρέχει..
Ο ήλιος συμπαθεί την Πράγα και της χαρίζει πολλές εκδοχές μιας μεσαιωνικής ιστορίας.
Εθνικός δρόμος ταλαιπωρημένος σαν ένα παπούτσι που πολύ και επί μακρόν μες τα χρόνια περπάτησε.
Κανείς δεν είναι αφελής να πιστέψει ότι ο κόσμος είναι κάπου διαφορετικός.
Ξεσκονίζει πάντα τις ιδέες του και όλα θέλουν την άνοιξη στην Πράγα.
Έστω κι αν εκείνες οι ωραίες κοπέλες επιθυμούν να συνάψουν συνθήκη ερωτική με εκείνον που ταμειακά αποδεικνύεται ιππότης.
Μην ποδοπατάς τα όνειρα. Χλεύασε την βαθιά σου αυταπάτη,
Η ποίηση είναι η κραυγαλέα σου ερωμένη!
Βαθμηδόν αυτό που γίνεται να είναι βάναυσο δευτερόλεπτο, είναι αυτό που θα με πάει ως το έδαφος κατορθωμένου στίχου.
Ό,τι πω είναι παραγινωμένα φεγγάρια.
Ζητούν οι νύχτες μου και αξιώνουν πανσέληνο.
Θα έρθω κοντά σου πιο σοφός και εξουσιάζοντας τον γραφικό σου χαρακτήρα.
Θα γίνεις το άλφα μου… και ως το καλλιγραφικό μου θαλερό ωμέγα.
Τι ωραία που θα σου λέω την στεναχώρια μου! Θα γίνεις
Ένα άστρο παρηγορητικό που μου παίρνει την θλίψη την νύχτα..
Δηλαδή στο μυαλό μου ωραία εγγράφεσαι και στην σκέψη μου συγκινήσεις υπέροχες σπέρνεις
που δεν γίνεται παρά με όλους που θα με διαβάσουν να μην μοιραστώ.
Η είσοδός σου μες το ποίημα είναι μουσική.
Η σιωπή σου είναι ένα παλιό ευαγγέλιο
που οι παραβολές του είναι νυν που φρόνιμα μια μέρα θα ανταρτέψει.
Έτσι δεν είναι το Απρόσμενο;
Αυτό που είσαι είναι μέσα μου
εισαγωγικό πάθος του Ωραίου!
Τσούζει το κρύο. Στην πλατεία περπατούν βιαστικοί αυτοί που η ζωή τους είναι περιπέτεια.
Προσόψεις των κτιρίων διακοσμημένες περίτεχνα, ίσως βαριά.
Η απλότητα πού είναι;
Η νύχτα εισπράττει τις αξίες που απέδωσε η μέρα
Ξεγράφοντας το χρέος από το γινάτι της.
Η πεισιθάνατη νύχτα εισπνέει ζωή κι αποπνέει αόριστο θάνατο.
Μελαγχολίες του Νοέμβριου γυρνούν για να με θλίβει η Τσεχία.
Αγοράζω μια σιωπή αορίστου χρόνου όταν ο ενεστώτας είναι μια φιλοσοφία που ελαφραίνει.
Όσο να γίνει η αγάπη που φρόντιζα νόμος και φιλοδοξώ μια μέρα να σου αποδοθεί..
Σκοτείνιασαν οι κόσμοι μου. Άσε το ρόπτρο και το μάνταλο να μου θυμίζουν άλλες εποχές.
Χύμα στο κύμα πήγα. Όπως θα το ‘λεγε η κόρη μου.
Είναι οι λέξεις αναρχία, θέλουν ανυπόταχτη πάντα συνείδηση.
Πώς να καλύψεις την ρωγμή που σου κατάφεραν τα χρόνια;
Ρους η ζωή που μες τον χρόνο που σου ανήκει εγκλωβίζεται.
Οι βιτρίνες των καταστημάτων φωτίζονται και οι τονισμοί ενός LED πάθους
Σκλαβώνουν αρχιτεκτονικά τα μάτια σου.
Δεν θα διαβάσω τίποτα που να εξηγείται αλλιώς απ’ το πώς κόβει ο σουγιάς μου..
Φορτίζω το κινητό μου φορτίζω εμένα.
Σαν να αποκομίζω από την σιωπή μου μια νίκη.
Ρυμουλκούν το μυαλό μου λέξεις περιπαθείς.
Το ″έπιασε″ ο Βασίλης και μου το ‘πε.
-Είσαι ερωτευμένος ρε μπαγάσα μ’ ένα θηλυκό που δεν υπάρχει.
Ή μήπως;
Βαριά προφορά έχει το σούρουπο και μένει έτσι γδαρμένο και ρυτιδωμένο το πρωί.
Δείξε μου τον τρόπο να σ’ αγαπώ χωρίς να πληγώνεται θανάσιμα ο έρωτας..
Όταν ακονίζονται τα μαχαίρια που θα σφάξουν το σώμα της ερημιάς
Ο αέρας που συντροφεύει τα βήματα μου πάνω στις πλάκες των
πεζοδρομίων
είναι μια σεισμική κίνηση προς τα μπρος που χορταίνει το ποίημα σαφήνεια.
Ακούω το λεξικό των παρηχήσεων. Διαβάζω.
Σεληνοφωτισμένα τα κρυφά μου τετράδια.
Κι αν πω να μην πιστέψω σε κανένανε που θα μπορούσε να με σώσει
Οι ώρες μου υγροποιούνται
Και αποκτούν μια υγιή όψη παιδούλας που την λιμπίζεται ο μαυλιστής οικοδόμος του μέσα μου χάους..
Τα τζαμιά είναι φωτισμένα σαν μινιατούρες μιας κλίμακας που υπόσχεται μετάβαση στον ουρανό.
Ωραία αλήθεια!
Αναγνωρίζω την αξία ενός λόγου που καρπίζει μέσα σε βαρήκοα αυτιά.
Συμπέρανε τα λόγια που δεν τόλμησες ποτέ σου και απλά τόσο απλά θα σε παρηγορήσει σβήνοντας τα κρίματά σου ο θεός.
Γράψε στο υπερπέραν που σε όρισε να μην κατέχεις.
Ήσουν ευτυχισμένο χαμόγελο ήσουν η αισιοδοξία που έχεις·
Ανασταίνεις τον λόγο απ’ την μοιραία ελεεινή φθορά του.
Σε πίστεψα γιατί όπου δεν φανταζόμουνα με πήγες.
Και σε ήθελα με ένα πάθος κορυφαίο, κάνοντας
Τον υπερθετικό σου έρωτα πιο κοντινό τώρα
Που με πλησιάζει το μακρινό
Κρυμμένο απ’ όλους καυτό δάκρυ σου..
Όταν θα σβήσω αυτό το πορτατίφ θα ανάψεις πάλι σαν μια οπτασία μπρος στα μάτια μου.
Ξεφορτώνομαι τις στιγμές που δεν αλήθεια σε έχω.
Γράφω σαν μ’ ένα πείσμα αθανάτου.
Φωταγώγησε αυτά που θα ‘ρθουν να με βρουν και δεν θα μου συμβούν αν δεν είσαι εκεί, θα είναι ασύστολα ψέματα.
Τόσο βαρύς εκτείνεται ως τις εκβολές του πάθους ο λόγος.
Είσαι γεγονός της φωτιάς που μόνο μες από την ποίηση καταλαβαίνω.
Είσαι ο τελικός επίλογος στην πρόζα της συμβατικής ζωής.
Το επαναστατικό δρεπάνι που θερίζει συντηρητικές νυχτερίδες
της γέρικης σκέψης μου..
Είναι μια αναρχική μαργαρίτα που δεν την φυλλομαδώ γιατί δεν ξέρω τι να την ρωτήσω..
Μπορεί να μ’ αγαπάς ακόμα μα εδώ οι δρόμοι είναι μια συνάντηση πυκνή
Της ομίχλης με την ζάλη του νου μου.
Η κούραση δεν αλήθεια που λέγεται..
Αντιστρέφω τις νότες που αφήνει ο πρωτευουσιάνικος αέρας μες το πρωινό
Και ακούγεται μια καθαρή μουσική
Που ρέπει επί την ξαφνική θλίψη που έχεις.
Οι βιτρίνες κομπάζουν.
Πορνεία σε όλα- πληθωρική ασύστολη πορνεία.
Να δραπετεύσω από αυτήν την άθλια
Τεζαρισμένη φειδωλή πραγματικότητα που κάνει
την φιλία μας να μοιάζει πιο πολύτιμη κι από τον δυσκολοφανέρωτο
γι αυτήν την χώρα ήλιο..
Είναι η εύκολη λεία που κλέβω από τα φεγγάρια σου:
Τα αισθήματα από πηλό και φιλιά. Πριν
Σημειώσουν ήττα οι μελαγχολίες μου και αυτό που είσαι
δεν έχει κάτι εφικτό
που μπορεί κανείς με του λόγου το πυρ ν’ αποδώσει.
Ο χρόνος τώρα δεν ξέρει τον χρόνο μετά
Αλλά όλα είναι χρόνος ύστερα όταν έρθει το μέλλον.
Ένα γυαλί που λάμπει μες το φως
Και εγώ είμαι ο κλέφτης
των σκέψεων σου – κάτι
Σαν ο αλήτης που σε ακολουθεί
όπου κι αν πας.
Έχω θεσπίσει λογική των φιλιών..
Υποκύπτεις γιατί ως εμένα ριζώνει το φως σου.
Ενθουσιάζεσαι από αυτό που σε άλλους
είναι ανέκφραστος πόνος. Είσαι
ερωτική συμφωνία που βαθαίνει
τον αναπότρεπτο γκρεμό της.
Κι αν σε κρατώ με μια λέξη αλυσίδα
Η σιωπή που με περιτριγυρίζει
είναι η αμφιμονοσήμαντη δύσκολη σχέση
που από σένα προκύπτει..
Ποιός είναι αυτός ο λαός που βάρυνε περιμένοντας μιαν άνοιξη ανεξίτηλη;
Έξω από τα σκοτεινά μπαράκια μυρίζει η μπύρα της Τσεχίας.
Μια έγχρωμη ράτσα πουλά άρτον, θεάματα και ευκαιρίας έρωτα ούτω βοήσωμεν.
Πλακοστρωμένοι δρόμοι, αυτοκινήτων φώτα, ναρκομανείς που ψάχνουνε μια δόση για να συμπληρώσουνε την κόλαση. Ποιός
Νομίζει ότι δεν έχει μια δική του κερκόπορτα;
Ωραίες γυναίκες με μάτια σαν από φίδι
Που μαγνητίζει το βλέμμα σου-
Περνούν μ’ ένα λίκνισμα απαλό του γοφού
Σαν μες την θάλασσα του πόθου να ‘θελαν να αρμενίσουν.
Μα είμαι εκεί που η συλλαβή είναι από μόνη της μια αυτούσια λέξη-
Μαθαίνω την προπαίδεια των αστεριών-
Κι αν σου μιλώ κρυφά ακούγεται η φωνή μου
Διασχίζοντας για να μην έχουν νόημα τα σύνορα,
Για να είμαστε μες τον κόσμο μόνοι εσύ και εγώ..
Όλα είναι εσκεμμένα αμφίδρομα: οι σχέσεις
Που συγκρούουν εσένα με μένα, οι ανάσες
Πυρωμένες πριν το φιλί, ή ο θυμός
Όταν σπάζουν οι φραγμοί και ο άξεστος άνθρωπος
Πάλι και πάλι επιβιώνει…
Όλα είναι τεντωμένο τόξο
Αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά
Ενός λαού που δεν καταλαβαίνω-
Σκορπούν μια θλίψη, ένα μαύρο πικρότατο δώρο
Φτωχής θέλησης- είναι η ζωή μια ξεχαρβαλωμένη κιθάρα
Που παίζει μονότονα έναν ρηχό κουρασμένο σκοπό…
Τελετές προς το μάγο φεγγάρι
Οι κοπέλες σεληνιάζονται
Πετούν όλα τα ρούχα τους
Στο πλακόστρωτο ακούγονται τα χαρωπά τακουνάκια τους
Τικ τακ τικ τακ
Σαν χτύπος ρολογιού που σημαίνει μιαν ώρα ακριβή ο πόθος.
Άδικη ζωή και άδικη μοίρα
Το κορίτσι μου είναι ένα σπάταλο γέλιο
Μένει στις γειτονιές του ήλιου
Χουζουρεύει μες την νοητή αγκαλιά μου.
Τι γράφω που είναι νύχτας αινίγματα
Μες τον ακόλαστο Νοέμβριο και ζει
Ένα όραμα των αστεριών ο ουρανός της Τσεχίας;
Ποιητής βυζαγμένος μητρικό γάλα της Ποίησης
Οπαδός μιας οικουμενικής μεγάλης χαράς..