...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

4 Ιουνίου 2016

Εωθινό…




Κάπου ανθίζει μια αρετή κήπων
Κάπου ευδοκίμησε σθεναρά ο Ιούνιος
Φεγγάρια μίλησαν το βράδυ και την μέρα χαθήκαν
Ένας ήλιος έλαμψε αήττητος αυτοκρατορικός
Κουβεντιάσαμε είπαμε τόσα μας σώθηκε η φωνή
Κράτησα το χέρι σου μες το δικό μου μας νανούρισε ο άνεμος
Η μέρα ήρθε πιο γλυκιά να μας χωρίσει και να μείνουμε με αναμνήσεις
Που κυλούν στον χρόνο όπως τα δάκρυα στα μάγουλα..

3 Ιουνίου 2016

Καλαμάτα..




Χορεύουν τα άστρα πάνω στο ζαλισμένο κεφάλι μου,
Οι μπαλαρίνες χορεύουν των νεφών πολυσήμαντες
μες τον πράο αέρα,
Με μάγεψε η άγουρη Παρασκευή,
Ήρθε ακανόνιστα μες το μυαλό μου και μου τέλειωσε η βδομάδα,
Όση ποίηση τόσο όνειρο, όσος δρόμος τόσο ταξίδι,
Μου υποσχέθηκε και μου έταξε η Καλαμάτα,
Θα 'ρθω κοντά στα κεφάτα χωριά της,
Για την Ελλάδα μέσα μου ξυπνά ένας καημός και όπου με βγάλει..


 


Η Καλαμάτα μες τον ήλιο.
Διασπασμένη σαν ενοχή.
Την απαθανατίζω μέσα σε φωτογραφίες.
Ανέχεται την αδιακρισία μου.
Γιορτάζει μαζί μου την χαρά να την αγαπώ και να νιώθω οικεία τα πάντα γύρω μου.
Σε κάθε κύτταρό μου η Ελλάδα οχυρώνεται και κρατά την υψιπέτεια των στοχασμών που μπορεί.


                                                                                                   3 Ιουνίου 2016 

2 Ιουνίου 2016

Μήδεια όμως…





Τί θα γεννήσει η μοίρα σου και ποιός
θα σου παρασταθεί εδώ πέρα
που τελειώνουν οι τύψεις σου και
η λύπη καλά κυριεύει
το σκοτεινό συκώτι σου, πολλά πικραμένο
κι όμως δυνητικό και που γεννά:
                                                 Μουσικές
που εντρυφούν μες τον μυστικισμό των ονείρων-
α μάννα φόνισσα, χαροκαμένη,
με τα φρένα χαλασμένα- να
που οι λίθοι γύρω σου γίναν
φαντάσματα
και
ορθώνονται μπροστά σου
δικαστές
και τιμωροί της ψυχής σου
δεινοί..





1 Ιουνίου 2016

Περίπου προστίθεσαι




σε ένα φόντο παραμυθιού κι όταν
μεσημεριάζει,
φωνούλες πολυσήμαντες ασημίζουν 
πάνω από τα γλαφυρά δέντρα κι έως
να απαλλοτριωθεί η Άνοιξη και να μοσχοβολήσουν
οι ίασμοι
και τα πλανητάρια των τηλεσκοπίων να ανακαλύψουν
νέα αστέρια
που γεύονται την φιλαυτία σου και πάντα
αμφιβάλουν
για μας που είμαστε οι δορυφόροι του Έρωτα..

εδώ που είμαι είναι η καταγραφή μιας προσευχής


Απουσιάζω από τις γιορτές και μαίνονται οι άνεμοι του νου μου
Κρατώ μια στάση αναμονής και η πολιορκία μου δεν λύνεται
Σε έχω στο χέρι μου Τροία
Ψαύω το λουλουδάκι της εσπέρας
Ο ήλιος το χαϊδεύει σαν ευχή
Κατεβαίνω τα σκαλιά του Αυγούστου- με συναντά ο Σεπτέμβριος
Φιλόσοφος θυμού μιας απολύτου κρίσης
Της αγιότητας το βάρος κι αν σηκώνοντας
Στης Μικρασίας τα μέρη πάω
Τα γονικά μου ψάχνοντας
Απουσιάζω απ’ τις γιορτές – εδώ που είμαι είναι η καταγραφή μιας προσευχής
που οι θρησκείες όλες σαν παλίμψηστο
αποτυπώνονται
και όλων νυν
προέχει ο Άνθρωπος.

Ποιός διαχειρίζεται τις πίκρες

Ποιός διαχειρίζεται τις πίκρες και έχει όλος ο βίος μας αχρηστευτεί; - σιγανά περπάτα. Νιώσε: υπάρχει ένας κρυφός παλμός
που κάνει την καρδιά να χτυπά λυρικά και να σώζει από τις Στιγμές εκείνες που μας κάνουν ομορφότερους.

31 Μαΐου 2016

Ο ένας οι όλοι…




Σε περικυκλώνουν οι αύρες και σε ψαύουν
τα φωνήεντα
όπως εκστασιάζεσαι μες της Άνοιξης
τον κήπο,
τρυφερέ μου Δέσποτα, αρραβωνιαστικέ
των στίχων-

Κι αν
σε ερμηνεύσω
απ' την καλή
-όσο και αν ανάποδα βαδίζεις-
με συνδράμει η Έννοια, μου παραστέκεται
του νοήματος η καθαρή Πρώτη Ουσία, μεγαλωμένε
απ' το βυζί της Ποίησης και
στην ποδιά κανακεμένε
της Μουσικής-

Α έτσι
αλαφροπατάς
πάνω στην χλόη του ουρανού, εθελούσια
θυσιασμένος
για να μην κλάψουν οι άλλοι,

Α έτσι
ομοιοκαταληξία στεφανώνεσαι
του όρθρου
και στον επιτάφιο
θρήνο σε ανταμώνω
του ηλιοβασιλέματος- εκεί
που είσαι αυτός που είσαι όλοι κι είσαι
μόνος σου
αυτός
που η οικουμένη σε σένα προσβλέπει..







Ρουλέτα…


Θα κλειδωθούν πάνω στην μελαγχολία σου οι στίχοι του αύριο,
Ένα βλέμμα που ποντάρουν επάνω του τα ποιήματα την καθαρή υπεραξία τους,
Θα κλειδωθούν στην όψη σου οι αρετές του κόσμου-
Να οι μελωδίες που αγαπώ, να αυτό που προσβλέπω-
Σαν μια μουσική που καρφιτσώνεται πάνω στον μίσχο ενός λουλουδιού και για ένα λουλούδι
Εκκινώ τον κόσμο και στην ρουλέτα που συνθλίβομαι, εσύ ποντάρεις ανελέητα θανάτους..

30 Μαΐου 2016

Απογευματινό…




Ζέφυρος ξαναμμένος, απογεύματος η δόξα, ως τον ουρανό η φωνή του-
Ακολουθούν ψίθυροι το χρώμα και η σπουδή πάνω στον Έρωτα είναι,
Να μ' αγαπάς, να σ' αγαπώ και να κυλούν οι μήνες όμορφα ευτυχισμένοι.
Βρίσκω την σθεναρή φωνή των μυθιστορημάτων να ομονοούν με τα ποιήματα και να σου μένει
Ένας αντίλαλος από φιλιά που δεν ξεθύμαναν ούτε σε φτάνουν να χορταίνεις..

29 Μαΐου 2016

Κυριακή…




Αποσπώνται ψηφίδες ερυθρές απ' το ηλιοβασίλεμα·
Μένος της γης ξεπηδά απ' τους πίδακες της σιωπής·
Ο ουρανός τρέχει γαλάζιος,
Ίχνη θεού αναρτώνται επάνω στα ευαγγέλια των ανθέων,
Κυριακή.
Λείπουν ιδέες απ' την στενογραφία του κόσμου,
Δροσερές απουσίες καιροφυλακτούν να δέσουν τον Μάιο,
Ένα πουλί που πιάστηκε στην ξόβεργα του ήλιου
Λαλεί μια μουσική αρχαϊκή και αναπλασμένη-
Κυριακή.
Της Λοκρίδας γύρω μου ο ενεστώτας
Και της Σπερχειάδας ο αμέριμνος θόρυβος,
Των Λουτρών Υπάτης ο υπερσυντέλικος
Και μια φιλία που έχω και που είχα-
Κυριακή.
Τρέχει δαιμονικά το αυτοκίνητο,
Γκάζι στο γκάζι και δεν φτάνουν οι επιταχύνσεις,
Ακολουθείς την ηθική που σου υπαγορεύουν τα φυτά,
Ω μαΐστρε που ρέπεις στον μοναχικό σου βίο-
Λιθάρι το λιθάρι χτίζεται η εορτή που μας ανήκει-
Κυριακή..

28 Μαΐου 2016

Ηθοποιός…




Ένα σύννεφο νύχτας επάνω στην σκηνή και όλα όσα σπουδάζεις σε ανταμώνουν
στο δακρύβρεχτο πουθενά.
Είσαι η λυρική οπτασία των σκέψεων που δεν ευοδώθηκαν, ένα ιερατικό
πρόσωπο που τραβά κατά την υψιπέτεια του Καθαρμού.
Αντιγράφω μνήμες από μια τελετή που ο καθένας μυήθηκε
προτού γεννηθεί και πια δεν θυμάται.
Του θεάτρου το φως χαμηλώνει καθώς επί σκηνής αναφαίνουν οι τραγωδοί και του δράματος οι κορυφαίοι.
Καταφτάνω πίσω από σύμβολα που με βάζουν στον κόπο να ζω ξοδεύοντας της αναπνοής μου τον ψίθυρο
μέσα σ' ένα άγνωστο πλάνο όπου και ο θεός αυτομόλησε και
η ψυχή σου ακόμα..

Φιλαυτία της θάλασσας…

Ανθούν, λοιπόν, του πελάγου ρήματα κι ωστόσο
μηδαμινά τα αποκτήματα
μιας φαντασίας παρακμασμένης.

Λογοτεχνία γδαρμένη
από της κοινωνίας το γυαλόχαρτο. Δέρνεται
πάνω στα κακοτράχαλα βράχια, αρνείται
την πραγματικότητα- αλλά, εγώ
αυτό θέλω
ξίφος που κόβει,
αποφασιστικό κοπίδι
της τελείωσης;

Αγαπώ το τελεσίδικο πότο της Αλήθειας.- αν βρω
από πού αρχινά αυτό το ένθεν παραμύθι
όλα τα πραΰνει η θάλασσα, τα απομυζά
σαν τεχνίτρα δολοφόνος, σαν
βρικόλακας που ζητά την ζωή
για να θρέψει τον θάνατο,- α τότε
θα αποσυμφορήσω
την φιλαυτία του νερού, την δίψα
για ένα σάβανο που φέρει την κατάθλιψη
μπροστά μας..

Θάλασσα του εγώ, παθιασμένο ζουλούδι που περιτρέχει
τα άνθη των λέξεων, παραμυθένιο τέλος
όταν τέλος πια δεν υπάρχει-
στην μυστική κρύπτη των λεξιλογίων
ο χρόνος κρύβεται σαν σε αόριστη φυλακή.

Χρώματα…


Όλα τα τοπία μέσα σου αποδομούνται και μετουσιώνονται
σε έναν βραχνά που με σφίγγει και πάω
να ανταμώσω το μελαγχολικό μου περίβλημα.
Δομείται από στενοχώρια η φυλακή· ο αέρας λίγος εισβάλει
απ' το παράθυρο θυμίζοντας την Άνοιξη και τον καημό της μαργαρίτας.
Μεσημεριάζει.
Ο ωραίος ήλιος περνά στα βλέφαρά μου και φτάνει
μελένιος ως αυτήν την καρδιά
που πάλλεται γιατί για σένα όλη η Ποίηση ξαφνικά σχηματίσθη'…
Κι εδώ είναι που η θρυμματισμένη σιωπή ακουμπά τα αυγά της που με την νοσταλγία σου εκκολάπτονται, αφήνοντας
τα χρώματα το παν να κυριεύσουν..

Ξύλο που ξέβρασε η θάλασσα.





Ξύλο που ξέβρασε η θάλασσα..
Επάνω του αποτυπώθηκαν
στιγμές του πελάγου,
ντελίριο των κυμάτων,
ο πόντος διάλογος
να ανήκει η θύελλα
στον εαυτό της μονάχα.


Ρυτιδιασμένη πολυτέλεια να είναι παρουσία
στην ακρογιαλιά,
στο ήμερο ηλιοβασίλεμα, κάτω
από το φως που το λούζει
με την ροδόχρωμη απόχρωση του αινίγματος.


Η θλίψη είναι κάπου εκεί, η θλίψη.
Το είδα κάποτε και σας το λέω.
Τα Άβδηρα μου έδωσαν την ευκαιρία να σκεφτώ
για την ζωή που σκλήρυνε.


Το ξύλο μένει βουβό, σκελεθρωμένο,
λαχταρώντας τις δροσερές εμπνεύσεις
των κλαδιών ενός δέντρου που κλονίζεται
μες τον φθινοπωρινό ασίκη αέρα.


Ή τις φωλιές των πουλιών κι εκείνο το κελάηδισμα,
νωρίς το πρωινό, μόλις
όταν χαράζει,
να σου είναι τα πάντα πειθήνια.


Γέρνει τώρα μες την κόκκινη απουσία.
Σε λίγο θα νυχτώσει- θα ντυθεί
σκιάχτρο του φεγγαριού, θα τρομάζει
την νυχτερίδα.
Τα τσαλίμια της θα προκαλούν την ακίνητη θέση του.
Θα κοιμηθεί τινάζοντας την σκόνη των άστρων.


Στο προσκεφάλι του
δυο καβουράκια θα γελούν ερωτευμένα.
Θα είναι ο ευχάριστος οίκος τους.

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου