...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

11 Ιουνίου 2015

Σηματοδότηση..





Σε τι αισιοδοξία αποβλέπει ο απελπισμένος και πώς
διαχειρίζεται τις μέρες του,
σε φυλακή όντας
αυτός από αυτόν;
                                  Κι από τι χείμαρρο παρασυρμένος
του πάθους του κρυφός που καταλήγει ποταμός,
εστιάζεται
σε λεξιλόγια που φθίνουν
και πεθαίνουν;
                                              Κανείς δεν καταλαβαίνει-
Το ξέρω εγώ
                       Κι εσύ επίσης το ξέρεις·
                                                            Ευχόμαστε αλλά δεν γίνονται με τις ευχές καλύτερα τα πράγματα-
πυρήνες αναζητά
μιας φωτιάς
ο Ποιητής και τους πίδακες ξέρει
του αθάνατου νερού.
                                   Αλλά η αθανασία
είναι μια νόθα κόρη
της ματαιότητας· ψάξε
εκεί που η θάλασσα παντρεύεται με την στεριά και οι γλάροι
φιμώνουν το μεσημέρι τελαλίζοντας
την γεωμετρία του ουρανού-
Ουσιαστικά ως το έπακρον..





10 Ιουνίου 2015

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΑΝΑΠΑΙΣΤΟΥΣ..



Τα λόγια μου στα λόγια σου
κάνουν ένα ερωτικό άβατο όπου μόνο οι ρίμες
των φιλιών σου χωράνε..
Η κάθε μέρα μιλιέται λευκά

ή γαλάζια, αρχίζοντας
από κει που ο άσπιλος ήλιος, μέγας
κραταιώνει όλες τις ηλιαχτίδες του όπως
χορδές μιας λύρας κρούονται από τα απαλά
δάχτυλα του μαέστρου ανέμου..

Α, αρχιοινοχόε του φωτός, μέντορα
πώς εισχωρείς μες το απαλό ατλάζι των νεφών κι ασπρίζεις
την φουσκωτή γιρλάντα τους που εγκυμονεί μια όμορφη βροχούλα!
Πώς σε κρατώ,
πολύτιμό μου απόκτημα, μην χάσω
αυτόν τον κορυφαίο ρυθμό που κρέμεται
ανάμεσα σε δυο ανάπαιστους και ένα
άλικο ρόδο!

Και του πουλιού εσύ, πρωραίο ύφος, μουσικό, τραγούδι
που απλώνει νότες καθαρές μέσα στο νυν και όλον..

Με συνεπαίρνει η νοσταλγία ενός πολλά σημαίνοντος για μένα παραδείσου..




ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ..,



Η εμπειρία χωρά μες τον χρόνο αλλά εκείνος δεν χωρά πουθενά.
Σκοτεινιάζει από τον υπερβάλλοντα ζήλο του ο άνθρωπος-
γίνεται της ψυχής του επαίτης.
Έχε του εμπιστοσύνη- δεν είναι κακός·
είναι ένα φοβισμένο σκυλί που γαυγίζει αλλά ποτέ δεν δαγκώνει.
Οι αγωνίες σφυρίζουν
όπως τα τρένα
που συναντώνται βιαστικά σε μια επαρχιακή διασταύρωση.
Ναι, κλάψε τώρα.. 
Δεν θέλω άλλο να μιλώ.. Καλύτερα
να με κάνει υποταχτικό της η νύχτα..

                                                                12.3.2010
                                                                Μύκονος..



  



ΒΑΡΥΤΗΤΑ..

Πώς έλκει η γη την ταπεινότητά μας
φοβούμενη μην την χάσει!

Πώς εξακριβωμένα θέλει με κάθε τρόπο
επάνω της να μας κρατά!

Με τύπους εξισώσεων που απομυθοποιούν το θνητό..
Να η συντέλεια..

Κι η ποίηση με το δικό της ειδικό βάρος
μέσα μου, μέσα σας, καταγράφει
αυτή την μεταφυσική των πάντων..

  



Φορώ τις ιδέες μου κατάσαρκα φορώ την ψυχή μου
απλοποιήθηκα στις προθέσεις μου πια
δεν μπορώ να ζητιανέψω ελπίδα
θα με ανεχτεί ο γύρω κόσμος απελπισμένο
με προδίδουν οι σκέψεις μου, τις νύχτες που η ποίηση αυθαιρετεί
και είμαι κι εγώ δεν ξέρω που είμαι;

Πατριδογνωσία κι ας μην είναι κατοικήσιμη καμία ζωή-
ούτε καν η ζωή μας.

Ταξιδεύω με την υπεροπλία των λέξεων
παραμάσχαλα έχω αυτά που θα καταλήξουν άγονη θύμηση
κοιτώ κατάματα τον πόνο
τα μεροκάματά μου είναι πια κουρασμένα
μου αφαίρεσαν δύναμη, κάποτε ήμουν τελεσίδικα ανυποχώρητος
και δάγκωνα θανατηφόρα σκληρά.

Τώρα που οι αξίες κλονίζονται,
αυτά που σου λέω στα λέω
για να μπορέσεις να με βρεις σε ένα σύμπαν που θα αχρηστευτεί
αύριο
αν δεν αποφασίσουμε συμπάθεια ο ένας για τον άλλον..



  



Ωραία που είναι να παίζω με τις άδειες
λωρίδες τρεις η ώρα ξημερώματα
και στο κοντέρ να γράφει 180!

Ωραία που είναι να είμαι ένας πρίγκιπας
που κρέμασε το εγώ του επί το χάος!

Ωραία που είναι ο κίνδυνος,
όπως γουστάρω,  να αμφισβητείται!



  




Αριστοτέλους που βραδιάζει.. Τι κόσμος
απερίφραχτης νεράιδας!

Θέλω αυτήν την παρατεταμένη άνοιξη να την γευτώ
Όμμασι
Χειρείν τε
Σώματι..

                                      Θεσσαλονίκη… 4.11.2010



  


ΘΡΗΣΚΕΙΑ..

Οι άνθρωποι είναι οι υψηλοί στόχοι των θεών
Οι πληθυντικές τους ψηφίδες
τους τρομάζουν
Ο δημιουργός φοβάται πάντα μην του αντιπαρατεθεί
το δημιούργημα
Το κοιτάζει ευχαριστημένος αλλά νομίζει πως κάποια φορά
Δεν θα μπορεί το πλέον που του έδωσε να ελέγξει
Οι άνθρωποι φοβούνται τους θεούς
Στέκουν μπροστά τους με δέος
Αφιερώνουν εξευμενιστικά δώρα, αποτίουν
Τιμές για αμφίβολες και βάλε που θα τους παρέχουνε υπηρεσίες
Κι όλο αυτό το βασανάκι της προσηλωμένης τους υποταγής
Είναι βραχνάς που καταλήγει
Δόκανο μιας θρησκείας..






9 Ιουνίου 2015

Με επιμονή με αφαιρώ από τα γεγονότα αλλά η ζωή με επαναπροσθέτει πεισματικά.




                    Με επιμονή με αφαιρώ από τα γεγονότα αλλά η ζωή με επαναπροσθέτει
                           πεισματικά.
                                 εδώ η μικρή σπίθα του απαρεμφάτου, εδώ ο λαϊκός καημός
                                     η πατρίδα στα δύσκολα.
                                εδώ η ξεφτισμένη ελπίδα, εδώ που εκμαυλίζονται οι άρχοντες
                            εδώ οι απάτριδες ρουφιάνοι που προδίδουν
                                   τον λαό.  κλαίνε οι μέρες
                                        που έχω, τα παιδιά αντιμέτωπα με ζωή φυλακή.
                                               ποιός στέρησε το μέλλον από των παιδιών την αθωότητα;
                                       κι η ποίηση πώς έγινε μια σάλπιγγα που δεν κατάφερε να ρίξει κάτω
                                 τα ορθωμένα τείχη;
                            της αρχαίας προσήλωσής μου ο ειρμός
                       νεύματα κάνει
                           παρακολουθώ την ιδεατή φρυκτωρία.
                                ας ενωθούν οι καρδιές των σύμμαχων
                                      οραματιστών να ξαναδώσουν προμηθεΐκή φωτιά
                                            στον γίγαντα λαό που τον δικάσανε
                                                να ζει μες το αγιάζι..





ΙΕΡΟΦΑΝΤΙΚΗΣ ΕΥΦΟΡΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ..





Ακριβή μου πέτρα
τα μεσημέρια που προσαγορεύει ο ήλιος την σκληράδα σου
το χιτώνιο σου καίει σαν βάτος της ερήμου
ονομαστή
στις παρυφές της νύχτας σπιθίζουν
οι καρδιές των αστεριών κι ο νεφεληγερέτης
Δίας λαχταρά την κόρη την ευπλόκαμη
τίμιο ξύλο ιππεύει το φεγγάρι
τα τριζόνια αλαφροπατάνε πάνω στα φύλλα της νοσταλγίας
πηγαινοέρχονται οι μαυροφορεμένες
γερόντισσες μες τα σοκάκια της απάνω πόλης
η Λέσβος πλέει επί των υδάτων
του Αρίωνα οι μουσικές διασφαλίζουν
επουράνιο φως
α ψυχή μου που λυτρώθηκες μες το αλώνι της αυγής
κάτω από την σκεπή των πλατάνων
ανάταση φέρουν οι ορίζοντες
η κάθε λέξη χλιμιντρά βαυκαλισμένη
λέω τις εκδοχές του μύθου που έζησα
κυνήγησα κι εγώ το χρυσόμαλλο δέρας
στην σκήτη των ανέμων
κάτω από την κάθε συλλαβή της νύχτας
αγρυπνά και είναι μανιφέστο της φωνής η παλικαριά μου
ζω το μυστήριο των φωνηέντων
ως το κρυφό κύτταρό μου..





Για την κορυφή μιας Ιδέας…





Από τας Ιδέας άρξασθαι.. Και νυν
δες την κρυφή αρμονία του όλου
που σκηνοθετεί μονολόγους με τον καιρό
που περνά.
Εισβάλω στην ζωή με ρήματα
που εγκυμονούν κινδύνους
″ Αγαπώ″ η ″ Θα σε καρτερώ″-
Η πόλη σφράγισε
τα θησαυροφυλάκιά της-
Η φιλία μας είναι μόνη και μένει
εκεί που επιμένουν οι πολλοί να μην καταλαβαίνουν
από ονομαστικές ουτοπίες.
Με την φιλοδοξία μου πάω- δεν είναι κακό.
Δεν πέθανα για καμία θρησκεία.
Πιστεύω σύνολα που δεν χωρούν
σε μια αγκύλη ανελεύθερου μυαλού
και συλλαβίζω πάντοτε ένα ρημάδι χάος.
Ας μείνει το παιχνίδι αυτό
των λέξεων και το λουλουδένιο το αίσθημα
που σε κοιτώ και με κοιτάς και ζούμε
σε γήινο ορθοδόξου αποδοχής
καταχωρημένο Παράδεισο..





ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΑΤΕΓΚΤΩΝ ΑΞΙΩΝ..,

Θα με θυμηθείτε μια μέρα

Όταν λείψουν οι προτροπές μου και τα πολλά που συλλάβισα
όταν η αισχύνη δεν θα έχει πλέον το φρένο
της- θα με θυμηθείτε

Όταν θα λείπω κι εγώ
φτωχός των φτωχώνε
κι αόριστος των αορίστων
μα πάντα αριστοκράτης στην ανάμνηση
και πάντα με, στο πέτο μου, ένα λουλούδι
φιλοσοφικό κι απέριττα άλικο.

****************************


Η εξουσία μου είναι μια περιδίνηση μες το κεφάλι αυτού που σκέφτεται-
Δεν θέλει τέτοια σίγουρα η εποχή-
Αν αφήσω έναν ταπεινό λόγο να σπαρθεί μες το χωράφι των επιφωνημάτων
Η σκορπίνα ιστορία θα με κεντήσει αδρά
Αλλά εγώ εκεί και πείσμονας θα επιμένω

Ήρθα έφυγα επανήλθα συντάχθηκα με τα δύσκολα
Ακόμα και οι λέξεις που αγαπώ φαντάζουν πια ακριβοδίκαιες γιατί με επιμέλεια τις επέλεξα
Ποιος ξέρει η ποίηση πού τον οδηγεί- μπορεί σ’ ένα λάθος
Επιφανειακό και αποκάτω του
Βρίθουν κουβέντες υπερβολικά ανθρώπινες
Από εκείνες που κανείς τυχαίνει μ’ έναν φίλο
Και είναι ζόρικη για να ‘ναι η ζωή

Μπορεί να χαθώ σε νοήματα που με ξεπερνούν, μπορεί να πεθάνω
Αλλά με ειλικρίνεια τα πάντα πλησίασα
Μαστόρεψα το χάος
Τιθάσεψα την ψυχή

Και τώρα ζω το μέγα έλεος της νύχτας που ο απολογισμός της φέρει έναν  ύπνο γαλήνιο..


ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΑΤΕΓΚΤΩΝ ΑΞΙΩΝ..,


Σε βάθος ονείρου..
Είδα τα νυσταγμένα φυτά, τις γυναίκες
που γέρασαν
Και μια ρυτίδα που έτρεχε στα πρόσωπά τους.
Τις άλλες μέρες δεν σταμάταγε η βροχή.
Έκοβα τις σανίδες μιας βιτρίνας
με το πριόνι
Κι όλα, το ήξερα, την εποχή ετούτη, ήταν εμπόρευμα.
Αν νύχτωνε, η φωνή του φεγγαριού ξεμύτιζε από τα σύννεφα και η πόλη
Αποκτούσε άλλο ενδιαφέρον.
Κάτι αδέσποτα σκυλιά γαύγιζαν τους περαστικούς που αδιαφόρετα γυρνούσαν.
Μαύριζαν όλα για να φανεί κάπου ανάμεσα
Ένα παρήγορο αναποφάσιστο άστρο..


**************************


Πουθενά δεν θα βρω το δίκιο μου.
Η στιγμή υπερασπίζεται το θάρρος της ανεμώνας
Και ο βράχος γίνεται ανθοδοχείο απρόσμενο.
Απαλό αεράκι χαϊδεύει την χλόη.
Είμαι εντεταλμένος πίσω να κοιτώ
Όπου η ιστορία ανασυνθέτει σφάλματα και τις ντροπές της. Τελετές λιτές κάτω από το αινιγματικό φεγγάρι.
Τα παιδιά πηδούν τις φωτιές και οι χορευτές με τα προσωπεία γελούν και συννεφιάζει ο ουρανός.
Ανοίγει μια πόρτα της φωτιάς απ’ όπου πρόβαλε ο παντοδύναμος πόνος.
Ο άνθρωπος που είμαι είναι μια σκέψη που δεν ευοδώθηκε να έχει αντίκρισμα.
Ρέπουν όλα προς το κατώι των στίχων
Όπου παλαιώνονται σαν το καλό κρασί.
Ευτυχισμένη η χρονιά εφέτος.
Και οι λέξεις ξεκλειδώνουν τα κελάρια των ουρανών..

**********************************************


Η σιωπή μεταφέρει αιματηρές θρυαλλίδες
Πάνω από τα ιμάτια των δέντρων.
Ένας τέτοιος σαματάς κι η νύχτα
Φιλοξενεί βατράχια
Που κοάζουν μεθοδικά
Κάτω από το ωραίο φεγγάρι.
Ο κόσμος μου έχει αγρύπνια και σύννεφο
Και ταξίδι μες την κοιλιά του σκοταδιού.
Όπως μια νύχτα στο Oryahovo
Το ποταμόπλοιο σφύριξε λίγο
Πριν δέσει κι οι νταλίκες πάνω του
γίνουνε κοντινές φιλενάδες.
Ιδρώσαμε μες τις καμπίνες φορτηγών. Πολλά χιλιόμετρα
Και όλοι άγνωστοι οι δρόμοι.
Ως την μακρινή Ουγγαρία οι ώρες είναι πολλές.
Δεν αντέχει ο άνθρωπος. Για ένα μεροκάματο θανάτου
Πήγα πολύ κοντά στην απώλεια
Και βάφτισα την ψυχή μου σε κάθε ανησυχία
Όσο να φτάσω πίσω στο γενέθλιο χώμα μου
Η ποίηση σε όλα με κράτησε- πάντα αυτή με κρατάει
Και ντύθηκα χαράς φως και άγγιξα

Το πέπλο της κρυφής μου μύησης στον ήλιο.

8 Ιουνίου 2015

ΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΔΙΚΩΝ ΛΕΞΩΝ..,




23.

Η συνταγή είναι το μέλι και το γάλα…
Όμως σε ρου ποταμού…
Όπως στο κοράνι η αμοιβή του καλού μουσουλμάνου..
Μια μικρή κοπέλα έφτυσε κ’ έβγαλε αίμα:
φθίση·
πού ‘ναι το μέλι και πού ‘ναι το γάλα;

Ξεδιάντροπες πόρνες του Μεταξουργείου
ανοίγουν τις πόρτες των μπορντέλων-
σιχαίνεται ο θεοφοβούμενος,
φτύνει μέσα στον κόρφο του·
υπάρχει θεός;

Πνιχτικό βραδάκι, γύρω στις δέκα και μισή,
ντυμένος
με ρούχα στρατιωτικά,
κορδωμένος
όπως θα πρέπει-
περιμένω την αμαξοστοιχία Θεσσαλονίκης.

«Αδερφέ μου, άμα έχεις το χρήμα
κάνεις ότι θέλεις, να πούμε»…

Αυτό το κατάλαβα πολλές φορές..
Πού ‘ναι το μέλι και πού ‘ναι το γάλα;

Ο καλός μουσουλμάνος ξύνει το κεφάλι,
ξύνει τα λερά του αχαμνά
που ψείριασαν και σηκώνεται μια αναγούλα
στον λαιμό του Γενάρη που με φιλοξενεί..

Περπατάω  μέσα στην χειμωνιάτικη μέρα.

Οι πατούσες του αέρα που τρέχει πάνω στο λιθόστρωτο
ως το τέλος του·    
μετά βγαίνει στην άσφαλτο:

Είναι μια εκκλησία κι ένα τζαμί.
Μια μέρα άκουσα έναν χότζα νέας έκδοσης
ν’ ανεβαίνει και να καλεί σε προσευχή.
Χαμήλωσα αργά το κεφάλι,
γονάτισα:
«Διάολε, πότε θα μ’ αφήσεις ήσυχο;
Έχω πληρώσει
όλους τους φόρους στα πουταναριά, στα αιμοβόρα
τελωνεία σου…

Μήπως
θέλει αλήθεια ο καιρός να καυγαδίσουμε;»…
                                                                               13.2.1982








ΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΔΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ..,


   
17.

Σ’ αυτές τις μέρες, σε όλες τις μέρες
ήταν ένας θεός που λιγόστευε
σιγά-σιγά
χάνοντας την παντοδυναμία του.

Γινόταν ένα μωρό
κακομαθημένο
ή
ένα διαβολάκι
που δεν του χάλαγαν χατίρι οι καιροί-
γινόταν
ιδιότροπο-
τα ‘θελε όλα δικά του,
τα ‘παιρνε
όλα δικά του..

                                                               1981








7 Ιουνίου 2015

Το ήθος είναι πάντα ο άνθρωπος..




Ούτε ψεγάδι- στίχος
σαν μουσική,
καλοντυμένος,
ανέφελος,
κομίζει
διθυραμβικές πεμπτουσίες,
ανακινεί
τα αρχαιότροπα μαρτύρια-
ιεροτελεστία
όλα θυμίζουν,
μου εξομολογείσαι το πρώτο φιλί,
το σκίρτημα,
έρωτας
στα παιδικάτα χρόνια,
αβρός,
κινεί
τις χορδές σε βάθος, 
όταν
το βάθος ένα ύψος απρόσμενο είναι –
και
ευτυχώς,
το ήθος είναι πάντα ο άνθρωπος..








Το ποίημα μου…




Σχήματα εισβάλλουν μέσα στα σχήματα και γίνεται
ένας πανζουρλισμός από ατασθαλίες που διαβρώνουν
το στερεό των πραγμάτων να γίνει
ρευστότητα που δεν συναντάται.
Η φυσική κανονιοβολεί την χημεία, οι πράξεις
ξεπερνάνε τις δράσεις μας, ο έρωτας
είναι ένας φόβος περίεργος-
Όλα ακολουθούν την πεπατημένη, έτσι
που και το ποίημα μου είναι βατό από τους τυμβωρύχους
που αγαπούν να αφαιρούνε κτερίσματα..




ΥΠΑΡΧΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ..




Υπάρχω μέσα στην επαλξωτή οχύρωση των ματιών σου
όταν αυτά κυνηγάνε έναν άνεμο δημητριακό,
σπέρνοντας τα χέρια μου
στο κορμί σου
που διψάει χάδια..

Το στενό δρομάκι του πόθου διευρύνεται.

Μπορώ να σε κομματιάσω με τα σπαθιά της επιθυμίας μου, να σε φάω
για να υπάρχεις μέσα μου
σαν ψυχή υλική..

Τις άλλες μέρες και νύχτες
είναι πότε ο ήλιος και πότε η σελήνη·

εσύ κοιμάσαι στα σπλάχνα μου·      
κ’ εγώ
σου προσφέρω ένα απαλό νανούρισμα υπεραιμίας!

Ζούμπερι 21.10.1983

6 Ιουνίου 2015

ΚΑΤΑΓΩΓΗ.






Είμαι μέσα στο καλογυαλισμένο, μαύρο παπούτσι της νύχτας.
Φοράω κατάσαρκα
τόσους αιώνες ελληνικής μιλιάς.
Γράφω με το αίμα της συμπυκνωμένης ετούτης ώρας
που ποδηγετεί
στον ορίζοντα της γεωμετρίας της
τον αρχαίο χρόνο της γης μου.

Στην μυστική αφθονία του σκοταδιού
προβάλλει ο φθόγγος της αυγής.
Έρχεται ο ήλιος με το αγέρωχο πρόσωπο·
γνωρίζω το ύφος της Παρασκευής αυτής
που κρατιέται απ’ το κοτσάνι
του δέντρου της εβδομάδας.
Στο βάθος της γόνιμης γης
ο καρπός σταλάζει το μέλι του.
Αρχίζει η πορεία του προς τα πάνω.
Από πού αρχίζει η ποίηση παρά από τούτο το μένος
που μνημονεύει ο Όμηρος για τους αιώνες;
Κι οι παππούδες μου κληροδοτούν στους σκοτεινούς μου γονείς
την λυρική άνοιξη στο νησί της Σαπφώς!

Νιώθω την καθαρή μυσταγωγία του Ορφικού λόγου!
Βρίσκομαι ταυτόχρονα στο παρελθόν μου και
στο παρελθόν όλης της ιστορίας!
Πρόγονοι παραβγαίνοντας στα μουσικά, παίζοντας λύρα·
βάζοντας το αυτί στην γη ν’ ακούσουν
την φλέβα του νερού, την μυστική συνάντηση
της φύσης με του ανθρώπου
το αξεδίψαστο..

Οι ποταμοί στεγνώνουν μες τις φλέβες μου.
Ξέρω το ορμητικό τους κύλισμα
μέσα στα χωματένια σπλάχνα μου.

Είμαι στο πρώτο διασκεδαστικό παιχνίδι
του ποιητή με τις λέξεις..

                                                                21.10.1983  Ζούμπερι


Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου