...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

5 Σεπτεμβρίου 2015

Πρωινός θεός…



Στο πρωινό φως αναπνέω γαλάζια την σοφία σου ουρανέ· 
κι η ησυχία δικαιώνει 
την κατάληξη· μικρά
πουλιά μπαινοβγαίνουν μες την έμπνευση, κλαδιά
κρησάρουν την απόφαση που το φως
εφάπτεται με τα πράγματα 
και μένα 
ο θεός μου
μιλά ψιθυριστά, 
όπως να θέλει να παρουσιάσει των θαυμάτων του την ιστορία
συμπυκνωμένη σ' ένα μόνο στρογγυλό 
χλιδάτο δευτερόλεπτο..



4 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΠΟ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ




Είναι πολύ δύσκολο να υποπτευθώ αυτή την κίνηση: 
ιδέες τρέμουν, ντροπιάζονται, χάνονται.
Αμετάθετος στο πόστο μου 
Μάχομαι για μια απλή σκέψη
Αδιέξοδη που καταλήγει λάθος.
Οι εθνικοί κήποι κουράζονται.
Γυρίζουνε την χλωροφύλλη τους στο ανάποδο.
Λεύκες και πεύκα περπατούν ανάποδα- με το κεφάλι.
Η μεγάλη χαρτομάντισσα έχει συλλάβει θύμα·
Προβλέπει ανομβρία σεξουαλική.
Φαντάροι που κοιμούνται τα μεσάνυχτα σ’ ένα παγκάκι.
Νομίζω ο ανεμόμυλος της αίσθησης
Λιγάκι νυσταγμένος προς τις δώδεκα
-τα χέρια τρεμοπαίζουν- δίκαιος 
Απλώνει τα σκουντήματα
Της πνοής του γύρω.
Ενώ εργάτες άνεργοι πίνουν καφέ 
αξύριστοι۬
Μπροστά στο Σύνταγμα που καταρρέει…


12.7.1983
Ζούμπερι

[Είναι όλα τα χρώματα πιο ζωντανά και τελικά μύθου πολύχρωμα]

Εκείνο το βυζί το εύρωστο σαν πορτοκάλι
που επάνω του το χέρι μου ηλεκτρίζεται.

Εκείνο το τρεμούλιασμα που κάνει το γυμνό κορμί αγγείο
αρώματος του πόθου.

Πίνει ο έφηβος το νέκταρ του έρωτα, πίνει, μεθάει.

Είναι όλα τα χρώματα πιο ζωντανά και
τελικά μύθου πολύχρωμα

και το αίμα συλλαβίζει το ρίγος
που από κάθε μέλος του κορμιού φλογάτο
εύηχο, σαν συνέχεια του χρόνου, κουρνελίζει..


[Μια στιγμούλα τόσο γαλάζια μια στιγμούλα πολύτιμη]

Μια στιγμούλα τόσο γαλάζια μια στιγμούλα πολύτιμη
όπως κομμένη απ’ το νομισματοκοπείο
το αρχαίο της θάλασσας-
μια στιγμούλα νεράιδας

μες απ’ τον τιναχτό αφρό του κύματος που ξαφνικά
έφτασε να την πάρει ανάμεσα στα πόδια της η αμμουδιά
που μες τον ήλιο ντάλα καλοκαίρι έβραζε-
μια στιγμούλα γαλάζια.

Δυο αρμυρίκια είπανε αθάνατο τον ήλιο.
Μια αλκυόνα χαμηλά ήρθε και πέταξε.

Και το απομεσήμερο
φύσηξε μες την σάλπιγγα της έμπνευσης
μια νότα ήλιο.

[ο νους που ασωτεύει άλλα σκέφτεται]


Τσάγαλα που πρωί πρωί και λυρικά στης μυγδαλιάς τον κόρφο ξύπνησαν
κάπου στην Πάρο

ψηφιδωτά που άφησε η αρχαιότητα να μας θυμίζουν
πόσο ωραία μιλούσε
κάποτε και το δάπεδο ακόμα

ερωτευμένος όπως πάντα ο Αρχίλοχος

ο ήλιος είναι ένα φως
ποιητικό που ξάφνιασε τις τάξεις των πουλιών

τα σπίτια ανηφορίζουνε προς το βουνό
ο ουρανός που αν θέλεις λάμπει
η θάλασσα που υπερυψώνεται για να υπάρξει μες τον χρόνο σαν θρησκεία

αδυνατούν τα όνειρα να μπουν μες το στενό κεφάλι
ο νους που ασωτεύει άλλα σκέφτεται
"θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία"

κι αν πεις πως θα πιστέψεις το αδύνατον
να δεις που ο μύθος που σε δίδαξαν θα ξαναγίνει..




3 Σεπτεμβρίου 2015

Mirabilis jalapa

Τα λουλούδια λένε περήφανα το όνομά τους
μέσα στον ελεήμονα ήλιο

Λατινική έπαρση βάφει τον λόγο με αίμα
Mirabilis jalapa
όταν ένα νυχτολούλουδο
αρχίζει να χαράζει.

Οι μέλισσες είναι η υποψία της ανθοφορίας

πετούν ζαλισμένες από το νέκταρ του καυλωμένου λουλουδιού

και τότε είναι η άνοιξη, η άνοιξη

με τα πολλά μυστικά της
και τον παλμό που υποδόρια τα πάντα ανυψώνει..

ΛΈΧΑΙΟ..



Είναι πράγματα δύο που το ένα αποκλείει το άλλο και στην σύντηξή τους
είναι σαν ένα ποίημα όπου ομονοούν όλες οι λέξεις και ας είναι πολύτροπες.
Μετά σου λέω "Καλημέρα!"
Και κατηφορίζουμε κατά εκείνο το παλιό λιμάνι που ακόμα φαίνονται
των τειχών του τ' απομεινάρια.
Απόλυτο πρωί!
Ο αέρας σκουντά τα μαλλιά σου:
ζεστός, μειλίχιος- σαν να 'ναι κάτι από σένα να κλέψει.
Υπάρχει μια αντιδικία στον ουρανό:
σμήνος πουλιών ξιφομαχούν αρπάζοντας μια ιδέα γαλάζιο.
Ένα λουλούδι αναμμένο μες την γλάστρα της αυλής
συμβολίζει εκ νέου το έαρ.
Απόλυτο, μεγάλο μεσημέρι!
Και όπως πλέουν τα παλιά σκαριά επάνω στην αρχαία θάλασσα
μια αλκυόνη είναι ζωηρά σκεπτόμενη να αντισταθεί σε όλα
με την πουπουλένια ψυχή της -
πριν γίνει οριστικά μια ρίμα του ανέμου το απόγεμα..
Δύει ο ήλιος. Ξυπνούνε και κινούνται κατά την πλατεία τα αγάλματα.
Ένας τριγμός ανάμεσα στα χόρτα
γεννά την σαύρα της σελήνης που έρπει.
Σκοτάδι των ανέμων- των ψυχών σκοτάδι.
Τα φεγγάρι κρατά τα κλειδωμένα μυστικά του
και τα εγγράφει στον απέραντο ουρανό.
Απόλυτα βάρβαρη διδάσκουσα νύχτα
με τους ηθοποιούς της τραγωδίας της..


2 Σεπτεμβρίου 2015

Είσαι μια χίμαιρα δεδηλωμένη






Κλείνω ένα βιβλίο όπως κλείνω μια θάλασσα, όπως την περπατάς κι εσύ επάνω στην αβρή ακρογιαλιά της-

Οι πατούσες σου σαν βουλοκέρι σφραγίζουν το γράμμα που θα μου στείλει απόψε το φεγγάρι-

Δεν σε έχω, δεν σε είχα, δεν σε έχει κανείς-

Είσαι μια χίμαιρα δεδηλωμένη, ένας στίχος που πέφτει στο καθαρό νερό του πόντου κι ενστερνίζεται πάθος και ιαχή..




[Να το ξέρεις λοιπόν: μας χρησιμοποιεί ο θεός για να υπάρχει!]


Να το ξέρεις λοιπόν: μας χρησιμοποιεί ο θεός
για να υπάρχει!
Ταξίδεψα μια μέρα ανάμεσα στα νησιά-
πρωί- έλαμπε ο ήλιος-
και σκεφτόμουνα πόσο παράδεισο χρειαζόμαστε
για να χτίσουμε μέσα μας μια λιανή ευτυχία.
Ακούμπησα τα δάχτυλα στην κουπαστή..
Ήταν ένας μακρύς διάδρομος απογείωσης
προς τον ουρανό το κατάστρωμα.
Εγώ με λέξεις έφτασα να πιστεύω την κάθε θρησκεία..
Έτσι, στο τέλος, δεν είχα ανάγκη κανέναν θεό
μόνο αγγέλους
με μια τεκμαρτή αθωότητα..
Και όπως ανεβαίνουνε την σκάλα τ' ουρανού να θλίβομαι
που δεν μπορώ ν' ακολουθήσω-
γιατί το θνητό μου φορτίο υπαγορεύει αλλιώς.
Ποιώ ό,τι μου επιτρέπουν τα πεπερασμένα μου άυλα λεξιλόγια..
Ορκίζομαι:
είμαι αθώος!



[Δεν σου το είπα και στο είπα..]


Αν κοιτώ μέσα μου είναι γιατί έξω και γύρω κοιτάζω.
Τόσο οξύμωρη ταλαιπωρία να στριμωχτούν μέσα στις λέξεις τα νοήματα
να δικαιώσουν την πρόταση την παράγραφο την σελίδα
και στο τέλος μια φιλοσοφία εκλιπόντος συγγραφέα που απίστησε
στα ιδεώδη του καιρού του.

Δεν σου το είπα και στο είπα..
Κράτησα μυστικό το μυστικό μου..

Και είδα το φως να μου κάνει την σκέψη ωραία..
Όσο περπάτησα μέσα στον κόσμο όσα είδα
είναι από ένα όνειρο που μπόρεσα απομεινάρι
και τα λόγια μου
της ποίησης είναι ένα άστρο
από έναν μακρινό της αγάπης μας ουρανό!


[Κάνοντας τον λογαριασμό και έχοντας τίποτα πια ν' αποδώσω στον μέλλοντα-]

Κάνοντας τον λογαριασμό και έχοντας τίποτα πια ν' αποδώσει
η Ελλάδα στον μέλλοντα-
το ύδωρ της λάλον- και όμως ανθίσταται-
παρελθόντος ακμάζουσα σύνεση-
ποιός είμαι
όταν τώρα με τρόπο στοχάζομαι
λίθου και ξύλου..
Κομίζω μια ανερμήνευτη άνοιξη, ένα ρόδο
γενναία πορφυρό-
βουλευτής στα έδρανα των νεφών και τάζοντας στον κόσμο μια νεφελοκοκκυγία..
Πιστεύω θα ξεγράψω ανθιστάμενος την τραγωδία μου-
ένα ποίημα είναι φως που σπαθίζει- γελώ γαλάζια
θέλω να είμαι μόνος μου μες τον εγωισμό των χρωμάτων.
Έχω δικούς μου θεούς και οι άλλοι γελούν που επιμένω
να λατρεύω τα πάντα ωδικά-
Αλλά όμως είναι παγίδα - θα σε συλλάβουν οι λέξεις σου-
έχασες-
το σαρκίο σου ήδη κρεμασμένο
ανάποδα σήπεται- δεν έχεις
ελπίδα να σε ταριχεύσουν σωστά..
Κάνοντας τον λογαριασμό και έχοντας τίποτα πια ν' αποδώσω στον μέλλοντα-
είναι φως το σκοτάδι μου είναι ύμνος-
με έναν θούριο της Ομορφιάς γράφω
επάνω σε σελίδες λουλουδιών
το ευφωνικό όνομά της..

[Τρείς ώρες δρόμο μέσα στο μυαλό:]

Τρείς ώρες δρόμο μέσα στο μυαλό:
η φωνή της γης μέσα μου υψώνεται

μ' εκατό πύλες το πέλαγο σοβαρεύει, δεν είναι εκείνο που ξέρουμε,
ο λόγος της θάλασσας είναι μια περηφάνια αιώνια..

Κι ας διαλύονται για να συγκρούονται εκ νέου οι εξουσίες…
Οι πολιτικές ας κίβδηλο λόγο κομίζουνε…

Αυτό που επεδίωξα λευκό μες την νηφαλιότητα των ουρανών

κι από τον Δία λες
παίρνει πάλι νόημα
του κεραυνού και φλέγεται
ελληνόπρεπα….



1 Σεπτεμβρίου 2015

Τίμημα μιας φτωχής πατρίδας…


Υπάρχουν σύμπαντα που θα τα εξερευνήσω μόνο με την καρδιά μου·
μόνος, απόμακρος από όλους και όλα, λυπημένος,
θα στραφώ κατά κείνο που δεν λέγεται ούτε
ποτέ και έχει ειπωθεί·
κομματιασμένος στον ορίζοντα, ματωμένος
από τον πόνο των φίλων, εγώ
πληρεξούσιος των αθώων, πλάνητας
και προσφυγάκι μες την χλεύη του κόσμου.

Ποίηση πού με προστάτεψες και πού με άφησες να πληγωθώ,
να διαμελιστώ, να συρθώ πληγιασμένος, αιμόφυρτος
πάνω στην λασπωμένη γη, όταν
τα κράτη ασφυκτιούσαν μες τα σύνορά τους και οι πληθυσμοί
έκλαιγαν βουβά κάτω απ' τις νύχτες του ουρανού;

Κακοφορμίζει η πληγή του πλανήτη,
στο αέρα οσμίζεσαι το σάπιο καθεστώς των ταμείων,
αποφορά σε πιάνει απ' τα ρουθούνια,
τα κανόνια μόνο μιλάνε,
σκληρός φθόγγος η βοή των κανονιών.

Κι εσύ πατρίδα μου ευτελισμένη,
κάποτε δίκασε τους προδότες σου, κάποτε
δώσε στα δικαστήρια τον λόγο, κι άσε
τους υβριστές να χαθούν μες την μαύρη ομίχλη
του θανάτου
κι όρθωσε το ανάστημά σου,
ανάστημα ιδεοφόρο μες τους νέους καιρούς,
φέρε την μαγεία της δόξας σου ως το σήμερα, ξαναγεννήσου
από του μηδενός την ακίδα, σαν
ένα τραγούδι παγκόσμιο, ένα τραγούδι
των λαών
του δίκιου,
που σηκώνουν στην πλάτη τους
το βαρύ τίμημα της φωτιάς που ζεσταίνει
την καρδιά των φτωχών..



Διεκδικώ…





Διεκδικώ την αύρα σου, το μυστήριο που αποπνέεις, την κουβέντα
που δεν προλάβαμε να πούμε, τον ουρανό
που κοιτάζουν τα μάτια σου·       μπορώ
μια μνήμη αλλά δεν μπορώ
αυτήν την πληγωμένη καρδιά που μου άφησες
φεύγοντας,
απομακρυνόμενη μες την αλλόκοτη ευκαιρία
που ζητούσες να βρεις.

Κι έρχεται ένα φιλί από χρόνο παρελθόντα να κλειδώσει
την απονιά των αναμνήσεων- κι εκεί
που έλεγα τα καταφέρνω, όλα διαλύονται
και σκορπούν ρημαγμένα μες το φοβερό πουθενά..




Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου