...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

7 Ιουνίου 2010

Εδώ υπάρχουν......

Ένα χνούδι απαλό, ένα ελάχιστο αεράκι
ένα φως που μηρυκάζει την μέρα, μια σκέψη
τοσοδούλα που σιγά σιγά εξαερώνεται
και στέκεται πάνω σ’ ενός λουλουδιού το ροζαλί πέταλο..

Εδώ υπάρχουν......

Όλα μέσα σε μια εφήμερη διάρκεια που κι όμως αναιρεί το παρόν

και γράφει μια βαθιά ενορχηστρωμένη με το πείσμα της αιωνιότητα....

κλάψε- οι θεοί σου απιστούσαν πάντα και το υποπτευόσουν

Σπάζουν με θόρυβο οι τζαμαρίες, το προάστιο μυρίζει θλίψη
οι ιδέες είναι μη εφαρμόσιμες, οι ανθρώπινες επιδιώξεις
είναι σαν ένα χαλασμένο ρουλεμάν
που όσο και να μην το θες εκείνο θα τσιρίζει
μόλις αρχίζοντας να είναι κατανοητός για σένα ο κόσμος
αυτός.

Και αυτό που είσαι κολασμένο είναι κάτι
που δεν το έμαθες ποτέ πόσο ελπίζει
να έσφαλε η μοίρα και να γίνεται ξανά
να κερδίσει σε μέλλοντα χρόνο παράδεισο.

Πάνω από τα υψίπεδα που έφτασε μια μέρα το μυαλό σου
να δει μια ανεμώνα που εκεί επέμενε
να ζει και μόνη της την ομορφιά να αξίζει.

Νιώθεται ο χρόνος που δεν σε λυπάται ούτε-
περνά σαν ειμαρμένη πάνω σου:
σκληρός σαν ένα κάντο που δικαίωσε τον Πάουντ
με θραύσματα πολιτισμών να φτιάξει μία πολυσύνθετη εικόνα.

Κλάψε γιατί αυτό που κατορθώνεις πάντα
σαν ένα τίποτα που σε ρημάζει είναι
κλάψε γιατί, αν θες, ανθίζει ο ουρανός
κλάψε- οι θεοί σου απιστούσαν πάντα και το υποπτευόσουν
κλάψε- είσαι ο νικητής του άθλιου θνητού σου συμπεράσματος....

15.2.2010

Μια ομίχλη της σκέψης και οι ώρες ποτέ ίδια δεν έρχονται

Μια ομίχλη της σκέψης και οι ώρες ποτέ ίδια δεν έρχονται

ζαβλακωμένες γύρω εκεί στις έντεκα το πρωινό
που η υγρασία είναι μια νομοθέτης αδέκαστη
που βάφει με απόχρωση του τσουχτερού
την επιδερμίδα της παλαίμαχης μέρας.

Καταλαβαίνω ελάχιστα: αδαής
από την σύγκρουση μιας συγκυρίας με μιαν άλλη.

Ό,τι είμαι είναι από πηλό που δεν έχει ξεχάσει
την πρωτόγονη στεντόρεια φωνή του.

Και αναχωρητής από άποψη, τώρα θυμίζω
έναν ούτως ή άλλως ρημαγμένο ναυαγό
που θλίβεται που μακριά του πέρα ο κόσμος
είναι ένα βαρύ πληγιασμένο άσχημα σώμα
που σήψη μυρίζει...

13.2.2010

6 Ιουνίου 2010

Εκείνο το βυζί το εύρωστο σαν πορτοκάλι

Εκείνο το βυζί το εύρωστο σαν πορτοκάλι
που επάνω του το χέρι μου ηλεκτρίζεται.

Εκείνο το τρεμούλιασμα που κάνει το γυμνό κορμί αγγείο
αρώματος του πόθου.

Πίνει ο έφηβος το νέκταρ του έρωτα, πίνει, μεθάει.

Είναι όλα τα χρώματα πιο ζωντανά και
τελικά μύθου πολύχρωμα

και το αίμα συλλαβίζει το ρίγος
που από κάθε μέλος του κορμιού φλογάτο
εύηχο, σαν συνέχεια του χρόνου, κουρνελίζει..

Τα οπλοπολυβόλα που βαρούν είναι των αναμνήσεων

Η μέρα γαντζώνεται πάνω στα μυτερά βράχια και τα δέντρα
κρέμονται πειθήνια, τα ψαύει
ένα ανελέητο φως.

Ίδια λυπητερό το απόγευμα
κρεμά τις ιδέες του στα κλωνιά τους.

Αυτός που φεύγει φεύγει για το αλλού που δεν ξέρει.
Είναι φιλότιμα εργατικός- μαστορεύει μέσα του:
αισθήματα καυτά όπως μία ξυλόγλυπτη παλιά εικόνα
που έγινε η Αθηνά σαν Παναγία και μετά
οι πρώιμες και οι τωρινές θρησκείες έτσι απλά ανακατώθηκαν.

Τα οπλοπολυβόλα που βαρούν είναι των αναμνήσεων- σου κάνουν την χάρη
να σκοτώσουν την προδοτική μαύρη ανία σου, την στείρα
σου έμπνευση, την θλίψη.

Είμαστε αντάρτες που λογάριασε αλλιώς την μοίρα τους
ένας καθόλου επαναστατικός καιρός...

11.2.2010

...δεν είναι ένα ποίημα που θα το διαβάσουν οι απόκοσμοι καλόγεροι

Έτσι που οι υπάνθρωποι δοκιμάζουν την άθλια δύναμή τους
το σύμπαν τρίζει, οι κυβερνήσεις
αυτοκτονούν, το κράτος
με άκρατη αναίδεια νομοθετεί
την μαζική μας φτώχεια-

εκεί που ο ανυπεράσπιστος άνθρωπος στερείται
τον δωρεάν χάριτος ήλιο.

Αυτό που γράφω
δεν είναι ένα ποίημα που θα το διαβάσουν οι απόκοσμοι καλόγεροι- είναι

ένα συνοφρυωμένο πρόσωπο της γλώσσας
που μου ανθίσταται
όταν που θέλω να ευθυμήσω..

11.2.2010

Ένας άνθρωπος περιφέρει αγνός την πεπαλαιωμένη στεναχώρια του.

Ένα διαβρωτικό αεράκι που θα σχηματίσει έναν κλωβό
που έχει ήλιο στην καρδιά του το απόγεμα...
Τα δέντρα εκπνέουν το ζωηρό οξυγόνο τους.
Απ΄ τα κλωνιά τους
είναι το δάσος πια απόλυτα δικαιωμένο.
Τα πουλιά δεν ποτέ ησυχάζουν.
Ένας άνθρωπος περιφέρει αγνός την πεπαλαιωμένη στεναχώρια του.
Ζει γιατί οι ανάσες που έπλασε ο θεός ακόμα ίδιες είναι-
και ζούνε.
Αρσενικός και θηλυκός- ίδια υπαρκτός
σαν μια αποπροσανατολισμένη σκέψη.
Δεν κάνει κάτι που να στοχεύει στο αύριο.
Είναι ίδια θνητός όπως αιώνια ήταν.
Και κοιμάται…
έναν ύπνο λευκό όπως
δεν έχουν χρώμα ούτε εξουσία αληθινή
τα όνειρα...

10.2.2010

Τι κάνεις της αγωνίας μας σκαντζοχοιράκι;

Ζήσαμε αβέβαια μεροκάματα γεμάτα βέβαια αγκάθια
τίποτα δεν είναι εύκολο, της φτώχειας το αίμα κοχλάζει
στον εικοστό πρώτο αιώνα ίδιο άγριοι
όσο και στων σπηλαίων τον καιρό.
Τι κάνεις της αγωνίας μας σκαντζοχοιράκι κι αγκυλώνεις
τόσο βαθιά;
Δεν έχουμε ύπνο.
Δεν έχουμε ελπίδα.
Δεν έχουμε θεό.
Μας εγκατέλειψε κι αυτός ο απολυμαντικός
που καθαρίζει το μυαλό μας άνεμος ακόμη.

9.2.2010

5 Ιουνίου 2010

"δεν λέει, δεν λέει" να εμπιστεύεσαι αυτήν την εποχή:

Ποιός είναι εκείνος που διατάζει κι εναντίον μου συντάσσονται
όλες οι θλίψεις που με κατατρών ακόμη;

Βαριά ακουμπώντας πάνω στον καιρό
και "δεν λέει, δεν λέει" να εμπιστεύεσαι αυτήν την εποχή:

γκρεμίζει όλα τα είδωλα, ιδέες κατακρημνίζονται, ελπίδες

σαθρά όσα στάθηκαν στο μακρινό "άλλοτε" πέφτουν

πόσο υποφέρει κάποτε και πόσο αντέχει το σαρκίο;

Κι όσα ποιήματα να γράψω θα είμαι πάντα ένας μέρμηγκας
που αποταμιεύει σπόρους ιδεών ίσα για να περάσει
μόνο έναν δύσκολο χειμώνα...

9.2.2010

Πούπουλο μιας έγνοιας που ήταν να την πάρει μακριά ένας χαρούμενος αέρας

Πούπουλο μιας έγνοιας που ήταν να την πάρει μακριά ένας χαρούμενος αέρας

δαντελένια υπόσχεση που πλέκεται
ανάμεσα στα σύννεφα της νύχτας

πριν το φεγγάρι γεμίσει όλη την χάρη του...

Διάπυρο ακόμη μέσα μου το μυστικό των λέξεων

Διάπυρο ακόμη μέσα μου το μυστικό των λέξεων και όπως αναβλύζει
ύδωρ νοήματος μιας τρισχιλιόχρονης γλώσσας
εκεί
που πάω να κοιμηθώ δονώντας με και σύγκορμο με ανασταίνει
με ξυπνάει..
Ωραία ναυάγησα!

ανάμεσα στα λεξιλόγια των φυτών, των λουλουδιών
τους τρούλους, τις εκκλησίες
των δέντρων...Ωραία ναυάγησα!

Ναι, μ’ αρέσουν ακόμα...
το γέλιο των παιδιών, το φορτισμένο μ’ αθωότητα
κλάμα, το φιλί στα κλεφτά.

Κι όπως χτυποκαρδίζει ωραία η κοπέλα,
η αυγή μυρίζει σπέρμα της γης
επάνω στα μουσκεμένα με το αγιάζι τα χόρτα,
το πουλί κελαηδάει με πάθος μουσικά ερυθρό,
το δέντρο
στηρίζει την λατινική του ονομασία
ρίχνοντας τον βαρύ του ίσκιο πάνω
στην ράχη της φιλόξενης γης...

7.2.2010

4 Ιουνίου 2010

Σκοτεινιάζει η μέρα και προσεύχεται πάλι στον άνεμο

Σκοτεινιάζει η μέρα και προσεύχεται πάλι στον άνεμο
τίποτα τίποτα εδώ
μόνο οι μνήμες των νεκρών σαν τις πυγολαμπίδες
που ανάβουνε καμιά φορά και λες ξεχύνονται
λιγάκι έξω απ’ το κοιμητήριο
που αδιάφορα νικά!

Ο χειμώνας που δείχνεται Φεβρουάριος.
Ένα ημερολογιακό έπος που αν δεν το περιμένεις ξαφνιάζει.
Σε κοιτώ όπως κοιτάζω εμένα-
δεν αναγνωρίζω το ύφος μου.

Η πόλη μια συλλαβή παροξύτονη,
μια λέξη που ολοένα σκληραίνει.

Αν ανοίξω κι αυτό το παράθυρο
ο ουρανός είναι ένας μολυβένιος καημός
που δένει κόμπο την ψυχή μου.

Η μέρα προσεύχεται πάλι στον άνεμο. Εσύ
διορθώνεις τα πιο απρόσεκτα πουλιά
που σαν ελπίδες ύστερα θ' αποδημήσουν
σ' ένα εύκρατο ποίημα...

6.2.2010

Μεγάλωσα σε γειτονιές που ο κόσμος ήταν σκληρή μαθητεία,

Μεγάλωσα σε γειτονιές που ο κόσμος ήταν σκληρή μαθητεία,
μέσα σε ένα όνειρο που ποτέ δεν τους χώρεσε όλους-
έμαθα από νωρίς τα αγκάθια, το λαχανιασμένο
τρέξιμο στο τέλος μιας μέρας
που όταν εξαργυρώνεται, είναι ακάλυπτη επιταγή:
Είδα κάθε θεό υπό γωνία
σαν από μαθηματική πλάνη
να έγιναν αχρείαστες οι τότε θρησκείες μου-
γνώρισα το κουράγιο που κάποτε λείπει-
εκπυρσοκρότησαν μέσα μου όμως
οι λέξεις -λυτρώθηκα-
κι ας έχασα πολλές νύχτες τον ύπνο μου, ας ήπια
το κώνειο των ιδεών- ποιός πεθαίνει
ποιός μπορεί να πεθάνει όταν είναι
ένα νέο αγρίμι που πιστεύει στην νίκη του
και προπάντων
στην ποίηση
που ακονίζει μέσα του λέξεις μαχαίρια!

5.2.2010

Σχεδόν κοιμάμαι μέσα στην κρυφή αιθέρια μουσική

Τόσο ωραία μελοποιημένο το ηλιοβασίλεμα, τόσο ωραία,
βαθύς ο μυστικός μου ουρανός
και τα φύλλα των δέντρων που τα θρόιζε, σαν
να 'ταν να ξυπνήσουν οι νεκροί, ο αγέρας
κάτι λιγάκι ύστερα απ’ τις εφτά
τα κυπαρίσσια ωραία γέρνουν
ή λυγίζουν, σαν να’ ναι δόρατα, κι αυτό
το απελπισμένο τίποτα που καταφέρνει να επιβιώνει
αναίτιο μέσα στις πόλεις που δημιουργήσαμε.

Και ύστερα απ' τα μεσάνυχτα,
μια φυσαρμόνικα μαΐστρου που ακούγεται..
δεν υπάρχει δεν υπάρχει ο θάνατος, μια φάρσα είναι
η ζωή έχει μυριάδες αποχρώσεις, έλα να δεις
να ξέρεις πως δεν γίνεται να λείπεις
από κανένα όνειρο του κόσμου...

Σχεδόν κοιμάμαι μέσα στην κρυφή
αιθέρια μουσική, σχεδόν κοιμάμαι
δεν ακούγονται πια οι άνθρωποι, είμαι μόνος
αστροπόρος στο δύσκολο στερέωμα, σχεδόν είμαι μόνος
συλλαβίζοντας λέξεις σε μια γλώσσα
λουλουδιών που ποτέ δεν πεθαίνει...

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου