Για ό,τι θα υποθέσω θα το πάρει ο άνεμος
και θα χαθεί..
Πώς φεύγουν από κοντά μας οι άνθρωποι;
Ποτέ δεν το συνήθισα- μου λείπουν
Τα λόγια τους· ακόμα
Κι αυτές οι μικρές ζήλιες τους, οι μικρότητες
Σαν να μην καταλαβαίνουν ποτέ
Ότι δεν είναι αθάνατοι.
Χωνευτήκαν μες την ψυχή μου τόσα λόγια..
Μια Κυριακή ανέβηκα κατά το λατομείο
για να ξεκαθαρίσω το κεφάλι μου.
Σταμάτησα κάτω απ’ τα πεύκα
Και διάβαζα ώρα πολλή τον ουρανό.
Γυρίζουν στον νου μου οι στίχοι
Ανθίζουν θα έλεγα.
Μετά κλείνομαι στον εαυτό μου σαν να με οριοθετεί η συνείδηση
Σε κείνο που είμαι και σε κείνο που προκύπτει απ’ την επιθυμία.
Όταν ήρθε το απόγευμα
διάβαζα μια εφημερίδα
που τα έλεγε όλα καλά.
Μόνο που για τον άνθρωπο δεν έλεγε
Πώς θα τον κάνει να χαμογελάσει.
Είδα κάτι γριούλες ισχνές σαν τραγικές φιγούρες
Χαροκαμένης ζωής από πολέμους.
Είδα να ζέχνει το πολιτικό καζάνι του ντουνιά..
Κι όταν το βράδυ ξάπλωσα δεν με κρατούσε ήσυχο το μαξιλάρι-
Ανώδυνο δεν ήταν ούτε το φεγγάρι που κοιτούσα απ’ το τζάμι μου..

.jpg)







