...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

11 Σεπτεμβρίου 2012

Ανώδυνο δεν ήταν ούτε το φεγγάρι που κοιτούσα απ’ το τζάμι μου..


Για ό,τι θα υποθέσω θα το πάρει ο άνεμος
και θα χαθεί..
Πώς φεύγουν από κοντά μας οι άνθρωποι;
Ποτέ δεν το συνήθισα- μου λείπουν
Τα λόγια τους· ακόμα
Κι αυτές οι μικρές ζήλιες τους, οι μικρότητες
Σαν να μην καταλαβαίνουν ποτέ
Ότι δεν είναι αθάνατοι.
Χωνευτήκαν μες την ψυχή μου τόσα λόγια..
Μια Κυριακή ανέβηκα κατά το λατομείο
για να ξεκαθαρίσω το κεφάλι μου.
Σταμάτησα κάτω απ’ τα πεύκα
Και διάβαζα ώρα πολλή τον ουρανό.
Γυρίζουν στον νου μου οι στίχοι
Ανθίζουν θα έλεγα.
Μετά κλείνομαι στον εαυτό μου σαν να με οριοθετεί η συνείδηση
Σε κείνο που είμαι και σε κείνο που προκύπτει απ’ την επιθυμία.
Όταν ήρθε το απόγευμα
διάβαζα μια εφημερίδα
που τα έλεγε όλα καλά.
Μόνο που για τον άνθρωπο δεν έλεγε
Πώς θα τον κάνει να χαμογελάσει.
Είδα κάτι γριούλες ισχνές σαν τραγικές φιγούρες
Χαροκαμένης ζωής από πολέμους.
Είδα να ζέχνει το πολιτικό καζάνι του ντουνιά..
Κι όταν το βράδυ ξάπλωσα δεν με κρατούσε ήσυχο το μαξιλάρι-
Ανώδυνο δεν ήταν ούτε το φεγγάρι που κοιτούσα απ’ το τζάμι μου..

10 Σεπτεμβρίου 2012

Φευγαλέα αποταμιεύω εικόνες αλλά η σκηνοθεσία τους με ξεπερνά



Επεκτατικό τίποτα
Διανθισμένο μέντα, τσαγανό βασιλικό
Χύνεται μες την πραγματικότητα σαν φιλοπαίγμον νεράκι
Ούτε παραιτείται ούτε κατακτά
Ανήκει σε περίπτωση παρακμασμένη.

Τις άλλες ώρες η ζωή καυχιέται για την πλησμονή της
Αλλά η φιλαυτία της την κάνει ανυπόφορη
Φευγαλέα αποταμιεύω εικόνες αλλά η σκηνοθεσία τους με ξεπερνά
Και με αφήνει με υποδεέστερη φαντασία.

Κανείς να νιώσει τις ανησυχίες μου
Άλαλα τα χείλη των ασεβών
Ο δρόμος που πήρα ανηφορίζει προς την μοναξιά που δεν αφομοιώνεται
Όλα αναποδογυρίζουν ως προς της πείνας τον άξονα
Κι η πείνα μου δεν έχει χορτασμό-
Μέσα μου είναι μια λάβα που διαβάζω
μ’ αυτήν κάθε ψηφίο του κόσμου.




Προσέχω τις λέξεις



Κατά νωρίς το πρωί
Εκβάλλουν μες την θάλασσα του ουρανού
ποτάμια άστρα
Και μια αρχαίας κοπής ημισέληνος

Προσέχω τις λέξεις
Μια στάλα αίμα αθώου κηλιδώνει
την σελίδα που η ιστορία θα γράψει
Πέντε και κάτι
Τα πουλιά ομονοούν και κοιμούνται
Το γλεντοκόπι τους δεν άρχισε ακόμα.

Λιγνές σιλουέτες κυπαρισσιών μαστίζονται
από μιας νυχτερίδας τα καμώματα
Έχω ή δεν έχω πόνο είναι το ίδιο
Η ζωή ολοένα και πιο λίγο κοστίζει
Για τους κρατούντες..

Αντιστάσου με φουριόζο όνειρο
Αν σε λαβώσει η ποίηση του όρθρου
Σκέψου κανείς δεν πεθαίνει αναίτια
Είσαι πολύτιμος σε τούτη την ορχήστρα
Το βιολί κλαίει και η γη ανατριχιάζει καθώς
Ο Θεός συμφωνεί κι επικροτεί τις αποφάσεις σου.



9 Σεπτεμβρίου 2012

Το ποίημα τραβά απ’ το μανίκι τον ιερομόναχο του φεγγαριού.




Ποδοπατήθηκαν οι αποφάσεις της χλόης και μια σαύρα γλυκά που γλίστρησε επάνω της, ήρθε για να κρυφτεί στης γέρικης ελιάς την ρίζα.
Λίγο πριν ο ήλιος να γείρει.

Χελιδόνι ευχολόγιο να επεκταθεί τo Καλό.

Παραπλανημένες μυρμηγκοφωλιές που ακόμα δουλεύουν με προσήλωση συνόλου.

Τρίγωνα οικοπέδων, τετράγωνα
Οικοδομήσιμα και υποσχόμενα συγκατοικήσεις

Τραβούν το ζόρι των καιρών και φαίνεται η γη μεγάλη.

Το ποίημα τραβά απ’ το μανίκι τον ιερομόναχο του φεγγαριού.

Οράματα στάζει η νύχτα απ’ τα λουσμένα μαλλιά της.

Η Παναγία μες τον κόρφο της κρατά δυο λόγια που είπες κι ένα βυζανιάρικο μωρό.

Κυριακή που χλευάζει την στατική άποψη των δέντρων



Κυριακή που χλευάζει την στατική άποψη των δέντρων

Η φιλοσοφία της είναι δροσερή σαν ένα νερό που κυλά στο μικρό ποταμάκι

Τα ρολόγια την καταναλώνουν λεπτό προς λεπτό

Η γη υφίσταται τις ζημιές του ματαιόδοξου ανθρώπου

Όλα είναι αναλώσιμα ως τον απώτατο χαμό τους κι έως
Να τα αγκαλιάσει στοργικά μια ποίηση ηλιαχτίδας.

Ποδηλατούν στην άσφαλτο κορίτσια σαν τριαντάφυλλα

Με μηρούς τορνευτούς που προς τον πόθο προσανατολίζουν
και προς την έλξη που απλώνεται σαν ένα δίχτυ θηλυκό.

Στα περίπτερα οι συνταξιούχοι διαβάζουν τους τίτλους των εφημερίδων

Οι εγωισμοί συναντώνται όπως τα ξίφη των αντιμαχόμενων σταυροφόρων πολιτικών
που ψεύδονται κρατώντας το ταμειακό τους δισκοπότηρο

Η βουλή τους είναι νόθα ιδέα καθαρόαιμης αδικίας.




Κάποτε υπήρξα αναγνώστης στο χάρτινο όνειρο της ζωής·


1.

Κάποτε υπήρξα αναγνώστης στο χάρτινο όνειρο της ζωής·
σημείωσα επάνω στην ανθρώπινη μοίρα
πείσματα
που μ’ έκαναν να ξεχωρίσω·
είδα την φωταγωγημένη ψυχή αλλά και την θλιμμένη
ακούμπησα
την κατάθλιψη,
την κατάλαβα-
κι ένιωσα πόσο κάποιος ψάχνει με αγωνία θεό
για να του εκμυστηρευτεί φοβισμένος την αγωνία του.
Πήγα κοντά στον θάνατο-
τον ερμήνευσα
σαν απώτατο δώρο-
μελέτησα την απουσία μου.
Δεν είμαι παρά μια μηχανή που κουρασμένα δουλεύει
αλέθοντας τα φθαρμένα γρανάζια της.
Έφερα την ζωή μου πιο κοντά στην αιμάτινη αλήθεια
κουρδίζοντας με το μεράκι μου της μουσικής
την κεντρομόλο μου
που λες με πάει στο σημείο το ίδιο που ποτέ δε ήμουν.
Κάτι φορές αισθάνομαι συγγένειες με τα νερά
που κυλάνε-
άλλες φορές με τον αέρα.
Μέσα μου γράφει αλλόκοτα όνειρα η ζωή.
Τα βλέπω που όταν ερμηνεύονται
σαν άλλος είναι ο ονειροκρίτης που ήθελα.
Τραγουδώ πάνω στην στέγη του κόσμου:
βιολιστής της πεντάρας.
Πόσο ν’ αξίζει αλήθεια μια μελαγχολία μου;
Και ο θεός μέσα μου πικραμένος..
Δεν είμαι αυτό που ήθελε…
Με κατατρώει επίμονα η φθορά..

8 Σεπτεμβρίου 2012

Τόσο συγκεκριμένος θέλησα




Ας βρεθούν όλες οι ιδέες μου σε κίνδυνο και ας
τολμήσω φως μες τον παλιό λιμένα
του σκοταδιού όπως κάποιος που έχασε
την εσωτερική του φωνή
και πληγωμένος τα βήματα σέρνει

Ταυτότητα ψάχνοντας κι ας μην
έχοντας άλλο να πει
τα βράδια εκεί που πάει να κοιμηθεί κυνηγημένος
από δύσκολες σκέψεις.

Τόσο συγκεκριμένος θέλησα
να είμαι που ίσως
και οι αποκαλύψεις μου για την ψυχολογία είναι ένδειξη
σεβαστού πλούτου
που καταφέρνει μόνο μια καδένα που απελευθέρωσε
όλους τους κρίκους της και έμεινε
σύμβολο ελευθερίας στον δριμύ αέρα
που χαράσσει την μέρα απέθαντη.

Ζω με ελπίδες ανεξάντλητες

Διατρέχοντας όλα τα στάδια της αβύσσου
και προσευχόμενος σε μια θεά Μαντόνα
Σεπτεμβρίου μεσούντος και μια απαλή δροσούλα
στολίζει τα πάντα ολόγυρα.





7 Σεπτεμβρίου 2012

Τώρα που γέρασα μ’ αρέσει ακόμα και να σφάλλω.




Τι είναι εύκολο; Ο νόμος
Των ανθρώπων ή ο νυχτερινός ουρανός;
Και στα δύο εισβάλω σαν με αρχαία προσωπίδα
Από τραγωδία ερχόμενος…
Τα ένστικτά μου μ’ οδηγούν στην κοινωνία που αγαπά το τέλμα
Αλλά εφαρμόζω δίκαιο της πυγμής
Αν συντυχαίνω χαμερπείς που κωφεύουνε..
Πολιτικά αισχύνεται ο ειλικρινής να βλέπει
πού ο καθένας πάει  αλλού και τι από πατρίδα
που ξεπούλησε πρεσβεύει.
Κι οι αγαθοεργίες τάχαμου που θεραπεύουν το κακό
Σβήνουν τον φάρο της εξέγερσης-
Τώρα που γέρασα μ’ αρέσει ακόμα και να σφάλλω.
Η ελευθερία πετά σαν ένας αετός αδούλωτος μπροστά στα μάτια μου.
Και τα μάτια μου διαβάζουν την άλλη εκδοχή της ανάγνωσης
που ο έρωτας κρύβει και θέλει..


Μία εικόνα ζωγραφίζω


Χρόνου αορίστου και ίσως
Ανασκευάζοντας κατηγορίες που αποδόθηκαν
Στα αθώα πουλιά
                                Μία εικόνα ζωγραφίζω
                                Που χρώματά της όμοια υπάρχουν
                                Μόνο στην δύση που μοιράζεται
                                την θλίψη μου
                                Προτού να οργανώσει επαναστάσεις το φεγγάρι.

Πάντως Σεπτέμβριος
Και ο Θεός ορατός
Συνομιλώ μαζί του σαν πριν να πεθάνω
Αφήνοντας των λόγων μου μια μακρινή ηχώ
Να πλανιέται μετέωρη
πάνω απ’ όλα 
μέσα σε όλα.

                       Ψαχουλεύοντας μες σε μυστήρια πράγματα
                        Κι ας ποτέ δεν είχα χαΐρι
                        Ζυγίζω την μοναξιά και την μετρώ σαν νόμισμα
                        Που τίποτα μ’ αυτό δεν αγοράζεις.

Κυανή νύχτα
Και αστεράκι ολοστρόγγυλο
Γελώ με την καρδιά μου
Σπουργιτάκι ανέμελο
παίξε μαζί μου
ας τραγουδήσουμε απόψε
χαρά των ουρανών!


6 Σεπτεμβρίου 2012

Τώρα να ‘ρθεις που οι θησαυροί των λόγων γίνονται θησαυροί των πολλών




Φθινοπωριάζει κι είναι κάτι γέρικες φυστικιές που ειρωνεύονται το καλοκαίρι.

Πετούν τον τρυφερό καρπό τους χάμω και ξιπάζονται μες την ζεστή μέρα που ο ήλιος ξοφλά το χρέος του προς τον ξεθυμασμένο Αύγουστο.

Δύο επί δύο ίσον τέσσερα.

Τέσσερα πουλιά, τέσσερεις πικροδάφνες, τέσσερα παιδιά που καβαλούνε τα  ποδήλατα και τρέχουν:

Μες το πουθενά του κόσμου και μες το να! της ματιάς μου.

Ζωγράφος είμαι σιωπηλός.
Νιώθω να τέλειωσε η μυθολογία των αγγέλων και να γράφεται η ιστορία των καλόγνωμων ανθρώπων.

Στις γλάστρες τα λουλούδια αξιώνονται την ευωδιά και τα δέντρα κομματιάζουν όλα τα ελεεινά χρεόγραφα
Της σκλαβωμένης νύχτας.

Τώρα να ‘ρθεις που οι θησαυροί των λόγων γίνονται θησαυροί των πολλών κι ο Ποιητής
παίζει τον φωτεινό του ρόλο πάνω στο σανίδι της θεατρικής ζωής..



Κομπολόι αιθέριο που κροταλά χάντρα την χάντρα




Κομπολόι αιθέριο που κροταλά χάντρα την χάντρα όπως
Σκοτεινιάζει στις δροσοσταλίδες των τριαντάφυλλων και οι νυχτερίδες
Τραβούν να ξηλώσουν τα κρόσσια της νύχτας.
Οι φιλίες μου αντέχουν ακόμα- το ήμισυ φτάνει στο ένα μου,
Το φως προπονεί το φεγγάρι και λαχανιασμένες
Χορεύτριες γύρω απ’ την λίμνη
Τρελαίνουν με τα γέλια τους την σκοτεινή ψυχή του μελαγχολικού.
Όλα τα έχω:
Απολαβές χρυσίου κι από το να μην κατέχω τίποτα που η ύλη σκλαβώνει
του μυαλού μόνο εικόνες από ένα κορίτσι αγκαλιά που πήγαμε
Πλάι το πλάι δίπλα στην ελευθερία θάλασσα.
Μιλώ ή σωπαίνω.
Το ποίημα με κατακλύζει και ερείπια σωριάζονται οι επιθυμίες μου στα πόδια σου μπροστά..


Το μπαλκόνι μου βλέπει στα μάτια σου!




Το μπαλκόνι μου βλέπει στα μάτια σου!
     Η φλαμουριά τσαλακώνει τον άνεμο
          Ζητώντας του κι αυτός να πεθάνει.
               Ανάμεσα από τα κάγκελα του πόθου
                     Προβάλει ένας βασιλικός που ασπαίρει
                          Στο τιτάνιο γαλάζιο.
                     Είμαι αυτόχειρας όσο η ποίηση το επιδιώκει.
               Νευρίλος αλχημιστής που εφησυχάζει
          Το λεξιλόγιο θηρίο.
      Της ψυχής μου δαυλός..



Από το στήθος σου ταξιδεύω παντού.




Τα μάτια σου αποσιωπητικά φεγγάρια που λιγόστεψε η σιγουριά τους.
                           Από το στήθος σου
                           ταξιδεύω παντού.
                           Είμαι ύμνος- είμαι ο ύμνος σου.
                           Κι όταν τα χείλη μου αφήνουν σάλιο
                           στην αχιβάδα σου
                 Πώς σκιρτά για να μ’ αιχμαλωτίσει η θάλασσα!

Σε περιεργάζομαι σαν να ‘ναι αυτήν την ώρα να πεθάνω.
Είσαι μια τονισμένη συλλαβή του κραυγαλέου έρωτα που παραδέχεται η αθανασία..


Κοίτα πόσο όμορφα θα ακυρώσω τον θάνατo



Κοίτα πόσο όμορφα θα ακυρώσω τον θάνατo
Θα τον αιφνιδιάσω με εικόνες του νου
Και θα τον ξορκίσω με φιλαλήθη τριαντάφυλλα
που βαραίνουν πάνω στο σεντονάκι της αλήθειας.
Υπήρξαν οι ανάσες μου κερκόπορτες αλλά ποτέ δεν με κατάφερε η φθορά
Λάλησα δυο και τρεις μες την σιωπή μου
Κι όταν βροντούσαν τ’ άρματα του φθινοπώρου, έκλαιγα
Που εσύ ήσουν μακριά κι εγώ μετέφραζα
το φως σε μια διάλεκτο παρακμασμένη.

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου