...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

7 Αυγούστου 2016



6 Αυγούστου 2016

Ενθουσιάστηκα!




Ενθουσιάστηκα! Γέλασε το σώμα μου και βρέθηκα να λούζομαι μία χαρά από εκείνες που με αίσθημα δρέπεις.
Μεσημέρι. Κάψωνε ο τόπος. Στην παραλία οι λουόμενοι βουτούσαν και ξανάβγαιναν, πασαλειμμένοι με τα χίλια αντηλιακά τους. Βρε μανία με το χρώμα!
Ηλιοθεραπείες για κολασμένους και κολασμένες και δώστου να ξαπλώνουνε ανάσκελα και μπρούμυτα μήπως και αποκτήσουν την επιδερμίδα νέγρου\ας που απέκτησε ιθαγένεια ελληνική.
Ένα παιδάκι έφτιαχνε πύργους στην άμμο. Με το φτυαράκι και το κουβαδάκι του. Το βοηθούσε ο παππούς. Ο ζήλος του με ξάφνιασε. Να ο Ικτίνος, να ο Καλλικράτης..
Λες να ελπίζουμε σε μέρες πιο καλύτερες όταν περάσουν όλα αυτά που ζούμε και τα γέννησε η ξενόδουλη πολιτική που ακολουθούμε;
Να η πρωτόλεια αρχιτεκτονική μας. Σημαδεύοντας απευθείας στο κάλλος και στην αρμονία που ξεχάσαμε.
Μπράβο μικρέ πρίγκιπα.
Μπράβο δυνητικέ νέε πολίτη της χώρας..




[Το βλέμμα στον ουρανό-]



Το βλέμμα στον ουρανό-
Πλέουν πουλιά στο βάθος·
Ο ορίζοντας φλέγεται
Μια ουτοπία βλάστησε- κοιτώ τα καμωμένα της:
Σπίτι που άπλωσε η ώχρα του πίσω απ' τις βοκαμβίλιες,
Αιθέριο τώρα
Εδράζεται 'πα στα νερά·
Ο αέρας λιγόστεψε,
Ασύνορες εκτάσεις σιτίζουν του όνου την φαμίλια-
Αν είσαι εκεί, θα απουσιάσεις μες την χώρα των παραμυθιών-
Κι όλα θα γίνουν μια περιστροφή από εκείνες που αγαπάει η γη μας να έχει-
Αιωνιότητα προ των πυλών..


[Στην ακρογιαλιά απέμεινε η σκόνη των άστρων]



Στην ακρογιαλιά απέμεινε η σκόνη των άστρων και
Τα σημάδια από μια μάχη δεινή από εκείνους που λιθοβολούσαν μάταια
Τον όφη τον ανίκητο.  –
Ξημέρωσε φέρνοντας δόξα φωτός και ζέστα.
Εντόμων σμήνη ίπτανται στα χαμηλά- όπου ένας μπόμπιρας τα πάντα αλλιώτικά κι όμως ορίζει.
Στην άμμο στημένα τα σκηνικά του Αυγούστου. Κι η ψυχή μας σφιγμένη σαν κάμπια που έπεσε απ' το πεύκο και δεν ξέρει κατά πού να αραδίσει..



Φωτογραφία του Στρατής Παρέλης.
https://www.youtube.com/watch?v=IbVWCHMjIAU

5 Αυγούστου 2016

[Τυχαίο συναπάντημα]



Τυχαίο συναπάντημα, δυνητικός
ήλιος
και πολυσήμαντος και,
στον βυθό,
ανάσκελα 
ο κάβουρας
παίζει με τις χαρούμενες δαγκάνες του, α
της θαλάσσης
ο διάκοσμος, το ακύμαντο
πρόσωπο
του νερού,
το φτιασιδωμένο
ακρογιάλι, πεταλίδες
στον βράχο
και
στην αμμουδιά
να ξέβρασε το κύμα όστρακα
στιλπνά, λειασμένα
από των αιώνων την σμίλη- α καλοκαίρι
καλόγνωμο, πληθυντικό, κάμα
που κόβει στεγνά, αχτίδα
που σαν καμάκι καρφώνεται
στου σπάρου το ασήμι και
λαμπυρίζει
αινιγματικά,
την ώρα
που το μεσημέρι γέλασε πάνω στα όρη και ένα
αεράκι σηκώθηκε
να απαλύνει την κάψα, να μοιράσει
στα σώματα την μουσική
του Αυγούστου..


ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ


Ένας πανζουρλισμός από φωνήεντα:
Πηδάνε στις ταράτσες των σπιτιών, αλλάζουν ύφος,
Μ’ έναν χορό τρελό βακχεύουνε στην Πανεπιστημίου,
Μυρίζει καυσαέριο, ολέθρου ταληράκι,
Αλλάζει η οδική γραμμή με δυσκολία:
Έρχεται ο παλιατζής της μνήμης και τ’ ακινητεί,
Δημόσια πάρκα, καφετέριες, μηχανουργεία-
Απ’ το πετσί της ύπουλης πρωτεύουσας
Πετάγεται στα ξαφνικά ένας κιτρινιάρης
Απαίσιος ποντικός φθοράς και σε δαγκώνει…
24.6.1983
Ζούμπερι

4 Αυγούστου 2016

Η ύλη…



Κουμπώνομαι, κουμπώνομαι- ως πού θα πάει
Ο ερμητισμός; Ο αέρας
εισχωρεί στα πνευμόνια μου και τα πνευμόνια μου
τον λευτερώνουν
επιστρέφοντάς τον
αγνότερο.
Οι σκέψεις
στο κεφάλι μου χορεύουν
σαν νυχτοπεταλούδες
γύρω από ένα παράξενο φως.
Κι η ποίηση
δρέπει δάφνες από την απουσία των πραγμάτων- ενώ
η ύλη
Στενάζει
σαν κάτι το φθαρμένο
και το κάλπικο
Που ποντάρει επάνω του
η ζωή
κι όλο
έξω θα πέφτει..







3 Αυγούστου 2016

ΡΑΨΩΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΛΞΙΟΠΗΣ



Όψη του θήτα, σαν 
Θελξιόπης γυναικείο όνομα.
Ομηρικό. Κι ανάλυσέ το:
Θελκτικό κάτι κι από μυρωδιά
Λουϊζας αν την τρίψεις στ’ ακροδάχτυλα.
Και όπ-μα, όμμα, μάτι του βοριά
Πάνω απ’ την θάλασσα των μπλε παράθυρων
Που ανοίγουν να κοιτάξουμε ευτυχισμένα.
Γιαγιάς της Λέσβου μιας μαμής
Βαφειό Λεπέτυμνου. Ράχτα
Κι ελιές. Μποστάνια

Της θεία Σταυρίτσας, θεία Λένης:
Κόρες αιολικές. Δώθε κρατάει η σκούφια μου
Κι εκείθε: Ιωνίας διωγμών ανθρώπων
Άστεα. Διηγήσεις
Μάνας της μάνας μου για το ΄22.
Αδέρφι του παππού που χάθηκε για πάντα
Αίματος φόρος της φυλής
Ξεριζωμός πικρός. Μοίρα;

Αν κρατάω κάτι από μνήμες παιδικές
Έναν παππού που μπόλιαζε τα δέντρα.
Σίγουρος. Αυτή ήταν η φτιαξιά του.
Αγάπαγε τις λεμονίτσες και τα τριαντάφυλλα.
Μού 'μαθε μια κηπευτική ολόχυμων ονείρων.
Κάπνιζε κάπνιζε ολοένα. Σαν
Να 'θελε να μην ξεχάσει εκείνον τον καπνό που έπνιξε 
Την προσφυγιά του. Πονούσε.
Πονούσε πάντα.

Και ένα χωριό λιγάκι πάνω από την Μήθυμνα
Σαν άλλης εποχής ναυαγισμένο μου κονάκι. Ήλιος
Και χρόνος σύμμαχοι. Με το χέρι
Πρωτόκοψα απίδια, σύκα. Άκουσα τα νερά.
Βρήκα τον πλάτανο ασπίδα για την ζέστα του μεσημεριού 
Είδα την ποίηση
Ζωντανή- σαν να 'πιανε ένας σπόρος
Μέσα μου.
Κούρνιασα μες την φύση σαν να μ’ άγγιξε
Μ’ ένα ραβδάκι μαγικό νεράϊδα…

Εικονική πραγματικότητα…




Πώς είναι παράξενο να ακολουθείς
Εικονική πραγματικότητα όταν
η πραγματικότητα σε καθιστά αδύναμο και
τελειωμένο.. Να έτσι

Που σου επιβάλουν "διαγραφή" που δεν όρισες
Ή και δεν θα αντιληφθείς λουλουδάκι
Που σου γνέφει, εκεί, ξημερώματα,
Κάτω από το φως ενός ένθεου ήλιου.

Σε ακολουθώ: με τον νου μου, με την καρδιά μου σε ακολουθώ.
Κι ανοίγω τρύπες στο κουκούλι σου συνέχεια να κατασκοπεύσω
Πώς μπορείς και μεταλλάσσεσαι σε ένα άβουλο πλάσμα
Που του σκηνοθετούν και το ευχαριστιέται.

Και καταγράφω τοις οδύνες σου- κι εκείνες
που εσύ ούτε καταλαβαίνεις- μιας κι έχασες
Τον παλμό, την ζέση, του ονείρου την στιλπνότητα, όταν
Οι μέρες περνούν κι εσύ τίποτα τίποτα πια ουσιαστικά
ατόφιο γύρω σου έχεις..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου