...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

9 Μαρτίου 2015

ΣΚΑΓΙΑ ΗΘΟΠΟΙΙΑΣ



                 Επειδή ο άνθρωπος είναι αυτός
                 όλο μικρές μανίες καταδίωξης

εσύ που είσαι αυτή που δεν θα ήθελες να είσαι
ιστορία με το πρόσωπο μες τον ντορβά
εαυτίζοντας
προφέροντας μικρά φωνήεντα όρασης
παρελθοντικής
παρούσας
μέλλουσας
ιστορία ξεγραμμένη  από την αρχή για μια άλλη
μοίρα του κόσμου – ο έρωτας
σ’ αρνιέται δυνατά.       Δες:
το μπουμπούκι του σκάει σε αλλιώτικους κήπους.
Επειδή ο άνθρωπος είναι αυτός-

φρικαλέος, ποταπός, δύστηνος ο καημένος
ντύνεται στα φανταχτερά σαν υπέροχο φρούτο
το μεγάλο κουκούτσι του σπάζει το δόντι
όμως

λυσσασμένα η ζωή πάει το κεφάλι της
να το σπάσει πάνω στον γενναίο τοίχο
της απογοητευμένης πολιτείας.


Οι εργάτες πονάνε έναν πόνο του κορμιού
απ’ την κούραση.
Ψυχολογίες του φθαρμένου πρωτευουσιάνου.
Σκάγια ηθοποιίας μπροστά
σ’ έναν καθρέφτη πολυτελείας.
Ενδύματα φανταχτερά,
παπούτσια να περπατήσουν σε κρύσταλλο.
Φαντασμαγορία του αίσχους!

Έχω βαριεστήσει  μες σε μιαν ηθική από τρικούβερτες
ψευτοκουβέντες,         διασκεδάσεις της ψυχής.
Η αγάπη με πήγε παρανάλωμα του αισθήματος.
Είμαι μικρός.
Η ηλικία όλων των στοχασμών μου
σμιχτή είναι μια σταλιά στικτή δροσιά
στο στόμα της κοπέλας που με θέλει.

Α! επιτέλους η ζωή
να ομορφύνει γενναία!
Να πει λόγο μιας ευτυχίας του κορμιού
ο αιώνας.
Επειδή ο άνθρωπος είναι αυτός-
Να του δοθεί συγχώρεση που δίνεται
στους λυπημένους.


                                   Αυλίδα 3/9/82

ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ

    

Ξαφνικά υπάρχει αυτό:

ίσως μπορέσω να υπάρξω έτσι:
μόνος
με το φέρσιμο κάποιου πικραμένου που εχθρεύεται την ζωή.
Όμως
θα ήθελα μια συντροφιά της «καλημέρας» όταν θα ξυπνώ
και μια κουβέντα «καληνύχτας» όταν θα κοιμάμαι!

Επειδή να,....
κουράστηκα  να λέω τ’ όνομα
που φέρνει στην φθορά. Ένα κορίτσι
που μαγνήτισε την ζωή μου στο πόλο της
μ’ ένα αιχμηρό «εγώ» κάποτε η νύχτα
με φεγγάρι επίμονο και αγκαλιά
πηγαίναμε τον ύπνο.
Τα είπε η απώλεια....


Ότι αγάπησα ανυπόστατο προδίνει την αίγλη
που του 'δωσα εξιδανικεύοντας τον λόγο της χάρης.
Ταπεινωμένη, πικρή ζωή,
όνειρο χιλιομπαλωμένο μου-
η χαρά βουίζει μες τα χέρια σαν έντομο
αν του χαϊδέψεις τα φτερά θα λιώσει
μυρίζοντας το άπιαστο...

Την ώρα που το όνομά σου το οριστικό
πέφτει μες τις αόριστες βδομάδες
κι οι μέρες όλες χαλάλι πάνε κι έρχονται
με μια χειρονομία-
«Φύγε. Τι κάθεσαι; »

                                               Αυλίδα 5/9/82

ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ


Αυτές οι σάλπιγγες του δειλινού που ακούγοντας τες

η ψυχή μου αναστατώνεται.
Ο Ιούλης που σε κράτησα στην αγκαλιά μου αήττητη.
Ο Ιούλης ενός φεγγαριού.

Το λιανό φως έστελνε
σε άλλες εποχές τα βράχια
κατ’ από την Ακρόπολη
που βούλιαζε και ταπεινά
χάνονταν μες το μαύρο.

Η έμπνευση  έτρεξε στους δρόμους της πολιτείας
με τα φώτα αυτοκινήτων.
Τα παράθυρα έκλειναν σιγά
και μεγάλοι ίσκιοι από άντρα και γυναίκα που θέλγονται του έρωτα
βημάτισαν στην κάμαρη.
Ο σκοταδόγατος εγώ.
Η ζωή μου λέω ρημαγμένη.
Ταπεινός μέχρι τέρμα κάτι έλπισα
από βουερή ψυχή ν’ ανάψει αλλά ο μάταιος στοχασμός
δρασκέλισε τα σύνορα του απόκοτου
και γίνηκε πάλι απόγνωση.

Η ώρα δώδεκα  το μεσονύχτι ψάχτηκα και βρέθηκα μόνος.
Κ’ εσύ που ήσουν;
Με γεμίζει ο πόνος του άδειου ορίζοντα!. 

                                                             Αυλίδα 15/7/82

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ




Δεν μπόρεσα αυτή την φοβερή παραλογία από τόνους
συλλαβές
μετρικές,
μακρά, βραχέα, δίχρονα,
η γραμματική είναι η αστυνομία της γλώσσας,
η περισπωμένη μοιάζει με σφυριά που πλάτυνε
το κεφάλι της λέξης.
Φούρια φαινόμενων οξυθυμίας  του λεξιλογίου.

Δεν μπορούσα έτσι να ερωτευτώ
απαγγέλλοντας τα λόγια του πόθου μου.
Με εμπόδιζε η αυστηρή ψυχή της απέραντης νομοτέλειας
του συνταχτικού,                 προτάσεις
βουίζοντας μες το κορμί του λόγου,
θέλησα να πω «σ’ αγαπώ» σ’ άσκοπη γλώσσα:
είμαι ένας φτωχός εφευρέτης μιας διαλέκτου
όλο νοήματα

Μια ψιλή βροχή από ευφωνίες πέφτει απαλά
μες τα δρομάκια της καρδιάς μου
κοριτσάκια ποιήματα βαδίζουν χέρι-χέρι
σιγανοτραγουδώντας
τραγούδια του συρμού.

Η πόλη των παρομοιώσεων μου έχει ένα δωμάτιο από έμπνευση.
Οι τοίχοι του είναι η ρέμβη της ορθοφωνίας.
Εγώ είμαι νοσταλγός της αγιότητας τοπίων της γλώσσας
άγνωρων για του σημερινούς,
που τους βαράει ο άκαιρος νοτιάς
κάποια αγριολούλουδα κάνουν να αναφαίνει η δύναμη της Περσεφόνης
νικώντας το τάχος της την βραδύτη θανάτου.

Προπαροξύτονη παρομοίωση της ευτυχίας.

                                                             Αυλίδα 15/8/82

ΥΠΝΟΣ



                                                  
Ακούω αυτό το βράδυ από μακριά:   κυμαινόμενη νύχτα
φεγγάρι μ’ έναν σάλαγο από τα όνειρα της τριξαλίδας.
μία σοφία ύπνου μέσα στα μεσάνυχτα·    
η σίγουρη κληματαριά,                              
κάτω της
                ένα κλειστό κρεβάτι:  
βάρκα του ονειροπαρμού μου:

Βλέπω μία την ψυχή μου..
περπατεί μες τα άδεια δωμάτια
του αιώνα-
βρίζοντας τόσο μυαλό μπαγιάτικο
μες τα κρανία των ανθρώπων.
Γύρευα την δικαιοσύνη-πόλεμος
γύρευα την αγάπη- η κακία!

Ο εαυτός μου ένας  θε μου!
πως να τα βγάλει πέρα με ένα μηδέν
που τείνει στ’ άπειρο;
Δέχεται τόσους αριθμούς να ζευγαρώσει που στο τέλος
βγαίνει μπαστάρδικο αποτέλεσμα από μνήμες που απώλεσαν
την πιο δική μου ευτυχία.
 Όταν οι ώρες μου θελήσανε αρίθμηση…


                                                                          Αυλίδα 10/8/82

8 Μαρτίου 2015

Κυριακάτικο φως…





Ένα λουλούδι αγέραστο, απέναντι από την λιακάδα την άκαμπτη·
Ένας καρπός που θύμισε στην γη πού εδράζεται πραγματικά η αιωνιότητα·
Μια προσευχή, σαν άχνα που ανεβαίνει κατά την πλευρά του ουρανού την απλησίαστη·

Φορτία φωνές που χλιμιντρούν μες την ημέρα·
Αψύς αέρας ξυπόλυτος κάτω από την επικράτεια του αόρατου χάους·
Νταηλίδικο κρύο να μην υποτιμήσεις τον Μάρτιο·
Ξινό φως αήττητο πίσω απ' τον καθρέφτη με τις μυγδαλιές·

Δεν έχω θέση στην πραγματικότητα- φορώ
όνειρα
κι ας κουρελιάζονται
από έναν κόσμο που αντιπαθώ·
Τα πάθη μου φέρνω
ως την φλογάτη συντέλεια·
Είσαι λακωνική φιλοσοφία που άγγιξα κι ας με λαμπάδιασε·
Γράφω πηγαίνοντας προς την θρησκεία ενός κουρασμένου..


Λιγάκι έξω από την Τρίπολη:


κάτω από το χάλκινο βουνό
Μια στάνη
                   Και κάτι μοσχαράκια που βόσκουν αμέριμνα
Κάτω απ' τον συννεφιασμένο ουρανό.
Ο θεός του τοπίου είναι σκληρός. Βρέχει.
Οι στάλες περνούν μες το μυαλό μου·
μια μελαγχολία παίζει τον ζωγράφο και καμαρώνει
που έφερε το μουντό της όνειδος στην εξουσία.
Αχ Κυριακή!
Χωράς όλες τις ώρες μου μέσα σε μία ντουφεκιά..
Άραγε θα πετύχεις διάνα;



5 Μαρτίου 2015

ΣΠΙΤΙ ΑΠΟ ΑΙΝΙΓΜΑ


                    

Το σπίτι μου το είπε η θάλασσα και θυμωμένο
στέριωσε ανάμεσα στις λεμονιές.

Αναμέριζε ο λεβάντες στις κουρτίνες του παραθυριού
και τα βουνά ανάφαιναν μέσα στο δείλι ροδαλά
κι ανάλαφρα που λες θα τα ’παιρνε η πνοή του Αυγούστου.

Εγώ ήμουν πάντα μέσα σ’ ένα όνειρο φχαριστημένος.
Το λουλούδι είχε πει το ποίημα του εκεί και
μυρισμένο το σύμπαντο της σκέψης μου από τη φεγγοβόλα ανάσα του,
ατιθάσευτες άφηνε τις μουσικές να πα να σμίξουνε του άπειρου
μες τον άλλο κόσμο τον δικαιωμένο.

Τριγυρισμένος αγιόκλημα λοιπόν.

Κάπου πέρα, στα θαλασσινά χαράματα, προσηλωμένος όπου
έβγαινε ο ήλιος ο διαλαλητής ενός «πιστεύω» άλλου-
κοντανασαίνοντας πήγα στο εικόνισμα του πόθου μου
μπροστά ν’ ανάψω το κερί μου και να:
βρήκα πάντα μέσα σ’ ένα όνειρο εγώ
να ‘μαι φχαριστημένος – όμως
ο κόσμος ,
έξω του,
καίγονταν στην οδύνη του της πιο πικρής ζωής!

Άραγε τι να ναι που μας μαγνητίζει της ψευτιάς
και δεν μας αφήνει να δούμε
και που τολμάμε η τόλμη μας όλη στράφι
γιατί λάθος τόλμη είναι
και άδικος μόχθος.
Ή μήπως το αίνιγμα μας θα μας σβήσει κάποτε
όταν θα βρει την λύση του από κάπου-      Πήγαινα

αρνητής.
             Και που αρνιόμουν, νάσου να μου έρχεται
καπαπάνω το αρνημένο μου
και στανικά να θέλει να με πείσει η ανάγκη
έτσι είναι.

Η βωβή αλήθεια προσγειώθηκε στο μυαλό μου
σούρουπο μελαγχολικό-
και είπε λόγια δύσκολα.
Είχα το χέρι τεντωμένο μέσα στο άδυτο του φεγγαριού
και
αίσθηση!
ένοιωσα να σκιρτάει στα δάκτυλά μου το αίνιγμα
που ζήλευε μια λύση.
Το σπίτι απαλά έφυγε για να ναυαγήσει μες τα σύννεφα
που το 'πιανε από δίψα.
Οι κουρτίνες του μια φορά αναμέρισαν φυσώντας ο άνεμος
και
είδα το κάστρο των ανθρώπων
να το φρουρεί η εκδίκηση καθώς
έμεναν ολομόναχοι
αυτοί
μες τον ατόφιο εγωισμό τους.



                                                                Αυλίδα 10/8/82

Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ



 

                     
      


Ωχ, τσιγγάνα μου, για τη νύχτα όλο πόρπες αγγέλων
πέφτουν μες τα χαλάσματα της δικής μου ψυχής :
Δεν χωρώ μέσα στον εαυτό μου-
ο βαριός ορίζοντας συλλογισμένος κοιμάται,
ανεβαίνει στην έκπληξη-
οι πόλεις βραδιάζουν,
φωταγωγούνται-
κουβέντες
λάμπουν τα λόγια τους
μες το δριμύ τσιμέντο και την μαύρη όραση.
Το λούσο της φωτιάς σε ντύνει
ένα άρωμα ροδαλό
όπως
χορεύεις λικνίζοντας το κορμάκι τρικάταρτο
και στενάζεις από την γλώσσα καημού.

Ωχ τσιγγάνα, τσιγγάνα
για την μέρα αλλάζει ο μήνας,
στρατιές ωρών εναντιώνονται
θέλοντας
το δίκιο τους!
Τώρα…

Αυλίδα 13/8/82

ΟΝΕΙΡΑ

                           


Τελικά
          τα όνειρα
                  είναι μια ντουλάπα με ρούχα αφόρετα
                                   που δεν πρόκειται ποτέ να φορεθούν
                                          ή
                                                 θα τα φάει ο σκόρος.

                              Μονάχα η φαντασία του κορμιού προβάρει
                              το ύφασμα
                              που όμως είναι σε διαστάσεις
                              χιμαιρικού καταποντισμού.

Έζησα χωρίς αυτές τις φρικαλεότητες.
Οι επινοήσεις των ανθρώπων λίγο μ’ ενδιέφεραν.
Όσο στην ηλικία παιδιού που αρχίζει
να αιθεροβατεί από αγνότητα.

Λίγοι πιστέψαν στην νίκη μου.
Η θέληση μου ήταν το βήμα!
Περπάτησα μες την πραγματική κοιλάδα των πικρών
κι αβάσταχτων γεγονότων
που μ’ ατσάλωσαν
μπροστά στην χίμαιρα!
Το αύριο ας είναι «Εύγε:».




                                            Ηράκλειο 10/9/82

ΤΟΠΙΟ ΕΝΟΡΑΣΗΣ

  

Είναι δω, είναι δω..
και ο πρόσωπο της πεθαμένης που την είδε ο ήλιος
και η πέτρα που τίναξε η μοίρα καταπάνω της
από το παρελθόν-
χειρονομίες, φερσίματα, βοή: είναι δω
ακόμη μια φορά
εμποδίζοντάς με να προχωρήσω.

Μα
αν αυτός που είπε πως η γη είναι μια σκέψη τ’ ουρανού,
μπορεί απόψε να μου τραγουδήσει τόση λύπη
αγγέλου σίγουρα
πιστεύω το λόγο του!

Μόνος.
Μονάχα με την σκέψη για σύντροφο:
άσχημη σκέψη, κακός σύντροφος-
όλοι οι δρόμοι
καθένας τους κι απ’ αλλού
βγάζουν σε σένα:
μακάβριο χαμόγελο του λυπημένου-

τι περιμένεις λοιπόν
αυτό είναι πίδακας της στενοχώριας:  το στήθος μου,
ηθικέψου στο μάταιο!
Η ιστορία ανάθεμα!

                                     Αυλίδα – Ηράκλειο 1980-1982

4.6.82


                                     


Στον μάταιο λογισμό που με πήρε με φούρια
βυθίστηκα μέσα στην μελαγχολική θωριά της μέρας..
Ήτανε μια Παρασκευή.
Ωραίο το σούρουπο.
Έμπνευσης !

Ο αξιωματικός της ανευθυνότητας
Αδιαφόρησε για τα  συμβάντα …        θαύματα όλα  !
Έφτιαχνε επίμονα τα μαλλιά του .
Βρέθηκα μέσα στην βαρεμάρα που σε χτυπάει επίμονα
όταν γύρω σου όλα ωχριούν
από κίβδηλο θάρρος .

Ο αξιωματικός δεν μας λυπήθηκε .
Μια παρέα παιδιά –όλοι νέοι-
βαλθήκαμε να κουβαλάμε πα’ στην ράχη μας τους σατανάδες .
Στρατευμένοι αδιάντροπα.

Την νύχτα αποκάναμε..
-δεν υπήρχε όρεξη για όνειρα.
Μόνο μια δυνατή ομοβροντία των κανονιών της έλπισης να βηματίζει
μες τ’ αυτιά μας καταλάβαμε-
κι η πολιτεία μας καλούσε..


                                               Αυλίδα..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου