...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

8 Ιουνίου 2013

Όχι ξεκάθαρα: όμως ακούω φωνές

53.

Όχι ξεκάθαρα: όμως ακούω φωνές
σιγανές- λαχανιάσματα
και ψιθυρίσματα γλυκά-
όπως να κάνουν έρωτα
πίσω απ’ τα κλειστά παντζούρια
με τις άσπρες γλάστρες.

Φεγγάρι ασημένιο. Εφτά
φορές πιο καθαρό απ’ το νερό.

Και ένας στίχος καρφωμένος μες την ευφωνία.

Ένα φυτό που άνοιξε
τις πύλες του να βγει το άρωμα: ένα γιασεμί.

Κάτω από τα δέντρα, πλάι στην παραλία, δυο ερωτευμένοι
που φιλιούνται.

Για να φανεί πιο χρήσιμος ο μέσα τους καημός..

Για να ‘ναι ο πόνος τους γλυκό μαχαίρι που πονά..

Πώς τα αλλοίωσες όλα βρε εποχή;




Πώς τα αλλοίωσες όλα βρε εποχή, πώς γίναμε έτσι κι εμείς;
Ευθεία βολή το φως με την αλήθεια του και όμως
πικρή και εναγώνια  γεύση μου αφήνει
η πατρίδα.
Ξεφούσκωσαν τα πάντα και
Μαραμένα που να τα πω καταγράφονται
Σελίδα σελίδα.
Οι λεπτοδείχτες στο ρολόι μου πώς σκουντουφλούν
πάνω στα γεγονότα και τα γεγονότα
Πώς μες στις εφημερίδες καταγράφονται
Πωλούμενα για κάτι μπιρ- παρά.
Μόνο ο θεός που επινόησα πια με καταλαβαίνει.
Κι η μάνα μου δεν το κατάλαβε πως έχω αφιερωθεί
σε λόγια και άστρα..








Παθιασμένο πλασματάκι μου, πού θα με οδηγήσει η ποίηση κοντά σου;




Ένα κλαδί που ξύνει τον ορίζοντα, ένα θρασύ κουκουνάρι
γεμίζει το μεσημέρι με εξάψεις.
Εσύ επιπλέεις στην λίμνη σαν νούφαρο, σαν νεράιδα
Με ολοπόρφυρο χιτώνα, σαν φωτιά. Κι εγώ
Σκέφτομαι την παρουσία σου ανάμεσα
στα πράγματα και τις συντυχίες-
Καταλαβαίνοντας του χρόνου την ζημιά και της έμπνευσης
το υπέρτατο δώρο.
Παθιασμένο πλασματάκι μου, πού θα με οδηγήσει η ποίηση
κοντά σου;
Ένας γκρεμός από των λέξεων το κακοτράχαλο όρος
κάνει δύσβατη την σελίδα και πιο ακόμα περισσότερο..



7 Ιουνίου 2013

Μέρες…





Έχε τον νου σου: η ιστορία βασανίζει
τους μη διδασκόμενους.
Μολύβι αψύ γράφει πάνω στο τιποτένιο
εξωπραγματικό κάτι
και συγκολλά τις μέρες σ’ ένα μπουκέτο που υπερέχει
η βιολέτα της Τρίτης σου!
Η Παρασκευή είναι ένας τρύπιος κουμπαράς που δεν συγκράτησε καμία αισιοδοξία.
Η Κυριακή είσαι εσύ κι εσύ είσαι ένα πρόσωπο που πάντα θ’ αγαπάω..
Κληροδοτώ στους επιγόνους το πιο ρηχό και το πιο βαθύ μυστικό του κόσμου: την Απλότητα!
 
                                                                                  Βόλος   1.6.2013 







Με κατοικούν αγωνίες




Με κατοικούν αγωνίες- οι τοίχοι μου
μισογκρεμισμένοι αφήνουν
να πλεονάζει συμπέρασμα
θλίψης.
Αυτό που είναι αναγνώσιμο δεν το αναγνωρίζει κανείς -
νεφελώδες κάτι σκεπάζει
τα πάντα
και, ο ζητάς, ποτέ ο έρμος δεν βρίσκεις.
Μπλέκω την σθεναρή δημοτική με την αρχοντική
καθαρεύουσα
και γίνεται σύμπαν
λεκτικό
κεχριμπαρένιο.
Εγκλωβίζονται μέσα μου οι φαντασίες κι οι πραγματικότητες-
ξιφασκούν τα λίγα με τα πολλά, οι ηθικές αμφισβητούνται
κι ένας καπνός από φωνήεντα που ιερουργούνε,
σαν θυμίαμα
ανεβαίνει ψηλά τονίζοντας
του ουρανού τις επάλξεις.
Τα σημαντικά μου είναι μια ανταμοιβή που κυνηγώ κι αν θα εισπράξω άλλο δεν ξέρω
από της αγωνίας το ατόπημα       όπως εκεί με σπρώχνει
του πληκτρολογίου το μέγιστο πεδίο μιας αναζήτησης
που δεν τελειώνει..




6 Ιουνίου 2013

Όπου ήσουν έφτασα και σε βρήκα εκεί



Συναντιέμαι με σένα εκεί που οι πόθοι είναι απέραντα επιθετικοί
    Τέτοια που κάνεις σε αγαπάω συνεχώς περισσότερο
         Κλέβει την παράσταση της ζωής η σχέση του ενός με τον άλλο
     Όλα τα ρήματα είναι δοτικά στην συνεύρεση
Αν ξαπλώσω ανάσκελα κοιτάζοντας τα άστρα
    Θα είμαι  ευτυχισμένος θα είμαι χαρούμενος
        θα έχω τελέσει μια προσευχή να φτάσει η καρδιά μου σε σένα.
             Με τα λόγια με το τίποτα έφτασα στο μακρινό σου κονάκι
          Όπου ήσουν έφτασα και σε βρήκα εκεί
      Που η αγάπη γίνεται του κορμιού πανωσέντονο
Και καίγονται από κάτω του στα φιλιά οι εραστές
   με το ώριμο πάθος.
       Στο πλάι σου είμαι στην μεριά που δεν το ξέρεις να δεις
             Μα αν με την καρδιά αισθανθείς θα με νιώσεις
                 Να βαφτίζω ερωτικά τα μοιραία μαλλιά σου..

Εξέχει η σιωπή απ’ την αλήθεια.


Εξέχει η σιωπή απ’ την αλήθεια.     τα ρήματα
αντιμάχονται και δίνουν υπόσταση στα κουρασμένα ουσιαστικά
         όλα αστικά τα παιχνίδια της φθαρμένης οικονομίας      άντε πια
έγινε η ποίηση γράμμα αφ’ εαυτού του ματαιόδοξο     
θέλω να πω     μ’ αυτήν κανένας πια δεν φτάνει σε ασφαλή συμπεράσματα     γράφουμε οι αλλοπαρμένοι αλλά ίζημα μιας θλίψης μένει    μες τα τετράδια   αναρριχώμαι πάντα στο βουνό μιας αλήθειας   πού θα καταλήξουμε οι φτωχοί;    αιτήσεις επί αιτήσεων και στο πρωτόκολλο οι ανάγκες μας σαν ανυπόγραφα κατά-τιθέμενες    αν αφήσω τον εαυτό μου να τα πει όπως θέλει    θα πάρω ατίθαση χειροβομβίδα    να που σε φτάνει η απόγνωση    άθλιοι των αθλίων και να δεις που παίζονται ερήμην της δικής μας θέλησης ετούτα τα μονόπρακτα    φορώ τις ωτοασπίδες μου, δεν θέλω να ακούω την κατεστραμμένη φωνή τους   είμαι αγρίμι που μια μέρα θα εκδηλωθεί    τσακίζοντας την παρακμή τους με τους φοβερούς οστεοθλάστες μου..


   


5 Ιουνίου 2013

Ο Ιούνιος έχει παραλείψει την μαθηματική στοιχειοθέτησή του



Απατηλή ορθότητα των λουλουδιών-
μιλούν έχοντας μέγιστο ειδικό βάρος·
Η αυταρέσκεια του να υπάρχουν ευωδιάζοντας
Αναστατώνει το σύμπαν-
Μια νύξη του εφήμερου ότι θα το παλέψει να γίνει αιώνιο…

Στα πεδινά της κωμόπολης
κάπου είναι οι λεύκες ψηλές που νικούν
Και κάπου ο αδιάβαστος κρύος αέρας.
Ο Ιούνιος έχει παραλείψει την μαθηματική
Στοιχειοθέτησή του – και κινά
Σαν όλοι οι μήνες που ήρθαν και έφυγαν,
Να ανταλλάξει την φήμη του με πέντε γρόσια ήλιο
Και κάτι φίλους που μας έμειναν μες την καρδιά…

                                                              Βόλος  1.6.2013 



  

4 Ιουνίου 2013

ΛΕΣΒΙΑΚΟ..


        Ά

Το χέρι βάζοντας αντήλιο
Στην κορυφή που στάθηκα του λόφου και αγνάντεψα..

Μακριά η θάλασσα η στραφταλίζοντας
Με ανάρια πάνω της τα καΐκακια
Σε σχήμα ενός πουλιού που απέκαμε να φτερουγίζει και
Αργοπλέει τώρα, ξεκουράζεται πα' στα νερά..

Στην πύρη του μεσημεριού, στο ντάλα μεσημέρι
Είναι καλός και απαλός ο αέρας του καλοκαιριού
Και πλατιά η αγάπη των πλατάνων..

Τα σπίτια αργά τα πίνει ένα χρυσό λιόγερμα
Κι ακούγονται σαν άγγελοι που ψαλμωδούν οι γλάροι..

Μες τις αυλές γεράνια και βασιλικοί ανατινάζονται
Γιορτή ανάσας και ριπές ανέμου καυχησιάρη..

Μόνο στο κάστρο λίγο πιο ψηλά απ' την θάλασσα
Η Παναγιά μαγεύει χαμομήλια και
Θυμωμένες παπαρούνες-

Και μες την όραση γλιστρούνε όλα να ζωγραφιστούν
Στον αινιγματικό καμβά του Απρίλη..


΄Β

Αφανέρωτο χέρι που ρυθμίζει ένα γύρω τα πάντα
Φανερωμένη ποίηση
Οι ελαιώνες και η θάλασσα
Τις νύχτες ασημώνοντας λευκοχρισμένα τα σπιτάκια από το φεγγάρι
Με τον βασιλικό και το γεράνι στην αυλή
Πότε πότε
Στην στέγη
Με τα μάτια λάμποντας μια κουκουβάγια..

Και
Το θαύμα όπως το πίστεψα ήτανε:
Μεγάλοι πρασινίτες αμπελώνες
Και πέρα η θάλασσα
Γαλάζια: η Λέσβος!

Τριγύρα και ολού οι τόποι με τα αγιοκλήματα
Την φτέρη
Τα σπαθάτα φύλλα
Την κρεβατή βαθύσκιωτη
Το γιασεμί με τ' άσπρα λουλουδάκια.
Οι εκκλησιές καταντικρύ του πέλαου
Στις εκκλησιές οι Παναγιές που σε κοιτάζουν λυπημένες
Κι οι άγιοι που η θέληση στα μάτια τους παρέλυσε τα άνομα!

Τα δειλινά ξυπνούν τις αύρες οι απόγειες
Τις άλλες φορτωμένες δρόσο κι αναγάλλια
Κι εκείνες τις παράξενες τις νανουρίστρες
Τις φιλώντας και παίζοντας συντροφιαστές του πόθου..

Στην κρήνη με τα δροσερά νερά όπου
Είναι καλός και απαλός ο αγέρας του καλοκαιριού και πλατιά η αγάπη των πλατάνων
Τι ωραία ρέμβη!
Αντίκρυ
Μες τα λιόχαρα βουνά όπου γυρνά να σαρκωθεί ολόρθος
Μια σάρκα πύρινη
Μύστης του ήλιου και της γης του ο αθλητής
Ο εργάτης
Σηκώνοντας τα μάτια κάθε τόσο προς τον ουρανό του
'υχαριστώντας!


Γ΄

Και κοπάζοντας η τρικυμία
Η θάλασσα η πάλι ήρεμη μες τους αιθέρες
Κι ήταν το δειλινό!

Ο ήλιος ο σκυμμένος στο λοφοσυνάντημα
Κι ανάρια σύννεφα στην δύση του
Ντυμένα ένα νάζι ροδαλό..

Μιλούσε το νησί μου:     κήπους όμορφους
Και ευκολοκατάληπτους ως πέρα αμπελώνες

Την ώρα που έλεγε αινίγματα η ψυχή με τον θεό
Θυμοσοφώντας μιαν αγάπη μες τα μάτια του…


1978/1983
Ηράκλειο, Αυλίδα, Ζούμπερι..

ΤΡΥΠΙΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΠΟΥ ΜΠΑΖΕΙ…



Εμβαδόν μιας αντίστασης, τρύπιο συμπέρασμα που μπάζει
η πόλη έχει ιοβόλους οδόντες
οι άνθρωποι ζουν αποξενωμένοι
ξοδεύουν τον χρόνο τους τυρβάζοντας περί το αχρείο πουθενά
οι κυρίες είναι θηλυκά δόκανα ξεμοναχιασμένα
οι κύριοι τρέμουν να πουν μια αλήθεια στον ταπεινωμένο τους εαυτό
το κράτος λείπει- είναι μια αυθαίρετη κίνηση που θησαυρίζει για λίγους
όταν ξαπλώνω και αναλογίζομαι τα βράδια
πως μου έλαχε έτσι να ζω κι έτσι όπως δεν το περίμενα κι εγώ να πορεύομαι
σπάνε οι τοίχοι μου και πέφτω
ολόβαρος μες το παρόν που είναι
μια αυτοκτονική στιγμή του χρόνου που θα καταργήσει τις ελπίδες της
μέχρι που η νεολαία θα σφυρίξει για ένα δικό της μαρς
επί αυτό που της ανήκει..

                                                          11.2.2011

Απολογισμός μιας στιγμής..



  



Συγκαταβαίνω στην κυρτή σιωπή που επιβάλλει το μεσημέρι·
Όλες οι ηλιαχτίδες δόρατα·      απ’ όπου κι αν μπω
Στην μοναξιά μου πονάω.
Το προηγούμενο βράδυ    έβλεπα ένα όνειρο:
Ήρθε η γιαγιά μου να με βρει, η Θελξιόπη
Με την σκουρόχρωμη μαντίλα της, χρόνια πολλά
Πίσω και την θυμάμαι αχνά και όμως
Παιδάκι που η μνήμη του τόσα συγκράτησε.
Το άλλο πρωί είναι ένας αέρας γλυκός και οι χαμηλές πτήσεις των χελιδονιών, εκεί
Που τίποτε άλλο δεν υπάρχει
Εξόν από αθανασία και θνητότητα.
Ο γείτονας με το μοτοσακό ήρθε
Φορτωμένος ντομάτες
Και φρούτα απ’ την λαϊκή.
Δίνεται με επιτυχία αιώνες η παράσταση
Της πεινασμένης κοιλιάς. Πια θέλω
Να γράφω τόσο άπλα όσο κι ένα μυρμήγκι που καλπάζει
Πλάι σε ένα άλογο
Σχεδόν αμέριμνα - 
ή σαν αυτός
Ο γαϊδαράκος στο απέναντι χωράφι
Που τρώει ήλιο και ξερόχορτα.
Το κάθε δευτερόλεπτο
είναι δοσίλογο:
Αφήνει την σκέψη
Εκτεθειμένη
Όπως ένας αχινός
Ορατός
σε μικρό βάθος
Μέσα στα γαλανά διάφανα νερά
ενός φόβου..

                                                  Βόλος 1.6.2013  



Σε γιορτάζω απόψε που με το σώμα σου κι εσύ με γιορτάζεις!





Ιούνιε ξιφάρεσκο σώμα
   Στα ρηχά μιας ανάμνησης
      Το σκάφανδρο που φόρεσε η σφήγκα να κατέβει
         Μες τον βυθό του αέρα, σκούριασε
            Και έμεινε γυμνή μ’ ένα κεντρί και το πρωραίο της μίσος

                  Θωπείες πάνω στα τρυφερά κορμάκια
               Των λουλουδιών. Θωπείες αιθέριες.
            Ταρακουνάει το αντίσκηνο της καρδιάς μου η θλίψη
         Και η μελαγχολία παίζει ζάρια του μυαλού μου το παν.

Νεράκι τιποτένιο τρέχει μες το ρείθρο- η ελπίδα για ένα φως ιλαρό ανασταίνεται.
     Οι φιστικιές είναι τα ωδικά παράθυρα της μέρας.
Κρύβονται πίσω από τις πικροδάφνες τα παιδιά.
     Σε γιορτάζω απόψε που με το σώμα σου κι εσύ με γιορτάζεις!




3 Ιουνίου 2013

Το σπίτι μες το φως…


                                                 Στον Μιχάλη και την Ευαγγελία!


Της ατασθαλίας του ήλιου ζωντανό παράδειγμα
Λευκό και η τούγια γύρω να τρέχει
Επιφάνεια εκλεπτυσμένη μετέωρη
στον άγουρο αέρα
Ρίχνει τον ίσκιο του επάνω σου το λυγερό κυπαρίσσι
Κι η μυγδαλιά φυλάει τσάγαλα μες το δισάκι της ημέρας.

Ο Μάιος εκπνέει σαν πηγάδι που στερεύει το νερό·
Η ροδιά σου μιλάει·
Στην πίσω αυλή τρανέψανε οι αγάπες μας και τα γαρίφαλα.

Άνοιξε αυτήν την μπαλκονόπορτα κι άσε το μεσημέρι να εισβάλει
Νικητήριο.
Ένα σπουργίτι ανοίγει πύλη στου μυαλού την αισιοδοξία.
Κάτω απ’ την πέργολα το καναρίνι βάφει κίτρινη
Την χαρά μας.

Η γραφή δεν έχει ανάγκη εγωιστικά επίθετα·
Η γραφή αφρίζει όπως στην αυλή αφρίζει το τσιμέντο
Που πύρωσε από την ζέστα και του έριξες νερό
Να βγεις στο τραπεζάκι κάτω από τις λιανοψάθες και να πιείς τον ήσυχο καφέ σου.

Το ποταμάκι της φιλίας τροφοδοτεί
Ένας πληθυντικός χείμαρρος· όταν εκβάλλει
Μες την πραγματικότητα που ζούμε, στο απλουστευμένο δέλτα του, βρίσκεις να ρέουν
Αισθήματα·
Εισχωρούνε στο ποίημα
όπως η βάρκα στο απάνεμο λιμανάκι που σου έδωσε
Φωνή και λόγο και ρίμα..

                                                                    Βόλος 1.6. 2013






Είναι μια κιθάρα ορθή, με χέρια και πόδια


Κατεβαίνει τα σκαλοπάτια της λέξης ″ έκπληξη″
Είναι μια κιθάρα ορθή, με χαρούμενα χέρια και πόδια
Τα χείλη της μιλούν γλυκά και είναι δύο πετροκέρασα
Που μοιράζουν δώρα στον άνεμο.

Χοροπηδούνε μέσα στο λινό μπλουζάκι της      δυο στήθη ολόρθα
Με  ρώγες χαρωπές σαν της αμπέλου του Αυγούστου
Χοροπηδούν οι μελωδίες γύρω της οι επουράνιες.

Κόρη μελαχρινή κι ανάλαφρη σαν που ακμάζει πεταλούδα
Αναστατώνει τις λέξεις μου, φέρνει γραμματικό οργασμό
Και, μες το λυρικό παράπονό μου,     σπίθες βγάζει.

Την πιάνει αγκαζέ το μεσημέρι
Την κοιμίζει στην γλαφυρή αγκαλιά του
Την ποτίζει την αμβροσία των πέρα νεφών
Και την παραδίδει στους τόσους θεούς
του αόρατου κόσμου..






Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου