...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

31 Αυγούστου 2012

ΟΡΜΕΜΦΥΤΟ..




Λαθραία χαίρονται οι μέρες αλλά τόσο μελάνι είμαι ποτισμένος
Που ο ουρανός ακουμπά στην παλάμη μου.
Κρασί δυνατό των λεξιλογίων
Ντέφι τρελό που με σηκώνει να χορέψω
κάτω απ’ τ’ άστρα
Ιωνικό κάτι κι αιολικό μου παράπονο
Τοπίο αττικό και δωρικέ μου κίονα
Της Ποίησης-
Βαφτισμένος είμαι σε μια θυμοσοφία φωτιάς
Που με κάνει κι από τα νέφη νεότερο.
Η Ελλάδα με κεντά στην καρδιά!
Αποσπώ από τον βράχο της τα αρχέγονα θαυμαστικά μου.
Σαν ένας μάγος που ανακαλύπτει να τον ξεπερνούνε τα φαινόμενα
που θέλησε να προκαλέσει. Τι γράφω
Που αργότερα με λογοκρίνει αντίς εγώ εκείνο;
Συμπορεύομαι με μια θύελλα των καιρών που ενσπείρουν
τρικυμία και πείσματα μέσα μου.
Αναζητώ σε τούτη την θυμέλη των λέξεων
Το παρελθόν θυσιασμένο που
κατορθώνει ένα μέλλον που μου αναλογεί..

                                                              29.8.2012


30 Αυγούστου 2012

Σαν να ξέμεινα από όνειρα





Σαν να ξέμεινα από όνειρα και το κεφάλι μου γέμισε από αδιάφορες σκέψεις

Καθ' όλα αβρός και μάχιμος
Όπως μια ιδέα που θέλει
τον σταυροφόρο της
Καθ’ όλα λύκος

Πολλάκις λουλουδένιος πολλάκις αγκαθερός
Και το απόγεμα να στέφεται με την αχλή που μου πνίγει
τα βλέφαρα

Ακολουθώ
Την μοίρα των τραγουδιών
Και μες το ρήμα πνίγομαι
Ανύμφευτος..



Στην κοιλιά σου φύεται ολόγλυκο ρόδο




Στην κοιλιά σου φύεται ολόγλυκο ρόδο
Που αγγίζει το χέρι μου και το άμοιρο καίγεται.

Τα φεγγάρια που έχω κρατήσει στα χέρια μου
άνοιξαν μέσα μου κρατήρα απ’ όπου
Λυρικός καπνός φεύγει και σκοτεινιάζει την άνοιξη.

Φτάνω κοντά σου από μίλια μακριά και ακούγοντας το κουτσομπολιό των ανέμων.

Κοίτα πώς έβαλε επιτυχημένα τις ψηφίδες του ο κατεργάρης χρόνος!

Τσακμακόπετρες δυνητικές σπιθίζουν και φωταγωγείται ο αμετάφραστος χρόνος..



Ο χρόνος είναι η πιο μεγάλη φυλακή·




Η φούστα σου έδερνε τον άνεμο και περνούσες
Από την φωτεινή πλατεία που όλοι κοίταζαν
Σαν να ‘τανε να σε διαμελίσουν λάφυρο πολέμου.
Μου είπες, “πρόσεξε
Δεν ορίζω τίποτα κι είναι όλα δικά μου”,  και με κοίταξες
Στα μάτια σαν για να με αναστατώσεις.
Έκρυβε την μελαγχολία του το απόγευμα.
“Δεν πάμε πουθενά”, σου είπα·
“Ο χρόνος είναι η πιο μεγάλη φυλακή·
Μέσα του ωριμάζουν τα πάθη αλλά ο έρωτας είναι μια κραυγή
Που σέρνει σκλάβα την ελπίδα”.
Με το παλιό μοτοσακό σου έστριψες δύο στενά μετά τα σύννεφα
Και χάθηκες εκεί που όλοι ήλπιζαν να καταλάβουν τον ερωτικό σου ουρανό.






29 Αυγούστου 2012

Κηφισσός γυμνός σαν σάλιαγκας που σε ξενίζει η θωριά του




Κηφισσός γυμνός σαν σάλιαγκας που σε ξενίζει η θωριά του
Φουγάρα κι εργοστάσια
Επιμήκεις πατρίδες του εμπορίου
Κοντές κουρασμένες ζωές
Στον ρου της πόλης προς την θάλασσα
Βρώμικα εργοστασιακά δώρα
Μολύνσεις επί ψυχών- μολύνσεις επί χάρτου
Η πρωτεύουσα σχεδιάζει μια τελειωτική  αναμέτρηση
Με το απάνθρωπο πρόσωπό της
Κατηφορίζει ο οδικός άξονας
Προς το Μοσχάτο που γέρασε
Πλημμυρίζουν ακόμη λασπωμένη αφροντισιά τα προάστια
Μυρίζει μούχλα των αιθέρων
Το βράδυ μια γραμμή από φλας αναμμένα
Δείχνει τον τρόπο που το άγχος κυριεύει
Πεζοδρόμια και νομοταγείς πολίτες που η κρίση τους
είναι φθαρμένη τόσο που χυδαίους ψηφίζουν..


Παράξενο: από την οθόνη μου πλέω




Παράξενο: από την οθόνη μου πλέω
    Προς της ματιάς σου το πέλαγος.
        Πετούν οι γλάροι της αλήθειας σου κι ο ουρανός
            Σκεπάζει την θυμοσοφία του με ψέματα κι άστρα.
                Κινώ να ‘ρθω κι ο ύπνος δεν με πιάνει.
                    Μόνος μες τις λασπωμένες σκέψεις μου
                 Αγγίζω την κρυψίνοια των σύννεφων.
              Αλλά για ένα φιλί σου επαναστατώ
          Και κλαίνε δάκρυ απαντοχής τα μάτια μου,.
       Από καρδιά σε θέλω κι ας ανάψει το κορμί
Την παθιασμένη πυρκαγιά του..

28 Αυγούστου 2012

Πάντα τον ουρανό δοκιμάζω ν’ ανοίξω πρώτα.




Μικραίνει η μέρα κι ένα παράξενο σύνταγμα σκέψεων λειτουργεί
όπως κλειθροποιείο που κατασκευάζει
λέξεις κλειδιά.
Πάντα τον ουρανό δοκιμάζω ν’ ανοίξω  πρώτα.
Τα σύννεφα δεν αφήνουν τίποτα στην τύχη
και μια φωτεινή φλογέρα, προφανώς αγγέλου, αφήνει
έναν σκοπό να πλανιέται στο πρώτο φως του απογεύματος.
Η ώρα πριμοδοτεί με φεγγάρι
τα λουστρίνια παπούτσια της.
Τρεμίζουν τα φύλλα των δέντρων και η τέχνη τους επικεντρώνεται
να σπρώξουν έως την ποίηση τον άνεμο.
Όπως λιγοστεύει το φως ευνόητη σιωπή πλημμυρίζει τα βουνά και τον παραπλανημένο ορίζοντα.
Στην πρώτη θύμηση εφορμούν νυχτερίδες.
Τα τετράδιά μου κλείνονται ασφαλώς κι εγκαταλείπονται μες την αγάπη της νύχτας.


η φωνή σου έπλαθε πάντα ένα όραμα




Όταν έφυγες
το ίχνος σου χάθηκε μες τις βαθιές βδομάδες
που ο κόσμος τρέχει στις δουλειές του και ξοδεύεται
σ’ ανούσια πράγματα

Ίσως η φωνή σου που έπλαθε πάντα ένα όραμα
να τσάκιζε λίγο την κακή σιωπή
των ακριμάτιστων

Τότε το χέρι σου πάνω από τα διψασμένα τριαντάφυλλα
φανερωνόταν
και πότιζε τον αέρα με νερένιο μετάξι

Και μετά ο ύπνος των αθώων στην κοίτη των ονείρων
πάντα πρωί και Αύγουστος
λάμπουν οι σφαίρες των αστεριών και η νύχτα
μυρίζει λιβάνι.

Έφυγες μα
ζεις κι η ψυχή σου διδάσκει φωτιά
οικουμενικού πάθους.

Μαθαίνεις τις λέξεις μου να πειθαρχούνε
στα κελεύσματα των ουρανών

Η ηχώ απ’ τα λόγια σου
αυξάνει το φως υπέρμετρα
και κάτω από την σκιά των γεγονότων
με μαθαίνεις τι εστί ποιητική
σύνεση και πώς να δίνω αποστάσεις
στης ουτοπίας μου το μαρτύριο.

27 Αυγούστου 2012

Με την ποίηση πάω μακρύτερα από πού νόμιζα.

 



Να βρεθείς μέσα στα καθαρογραμμένα νερά και την φεγγαρένια ομιλία των δέντρων.
Να ακούς που σημαίνει εγερτήριο ο τζίτζικας.
Να γεννάς τις ιδέες σου κι ας μείνουν ορφανές η μια μετά την άλλη.
Να αφουγκράζεσαι την μαγεία των κήπων.

Τα ληστρικά λόγια σε φτωχαίνουν και αποκαλύπτεσαι ψυχή για ψυχή.
Τόση εξομολόγηση ο έρωτας έχει.
Στον ουρανό σπίθες και νεύματα από μια μυστική θρησκεία που ακολουθείς.
Σινιάλα του κορμιού κι όλα για την αγάπη.

Τελειώνουν οι σημασίες της ζωής, τελειώνει η λατρεία που έχω;
Όλα τα αλφάβητα μετανιωμένα που δεν σε είπαν.
Όλα δρεπανηφόρα άρματα ψηφία που πονούν στην καρδιά.
Με την ποίηση πάω μακρύτερα από πού νόμιζα.
Υπάρχει ένας ποταμός φιλιών που είναι αδιάβατος κι αν το ακολουθήσεις
Οι πύλες των ματιών σου φράζουν το πλούσιο δέλτα του..
Ερωτικέ μου Αχέροντα!

Επινοώ το φεγγάρι κι εκείνο μου καμώνεται τον καμπόσο




Έτσι όπως γίνονται φίλοι τα νερά και ο ήλιος
κι ο δεκαπεντασύλλαβος που ζει μέσα μου και με πεθαίνει

Πεντόβολα εκπλήξεων και ξεκλειδώνεται ο ουρανός
Φήμη μάγου έχει ο αέρας
Και το μεσημέρι διαβάζεται απ’ την ανάποδη
όπως καρκινική επιγραφή.

Επινοώ το φεγγάρι κι εκείνο μου καμώνεται τον καμπόσο
Σκίζει τις κουρτίνες μου, ερυθριά
Επάνω στα ντουβάρια στην κάμαρα
Όταν μια κλωστή φαντασίας ζωγραφίζει
το σύμπαν με χρώματα επαγωγικά.

Φυσικά όλα ρέπουν προς μια θεωρία του χάους
Και χάος επί το χάος χαθήκαμε

Από μια ανάγκη για αλληλεγγύη στεκόμαστε
Ο ένας δίπλα στον άλλον και παραδίπλα
από μια αμετάφραστη βαριά μοναξιά..



Στα τεφτέρια μου βερεσέδια ονείρων


Στα τεφτέρια μου βερεσέδια ονείρων και χρέη παλιά
από ευτυχισμένες σκέψεις που δεν τέλειωσα και για όλα χρωστάω

Αναπνοές των σχίνων πιο βαθιές απ’ την αγάπη
γεράνια έκθαμβα, λατρευτικές παπαρούνες
κι η θάλασσα που παίζει ανταύγειες στην καρδιά μου

Στο πέραν του λόγου διάστημα, οι ιωνικές μου χρυσαλίδες
πετούν μες το φως και Ομήρου ρήματα
επαναδιαπραγματεύονται ξανανιωμένα

Όπως στης Κως το ακρογιάλι ένα πρωί
άκουσα να καλεί η απέναντι όχθη
και των παππούδων μου το αίμα θυμήθηκα
που μέσα μου δεν θέλησε ποτέ να πεθάνει..




Ένιωσα λίγo θεός!



Ξεδιπλώνοντας το σημείωμα που το μεσημέρι καθαρόγραψε τα τζιτζίκια του
Κατεβήκαμε κατά το ποτάμι που κυλούσε σαν πνευματική δροσιά
Ανάμεσα από βελανιδιές και φτέρη.
Ακούγονταν τιτιβισμοί των πουλιών και έτσουζε ο ιδρώτας το κούτελο.
Κάτι κοτσύφια έδεναν κλωστούλες μουσικής γύρω από δροσερά φύλλα.
Το φως νανούριζε την πλάση.
Ακολούθησα την κοίτη και βγήκα στην μεριά που ταλανίζει ο ποταμός την γειτονιά των βράχων.
Εκεί άκουσα την σπίθα της γης που άναβε σαν τσακμακόπετρα μες τον αέρα.
Στο σώμα της άφηνε λεκέδες η λάσπη και συμπύκνωνε το καλοκαίρι την δοκιμασμένη θεωρία του.
Έτρωγαν τα στίφη των εντόμων την επιδερμίδα του απογεύματος.
Στο χορτάρι έπεφταν γδαρμένα τα κορμιά της νωχελικής νύστας.
Τα τσιμπήματα της σφήγκας χάθηκαν μες το πρησμένο φως.
Ήξερα ότι τίποτα δεν θα αποδειχτεί αιώνιο και φωτογράφησα την κάθε συλλαβή χαράς που μου κατάφερε το απόγευμα.
 Ένιωσα λίγo θεός!

26 Αυγούστου 2012

Μια δεκοχτούρα ζει την αριθμοσοφία των πουλιών.



Μες τα ιδρωμένα σεντόνια μια στάλα ύπνου που δεν έχει όνειρα.
Από την μπαλκονόπορτα βλέπω τον δρόμο.
Περνούνε οι ακούραστοι αλλοδαποί.
Μαζεύουν αλουμίνια από τους κάδους.
Ο ήλιος ακόμη είναι άτολμος και γονυπετής
Στον ουρανό προσεύχεται για σωτηρία του κόσμου.
Στα χέρια μου οι μέλισσες βουίζουν
Σαν να κυνηγούνε τα φρούτα που ολόχυμα στάζουν
Νέκταρ βαρύ από μυστικά του ουρανού.
Μια δεκοχτούρα ζει την αριθμοσοφία των πουλιών.
Δεν υπάρχει αέρας, η σιωπή γεμίζει με εκατομμύρια μυρμήγκια
Που καταλαμβάνουν το άπειρο..






ΕΙΚΟΝΙΚΟ..





Βάφοντας το σκαρί της μέρας γαλάζιο
Ανατινάζοντας την μπαρουταποθήκη των ουρανών.
Οι φλογέρες καλούν σε μια αοράτου εμπνεύσεως σύναξη.
Φήμες του αέρα μαστιγώνουν το πουκάμισο της γης.
Ντελίριο πολύχρωμο του νιώσε και του κοίταξε.
Γαϊτανάκι φωτιάς κι αισθημάτων που σε είδα και με είδες.

Με πείθουν τα χελιδόνια για την κραταιότητα των ηλίανθων
Η θάλασσα μηρυκάζει του αφρού της το πέλαγος
Η τελική γραμματική αντιγνωμεί με το νεόκοπο φωνήεν.
Η πλάνη μου είναι η πλάνη σου είναι ο κόσμος όλος
Που γλυκά μες το μυαλό μου πέφτει και ενορχηστρώνονται
όλα τα ανθρώπινα μαρτύρια.

                                                   26.8.2012


Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου