...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

24 Φεβρουαρίου 2015

ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ…



Εδώ είμαι ‘γω
Αγαπώντας μια μελαχρινή- μαθήτρια των άστρων!

Λιγοστά σαν τα αρχίζει ο ήλιος 
Και τα τελειώνει ο άλλος ήλιος
Τα χτυποκάρδια των πουλιών γιατί η ανεμελιά που τα ‘χει συμβουλέψει
Έχει έναν ρυθμό ημερωμένο.. Δίνει και δέχεται..
Όμως εγώ
Πολλά τα χτυποκάρδια μου
Γίναν το φουσκωμένο κύμα να μου πνίγει την καρδιά.

Η ώρα ήτανε ευγενική που κλείναν τα λουλούδια τα ματάκια τους
Μύριζε γύρω η ανάσα ενός θεού που θύμωσε..
Κρατιόμουν από αυτό το σούρουπο
Με το λίγο συννεφάκι και το ροδαλό που εξουσίαζε
Πλασμένος από λίγη ζύμη, ζυμώνοντας
Ένα μεγάλο ψωμί- ποιος το θέλει;
Αγάπη
Μελαχρινή
Με τα γυριστά σου ματοτσίνορα
Γεμίζει σκέψη, πολλή σκέψη το ντουφέκι που κρατώ
Δεν βαστά-τσακίζεται
Κι από μακριά
Τρέχει με ένα μήνυμα κακό
Η απόγνωση να με προλάβει..

Αλήθεια πού
Να ναι η ζωή σου να ‘ρθω να σε βρω;
Ποια λύπη να σκουντάει η ανάσα σου να έρθω να σε καθησυχάσω;
Είμαι κουρασμένος απ’ τον πόνο… όμως
Ξεκούραστος για την αγάπη.

Ευτυχώς υπάρχει πάντα κάποια λέξη 
Και στο πλάι της άλλη και στο πλάι της άλλη- ποίημα

Και κάτι ιδέες κρυφές
Αγαπητικιές μου οι ίδιες
Κρύβομαι μέσα τους
Ποιος θα μ’ αναγνωρίσει
Όταν πέφτει το φεγγάρι μες τον ύπνο μου
Σε ονειρεύομαι..

Είναι μεσάνυχτα από ψυχή αγγέλου
Ένα απρόσμενο κουράγιο μου πέταξε μέσα στου ουρανού τα 
Άπατα
Το κυνήγησαν άνεμοι- έφυγε, πάει
Έφτασε το χρυσάφι του ήλιου- το κατόπι
Το πήραν πόθοι- έφυγε, πάει
Έγινε ευτυχία! Δυστυχισμένος

Ρεμβάζω..
Ένα παιδί ορφανό στα σκαλοπάτια του κόσμου και το θλίβει η 
Βροχή
Κι εσύ ένα χάδι και μια αγκαλιά ν’ απαγκιάσω
Είναι μεγάλος ο κόσμος, μεγάλη εσύ
Που σήκωσες με μια βοή ζωής την θλίψη μου να την πετάξεις
Όντας σου το αεράκι ενάντιο
Μελαγχολικό που ανατάραξε μέσα στο στήθος τα αισθήματά μου..

Αύριο μια ηρωική μέρα του Οκτώβρη!
Σε γιορτάζει η καρδιά μου
Ρωτάω: «Ποιάν αγαπάς;» «Εσένα!
Εσένα!» απαντάω..
Είμαι πείσμα στριφογυριστό πάνω στο σίγουρο είναι σου!

1981

Μελαχρινή σαν το κοχύλι που ‘βαλα στ’ αυτί για να ακούσω θάλασσα


Μελαχρινή σαν το κοχύλι που ‘βαλα στ’ αυτί για να ακούσω θάλασσα
Σαν το τσαμπί του μαύρου σταφυλιού
Που χοχλάζει βαθιά του του θέρους το σφρίγος,
Είναι μου!

Θέλω να σε πω με αρώματα
Με γεράνια, με ορτανσίες
Τις γαρυφαλλιές να βάλω να σε απαγγείλουνε:
«Σοφία!»

Άκου με λοιπόν, είμαι ο άνεμος
Είμαι το σιγανό ψιχάλισμα
Κι αν μ’ αρνηθείς γυρίζω πάλι πίσω τον καιρό
Και κείνο που ‘θελες κοντά σου τ’ οδηγώ κοντά σου

Γιατί ποθώ να συντριβώ στις συμπληγάδες των χειλιών σου!

27.10.1981

ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ.



Αποπού κατάγονται αυτές οι πασχαλιές σαν φρούτα
Του ώριμου αρώματος που πάνε
Γυμνά μέσα στον κάθε αέρα;

Σπαθίζουν με μοβ ρομφαίες, είναι
Παλάτια εντόμων.
Στην ηλιόλουστη άνοιξη είναι τα αγγελάκια της ανθοφορίας·
Ξεσπούν 
Τα ζωηρά τους κλάματα
Μέσα στον τυχερό Απρίλη!

Μεθυστικά μου χρώματα πόσες φορές δεν ζήλεψα να ήμουνα ζωγράφος
Γιατί με λέξεις δεν κατόρθωσα ποτέ μου δίκαια να σας πω!

Θεά ημέρα!
Που πνίγηκαν οι σκέψεις σου μέσα στα αφρισμένα κύματα-
Ήρθαν οι Αφροδίτες σου να με συναπαντήσουν
Ανάμεσα στο σιγανό ψιχάλισμα που οι λέξεις έγραφαν
Τις μελωδίες των ουρανών!

Έτσι περνώντας απ’ τα λεξιλόγια ίδια είναι 
Τα ποιήματα που αποκόμισα διαβάζοντας
Λουλούδια κι άστρα-

Και των φωτεινών μυστικών της ψυχής 
Του ανθρώπου το ανάγνωσμα!

10.5.2008

ΙΕΡΕΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟ ΦΩΣ.



Οι νύχτες τρώνε τα φεγγάρια μου κι εγώ πεθαίνω
Μες τα ξενοδοχεία που ρημάζει ο βοριάς
Θλίβομαι να ξιφομαχώ μ’ αγγέλους- σε πόλεις
Παλιές
Με κάστρα
Με άνεμο
Και πάλι νέες όμως- σαν
Να βγαίνουν 
Απ’ τις οθόνες υπολογιστών 
και μας ξενίζουν
Πως ξεδιπλώνουν φόβο μες τον χρόνο..

Αποκρυπτογραφώ τον κώδικα της σιωπής τους·
Λίγοι μου αρέσουν άνθρωποι·
Στηρίζομαι το πιο πολύ σ’ αυτό το λιλιπούτειο σπουργίτι
Που όλο χοροπηδά μπροστά μου και μου διώχνει την μελαγχολία
της ζωής!

Τώρα όχι άλλα ψέματα! Λατρεύω την σάρκα
Την αμαρτία της, την εκδοχή της
Η ηθική της να ‘ναι μόνον η λαγνεία.

Κορίτσια με τ’ ωραίο στήθος, μούσες
Νεράιδες, μάγισσες, θεές μου
Μέσα στον πόθο μου που παρελαύνουν
Ιέρειες στο παθιασμένο φως!

Δεν αντέχω να προσμένω τον έρωτα, θα πάρω το φιλί σου
Θα πάρεις τα νιάτα μου, θα πάρω το ξίφος
Που λαβώνει καρδιές·
θα κλείσω την πόρτα!

Γυμνοί και ορφανοί θ’ αγαπηθούμε!

11.5.2008

καλό βράδυ λοιπόν…



καλό βράδυ λοιπόν- θα σε βρω
πίσω από τις γρίλιες του ύπνου
στον απαλό καπνό που βγαίνει
από το όνειρο,
στο φωταγωγημένο
αίθριο της συνείδησης.

καλό βράδυ-  τίποτα δεν θα 'ρθει
μαζί μας
ως τον θάνατο.
                         παράξενο
πλάσμα που είναι τελικά ο άνθρωπος!
βρίσκει τον τρόπο
να σε εκπλήσσει- ποτέ δεν τον μαθαίνεις..
όσο για μένα
όσα σενάρια και να επεξεργάζομαι,
η Ποίηση μόνο μου μένει- καθώς
δυσκόλεψε υπερβολικά ο βίος,
η θέα που είχα,
μικραίνει- και ένας θόρυβος
από σπασμένα κρύσταλλα ελπίδων
έρχεται από την μέσα σάλα
της αγωνίας μας…

Το σιγάν..




Το σιγάν λοιπόν, το σιγάν,... αφού
και που μιλάς ανούσιο είναι- οι ανεμώνες
συνήθισαν την μοναξιά τους, οι γέροι
επίσης
κάποιοι απ' αυτούς
ξέρουν αλήθεια πόσο η κουταμάρα κοστίζει
και μεθοδεύουν για την φυσική
νόμους περίπλοκους
όπως ισχύουν και μετά δεν ισχύουν.

Σφίγγουνε την ψυχή τους- η ψυχή τους εξατμίζεται
μέσα στην πρωινή γυαλάδα, σαν
μια εξαχνωμένη σταγόνα
που κρατά μέσα της
όλο το οικουμενικό νερό
σαν μια συμβολική ιδιότητα-

Ακουστικά φωνήεντα, νότες
μια μουσικής που λάμπει
κάτω απ' τις αλκυονίδες μέρες
του Ιανουαρίου, φεγγάρι
αλλοπρόσαλλο
γεμίζει κι αδειάζει-
σαν όλα τα πράγματα που
κουράστηκε πλέον η ύλη τους, και
μισοκατεστραμμένα ρέπουν
προς ένα ευώνυμο χάος
αριστερόστροφο..

23 Φεβρουαρίου 2015

Το φεγγάρι…



Θέσπισα αποστάσεις γιατί το πλησίασμα με τσουρούφλισε.
Στο σκοτάδι οι ρόλοι είναι διπλοί. Καθένας
Αναζητά ένα μπαρούτι που ανατινάζει
Τις εγγυήσεις που θα μπορούσε να δώσει.
Κάτοψη ενός οικοδομήματος που πατά στην ανώνυμη θλίψη.
Το είχα. Το έχω.
Με τον τρόπο που έχουν των παιδιών οι συμμορίες να αναστατώνουν τις γειτονιές της ενορίας.
Πίσω από την εκκλησία οι ερωτευμένοι φιλιούνται.
Κάθε φιλί κλειδί στο πολύτιμο
Φεγγάρι που μαγνητίζει την νύχτα.
Και που το αναγνώθω εγώ..

Αποκαθήλωση των ειδώλων…






Με ποια νοημοσύνη έχω πορευτεί, με ποιο θάρρος;
Να σχηματίζω μια ελευθερία που πονά, να κάνω
Σκέψεις δύσκολες.
Όταν κοιμάμαι και μ' αγγίζουν
οι εφιάλτες
ακούω τις φριχτές φωνές
των βασανισμένων, ακούω
τον δήμιο να σαρώνει
την γραμμή την κόκκινη της απανθρωπιάς.
Στον σκληρό ήλιο ζαρώνουν
τα σπίτια
Ο άνεμος τα γδέρνει
Πάνω στην ώχρα των τοίχων τους
ένας κισσός
σαν εξώφυλλο σ' ένα βιβλίο όπου κατοικείται
από μελαγχολικά όντα, όντα που κληρονομήσαν
τον πόνο όλης της οικουμένης.
     Κρυώνουν τα σώματα, οι ψυχές
κρυώνουν.
Άραγε μια μέρα η μπότα του δικτάτορα θα στοιβαχτεί
ανάμεσα σε άχρηστα πράγματα, στον αραχνιασμένο χώρο
ενός παλαιοπωλείου, κι η προτομή του
σαν μια ταριχευμένη κεφαλή που ζει στην αποστροφή, θα κουβαληθεί
απόναν ταπεινωμένο ζητιάνο, ανάμεσα
σε χιλιάδες άλλα κρανία, θυμωμένη
με την μοίρα της κι όμως
τόσο, να την κοιτάζεις πια, παρακμασμένη;
Ονειρεύομαι για να αντέχω.
Αντέχω γιατί πεισμώνω πάνω από τις εποχές.
Βλέπω το είδωλο που αποκαθηλώνεται κι ας κόστισε
πολλές ζωές
στην κουρασμένη ανθρωπότητα.
Βλέπω την ομορφιά που ξεκεφαλώνει
πίσω απ' τα βουνά της κακεντρέχειας.
Γι αυτό αντέχω…

Η κατάκτηση..








Υπεισέρχονται ανάσες λαχανιασμένες στην σελίδα μου-
Σαν να κυνηγούν κάποιον, σαν κάποιος να τους ξέφυγε
Και τα λαγωνικά τον αναζητούν μυρίζοντας με μανία
Ολόγυρα, τρέχοντας σπιθαμή την σπιθαμή την γης.
Μπορεί να μην είμαι πια, μπορεί να έχω πεθάνει-
Μπορεί να μιλώ με την φωνή των νεκρών- ή
Να κάνω απλώς ακαταλαβίστικα νεύματα
Όπως η γλώσσα των κωφάλαλων που αγκαλιάζει πάντα την σιωπή.
Οι κώδικές μου έσπασαν, έχω έναν ρημαγμένο οίκο
Σαν σπήλαιο που μέσα του κατοίκησαν οι νυχτερίδες- έχω
Ένα λεξιλόγιο διάπυρης μάζας
Σαν ηφαιστείου η φωτιά που έφερε τον εμετό της γης
στους πρόποδες του φαγωμένου όρους.
Και εξακολουθώ να ασκούμαι σε μια καρτερία που με γύμνασε
σε τούτο που είναι η πραγματική κατάκτησή μου:
Βότσαλο στιλπνό που μέσα του ακούγεται στεντόρεια η άληκτη θάλασσα…

Καθαρά Δευτέρα…





Πού θα πας; Είναι τραγικό το Σαββάτο, τραγική
η Κυριακή
και πιο τραγική η Δευτέρα
που αμολάει τους χαρταετούς της να φτάσουν το μήνυμα
έως τον ουρανό που σπάζει
σε μικρές παράταιρες επιφάνειες
που κροταλούν μες τον χειμωνιάτικο αέρα.

Όλο το βράδυ έπεφτε η βροχή· τα πάντα μούσκεψαν· στων δέντρων
τις λόγχες καρφώθηκαν οι λυπημένες φωνές των πουλιών· μετά
η σιωπή έκλεισε τα πάντα μες το σκοτάδι και η αίσθηση
ότι όλα έχουν τελειώσει, κυριάρχησε. Εσύ

φόρεσες μάλλινα γαντάκια και κατέβηκες στον κήπο.
Κοίταζες κατά την ανατολή που ένα άστρο κρύβονταν
καλά
πίσω απ' τα σύννεφα και προκαλούσε
την σκέψη σου να ταξιδέψει προς το αχανές διάστημα
του χρόνου εργολάβου..

Ερμητικές ακρίβειες που ισορροπούν κι εκείνα που δεν είπαμε, ανοίγουν
τους ασκούς των ανέμων- μια πνοή βγαίνει
και που χιμά μες την ατμόσφαιρα ταράζει το λιανό ψιχάλισμα
που λούστραρε των δέντρων τα γυμνά κλαδιά..




Η παρτιτούρα των ρόδων…





Ανησυχώ για το ύφος και ανησυχώ για την συνδιαλλαγή
Που κλονίζει τον κόσμο μου.
                    Στην παρτιτούρα μου το άλικο ρόδο
                    πάντα πρώτο ρόλο θα παίζει-
Να η αληθινή υπεροψία μου! Να κοιτώ
Πέρα απ' τα χαλάσματα, τους καπνούς
                    Των ερειπίων, τον θόρυβο
                    Που σηκώνει την πέτσα της γης, αγκιστρωμένη
Στην κοιλιά των αεροπλάνων που εξαπολύουν
βόμβες πάνω στην λογική
                    Εν ονόματι ενός άνομου κέρδους.
                    Να η θλίψη μου, να η μελαγχολία μου, η ένταση
Της ψυχής μου.
Και χρειάζομαι το λάβδανο μιας προσευχής
                    Που ανοίγει όρυγμα καταφυγής κι απ' όπου
                    θα τρυπώσω στου παράδεισου τις αγκαλίτσες..

Ιερουργία…






Από την ακροθαλασσιά οσφραίνονται οι γλάροι την αγάπη του πελάγου·
Κι η μέρα
αφήνει τα αρπακτικά της να φανούν
στον ουρανό
γυρεύοντας
μια τάξη άλλη·
Γαλανός ο αέρας, γρήγορος
κινεί, πάνω απ' τα βουνά, να αποδεκατίσει
άτολμους πολεμιστές των εντόμων-
Την ώρα που η θάλασσα βαριά και συνισταμένη
όλης της αιωνιότητας αγγίζει
το θάμπος του ορίζοντα, εκεί
που στεφανώνεται η γαλήνη
με το θρησκευτικό της διάδημα.

Σε κρατώ και σ' αφήνω στο ακρωτήρι του πόθου να συλλαβίσεις την ψυχή μου
έτσι που είναι·
και σε θέλω ανάμεσα
στα χιλιόχρονα άνθη
της φαντασίας και του απέθαντου λόγου..
Τώρα που και τις γεωγραφίες και την στενή
γραμμή των συνόρων
ξεπεράσαμε-
Εγώ κι εσύ,
ταγμένοι
να υπηρετούμε μια Χίμαιρα
που δίνεται
σ' αυτούς που έχουν στόχο τα χρηστά…

Υποδούλωση…






Δεν ελπίζουν οι ελπίδες μου- δεν ελπίζουν·
Ξεθύμαναν σαν άρωμα που έχασε το σφρίγος του·
Πώς να πιστέψω την εικόνα που θέλουν
να με κεράσουνε τα καθεστώτα;
Το χνότο μου νοτίζει το τζάμι·
η έρημος υπάρχει και μέσα μου·
Δεν έχω διαφυγή·
Η μελαγχολία νομοθετεί γύρω μου·
Δίπλα στο πορτατίφ- η εφημερίδα είναι ένα σκεύος ταξικό·
Θα σε παραπλανήσω άσκεφτε, θα σε παραπλανήσω·
Θα σου δώσω το δικαίωμα να διαλέξεις εσύ τα δεσμά
Που θα σε δέσω, θα σου αφήσω την επιλογή
Να υποδουλωθείς με τους πολλούς τρόπους που θέλω..

Ηχώ παραδείσου…





Όταν πάψει η φυλακή να είναι φυλακή και ο ορίζοντας,
χορτασμένος χρώματα, αφήσει,
έναν λυγμό, να γίνει μουσική,
που τρίζει
μέσα στο φαρδύ γαλάζιο του πουκάμισο, αχ γυναίκες
ελάτε να με αγαπήσετε
πίσω από όλα αυτά τα αδιάφορα πράγματα
που με αναλώνουν, κάνοντάς με
δορυφόρο μελαγχολίας.

Απλησίαστα όλα αντανακλώνται..
Μνήμες από μια άλλη προ-ύπαρξη- και πώς την έχω
αφού με μαγνητίζει
η σκιά και αποκτούνε
σάρκα οι επιθυμίες μου;
Μετρώ τα πάντα -κανένα δεν έχω. Ούτε
φιλιού ανάμνηση, ούτε
την μυρωδιά απ' το φρεσκολουσμένο
κεφάλι σου Μαρίνα
εκεί στο λιμανάκι του έρωτα και του αγγίγματος
την θαλερή μυσταγωγία..

Για αιώνες ανήλικος ενήλικος, για χρόνια
να μην υπακούω πουθενά- με κυρίευσαν
αιθέρια άνθη, φωτιές επακόλουθες
αυτών που δεν οξειδώνονται
στο πείσμα των καιρών και στον μόχθο της ύλης.

Κι εκείνα που μου αποκρύπτονται
όταν το βράδυ εισχωρεί το άστρο μες την κάμαρά σου
θα 'ρθουνε να με βρουν,
ελαφρά,
αποστηθισμένα,
μέσα στην αγριότητα των εποχών, καλλιεργημένα
σε ώτα που γυμνάστηκαν να πιάνουνε την μουσική
από μια νότα που επικρεμάται
στο τίμιο ξύλο του λεξιλογίου,
φρέσκια
σαν η ηχώ
από νεόκοπο -και μην τον χάσουμε!-
παράδεισο…

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου