...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

17 Μαΐου 2013

Κάτι ισορροπίες μαγικές που κάναν την ψυχή μου ωραία


Κάτι συμμετρίες που με δίδαξαν ορθότητα των συλλογισμών
Κάτι ισορροπίες μαγικές που κάναν την ψυχή μου ωραία
Οι μέρες που πληρώθηκαν με ηδονή
Κι οι μέρες που γέμισαν θλίψη και θάνατο-
Όλα ιστορισμένα από μένα για σένα.
Πουθενά δεν έκρυψα τις αλήθειες μου-
Σου παρέδωσα δώρο της έκπληξης
Αφιερώθηκα στο άρωμα που σκορπά  η που έρχεται νύχτα
Νίκησα στο πεδίο της ώχρας που επάνω της σκαρφάλωσε
η βοκαμβίλια
Και έπλεξε εγκώμια σκιάς ο νάρκισσος ψηλός κισσός.
Το ποίημα γέννησε αγάπες κι οι αγάπες πλήθυναν-
Έφτασαν τα χρηστά τους ήθη να αναζητούν οι πόλεις –
Ναυάγησαν οι εποχές, χρειάστηκε η ουτοπία των ποιητών να δώσει
πλεύση και ασφαλές πηδάλιο.





Η μέρα πλουταίνει.




Γράφεις και ξορκίζονται της απειλής οι δράκοντες.
Η Μαριάννα αφήνει συνεσταλμένη τα σεντόνια
Και νίβει το πρόσωπό της με το φως του πρωινού.
Η μέρα πλουταίνει.
Το γάλα βάφει μ’ αθωότητα τον ουρανό.
Η κάθε συλλαβή, αυγαταίνει.
Είναι λινά μπλουζάκια τότε, είναι φούστες κοντές
Και πόδια που καμαρώνουνε για την λευκή σάρκα τους
Που ποθούν τα παιδιά.
Το τσόφλι έσπασε και θα φανεί το καλοκαίρι.
Γιρλάντες γέλιου κλώθονται γύρω από το μεσημέρι και του κόσμου οι αμφίδρομες
Σχέσεις, κλειδώνουν την κατάθλιψη μες το ντουλάπι..
Χαρούμενα μάτια, χέρια της αφής λυρικά.
Συσπειρώνομαι για να ξεφύγω απ’ τον εαυτό μου..






16 Μαΐου 2013

Μικρή χορεύτρια που τίναξες την σκόνη του ορίζοντα μακριά, σήκω






Ποιήματα από τον κώλο της κότας-
σαν αυγά
ζεστά ακόμη..
Ένας υπνάκος στα κλεφτά-
πάνω στο μάγουλο του φεγγαριού..
Τόσες αλήθειες ξέρω
Που πικράθηκα.
Δυσκόλεψαν οι άνθρωποι.
Σκούριασε η καρδιά τους.
Ψαχουλεύω μες το παρόν των γεγονότων-
κατά τα ειωθότα
Αλλιώς σκέφτομαι κι απ’ ότι οι μέρες μας θέλουν.
Τα δέντρα στολίστηκαν άνεμο, έγινε
Κραυγαλέο πεδίο μάχης ο ουρανός.
Μικρή χορεύτρια που τίναξες την σκόνη του ορίζοντα μακριά, σήκω
Να βγεις μες την αλάνα του Μαΐου
Κάτω από το φως της χαράς
Και λύγα το κορμί σου σαν ένα φυτό που ψήλωσε
Έως την μάντρα του θεού..





Στο κενό πέφτουν όλα.


Πρέπει να είμαι πιο προσεκτικός
Με το άλφα το βήτα το ιώτα
Δεν συγχωρούν οι λέξεις και οι αριθμοί- κι ας έχω
Τρυπώσει πλέον μέσα στο μανίκι τους- ο τρόπος
Να μην δέχονται δεσμά
Με καθηλώνει.
Πού τύχη να σώσω μια ηχώ από κρύσταλλο
Που κάνει ένα λυρικό
Ντίγκ όπως τσουγκρίζουν τα ποτήρια…
Στο κενό πέφτουν όλα.
Οι γεωμετρίες αψηφούν το τετραγωνικό εμβαδόν
Κι οι κύβοι που ερίφθησαν κλωτσάνε τα παραλληλόγραμμα.
Ποτίζω τον κηπάκο μου των ζαρζαβατικών-
Η νύχτα που έρχεται με ημερώνει-
Καμία προφύλαξη στην μοναξιά-
Ξυπόλυτος που περπατώ κι ούτε με νοιάζει.
Αρίθμησα εφτά σιωπές και ύστερα ούτ’ ένας ήχος-
Αρίθμησα μια απουσία γόνιμη. Κρατώ
Ένα άσσο στο μανίκι μου:
Πλάθω με τον πηλό των φωνηέντων ένα περισπώμενο ουρανό..




14 Μαΐου 2013

πεθαίνουνε ποτέ οι ποιητές; Όχι







Πεταλουδίτσες πλανεμένες από το φως και της λάμψης την ένδοξη φωτιά
Κι η νύχτα πέφτει
Κούρνιασαν τα πουλιά     ο χειραφετημένος άνεμος
Ζαλίζει με το λέγειν του τ’ αυτιά των δέντρων
Έμεινε στο μυαλό μου ένας στίχος
Απόναν ποιητή θανόντα     αλλά πεθαίνουνε ποτέ οι ποιητές; Όχι
Ζώντας στην απουσία τους αλλά γιατί μετείχαν
σε μια Αποκάλυψη, τεκμαίρονται
Με την θανή τους κάτι από συμπαντική Ομορφιά.
Κοιτώ τ’ αστέρια, σχήματα
Πολλά και να συνδέονται με των προβλέψεων το παιχνίδι
Τα λυρικά σώματά τους.
Πλανήτες απλανείς    και ο βασιλικός στην γλάστρα
Δέκα η ώρα βράδυ και να μην με αφήνει να ξεφύγω
Από την ησυχία η δροσερή θηλιά
του φεγγαριού.

                                     14.5.2013





Σ’ ένα φιλί ο κόσμος στερεώθηκε





Νωρίς κάτω από των ματιών σου το βάθος.
Ο ποταμός που χρηματοδοτεί την σκέψη σου
Έσκυψε. Έκλεισες τα βλέφαρα. Ο ήλιος πέρασε μες την καρδιά σου.
Άσπρα μαντήλια που κουνάν οι ερωτευμένοι μπρος στο πέλαγο.
Λόγια αέρινα που τρώνε την σιωπή.
Μια λάμψη ήλιος και μετά η ψιχάλα η χαρτομάντισσα.
Κουνήθηκαν οι γαίες .
Πίσω απ’ τον φακό που μεγεθύνει κι όμως
Το είδωλο είναι ακόμα εκεί, μικρότερο.
Σ’ ένα φιλί ο κόσμος στερεώθηκε
Σε μια ματιά φλεγόμενη για αγγίγματα θανάτου.
Έχω ασκητέψει στων φιλιών σου την έρημο
Και έχω κλειστεί στης καρδιάς σου την φυλακή.



13 Μαΐου 2013

Κοιτώ τους ανθρώπους δεν παρατηρώ τις σκιές τους.







Κοιτώ τους ανθρώπους      δεν παρατηρώ τις σκιές τους.
Μ’ ενδιαφέρει
περισσότερο
η αύρα που αφήνουν
παρά το σκοτεινό είδωλο που γέρνει
πίσω τους
όταν λειτουργούν
μες το φως.
Στο φως- εκεί τους θέλω.
Και γι αυτό
είναι αναμμένοι πάντα οι τεράστιοι προβολείς μου.
Εστιάζω με την ορμή που ένα πουλί κοιτάζει..
Αλλάζω ρυθμό,
αλλάζω εκφράσεις-
ο ίδιος είμαι που ήμουν. Ίσως
πιο ρακένδυτος από κουρέλια επιθυμιών
που κάθισαν
πάνω μου
και με έντυσαν
έναν ασκητικό μοναχό
που πλέκει λόγους με τον εαυτό του
και που αγαπά
να φεύγει
από την κοιλάδα: προς τα ψηλά αγέρωχα βουνά.
Εργάζομαι σε βιοτεχνία σιωπής
και αναζητήσεων.
Εργάζομαι
μέσα στον κήπο που φυτρώνουνε 
ελληνικά βλαστάρια
που λικνίζονται
κάτω απ’ τον ήλιο-
Ωραία και συντροφιαστά..




ΥΛΙΚΕΣ ΣΥΜΠΟΝΙΕΣ,



Έχω μέσα μου ένα ποτάμι λέξεων που αντιβαίνει τις λογικές των πολλών και μακαρίζει την δική μου απελπισμένη ελπίδα.
Πώς να το εξηγώ; Ένας μοναχικός είμαι που συνηθίζει να σφυρίζει αδιάφορα κάθε που έρχεται η νύχτα και είναι πάνω στην γη και κάτω από τα όμορφα άστρα.
Αυτό δεν είναι ποίηση με κανέναν τρόπο. Είναι απλά τρόπος να επιβιώνεις μέσα στις δυνάμεις που εξαπολύει γύρω σου το Κακό και ο ιδεαλισμός σου δεν σε αφήνει συμπράξεις.
Μεταφυσικά αν το δεις είναι όπως να προσπαθείς να μεταφράσεις ένα λουλούδι στην καθομιλουμένη των αγγέλων.
Και αυτό από μόνο του αποτελεί μέγα και σπουδαίο εγχείρημα.. Στέκομαι στο φως μιας αστραπής και ατενίζω τον ορίζοντα όπως οι αισθήσεις μου θέλουν να καταγράψουν τον λόγο ενός αόρατου Θεού.
Εκεί εμμένω που οι άλλοι βλέπουν ύλη κι εγώ ένα μικρό πουγκί με γρόσια του λεξιλογίου.
Σαν να εξουσιάζομαι από μια μάνητα που έρχεται από μια μέθη μυστηριακή.
Και την υπαγορεύει ο Μάγιστρος Αόρατος Νους του Σύμπαντος.
Θωπεύω με την φαντασία μου το ελληνικό φεγγάρι..
Σε μια ιεροτελεστία που το γαλάζιο είναι χρώμα και παλμός της ψυχής.

**********************


Ορίζει μια παρήγορη πλευρά της ζωής η λογοτεχνία. Και όσο κι αν μερικές φορές γίνεται σκοτεινή κι απροσπέλαστη, τόσο έχουμε ανάγκη τους θησαυρούς της και τις ευαγγελικές ουτοπίες που κομίζει. Εκεί που το να σκηνοθετείς παραβαίνοντας την ζωή, σημαίνει να παίζεις κομπάρσος σε μια σκηνοθεσία της που επιδεικτικά σε αγνοεί.
Μετά είναι η Τέχνη με όλα της τα ψιμύθια που ονειροποιεί την πραγματικότητα και την γανώνει με εκείνο το νίκελ που την καθιστά άφθαρτη και δυναμική.
Προσπαθώ πάντα να έχω στόχο στην θεματική μου και προσηλώνομαι στα στιγμιότυπα που με καθηλώνουν και με εμπνέουν καταμαρτυρώντας μου την αλήθεια τους.
Αυτά που σαν ψηφίδες συνθέτουν, απ’ όποια πλευρά κι αν το δεις, το έργο μου.
Επιμένω να το λέω: μην κάνετε την ποίηση έωλη μες τους ανέμους που παρασέρνουν σ’ ένα φρικτό πουθενά.
Δαγκώστε το φρούτο και μην φοβάστε το κουκούτσι του.
Αυτός που ξέρει να αναγνώθει, θα γευτεί με προσοχή τους χυμούς και θα αφήσει το κουκούτσι στο χώμα, να υποσχεθεί εκ νέου καρπό.
Αέναα θα ζητά η ποίηση έναν δρόμο που μας φέρνει πιο κοντά στον παράδεισο.

**********************

 
Ξόδεψα πολύ χρόνο για να ‘ρθω σ’ αυτή την ήσυχη σκέψη ότι όλα στέκονται εντός μου ταχτοποιημένα σαν να είναι να ακυρωθούν. Είναι η ζωή με τις αντιφάσεις της που σε πολιορκεί, αλήθεια σε πολιορκεί, και δεν φτάνεις ποτέ νικητής πουθενά. Έζησα έναν ήλιο ποιητικό. Τον πίστεψα τόσο που με κατέφαγε. Αλλά παράλληλα μου έδωσε τόση δύναμη και τόσο καθαρή ματιά που έγινε να υιοθετηθεί από μένα ολοκληρωτικά το μανιφέστο του- προσανατολίστηκα στον καημό μιας Ελλάδας. Και πικραινόμουν που ένιωθα ότι αυτή η πατρίδα μες τους αιώνες προδόθηκε, ήθελα να μεγαλουργήσει πάλι με την παιδεία της- αλλά έβλεπα το ράθυμο ″εγώ″ να λειτουργεί σαν τροχοπέδη σ’ αυτήν την πορεία που ονειρευόμουνα. Να τι γίνεται όταν εξαπλωθεί η κόλαση: το βόλεμα του οκνού. Πάνω σε μια μάντρα διάβασα το σύνθημα ″Ξυπνήστε ρε, κάποια στιγμή θα σας πάρουν και τους καναπέδες…″.. Ω πόσο δίκιο! Μήπως ο πυρήνας της υγιούς σκέψης και της υγιούς αντίδρασης είναι πάντα αναρχικός; Η πολιτική βάρυνε πάνω από τον τόπο σαν ένα σύννεφο που θα βρέξει δυστυχίες. Θέλω να σταθώ στο ύψος μιας τολμηρής θέλησης και να ανταμώσω με έναν λαό περήφανο που δεν δέχεται να του στερούν την λευτεριά του. Θέλω να εξοστρακίσω στο όνομα της δημοκρατίας, στο όνομα της ψυχής που θέλει να ζήσει λευκά και της ταιριάζουν οι πολλές αθωότητες. Ας είναι ρηξικέλευθα τα στιχάκια μου κι ας τολμήσει να υιοθετήσει μιαν προσήλωση στο μη ταπεινό η εποχή. Ας έρθουν οι ποιητικοί άνεμοι απολυμαντικοί να σαρώσουν το σκέλεθρο σώμα μιας αρρωστημένης κάστας σαλτιμπάγκων του φαιδρού που ξεπουλούν τα πάντα γιατί γι αυτούς τίποτα πια δεν είναι πατρίδα..

 Σ.Π

27.11.2011 



*******************************

Όλα τέθηκαν μέσα μου κάποια στιγμή υπό αμφισβήτηση- εκτός απ’ την ποίηση και την αθωότητα. Έτσι που όταν έγραφα, οι λέξεις μου ήταν τόσο φορτισμένες με σκέψη λυρικής ευθύτητας ώστε καταλάβαινα να είναι για μένα αυτός ο ρυθμός που συγκολλούνται οι λέξεις μεταξύ τους ρυθμός αναπνοής και μάλιστα λαχανιασμένης. Σαν να ανέβαινα στην πλαγιά ενός βουνού που ήξερα ότι επάνω του εδράζεται ένας ναός αρχαίος όπως που ήθελα να ρθω να προσκυνήσω.. Μαγική πορεία λοιπόν τα δρώμενα του λόγου. Πορεία προς ένα ανέσπερο φως. Και την ακολουθώ με σέβας στον Ιερό Σκοπό της, μιας και ξέρω ότι πρέπει να θυμηθείς το Μηδέν σου, πριν αρχίσεις να μαθαίνεις που σε οδηγούν οι αριθμοί... 

****************************

Η αγάπη μου είναι οι στιγμές, αυτές οι ζωντανές ψηφίδες που συνθέτουν της ζωής μας το πάζλ.
Χάνω την μουσική με τον τρόπο που την απορροφά ο έρωτας μέσα στα σώματα, ώσπου να βρεθούν σε ιερή συνουσία.
Αλλάζω το ύφος. Η γραφή με ξεπερνά. Σαν
να βαδίζω στον παράδρομο κι όμως να φτάνω
πιο γρήγορα στον μακρινό προορισμό μου.
Αν με διαβάζεται οχυρωθείτε πίσω από δηλητήρια που εξοντώνουν το μίσος και ζητείστε καταφύγιο στον ναό της ζωής..


******************************


Ο βαθμός που συνειδητοποιώ τα πράγματα μέσα από το πρίσμα της ποίησης, έχει να κάνει με το πόσο ανοικτός είμαι στις επιρροές των στοιχείων που συνθέτουν ή γεννούν μια λέξη.
Θέλω να πω, ότι αυτή η αναζήτηση που πολλές φορές είναι το ίδιο το κορυφούμενο δράμα, μπορεί να πάρει πολύν καιρό και να αφήσει κατάλοιπο μέσα μου αυτό το κάτι του ανεκπλήρωτου που κάπως αλλιώς βολεύθηκε αλλά δεν αγγίχτηκε ποτέ η τελειότητα σαν σώμα και σαν κατακλείδα.
Καίει το φως απ’ όπου και να το κοιτάξεις.
Δεν το αντέχει ο αμφιβληστροειδής.
Η Αλήθεια η ίδια καίει.
Κάτι φορές αισθάνεσαι στο ποίημα σαν στο σπίτι σου και κάτι άλλες όχι.
Είναι αυτή η πορεία προς ένα πουθενά που σε κάνει ένα είδος πρόσφυγα μες την επικράτεια του λεξιλογίου.
Έζησα πάντα οπαδός μιας αντίρρησης.
Ίσως γιατί ήξερα, διαισθανόμουν, ότι αυτός που αντιδρά είναι ο πιο υγιής.
Έτσι με λύπη μου καταλαβαίνω ότι απ’ το 100% της ποιητικής παραγωγής εκείνα που θα μείνουν τελικά δεν θα είναι άλλο από ένα 10% ίσως- μπορεί και λιγότερα.
Γιατί ο στόχος ποτέ όπως του άξιζε δεν επετεύχθη.
Θα περιπλανιέμαι πάντα αναζητώντας την ποιητική μου πατρίδα.


***************************************



Συζητώ με τον εαυτό μου. Σιγά, ήρεμα. Καταλαβαινόμαστε. Κάτι φορές νομίζω ότι ποιητής σημαίνει να είσαι κάτι σαν φαροφύλακας. Πρέπει να συνηθίσεις την μοναξιά και την απεραντοσύνη του πελάγου. Έτσι και με την ποίηση. Την μοναξιά και την απεραντοσύνη των ιδεών. Ποτέ δεν θα κατακτήσεις κάτι άλλο από την μικρή λάμψη που στέλνει ο φάρος σου στα πλοία που ποντοπορούν κοντά σου αποφεύγοντας τον κίνδυνο που γεννά το πλησίασμα. Αναφλέγουν τα πάντα οι ιδέες που αγαπάς. Μα εσύ δεν τις αποφεύγεις: τις θέλεις όλο και πιο πολύ ώσπου να γίνει το βασανιστήριο αναπνοή σου. Κεκτημένη. Απαρέμφατο που σε κάνει να ζεις το υπερβατικό εξουσιάζειν..







12 Μαΐου 2013

Μην πλέεις προς την ουτοπία την αγκαθωτή.





Μην πλέεις προς την ουτοπία την αγκαθωτή.
Πολύ σιώπησα μέχρι να ‘χω μιλήσει και να με ακούς 
σαν μια ηχώ πίσω απ' τα βράχια του έρωτα.
Είναι η γυμνή φωνή ενός ειλικρινούς που κλαίει
κάτω απ’ τα φεγγάρια που τον γαλούχησαν.
Κι εδώ είναι η τραγωδία ζωντανή: δεν έχω
παρά των αναμνήσεων την σκιά και είσαι μέσα μου 
κάτι που μπορεί να μην είσαι
Αφού σε απομαγνητίζουν οι ιδέες και σε βάφουν με τα πάθη τους
οι λέξεις που ξεστόμισες και είπα
πριν γίνουν όλα ιστορία ενός βραδιού..

Αλλά γιατί γράφεις;- θα ρώταγε κανείς.






Αλλά γιατί γράφεις;- θα ρώταγε κανείς.
Και προσπαθώντας να απαντήσω σ’ αυτήν την ερώτηση, θα έλεγα ότι γίνονται όλα για να λυτρωθεί η  ψυχή μου. Έτσι που τα κατάφερα να κλείσω μες το μπουκαλάκι το τζίνι της ματαιοδοξίας μου, έχω ελευθερωθεί από κείνα που βάραιναν τα πόδια μου και δεν μ’ αφήναν να τρέξω.
Τρέχω στα λιβάδια των αναζητήσεων, χαρούμενος και ευτυχής.
Και κάπου κάπου σκύβω και κόβω μια ποιητική κατακόκκινη παπαρούνα και την κοιτώ με λατρεία γιατί αυτή, την μεγαλύτερη απόλαυση από όλα μου έδωσε.
Είναι το ποίημα τόσο άσκοπο και τόσο μεθυστικό, όσο ένα φτωχό λουλούδι που επάνω του συγκεντρώνει την αισθητική φιλοσοφία της Ομορφιάς.
Περνώντας λοιπόν ο καιρός και ρωτώντας να μάθω τι εισπράττουν οι άλλοι πια όταν με διαβάζουν, ένας φίλος μου είπε ότι τώρα συνομιλώ με τον εαυτό μου, έτσι το νιώθει.
Παραξενεύτηκα. Μετά που το πλησίασα σαν νόημα κατέληξα ότι μπορεί να έχει και δίκιο.
Κλείνομαι σε σύνορα εαυτού από τα οποία δύσκολα μετά ξεφεύγεις. Γίνεται πιο ερμητικός κανείς και πιο οχυρωμένος. Έχει τίμημα μεγάλο η εσωτερίκευση.
Σιγά που θα σ’ αφήσει απ’ τα δίχτυα της να φύγεις η δική σου μοναξιά.
Αυτός ο στίβος είναι για αόρατους αγωνιστές και πρωταγωνιστές συνάμα.



Γυναίκα.








Νύχτα μεγάλη αστροφεγγιά κι αιθρία συλλαβίζοντας
Στ’ αλφαβητάρι ενός άστρου την γαλήνη.

Τοπία που μέσα τους σε ήπιανε
Τοπία που με κομμάτιασαν κι εσύ ήσουν μακριά
Ανάγνωθες την ζωή μακριά από την ζωή μου.

Γυναίκα, δεν υπήρξες ή υπήρξες
Καλουπωμένη μέσα σ’ ένα όνομα όταν ανέβαινα
Βιαστικός τα σκαλοπάτια της ηλικίας σου
Να σε φιλήσω στα χείλη;

Σε βρήκα θεόρατη να πάλλεσαι από φωτιά
Δίπλα μου
Μέσα μου
Γρατζουνώντας με απομέσα
Να ξεφλουδίσω να βγεις…
Πού να πας;
Η θλίψη καραδοκεί παντού..

Εσύ λαξευμένη στην πέτρα στο στεγνό τούτο τοπίο
Την άνυδρη έκταση
Από βουνό και αμπέλια

Με τα βέλη των ματιών σου αναδύεσαι από την πέτρα
Κοιτάζεις ολόγυρα και φτιάχνεις
Ένα φωνήεντο χαράς!
Ζουζουνάκι τρελό που παίζοντας μ’ άγγιξε!

Όχι η αυγή που γαντζώνεται με μανία στις βουνοκορφές
Που σου χτενίζει τα μαλλιά διαμαντικά- όχι
Η ώρα του μεσημεριού
Που λιγώνονται μυριάδες τζιτζίκια
Σε τετέρισμα μονότονο- όχι

Στο ύψος ενός λουλουδιού που τσάκισε
Η ζωή σου στέκει
Εκεί
Γίνεται καθρέφτης
Μέσα του αναγνωρίζω
Το άδικο και τον αδικημένο..

Ξέρω να πω την εύρωστη καρδιά
που θα μιλήσει κάποτε αρθρώνοντας
το φοβερό μυστικό
της αλήθειας!


1983

Κάποτε υπήρξα αναγνώστης στο χάρτινο όνειρο της ζωής·









1.


Κάποτε υπήρξα αναγνώστης στο χάρτινο όνειρο της ζωής·
σημείωσα επάνω στην ανθρώπινη μοίρα
πείσματα
που μ’ έκαναν να ξεχωρίσω·
είδα την φωταγωγημένη ψυχή αλλά και την θλιμμένη
ακούμπησα
την κατάθλιψη,
την κατάλαβα-
κι ένιωσα πόσο κάποιος ψάχνει με αγωνία θεό
για να του εκμυστηρευτεί φοβισμένος την αγωνία του.
Πήγα κοντά στον θάνατο-
τον ερμήνευσα
σαν απώτατο δώρο-
μελέτησα την απουσία μου.
Δεν είμαι παρά μια μηχανή που κουρασμένα δουλεύει
αλέθοντας τα φθαρμένα γρανάζια της.
Έφερα την ζωή μου πιο κοντά στην αιμάτινη αλήθεια
κουρδίζοντας με το μεράκι μου της μουσικής
την κεντρομόλο μου
που λες με πάει στο σημείο το ίδιο που ποτέ δε ήμουν.
Κάτι φορές αισθάνομαι συγγένειες με τα νερά
που κυλάνε-
άλλες φορές με τον αέρα.
Μέσα μου γράφει αλλόκοτα όνειρα η ζωή.
Τα βλέπω που όταν ερμηνεύονται
σαν άλλος είναι ο ονειροκρίτης που ήθελα.
Τραγουδώ πάνω στην στέγη του κόσμου:
βιολιστής της πεντάρας.
Πόσο ν’ αξίζει αλήθεια μια μελαγχολία μου;
Και ο θεός μέσα μου πικραμένος..
Δεν είμαι αυτό που ήθελε…
Με κατατρώει επίμονα η φθορά..

Μέθυσα πάλι απόψε με πληθυντικό γιασεμί



Ωκεανός λούφαξε στην μασχάλη σου – σαν
 Να σε συντρόφευε του θεού η λαχτάρα
και ο περιώνυμος που ήσουν
Χάριν πήρε…

Ευώνυμα ακροκέραμα και λιλιά ανθάκια.
Μέθυσα πάλι απόψε με πληθυντικό γιασεμί
Και τα άπονα μελαγχολικά ένδοξα μάτια σου.

Η νύχτα με βρήκε ευάλωτο σαν έναν που κινάει για κάπου
Κι άλλου η μοίρα θα τον πάει τον δόλιο..




11 Μαΐου 2013

Ο φίλος.





Είχα έναν απέραντο φίλο από εναγώνιο άστρο.
Οι δαγκάνες των ματιών του τυραννούσαν την αλήθεια.
Μέσα στην χημεία του λόγου υπέφερε
τόσο πάθος.
Ο πόνος τον κούρασε.
Στέγνωσε το αίμα του-
Πάνω σε τόσες σελίδες,, σχέδια
Περίτεχνα μουντζουρωμένες.
Αγαπούσε τον Σεπτέμβρη..

Γέρασε μέσα σε μιαν ιδιοτέλεια ολότελα των ανθρώπων που τον μίσησαν
Πάνω σε έναν οβολό
Για την αθανασία..

Στα νιάτα του βουλήθηκε να φτιάξει ένα αστείο για δική μου έκπληξη..

Πυρπολήθηκε λοιπόν περιχυμένος από εύφλεκτους λόγους..

Άκουσα την σάρκα του να τσιρίζει φωτίζοντας
Καγχαστικά την νύχτα…

Χωρίσαμε μετά…

Υπόγειοι σιδηροδρομικοί σταθμοί για υπόγειους
Ανθρώπους.
Η ζωή μου έγινε σβηστήρας..
Τόσα λάθη!

Άκουσα να τρελάθηκε φωνάζοντας «Αμήν!»
«Αμήν!»- Το αίμα του
Είχε πιει πολύ μελαγχολικό ουρανό και είπαν μελάνιασε καθώς
Τον κέντησαν με την λόγχη
Για να πιστέψουν στο θάρρος του!


Αυλίδα 1983

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου