...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

8 Ιουνίου 2018

Νυκτός το κεκτημένο και το απόλυτο..


Εισέβαλε ο Ιούνιος εκπωματώθηκε η σαγήνη του
Ιέρειες του φωτός αναδύθηκαν
από τα ρηχά της θαλάσσης
Ήμερο κύμα
Ενόχλησε η σφήκα τον άνεμο
Πρησμένες λέξεις έδειξαν το γκαστρωμένο φορτίο τους
στον άκαιρο καιρό
Η χλόη ανατρίχιασε κάτω από του ήλιου το πιρούνι
Βαθύς καημός
Ένθεν της ηθικής ό,τι που βρίσκεις είναι σαν κοχύλι που ξεβράστηκε
Κάπου λαλεί και υπερίπταται μία μολόχα
Στίφη εντόμων πετούν χαμηλά και δοξάζουνε
Το έλος του τέλματος την θαμπάδα
Καλοκαιρινές πλεκτάνες μαστίζουν την μπαρούτι της κάψας
Αύριο Κυριακή αύριο λαλείς μου κάτι που σαν έρωτας μοιάζει και δεν το κατέχω
Απ’ την οθόνη ό,τι κέρδισα απόψε απ’ την οθόνη
Και το ομολογώ υπήρξα θηρευτής 
αγρίων νοημάτων 
Σ’ αγώνες δόθηκα παράφορους…

6 Ιουνίου 2018

Παραδίδω την σιγουριά μου στην στάχτη των εντυπώσεων



Παραδίδω την σιγουριά μου στην στάχτη των εντυπώσεων
Ουδέν το λάθος
Το ήθελα λευκό και προέκυψε μαύρο
Είναι ιδρώτας που ξεθύμανε είναι ατασθαλία τεθλασμένη
Που από πόθο –κι ευτυχώς- παραγράφεται
Μου αποσκιρτούν τα σύνορα
Απαγορεύεται απαγορεύεται απαγορεύεται
Πού πήγε όλη η χαρά του επιτρέπεται; Πού;
Σιτίζομαι με άγουρες παρομοιώσεις και πεινώ-
Αιθεροβάμων..


Κορίτσι..


Τα μάτια της είχαν μια κόχη για το εικόνισμα του ανέμου.
Την αγάπησα σε μια ηλικία παράφορα.
Στάθηκε 
Εξαίσια ωραία.
Κάτι νύχτες φεγγαρόλουστες το θαλασσί της φουστάνι φιλοξένησε
Μια παράξενη θλίψη μου.
Μου θύμιζε έντονα ιέρεια αρχαίας λατρείας. Άκουγα
Τον μελωδικό χτύπο της καρδιάς της
Σαν τραγούδι μαγευτικό να με ταξιδεύει
Στο παρελθόν με ρομαντισμό
Στο παρόν με σπουδή
Στο μέλλον με αίσθηση
Πως η ζωή είν’ ένα ποίημα!
foto Anna Kallinikou

ποτίστηκα υπέρογκες αισιοδοξίες




Καταβυθίζομαι και όμως
φως ανασύρω από το ταξίδι μου
ο χρόνος λάμπει
επάνω στην επιδερμίδα μου
ποτίστηκα
υπέρογκες αισιοδοξίες
μπορεί
γιατί με έμαθαν να πολεμώ
για μιαν εστία προγονική
το καθετί το βρίσκω και το χάνω
συμπυκνώνω
σοφία των λουλουδιών
στο σίγουρο γινάτι μου
είσαι
και είμαι και είμαστε
παιδιά της νέας ειμαρμένης.






5 Ιουνίου 2018

Στρατής Παρέλης

4 Ιουνίου 2018

Ω του θαύματος!...


Γιορτάζω μια σειρά που θρυμματίζεται και μένει
Χνούδι λευκό αιθέριο που έσυρε ο αέρας ως τα ξημερώματα, εκεί που βρήκα
Να είμαι ανύπαρκτος κάτω από το νίκελο του ήλιου
Στην ζάχαρη του φωτός αγάλλει ο νους και ξαναλέει τα πράγματα
Στα ρουθούνια το άρωμα τα πάντα χλευάζει
Κυλιέται πάνω στην χλόη ο έρωτας
Ευγενικός ωστόσο, παράφορος
Καταπίνει την θλίψη με βία
Και στο μεσημέρι εκείνος που την χαρά των κήπων σεβάστηκε
Είδε ν’ ανθίζουν ρόδα στην καρδιά του
Χαϊδεύει τα αλύτρωτα πέταλα αναστενάζει
Σαν από αρχαία χυτήρια να έρχεται του χρώματος η βοή
Και να μετακινεί τα τραχιά της μνήμης κοτρόνια
Όπως της πρέπει Δευτέρα
Ο θεός καλά κρατεί ο μύθος των μύθων
Τι όνειρο αναζητούμε και τι μας παραδίδεται
Λες και δεν θα σμίξουνε τα εύτηκτα λες και δεν θα ενωθούν τα στερεά τα υγρά δεν θα συνωμοτήσουν
Θα ανεβούμε την κλίμακα της αρετής- έτσι ορίζουν
Οι γραφές· ταπεινοί θα παραμείνουμε θέλοντας
Να μας παρασταθεί το Θαύμα
Γιατί για ένα Θαύμα πιστευτό και απίστευτο γίνονται πάντα και όλα..

3 Ιουνίου 2018

Το απόγευμα…


Το απόγευμα κωλυσιεργεί τις ερωτοπαθείς μυρωδιές των βασιλικών
και η μουσούδα του αέρα χώνεται
μες τις λινάτσες των νεφών, 
σκούζοντας επιμόνως για ένα "έλα"…
Τα χρώματα κατευθύνουν τον νου μας στο άπειρο.
Κι εμείς από τα χρώματα είμαστε καμωμένοι, από την λυρική
δομή των ουρανών,
κι ας στηρίζουμε με τα αισθήματά μας τον νεόκοπο ήλιο κι ας είμαστε κολλημένοι στον βράχο
της νοσταλγίας..
Μας στολίζει ο στόμφος του καλοκαιριού
ακόμα,
και μας έχει πλασμένους η τραχιά,
ακύμαντη πέτρα
του Έρωτα,
βοά μες τις φλέβες μας, όταν ακίνητοι μένουμε, τερπνά τρυγώντας
φιλιά μέσα στο βράδιασμα.
Μια μουσική ωφέλιμη στις ψυχές σκορπά τριγύρω,
ακούραστος ο αέρας μαγκώνει τις πλάτες του στον βαρύ τροχό της μέρας, στα ρολόγια στέκεται η σιωπή, την ώρα
που εμείς ακολουθούμε την μεγάλη δίψα
του κορμιού
και στα σώματα επάνω παίζουμε
το συναρπαστικό ξεφλούδισμα της συνουσίας, ως την στιγμή
που ενώνονται οι παράλληλες ευθείες σε μια γονιμοποιημένη τελεία
που μιλά φθόγγους ερωτικούς και υπερβάλλοντα ζήλο
της αγάπης..

Παρακλητικόν…

Ο δυόσμος μίλησε με την αψάδα του, ο ήλιος κάρφωσε τον κάβουρα στο ερυθρό καβούκι του, η Κυριακή
ζάλισε τις μυρσίνες του θανάτου

Τυχούσης της μέρας, καταλάβαινα γύρω μου χάος,
Τύχες αρώματος των ρόδων επλημμύρισαν την επικράτεια
ζόρι και λάμπος

Και στην αυλή που η κυρά Τασία μαγείρευε, στο παλιό κουζινάκι
Θρασεύσαν τα μπαχαρικά και ντεραπάριζε την γεύση το πιπέρι

Ξυπνήσαν τα παιδιά και θέλησαν το τόπι το άτοπο-

Επαρχιώτικη αξία που στον νου μου εισβάλει από ηλικία που είχα αθωότητες περίσσεια

Τώρα που οξείδωσε ο χρόνος τον πηλό δώσμου την τάξη που έχω χάσει, δώσμου την γαλήνη που μου ‘λειψε, την ευφράδεια των αισθημάτων

Και άφησέ με να διαβάζω εκείνα που δεν φαίνονται, μόνο μια θάλασσα είναι
Που την ακούς και την μεταλαμβάνεις, δόξα και ώσπερ θυμίαμα..



2 Ιουνίου 2018

Εγωιστική έφοδος του Σαββάτου..


Σκονίστηκε και έμεινε μετέωρη η άγουρη Παρασκευή·
ήρθε Σαββάτο:
οι γριές δοκίμασαν τα κουτσομπολιά τους στον άνεμο, 
όλα τα πήρε μια βιάση, μια φούρια.
Η αντωνυμία παρέμεινε εγωιστική
και όταν την χρησιμοποιήσαμε άναψε το καθαρό αρχέγονο μπαρούτι της.
Μετά από καιρό, κατάλαβε ο καθένας μας τι είναι να λείπεις.
Φυσούσε τονισμένα και, στα πλήκτρα του αόρατου πιάνου, η κάθε νότα ήταν ένστικτο και ταραχή.
Δάγκωσα την ψυχή μου και προχώρησα.
Ήμουν εγώ και ήμουν οι άλλοι-
ένας ρυθμός με συνεπήρε διάφανος.
Για χαρά και προσήλωση..

1 Ιουνίου 2018

Η γιαγιά…


Είναι βαριά, μου έλεγε η γιαγιά μου, η καλογερική κι η προσευχή·
κοίτα που πάλι το θυμήθηκα· τώρα
που ένα νέφος θλίψης ζώνει την πόλη και των χρωμάτων που ξέρω ξεθώριασαν οι λάμψεις- εκεί
που άνθρωπος είμαι και πονώ και στην μελαγχολία σκέψεις αντιπαραβάλω
λυρικές.
Να είσαι απλός, μου έλεγε· τα λόγια της
ακόμα ηχούν μες το μυαλό μου και ας έρχονται
από την παιδική μου ηλικία, ευρυγώνιος μέγας φακός.
Πολλές νύχτες κοιτώ τον ουρανό και χάνω
προσανατολισμούς και βεβαιότητες· ένα
θυμίαμα που ανεβαίνει απ’ την οθόνη κι όμως, προς τον ουρανό, αφήνει
την μορφή της να στρώνει της θαλάσσης την τρικυμία με το δεξί
χέρι της προτεταμένο, όπως για να ηρεμήσουν τα ποτάμια που εκβάλλουν
στον ωκεανό της βαθιάς νύχτας του Δεκεμβρίου που ένα ελπίδας φως πλημμυρίζει
το αποταμιευμένο Αγαθό της ψυχής..

29 Μαΐου 2018

Όμορφη..





Πολύ όμορφη!
Εκεί που συναντιέται το Ψέμα με την Αλήθεια, εκεί
Που οι όμορες σκέψεις καταλύουν την ασχήμια της θλίψης.

Και το τοπίο την αναζητά-

Όπως να λείπει μια ψηφίδα του, όπως
Να σχηματίζεται το πάζλ μες τα ωραία της μάτια, τω τρόπω
Που οι θύελλες έχουν
Να μαγνητίζουν το βλέμμα σου.

Των ποιημάτων υπεράνω και στο σημείο το εν που οι μέρες
Εξοστρακίζουν την μιαρότητα του βίου- δεν ξέρω
Κι εγώ πόσο μα πόσο κοστίζοντας αυτό σε Αθωότητα.

Αστην'  εκεί λοιπόν, μην την γυρέψεις
πουθενά
              αλλού:
                          Αστην' 
εκεί που θα την νοσταλγήσεις σαν περάσουν τα χρόνια και
θα την βρεις να στέκεται σαν λυπημένη Αγία δίπλα
στα πιο τιμαλφή σου αποκτήματα-
Αέναα κινώντας τα αισθήματα
κι εσένα..


26 Μαΐου 2018

Με συμπεραίνω ενώ ακόμα δεν μ’ έμαθα,

Με συμπεραίνω ενώ ακόμα δεν μ’ έμαθα,
Τόση βιασύνη
Να με πω- άχρηστη είναι,
Αφού δεν έχω φτάσει στον δύσκολο δρόμο
Ο εαυτός στον εαυτό, παράξενο ταξίδι...
Δείτε περισσότερα

20 Μαΐου 2018

Του έρωτα, ναι…



Η αφή μου στρέφει τις λέξεις προς την γένεση·
Μακρινό ταξίδι είναι οι αισθήσεις, νωρίς
το κατάλαβα, 
αγγίζοντάς σε, παίζοντας
πάνω στο κορμί σου
διάρκειες και τελειώματα, καταφεύγοντας
στον ειρμό των ενστίκτων.
Και εκεί,
ανάμεσα στο ελάχιστο κάτι που δεν προσδιορίζεται,
Ένιωσα πώς ο έρωτας μιλά και ωραία όλα τα πλάθει,
Και γόνιμα.
Ήτανε η αφή περιπέτεια δαιδαλώδης.
Ξεφύτρωσαν, απ’ το πουθενά, δώρα που έκαναν τερπνή την συμπεριφορά σου
Και σ’ όλα, αγίασμα.
Η κοιλία σου ζήτησε χάδι, πλησίασα
τρέμοντας, ένας κρυφός φόβος,
μια συστολή
Με κυρίευσε, δεν άκουγα, ήμουν
αλλιώς διακείμενος απέναντι στην ερωτική εξουσία σου, μια φλόγα
γέμιζε την καρδιά μου, κι ο ύπνος
ήρθε μετά,
πάνω σε σώματα αγκαλισμένα,
να βυθίσει τον πόθο μας
στο αβρό χωνευτήρι
των αισθημάτων..

18 Μαΐου 2018

Οσμής θανάτου..


Ποιον θάβουν στην γη κι εμείς για ποιόν θα πρέπει να ντρεπόμαστε, ποιόν αγκαλιάζει ο θάνατος και γίνεται πικρή η ιστορία, τι αξίζει μια ανάσα ελεύθερη, πώς την κρατούν μέσα στα στήθη τους οι αποφασισμένοι;- όλες οι βουλές μια Γνώμη άγνωμη, όλος ο πολιτισμός ένα παιχνίδι φθοράς· άγγιξε το τραπουλόχαρτο της λύπης και μοίρασε φύλλα: αυτός ο κόσμος έχει την αδικία στο αίμα του..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου