...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

6 Νοεμβρίου 2014

Ανατέλλεις και δύεις σαν ένα απολυτίκιο




Σκορπάς μια μυρωδιά δάσους ως το μεσημεριάτικο συμπέρασμα
Σκορπάς τα φύλλα που περιλούουν τον Νοέμβριο
Σκορπάς μια ιαχή

Στην Ελάτεια των καημών στην ευθυδικία των κάμπων
Μηνύεις του αέρα τα τσαλίμια ανάμεσα στων δέντρων τις εξάψεις και
Θέλω μια ζαβολιά για να με δικαιώσει

Είσαι λοιπόν εδώ που σ’ άφησα, πιο αληθινή από μια ηλιαχτίδα;
Είσαι η γυμνή αλήθεια που συλλάβισε ο σπούργιτας κι από την ιερή μανία του
Αποθεώθη’..

Μιλάς όπως ένα χωριό της γλώσσας μιλάει- και τότε εγώ
Τι να τις κάνω τις πρωτεύουσες;

Ανατέλλεις και δύεις σαν ένα απολυτίκιο που είπαμε συντετριμμένοι
Μπροστά στην εκκλησία των αγγέλων και ανάβοντας
Την ψυχή μας κερί…



5 Νοεμβρίου 2014

Κάτι που είναι μικρό, γιγαντώνεται..




Στοιχίζονται οι πολυκατοικίες πίσω απ’ τον δρόμο
Και κραδαίνουν την απαλή μπεζ τους απόχρωση.
Ένα άγουρο φεγγάρι επιμένει σε θρησκείες παλιές.
Εμμονή στην μουσική των άστρων και στην ιστορία του βραδιού.
Γραφή από τα ορυχεία της καρδιάς μου.
Ένα αεράκι γεμίζει τις υδρίες που εγκατέλειψε στο πεζούλι
Της εστίας ο ύπνος.
Κάτι που είναι μικρό, γιγαντώνεται..


Ο θάνατος απλώνει την ζωγραφική του





Άηχο αποτέλεσμα των δέντρων..
Στο μπαλκόνι μου η νύχτα αφήνει τα παπούτσια της.
Όσοι έτρεξαν χάθηκαν μέσα σε ακαθόριστα μονοπάτια.
Εσύ ποτέ δεν ήρθες.
Αυτοί που νίκησαν δεν μπήκαν ποτέ τους σε μάχη-
Άφθαρτοι τα κατάφεραν καλά: έσωσαν το τομάρι τους.
Τώρα διαβάζουν εφημερίδα. Πίνουν καφέ στις καφετέριες.
Αφήνουν φιλοδώρημα στην όμορφη γκαρσόνα.
Στις επαρχίες του κόσμου φρενιάζει το κουτσομπολιό.
Πες πες πες - τι να πώ; Όλα ειπωμένα.
Ο θάνατος απλώνει την ζωγραφική του
Πάνω στις πόλεις, σίγουρος
Διεκδικητής του τίτλου
Της άσεμνης λησμονιάς.
Γράφω νομίζοντας θα γεμίσω την νύχτα με άστρα.
Κολασμένος καλόγερος που μένει ασκεπής
κάτω από τον αμαρτωλό του ουρανό..


Ακούμε μια μουσική του Πάνα κάτω από του ήλιου το κεφάτο μαρτύριο!




Τα πουλιά είναι οικείο στολίδι της ελευθερίας.
Χτυπούν τα φτερά τους πάνω στο οικουμενικό αέρα και ταξιδεύουν
Προσμένοντας έναν κελαηδισμό δίκαιο.
Πόσα τρόπαια κρατά η αστραπή, πόσες ευαγγελικές σιωπές ανήκουν
Στις ψυχές που μονάζουν εντρυφώντας
Σε νάματα αρχαίας προσμονής;
Εδώ είναι η φυλή κι εδώ είναι η ιεροτελεστία του όρθρου
Του Θεού ανιχνεύοντας το αχνάρι μες
Από της Φύσης το δραματουργό κριτήριο.
Δάση αψιά, του ελάτου η προκοπή, νερά
Ποθόδοξα, μαγείες
Στην όψη της μέρας,
Ακούμε μια μουσική του Πάνα κάτω από του ήλιου το κεφάτο μαρτύριο!




4 Νοεμβρίου 2014

Ο κόσμος των έσω…



Κόμπο κόμπο δένεται το γλυκό δειλινό.
Οι σκιές μεγάλωσαν αλλά δεν έχουν τίποτα να δώσουν.
Ενοχλώ μια ελπίδα μου να μην κοιμηθεί.
Η πατρίδα είναι μαία που ξεγεννάει την θλίψη μας.
Ας ξαναγεννηθούμε
σε μια άλλη μέρα που οι υπερηφάνειες να είναι λάβαρο
Και ας χτυπήσουμε την φλέβα του νερού που ωραία συλλαβίζει
Την χαρά, την ζωή.
Είναι οι ώρες που μιλώ για Αγάπη
Εκείνη που από τα μάτια πιάνεται και κατεβαίνει
Στα χείλη
Κι από τα χείλη στην καρδιά, που λέει ο λαός
Ριζώνει και δεν βγαίνει…  είναι αυτές οι ώρες
Οι φωτεινές, λιγάκι κάτω από την μουσική της έμπνευσης-
Κοιτώ μακριά και τα πάντα είναι που βλέπω-
Αν θλίβομαι
Είναι γιατί ακούμπησα την τσούχτρα του πόνου αλλά ξέρω
Την κρυφή αρμονία των αισθημάτων.
Το σπίτι ναυαγεί, θα ‘ρθει η νύχτα
Ανοίγοντας διάπλατα τον πληθυντικό της.
Στο μυαλό μου ποτάμια
Βιβλικά κι ένας έρωτας
Ανεκπλήρωτος.
Σκίζω χαρτάκια με σημειώσεις.
Μια γυναίκα αναστήματος χίμαιρας μου χαμογελά.
Είμαι καταδικασμένος στα ορυχεία των λέξεων.
Κλέβω ένα αστέρι κι έχω κι εγώ το διαμάντι μου-
Πουθενά δεν θα δώσω
Αυτήν την ακατέργαστη φωνή της γης που μου μίλησε
Μυστικά όλα τούτα για σένα.
Ο ουρανός έχει εκτεταμένα θερμοκήπια
Καλλιεργεί αντιξοότητες που κάνουν καλό
Στην θρέψη των ονείρων-
Βλέπω τον άγγελο που παίζει φλάουτο κάτω
από το σεληνόφως που πάγωσε
Στα σκαλοπάτια του Νοεμβρίου.
Κλείνω την σελίδα μου.
Αφήνω ανοιχτή την ζωή.
Όλα ξεκλειδωμένα.
Άφησε μια υπόσχεση να μείνεις εδώ που η καρδιά μου
Αντιλαλεί όπως πηγαίνουν όλα για μεσάνυχτα..



Τα χάσματα που δεν θα γεμίσω



Τα χάσματα που δεν θα γεμίσω, τα σκοτάδια
που δεν θα φωταγωγήσω, τις θάλασσες
που δεν θα καταλάβω,
τις εκβολές
του Νου μες το σύμπαν…
                                          Τον Δήμιο
Χρόνο και τον Πόνο Αχέροντα
δεν θα εξημερώσω ανήκοντας
σε καμία θρησκεία, ούτε οπαδός
των ταγμάτων μιας φανατικής φρίκης- μονήρης
σαν αστραπή, χλευαστής
των παγιωμένων- το καπελάκι μου στραβά και γράφω
κουβέντες που σε άλλον ανήκουν
αιώνα
και κόσμο
ιδεατό…



2 Νοεμβρίου 2014

Λόγια




Λόγια που είπαμε και βραδυπορούν στο μυαλό, ακόμη
και τώρα που όλα αλλάξανε. Ιστορίες
της ζωής μας, ευχάριστες, δυσάρεστες, μισο-
τελειωμένες-
Ανακτούν μια ορμή που φτάνει
ως τον ύπνο μας, ζουν
όπως ζούνε τα όνειρα..  και
του ανθρώπου η πορεία
μένει χαραγμένη επάνω στην γη
άγονη, λίθινη, άτσαλη, σιδερένια
-λόγια που μαραίνονται και τα λουστράρω
με υπομονή
να μείνουνε, μουσειακά τουλάχιστον,
μες τα ποιήματα..


Έρχομαι και φεύγω- ταξιδιώτης του σύμπαντος.






Έρχομαι και φεύγω- ταξιδιώτης του σύμπαντος.
Στην αναμπουμπούλα των καιρών, στην ανηφόρα των μύθων.
Ο όχλος με ξενίζει, είμαι
μοναχικός λύκος.
Στους καιρούς αυτούς που αφθονούν οι απώλειες
Ανάβω το σθεναρό καντηλάκι μου
Στον Άγιο της Περηφάνιας..
Ακούω το ιωνικό μου αίμα να βοά
Το αιολικό μου προστάζει
Ακούω μια μουσική που μου ζητάει προσήλωση
Στο φως της Αθωότητας.
Κλείνει η νύχτα τον κλοιό της
Τα άστρα φυγοδικούν στου ουρανού την πλατεία
Γράφω μια βίβλο λουλουδιών
Απέριττη σεμνή ιεροτελεστία των ρόδων..


Ναυάγιο στον ουρανό…





Κι ο ουρανός διψασμένος για τα μάτια σου· ναυάγιο
Μεταξύ των αοράτων και μιας πραγματικότητας
Που συνέχεια αλλάζει
Βασανιστικά.
Της ζωής πανηγύρια, της ζωής
οι εκφάνσεις
Ευκίνητες, δυσκίνητες, αέναες
Ρέποντας προς την ευτυχία της αιωνιότητας.
Στην πλατεία μαζεύονται οι περαστικοί και διαβάζουν
τα πρωτοσέλιδα των κρεμασμένων εφημερίδων
στα περίπτερα.
Μια βαρκαρόλα πλέει μες τα σύννεφα.
Ισχύς του ανέμου στα ψηλά.
Όταν το μεσημέρι πλησιάζει,
μπατάρει στα ρηχά του ουρανού ο ζέφυρος και πα’
στην πλώρη μένει δακρυσμένος
ο καπετάνιος του έρωτα..



Των Αγίων Ακινδύνων…





Η Κυριακή μια ανεμώνα που χτυπάει το ταμπούρλο της στις γειτονιές.
Λιγάκι κρύο· πριν η μέρα καλοέρθει και οι θόρυβοι διασκορπιστούν.
Μάζεψα τα αστέρια, τα τακτοποίησα
Στα ερμάρια του ουρανού. Τώρα βλέπω
Τις σκουροντυμένες γερόντισσες που μπαίνουνε στην εκκλησία
Και παίρνουν κάτι που απαλύνει την ψυχή.
Συννεφιά λυρική.
Ρηχός ήλιος. Κάπου ανάμεσα.
Η ποίηση περιφέρεται σαν τσιγγάνα και κλέβει
Εικόνες που τις στρώνει σαν χαλιά για να πατούνε οι περαστικοί και να καταλαβαίνουν
Το έλεος του Θεού…


1 Νοεμβρίου 2014

Υπολογίζω κι ανυπολόγιστο το αποτέλεσμα.




Υπολογίζω κι ανυπολόγιστο το αποτέλεσμα.
Οι πόλεις είναι βραχνές κι έχουνε λόξυγκα χειμώνα.
Σουρούπωσε. Ο τραχύς ουρανός
Κονιορτοποιεί την απόφαση.
Το λειψό φεγγάρι χαμογελά. Μελαγχολική
Ώρα. Η νύχτα με τα στραβοπατημένα παπούτσια της
Ανηφορίζει κατά τα βουνά.
Στα μονοπάτια που η Ελλάδα στενάζει..


Συλλαβίζει βασκανίες το νερό.






Υπάρχει ένα ιερόσυλο αεράκι που τυμβορυχεί μες τις νεκροπόλεις ένθεν του Νείλου ξεφτίζοντας
Την φαραωνική μνήμη έως να ατονήσει.
Μυρίζει η φορμόλη των καιρών.
Λάμπει το σκήπτρο σου Τούθμωση..
Στον ήλιο ακονίζονται οι διάρκειες.
Συλλαβίζει βασκανίες το νερό.
Το χώμα πίνει το κλέος της μακρινής ιστορίας.
Γαλανίζει το βράδυ.
Οι καλύβες καλύπτονται απ’τον ίσκιο της Ίσιδος..


Λατρεύω τον ωραίο υπερθετικό.





Ο χρόνος εγγράφεται στο πριν, όταν το μετά
γίνεται ανεδαφική έξω-
πραγματική περίπτωση.
Λατρεύω τα μαχαίρια που υπέρμετρα κόβουν.
Λατρεύω τον ωραίο υπερθετικό.
Στο έλεος και τις διαθέσεις της ψυχής.
Τίποτα μεταφυσικό εδώ: οι κήποι νοούν του ήλιου τα τεκταινόμενα
Και η μέρα αγαπά την υγεία του Αισθήματος.
Λιανό κλαδάκι φθινοπωρινό που επάνω του
Ένα πουλί στάθηκε άξιο και τραγούδησε.
Παράγουν οι σιωπές επιφωνήματα και τελευταίο
Είναι το πλήκτρο που στέλνει το λυρικό του μήνυμα
τώρα
Παντού…




Ξημερώνει Σαββάτο.




Τρεις τα μεσάνυχτα- ο θάνατος φοράει την κουκούλα του προδότη.
Ο αχινός πικραίνει τα νερά- η πόλη ερμαφρόδιτη ζητάει χαρακτήρα.
Οι ώρες στυφές, γεμάτες κουκούτσι και έκπληξη.
Στους δρόμους οι ζαλισμένες λάμπες φωτίζουν την συνδιαλλαγή
Με μια άλλη αντάμωση.
Πουθενά δεν πας.
Μένεις εδώ που η ζωή είναι παγίδα που πιάνει την καρδιά σου.
Ξεθυμαίνει η χαρά. Ξημερώνει Σαββάτο.



Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου