...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

20 Μαΐου 2013

Οι πρωταγωνιστές των ελπίδων…




Άφες την Χάριν τοις που δεν πρόδωσαν ποτέ τον ιδεοφόρο πηλό, άφες την Χάριν..
Και τα βράδια που κουρασμένος κοιμήθηκες
αποταμιεύοντας θλίψη και αγωνία-
Πού να σε βρω;
Ο ενικός σου είναι στην καθομιλουμένη των αγγέλων χίμαιρα.
Δίπλα στις γλάστρες σου, με το ξυσμένο
Μολύβι στο χέρι- θεματοφύλακας μιας αρετής.
Στο άσπρο χαρτί κραυγάζουν τα ψηφία της πατρίδας σου
της προδομένης.
Πολλά την πολέμησαν και την ματώσαν
οι προύχοντες.
Ατενίζεις στο μέλλον καλοσυνάτες μαργαρίτες
Που φυλλορροούν και με το κάθε πέταλο, υπερασπίζονται
Ποίηση που είναι να λάμψει κι αν έρθει..


19 Μαΐου 2013

Ένοχε σκύλε που γαυγίζεις αλλά δεν δαγκώνεις..



Δεν μπορείς να κάνεις της μάζας την πλαστότητα να μιλήσει.
Η μάζα είναι χωνευτήρι της κάθε φωνής-
Ένας μαγνήτης που φοβάται τον ελκτικό εαυτό του.
Κι οι κοσμοθεωρίες που ψεύτισαν- όπως
Για να γίνουνε σπόγγοι που απορροφούν το πλαδαρό
Μέρος μιας σάπιας ιδέας
Τίποτα πια δεν θυμίζουν από παλμό που ήθελε υγεία να χτίσει
Οικουμενική.
Σκοτεινά προφέρονται τα μηνύματα σκοτεινά οι άνθρωποι εργάζονται-
Μια βιομηχανία των σκοτεινών. Κι οι ειδήσεις όπως έρχονται
Από το πουθενά ή τις κατασκευάζουν
Οι αρμόδιοι άρχοντες, οι ειδήσεις
Γεμίζουν μπόχα τον αέρα.
Του τραπεζίτη ασχημονεί το κράτος. Θέλει
Να σκεφτείς ξανά πως επαναπροσδιορίζεται
η ζωή σου
Κι εκείνη που θ’ αφήσεις στα παιδιά.
Ένοχε σκύλε που γαυγίζεις αλλά δεν δαγκώνεις..




Ο χρόνος είναι παγίδα







Ο χρόνος είναι παγίδα       και η μνήμη είναι παγίδα
Και τα φιλιά είναι παγίδα     κι όσα παίρνει ο άνεμος
Κι όσα παρασέρνει η οργίλη βροχή·
Ο θάνατος είναι πρωτόκολλό μιας δόξας εφησυχασμού
Ανάμεσα στις πορφυρές ματαιότητες..
Θυμάμαι το άρωμα όταν η πανσέληνος άναβε
Πάνω στην ταραγμένη θάλασσα, το θεόσταλτο χέρι
Να χαϊδεύει τα πεύκα έξω από την Εκατονταπυλιανή
Που αποκοιμήθηκε κλειδωμένη μέσα στην νύχτα
Και εξακριβωμένη κάτω από μια σκέπη ουρανό.
Τίποτα ο κόσμος τίποτα η ζωή.
Η ελπίδα τίποτα- μόνο το νερό που τρέχει
Επάνω στο αφράτο χώμα
Δνοφερόν και δυνητικά μόνον..

                                              Πάρος 27.3.2013 



Είμαι αυτός που οι ηλικίες του απίστησαν





Στο τέλος αγανακτούνε κι οι σκύλοι οι μέσα μου·
Με τούτο, με κείνο· γαυγίζουν·
Φασαρίες μου σκάρωσε η ζωή· κι όπως όλων μας
Το πικρό πικρότερο φάνηκε.
Συνθέτουν οι μέρες θλιμμένη μουσική.
Μια σκοτοδίνη άπλωσε πλοκάμια γύρω μου.
Είμαι αυτός που οι ηλικίες του απίστησαν
Και μεγάλωσε σιτιζόμενος κατάθλιψης παραφυάδες.








Θα ξυπνήσουμε μια μέρα μες σε πελώρια φυλακή




Ζωή είναι ο πόνος,  ζωή είναι η δαγκωμένη χαρά
Μισή και αποκεφαλισμένη
Ώσπου να ‘ρθουν οι θύελλες
του θανάτου.
Θα ξυπνήσουμε μια μέρα μες σε πελώρια φυλακή
Δεν θα μπορούμε να δούμε το φως, θα κρυφακούμε
Τις ωραίες ομιλίες των παιδιών, θα έχουν στεγνώσει
Οι θάλασσες, τα αρμυρίκια θα πλαντάζουν λαβωμένα
Θα ακούγονται παντού που βροντάνε κανόνια, δεν θα έχω αδερφό
Ο παρανομαστής των πόλεων θα έχει διαιρεθεί με το θλιβερό,
Αίματα παντού θα κυλάνε
Κι ίσως μένει η ποίηση νοσοκόμα των πληγωμένων να μοιράζει
Καταπραϋντικές κουβέντες και λυσίπονα λόγια
Μες το απέραντο χωράφι το οργωμένο
από την οργή των άπληστων..

Ανασαίνω γαλήνη των δέντρων







Το φεγγάρι σκάβει ένα χαντάκι βαθύ.
Μέσα του η νύχτα οχυρώνεται.
Πέφτουνε θρύψαλα άστρων μες την αφράτη κοιλιά της γης.
Ο χρόνος ύπουλα πολεμά
Μα δίκαια, κι όμως, νικάει.
Σε φτάνω με τον νου, η καρδιά μου
πλέει με όνειρα.
Ανασαίνω γαλήνη των δέντρων, ήσυχο αέρα
Που εγκλωβίζεται μέσα στις λεμονιές.
Η φαντασία βάφει χαρμόσυνα τα γύρω τοπία.
Εγώ είμαι εσύ κι εσύ είσαι εγώ κάτω
από το πρίσμα μίας μη εγωιστικής ορθογραφίας..



πλάσμα μαγευτικό της άνοιξης- χαμογέλα μου


Μέσα στον κήπο συμπαθώ τις λεμονιές
Και τα πεσμένα πλατανόφυλλα των ελπίδων.
Ο χρόνος ρέει- απαλύνουν οι μέρες τον πόνο,
Η ζωή με θλίψη σπουδάζεται και που πασχίζεις για μια αρετή.
Χαμογέλα μου λοιπόν, πρωί που σε κοιτώ που βγήκες στο μπαλκόνι
Για να ποτίσεις τα γλαστράκια σου, πλάσμα
Μαγευτικό της άνοιξης- χαμογέλα μου
Και άσε την καρδιά σου να συναγωνίζεται με την αυγή
Ποια χρώματα να απλώσει σαν τα υφάσματα
Της φούστας σου που ο αέρας ανασήκωσε και χάθηκε η μιλιά μου!
                                                            




18 Μαΐου 2013

Έτσι που σ’ αγαπώ η κάθε μέρα δικαιώνεται.




Μέθη πίσω από την αγκαλιά σου.
Μελαχρινή νεράιδα που αγάπησε ο καιρός.
Ο χρόνος για να σε λαμπρύνει έχει μια φιλοδοξία
Και κάνει την ψυχή σου ωραία να φλέγεται.
Ο σκελετός της μέρας κρέμεται απ’ τα κλωνιά των φωνηέντων.
Έτσι που σ’ αγαπώ η κάθε μέρα δικαιώνεται.
Στην γειτονιά σου γυρίζω και ξορκίζω την θλίψη μου
Με εικόνες παίγνια του χαρωπού σου μυαλού.



Οι τοξοβολίες αφήνουν τον στόχο ανοικτό





Οι τοξοβολίες αφήνουν τον στόχο ανοικτό
Για σένα για μένα και για παν ενδεχόμενο-
Πού σε βρήκα εκεί σε πήρα και φύγαμε
Προς μια τραχιά ερημιά. Έτσι
Όπως ορίζουνε οι λέξεις και εκειός που τις πολυαγαπά το ξέρει
Κι αυτοθυσιάζεται.



Είσαι μια πεταλούδα πλανεύτρα.





Κεράσι χρώμα των χειλιών σου το φως.
Είσαι μια πεταλούδα πλανεύτρα.
Σε υφαρπάζει ο άνεμος, απλώνει τα μαλλιά σου
Ως το απώτατο του ήλιου ευτύχημα.
Στον ώμο σου το σκίτσο του έρωτα απλωμένο
Σαν επικύρωση πάνω στο δέρμα της σαγήνης και της ηδονής.
Και η κοιλιά σου γόνιμο λιβάδι που η αφή μου τρέχει.
Πιο κάτω, είναι το μυστήριο μεγαλύτερο:
Εγκλωβίζομαι νου τε και σκέψη κι ούτε που θέλω να λευτερωθώ!







Ξεχνώ γιατί το θέλησα.







Από την παιδική μου ηλικία έρχεται μια στεναχώρια συλλήβδην.
Τρέμει επάνω στο χαρτί κι η έκφραση να τηνε πω ακόμα.
Σήμερα η μέρα είναι ηλιόλουστη και την μετρώ
Με τα πουλιά που καυτηρίασαν με την κελαηδιστή συμπεριφορά τους
Τα κατορθώματα του ανθρώπινου κόσμου.
Τα δέντρα στολίστηκαν άνεμο:
Έναν αέρα ελαφρύ και δίκαιο όσο η ανάσα ενός εντόμου.
Η μάνα μου είναι φιγούρα μακρινή και άτολμη
Όπως βαθαίνει ο καιρός και μου απιστεί κι η μνήμη
Κάνοντας τα παράσιτα που ο νους βολεύεται.
Ξεχνώ γιατί το θέλησα. Εκμυστηρεύομαι πολλά και είμαι
Πάλι αγωγός θερμότητας των αισθημάτων
Ακόμα και γι αυτούς που δεν το αξίζουν..



Είμαι ψυλλιασμένος με όλα και όλα κάποτε με πολεμούν




Αφήνω τον χρόνο να πέφτει μες το νεράκι της συγγνώμης σου
Είμαι ψυλλιασμένος με όλα και όλα κάποτε με πολεμούν
Η πόλη που με φιλοξενεί με δέχεται
Σαν μία εγωιστική φαύλη αντωνυμία
Παρόρμηση στην παρόρμηση και είμαι πια ανθεκτικός σαν ατσάλι
Η όπως μια λάμα που αστράφτει κόβοντας την ζωή κάτω από τον ήλιο
Με ξεπερνά ο πηλός
Νιώθω η καρδιά μου ζεστά να χτυπά
Μεταφέρονται ως τα κόκαλά μου οι ρυθμοί της παλίρροιας
Κάποτε εξαντλείται το φως και πέφτω αποκαμωμένος στο πάτωμα
Πονάει το αίμα μου, σε όλα όμως είμαι σταθερός
Στην φιλία στον λόγο στην τιμιότητα
κινώ της μαριονέτας τα νήματα και ο ίδιος χορεύω
μην αλλάζοντας διόλου τον κουρασμένο ρυθμό μου.


17 Μαΐου 2013

ΘΥΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ΩΡΕΣ..


Τι καταλαβαίνω τώρα που είναι ένθεος ο λόγος και ετούτα
τα φωνήεντα τσιρίζουν μες τις λέξεις μου σαν από ευθυμία!

Γράφω σε ένα παρατεταμένο ψυχικό
έγχορδο..

Λες κι είμαι ο εντολοδόχος όσων δεν
θα μπορέσω να κατανοήσω κιόλας..

Θυσιάζοντας ώρες για την κατάκτηση του απώτερου χρόνου…

Όπως να βλέπεις μακριά ελπίδα να ‘ρχεται-

Να είναι μηδέν το ένα και ένα το μηδέν
και στην άθροιση τίποτα
που να μένει αιώνιο

Μόνο η ψυχή να μην λαθεύει και στην ηθική της
πάντα να εργάζεται

Τόσων ιδεών διήνυσα το μάκρος που
τέλος
απόμεινε
απτό μέσα στα χέρια μόνο
ένα καταφρονεμένο πουλί –

να το ελευθερώσω μέσα στο ξημέρωμα..

Τι κομίζει λοιπόν ο ποιητής;







Τι κομίζει λοιπόν ο ποιητής μέσα στην δραματουργία της καθημερινότητας; Αν το καλοσκεφτώ μάλλον θα καταλήξω σε κάτι που δεν είναι άλλο από το «ου τόπος» - ουτοπία δηλαδή: με όλες τις εκφράσεις της.
Κι από κει μπορεί ο καθένας να πλάσει το όραμά του, ακριβώς επειδή αυτό το ανεδαφικό σκεύος που ερωτεύεται ο ποιητής, είναι ασυμβίβαστο και λουστραρισμένο από όλα τα λαμπερά Τίποτα που χωρούν επάνω του.
Νιώθω να μην μου ανήκει τίποτα άλλο εξόν από την λευτεριά ενός αέρα που ιαματικός θωπεύει την μνήμη μου και σαρκώνει στο παρόν της σκέψης το μεγάλο ταξίδι προς εκείνο που δεν συλλαμβάνεται.
Το ποίημα δεν είναι άλλο από μια δικαιοσύνη και μια ακριβοδίκαιη ώρα που ζυγίζονται όλα πάνω στην πλάστιγγα της αιωνιότητας..







Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου