...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

6 Οκτωβρίου 2012

ΣΟΝΕΤΟ ΝΕΑΣ ΕΚΔΟΧΗΣ..




Ψυχή θηλυκή, λουλούδι που μου χάρισε η άνοιξη
Πρωινό σονέτο που υμνεί παθιασμένα το φως
Τρελό γαϊτανάκι ερώτων και προσκολλημένο φιλί
Στα χείλη που με μια ελπίδα έρωτα έζησαν

Έτσι κοντά μου ήρθες και απογυμνώθηκα
Παραδομένος στην κρυφή αρχοντιά σου
γυναίκα της μυσταγωγίας των όρθρων, ζωντανό
τραγούδι που κρατάει πάνω απ’ όλα τα φωνήεντα

ανάμνηση που μες τα μαλακά σεντόνια ενωθήκαμε
σταλαγματιά σταλαγματιά και πριν
ο χρόνος παίξει τα παιχνίδια του

στην καρδιά σου απόψε
και που ζεις μου χαρίζεις
κι από μακριά το ανυπέρβλητο σου φιλί.



Δρόμο πού πήρε το κρυφό μου πάθος να καθιερώσει αρχαίας λαλιάς ξεδιπλώματα!



Ασθμαίνουν ανεβαίνοντας την κλίμακα της αρετής
λόγια που είπες και αποτελούν
διδαχή χαραγμένη
αιώνια πάνω στο μάρμαρό μου της ψυχής
καθώς
αυτό που υπονοούν συνεννοείται
με αντιφάσεις που έχω.

Δρόμο πού πήρε το κρυφό μου πάθος να καθιερώσει
αρχαίας λαλιάς ξεδιπλώματα!

Σκοτείνιαζα ώσπου να γίνω φωτεινός και πάλι
τις χλωροφύλλες μάζευα
ποιητικού ιστού.

Γιατί τα δέντρα με δίδαξαν
αταραξία και σθένος
και μακρόπνοη αρετή και σύνεση
να δίνεις αντοχές μυώνων
στον ρου των ανέμων και όχι
επιπόλαια των ανθρώπων ορδές να φοβάσαι!






5 Οκτωβρίου 2012

Εκεί σε βρίσκω που σε άφησα


Το σημείο της λύπης μου σημείο των πυρετών
Και των ερώτων που από αβλεψία μου δεν καταγράφηκαν
Μόνο σκηνοθέτησαν αφ’ εαυτού τους μια μοίρα
Να μείνουν στην καρδιά σαν εμβληματικά λόγια
Που ηχούν παράταιρα και δεν
συμβιβάζονται με την φθαρμένη εποχή.

Εκεί σε βρίσκω που σε άφησα- αυθεντικό στολίδι
Της μοναξιάς, φερέφωνο της ουτοπίας
που ζητώ, πάθος αβυσσαλέο
Που δεν δαμάσαν οι θύελλες
ούτε οι ουρανοί
Το βόλεψαν κάτω από την σκέπη τους.

Σάκχαρα ανθών και μοσχοβολιστές θαμπάδες
Όταν η αυγή χαράσσει με το λίγο φως της
πα’ στο κούτελο
Του πρωινού την αφετηρία κάθε μουσικής
Κι εγώ που σ’ αγαπώ σε θέλω
Περιώνυμη, παθιασμένη για αγγίγματα και χαρά
Να είσαι αλαφροΐσκιωτη που να περνάς
Ποιητικού αφανισμού θυσιασμένη ιέρεια..



Στον βυθό των ματιών σου ή κάπου εκεί ανάμεσα


Στον βυθό των ματιών σου ή κάπου εκεί ανάμεσα
Λύπης και  γέλιου
Το βαρκάκι των λέξεων διασπαθίζει
Νοερές επιτυχίες κατακτήσεις νοημάτων αβρές μελαγχολίες ή
Ένα ελεύθερο ουρανό από άκρη σ’ άκρη
Και που να τον διαγουμίζουν πουλιά.
Περιπλέω μ’ έναν καημό πάντα το ήσυχο νησί σου
Νοσταλγώ με ψυχή ηλιαχτίδα
Τις φουντωμένες βερικοκιές σου όπως και νυν
Ο άνεμος περνά
Ανάμεσά τους και τον πιο γλυκό καρπό γραπώνει.
Ταξίδεψα πολύ με το μυαλό
Κουπιά μου οι σκέψεις και τις καταταλαιπώρησα
Αλλά μου δώσανε ρίμα αιθέρια του πελάγου.
Τώρα πίσω από την τζαμαρία μου κοιτώ
Γυναίκα που περνάει με το νάζι
Και το πολεμικό της τακουνάκι να χτυπάει νότες στα πλακάκια
Μέχρι που ναύλωσε ο Οκτώβριος
Πόθου καΐκια.
Αλλάζω ύφος και γραφή – καθένας το καταλαβαίνει
Και είμαι κάποιος που ονειροπολεί με φούρια
Μην τύχει και τον πάρει ο Θεός
ανερμάτιστο..


Από το προηγούμενο στο επόμενο



Από το προηγούμενο στο επόμενο
όπως ένας καθρέφτης που εντός του πέρασαν
γυμνές νεράιδες
και κατέφυγαν στο πουθενά.
Το βλέμμα τους μια λίμνη
Που έχει πράσινο ιαματικό νερό.
Αθάνατα φεγγάρια ασήμωσαν το πάθος τους.
Ήσυχος ήρεμος ο ουρανός.
Αναστρέφονται τα λόγια κι εγώ που ξέρω από όψιμη παρομοίωση
Ακούω το αλύχτισμα ενός σκύλου αέρα.
Απιθώνουν οι οργανοπαίχτες του δάσους τις λύρες τους
πάνω στην δοξασμένη γη.
Αν μ’ αγαπάς πολέμησε με νύχια και με δόντια
Ενάντια στις σκαιές φιλάρεσκες αμφιβολίες μου.
Ανάμεσα στην χλόη που γέρασε
γλιστρά μια σαύρα δυνητική-
Της αγάπης νωχελικό μου μαρτύριο.






 








4 Οκτωβρίου 2012

Θα λιγοστέψει το μελάνι μου- έγραψα τόσα







Κατά μέσα
Έτσι όπως ψιχαλίζει χίμαιρες και αίμα
Και σύννεφα από τον ύπνο του Θεού..
Σωστά βγάζω συμπεράσματα
Αλλά το ποίημα ένας γρίφος παραμένει
Που κάνει το πλέον κι ανάγκη μας.
Πονώ σαν λύκος που λαβώθηκε
Με καλύπτει με αγάπη η νύχτα
Οι μέρες μου όταν κουράζονται
Δανείζονται σούρουπο κι αυτοκτονούν
Νηφάλιες και αποφασισμένες.
Ο χρόνιος τις ξεπουλά όπως τα σφάγια ο εκδορέας
Πολλές πληγές επάνω τους κι επάνω μου μέτρησα.
Κάποτε είχες αφήσει υποσχέσεις πίστης
πάνω στο κομοδίνο μου
Λίγο μετά τον έρωτα
Σαν ένα ίζημα αυτάρκες
ψυχής που έχει αναπολήσει ωραία.
Τώρα μες το γαλάζιο μεσημέρι δεν χωρούν τα λόγια σου
Ξεχύνονται στο ανοικτό  μπαλκόνι
Και ταλαντεύονται λιγάκι προς το άπειρο.
Ας θυμηθώ καλύτερα τις απώλειες
Αυτές σε συνετίζουν
Σε καθίζουν ήσυχο στην γωνιά
και στα ψέλνουν όπως ο δάσκαλος
στον αδιάβαστο μαθητή του.
Θα λιγοστέψει το μελάνι μου- έγραψα τόσα
Θα πιώ μια λεμονάδα και θα μείνω να κοιτώ
Το πάρκο πέρα όπου μάνες παίζουν με μωρά
Και μια παρέα ποδηλάτες
που κάνει γύρους μέσα στον πευκώνα..


Όχι τώρα..


Όχι τώρα..
Μειδιώντας οι πρωινές δεκοχτούρες
έχουν μια ταλάντωση ανάμεσα
στον χρόνο που τσακίζει την ηλιαχτίδα
και την οχλαγωγία του δρόμου.
Σχεδόν να βρέξει.
Στεγνά πεζοδρόμια που αγαπούν την βροχή.
Λερωμένα όλα από την σκόνη της κραιπάλης
του καλοκαιριού. Τα βαδίζουν
οι βιαστικοί που ξέχασαν να ανασαίνουν.
Στο μεγάλο παρκινγκ σταθμεύουν αυτοκίνητα που οι οδηγοί τους
υπερηφανεύονται για μεγάλες ταχύτητες.
Κι αλήθεια η ζωή γρήγορα αλλάζει.
Δεν προλαβαίνεις το νυν της και έχει έρθει το ύστερα.
Όλα ένα θέατρο βαριεστημένο
που δίχως να πληρώνονται οι ηθοποιοί
παίζουν σπουδαία και πιστευτά.
Άνθρωποι με αξία και βεβαίως ανθρωπάρια
σάρκα ακριβή και σάρκα εξευτελισμένη
κινούνται μες την μέρα που βαραίνει.
Πληρώνω μέγα τίμημα
για να έχω μια μοναξιά μεγάλη δικιά μου.
Φορολογούνται οι ανάσες μου
και μόνο όταν βραδιάζει
κλέβω λιγάκι γιασεμί
να έχουν χάρη τα όνειρα.


Για την κορυφή μιας Ιδέας…



Από τας Ιδέας άρξασθαι.. Και νυν
δες την κρυφή αρμονία του όλου
που σκηνοθετεί μονολόγους με τον καιρό
που περνά.
Εισβάλω στην ζωή με ρήματα
που εγκυμονούν κινδύνους
″ Αγαπώ″ η ″ Θα σε καρτερώ″-
Η πόλη σφράγισε
τα θησαυροφυλάκιά της-
Η φιλία μας είναι μόνη και μένει
εκεί που επιμένουν οι πολλοί να μην καταλαβαίνουν
από ονομαστικές ουτοπίες.
Με την φιλοδοξία μου πάω- δεν είναι κακό.
Δεν πέθανα για καμία θρησκεία.
Πιστεύω σύνολα που δεν χωρούν
σε μια αγκύλη ανελεύθερου μυαλού
και συλλαβίζω πάντοτε ένα ρημάδι χάος.
Ας μείνει το παιχνίδι αυτό
των λέξεων και το λουλουδένιο το αίσθημα
που σε κοιτώ και με κοιτάς και ζούμε
σε γήινο ορθοδόξου αποδοχής
καταχωρημένο Παράδεισο..

                      Σ.Π

Αν πεις πως θα ταμπουρωθείς στην λύπη σου





Αν πεις πως θα ταμπουρωθείς στην λύπη σου
κανένα που θα βγάλεις συμπέρασμα
άτεγκτες ώρες ευθύνονται
για μάχαιρα που θα λάβεις

Κι ας ζήταγες απλά μια λέξη ευγενική
που να σκαρώνει μουσικές και να επιφορτίζεται
δικαιοσύνη του κόσμου..

Χρηστά ήθη σ’ ακολουθούν-
η κοινωνία στέκεται
μαρμαρωμένη-
κινούνται όλα τα νήματα
επί σκοπόν
θανάτου.






3 Οκτωβρίου 2012

Να δεις που θα με βρεις στην εξορία μου







Να δεις που θα με βρεις στην εξορία μου
Όταν θα έχει πέσει η νύχτα
Και θα τσιρίζουνε τα περιπολικά των ανέμων.
           Θα γράφω σκυμμένος πάνω απ’ τα πάθη μου
            Και θα ρουφώ καπνό και έλεος σαράκι φάσμα του θανάτου.
            Θα πίνω δυνατά ποτά κι αψέντι της μαργιόλας λήθης
Θα ντουφεκάω την αιχμηρή αμφιβολία μου.
Να δεις που θα με βρεις στην εξορία μου
Με αντιφάσεις να μαλώνω
                    Θα μηρυκάζω τις ιδέες που κατέφαγα
                     Και θα μου μένει κώνειο πικρό
                     Άμοιρος να θρησκεύω αλήθειες και
                     να με δικάζουνε οι τσαρλατάνοι..






Ποιητικής αδείας ένοχος ουκ είμαι..

Θέλω ένα στήθος με βαθιούς καημούς
Μια άνοιξη δημητριακή που να χαίρομαι τόσο
Ένα πλούσιο αμπέλι που να το τρυγώ
και να με τρώει το μέλι του
Έναν ηλίανθο που να μιλώ και να καταλαβαίνει.

Πήρα το φιλί σου κάτω από τον θεόρατο πλάτανο.
Τιτίβιζαν πουλιά και η μυσταγωγία του μεσημεριού
Έζευε την νυσταγμένη μέρα να παραβγούνε τα άλογα
Στην πλατωσιά της του καλοκαιριού.

Μετά ρυάκια συλλαβίσανε την οικουμενική σιωπή.
Ανάμεσα από τα φύλλα αντιρρήσεις σκιάς
Λαγαρής περπάτησαν πάνω στον δύσκολο αέρα.
Ο Θεός από αιτία και αίνιγμα συντελέστηκε.

Τώρα ξεφλουδίζω το επίρρημα του Οκτωβρίου
Και καταφέρνω θάρρητα ελιάς στο ντάλα εγωιστικό
μυστικό των ανέμων.

Τι είναι η σκηνοθεσία της ζωής; Παιχνίδι
Να ζεις με δανεικές ελπίδες και να μην σου φτάνει
η φωνή που βάφτισε την πρώτη αυγή νυφούλα.

Ποιητικής αδείας ένοχος ουκ είμαι..
Απλά χλευάζω την μηδαμινότητά μου
που πολιόρκησε όλη την γη με χίμαιρες.



2 Οκτωβρίου 2012

Ο ΓΑΜΟΣ..



Πέφτει το απόγευμα σαν χάδι απαλό και ο γαμπρός
Μπροστά από την εκκλησία με
τ’ ατσαλάκωτά του ρούχα περιμένει
η νύφη να φανεί που άργησε
για να του γίνει ο χρόνος λίγο πιο μαρτύριο.
            Και όταν ήρθε εκείνη φώτισε ο τόπος
            Μες τ’ άσπρα τούλια της ντυμένη και τα γιασεμιά
            Λευκό αθώο περιστέρι που ζητάει το φιλί και την ψυχή.
Έσκυψε τότε και γλυκά την φίλησε.
Και πάνε μέσα που ο γέροντας με απαλή φωνή
Τους καλωσόρισε και λόγια τέτοια είπε
Που γέννησαν ελπίδες οι στιγμές.
                    Όμορφα ακούστηκαν οι ευχολογίες.
                     Με έναν τρόπο και εγώ τις θέλησα.
                     Αρσενικό και θηλυκό ενώθηκαν σαν από ιερό σημάδι
                     Να πάει η ζωή μπροστά.
Κι όπως χορεύανε τον Ησαΐα
Δάκρυσε η μάνα δάκρυσε ο πεθερός
Κι η εκκλησία φωταγωγήθηκε
από τις συγκινήσεις.
                        Φιλί γλυκό ευαγγέλιο που ανάνηψαν οι αγάπες
                        Οι καλεσμένοι ευχήθηκαν κι η νύχτα ήρθε
                         Για να αρχίσουν οι χοροί και τα τραγούδια.
Πρώτη η νύφη κι ο γαμπρός πρώτη η συμπεθέρα
Και με το φλάμπουρο ο γαμπρός μπροστά
Που ο χορός σε έναν  κύκλο ξεκινά.
           Στο σπίτι τα κολλαριστά κεντήματα
           Σαν όπως που με ζαχαρόνερο τα έφτιαχνε η γιαγιά μου
Και τώρα γέμισαν με όμορφα γλυκά
Όπως η Δήμητρα της γονιμότητας
από αρχαίων παράγγελνε.
          Κι εγώ που ήξερα ότι απάνω απ’ όλα τα μυστήρια
          Το πιο μυστήριο είναι ν’ αγαπάς
          Χαιρόμουν τόσο που έβλεπα να ζει ο έρωτας
          που θέλησε ωραία να τους σμίξει.
Κρατάει ο χορός κι αλλάζει χέρια
Το φλάμπουρο με τον συμβολισμό του
Σαρακατσάνικο ευγονικό σημάδι
Που πάντρεψε της ειδωλολατρίας το αίμα
με πνεύμα του Χριστού.
               Η Ελλάδα πίσω απ’ όλα αντιστέκεται
                                    ευτυχισμένη.
Με κόπο έκρυψα ένα λιγάκι δάκρυ
Όταν η νύφη αγκάλιασε τον νέο
Κι έτσι γλυκά φιλήθηκαν.
         Από έναν γάμο για έναν γάμο
            όλες οι χαρές τελέστηκαν..

                                                                     Ξάνθη 15.9.2012



 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ ΣΚΕΡΤΣΑ..




Α.

Ο χρησμός είναι σκοτεινή γαλήνη
που δεν σε αφήνει να αμφισβητείς.
Όλα έγιναν ήσυχα τώρα.
Οι βάρκες βούλιαξαν μες το νερό.
Ποτέ δεν ανασύρθηκε ο βαρκάρης.
Παρά την θέλησή μας όλα συντελέστηκαν.
Αναλόγως της πίκρας και του καημού.
Με αγνοούν οι δυνάμεις του ηλιοβασιλέματος
και οι αγρύπνιες μου σε ένα στόλο εστιάζονται
κυανών άστρων.

Β.

Κατοικώ μια ψυχή που πλαταίνει
και χώρεσε μια λύπη οικουμενική.
Απ’ άκρη σ’ άκρη, η φωνή μου σκίζει
σεντόνι το πέλαγος.
Ο αλέκτωρ, πριχού η νύχτα σβήσει,
μου μιλά και με τις λέξεις μου τον αναθεματίζω
που συμφορίζει τον όρθρο μου.
Ψηλά, επάνω απ’ τα καμπαναριά, η σκήτη του ιερωμένου
μόλις που φωτίζεται και η λευκή προσευχή του
σχηματίζει φωνήεντα ελέους στον ουρανό.
Ό,τι έχασα άδικος κόπος θα είναι- πουθενά δεν θα φιλοξενηθώ
ει μη μόνον στα μάτια σου…

Γ.

Από επιδέξιο δευτερόλεπτο, Οκτώβρης που μπήκε
και ζωή που πολιόρκησε την δύσκολη ζωή μου.
Σε δύσκολες σκέψεις εργάζομαι.
Καταθλιπτικά ξίφη μπουσουλάνε στο αίμα μου.
Τ’ αποδιώχνω.
Χαμογελώ
όπως πρέπει.
Το φθινόπωρο με κρατά λαβωμένο
ανάμεσα στα νυχτολούλουδα και τις ώριμες φαντασίες.











1 Οκτωβρίου 2012

Οφειλή αρκούντως γενναία…



Σου χρωστάω τον θάνατο των ημερών
Κι ίσως αυτή την μυστική συνάντηση εγώ μετ’ εμένα κι εσύ
που λείπεις από όλα εσύ.
Τα άστρα καιροδηλώνουν αιθρία
Ο ουρανός ό,τι κι αν πεις σε διαβάζει
Κουράστηκα κάποια στιγμή δίχως και νόημα να σιωπώ.
Ας φλυαρήσω καυχούμενος εγωισμούς πλασμάτων
Που η φτώχεια τους απέβηκε τεράστια περιουσία, ας στεφανωθώ
Μαγιάτικα στεφάνια, και διονυσιακό
Πνεύμα της Άνοιξης. Ας ευθυμήσω
Κοιτώντας σε να με κατασπαράσσεις
Σαν έναν αρνί ανυπεράσπιστο ο λύκος σου.





Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου