...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

24 Σεπτεμβρίου 2012

ΣΤΗΝ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ..




Μ’ αυτό το φόρεμα που τερματίζει στο στροφόμετρο
Τις αισθήσεις.
Ματάκια νάζια χείλη κόκκινα γλυκά.
Και κάτω από την φούστα σου
Το τριανταφυλλάκι σου που αναστενάζει
Για χάδια πεινασμένο και φιλιά.
Πρόβαλε η κοιλίτσα έξω απ’ τα υφάσματα
Και ανδραγάθησαν μέγιστοι πόθοι.
Κι εκείνο το σανδάλι σου το στολισμένο
Πολλά, που λένε σε μια άλλη μιλησιά, τον έρμο με σκανδάλισε!

Η αμφιβολία μου γεννά ένα κερατένιο σαράκι


Η αμφιβολία μου γεννά ένα κερατένιο σαράκι
που σε σπαράζει ολόκληρη.
Όταν χυμά το βράδυ στις εξόδους
Κινδύνου του απογεύματος και μια μουσική
Περιτρέχει σαν φως ασθενικό την σελίδα μου έως
Που να φαίνεται αμαρτωλό το στυλό. Τότε

Που ανοίγω τα λεξικά των ανέμων και σε κουρδίζω
σαν κιθάρα λατίνα και σε φιλώ στα χείλη και σε ποθώ και σε θέλω
Και σε φαντάζομαι να ανοίγεις τα ωραία σου μάτια
Έκπληκτα και γεμάτα απολεσθέντα παράδεισο.

Γλιστρώ στην κοιλιά σου σαν όφις ερπυστριοφόρος
Σαν λέοντας πεινασμένος για χάδια, γλιστρώ
Σαν άστρο που έπεσε του Αυγούστου και παρέσυρε
Και μιαν ευχή να γίνει η επιθυμία μου άγγιγμα
που ανάστησε του κορμιού σου την κάψα κι εμένα.





23 Σεπτεμβρίου 2012

Μόνος μου ψαύω το Αγαθό.



Αυτό που αγνοώ αυτό με πλησιάζει-
Αλλά δεν έχω χρεία δασκάλων.
Μόνος μου ψαύω το Αγαθό.
Μόνος μου το λατρεύω.
Σκηνικό πολέμου ενορχηστρώνει η ζωή
Πρέπει να δω την άβυσσό της περιπέτειας με συμπάθεια
Που η μαθητεία ορίζει.
Γελώ και κλαίω. Η θέση μου
Στον χάρτη είναι μια τομή από συντεταγμένες
που σέβεται ο ισημερινός των ιδεών.


από μια ειδωλολατρία των ιδεών



Να πως από μια ειδωλολατρία των ιδεών και καταλήγω
να προσθέτω άλγη όμως
                     πάνω στην ράχη μου.
Έτσι που αγαπούν οι ερωτευμένοι πνιγηρά το άλλο τους μισό
σκοτώνουν. Τι λέω
Τώρα που φαίνεται παράδοξο κι όμως δεν είναι
Αλλά βαλσαμωμένο απειλείται με αφανισμό και ό,τι αγαπώ
οι κοινωνίες που έζησα
μου το σκοτώνουν;
Είμαι απαραίτητος μες από την σθεναρή ποιητική αντίθεσή μου.
Θα μείνω νέος με ψυχή ανελαστική κι ας μην ποθώ ειρήνη.
Έτσι κι αλλιώς για μία χίμαιρα που δεν τελειώνει, έζησα.
Να απομακρυνθώ από την πρώτη σκιά του βραδιού, να μην είμαι
Μες σε κανένα τελεσφόρο βράδυ.
Τον σκοπό μου ψάχνω – και νιώθω ο δυστυχής κάτι φορές
Καταθλιμμένος να μην υπάρχει κι όμως ίσως σκοπός.
Κοίτα παράδοξο!  Αποστράφηκα τις δολερές εξουσίες και για μια αθωότητα
καημών άνοιξα τριανταφυλλάκι την καρδιά μου.



22 Σεπτεμβρίου 2012

Απ’ την δημοτική μας γλώσσα η Ελλάδα κέρδισε λαϊκή ομορφιά-




Ομολογώ θάρρη νοημάτων που μια πεταλούδα αβρή προσεγγίζει-

Πάντα μες την σεπτή σιγαλιά-

Πάνω απ’ την τενεκεδούπολη,
κοντά σε ένα φως ονείρου

Τα παιδιά παίζουν κι ένα αεράκι σκουντουφλά στις ολόχρυσες μπούκλες τους-

Το δωμάτιο είναι μισοφωτισμένο-
Απ’ την δημοτική μας γλώσσα η Ελλάδα κέρδισε λαϊκή ομορφιά-
Κάθε πρωί, κοντά στην πρώτη αυγή, το γάλα
Του ορίζοντα χύνεται και βάφει με λευκότητα τριχοφυΐες των νεφών-
Σκαμπάζω γρι από μίσος-
Μόνο μια παλαιά φλογέρα αγαπώ που όταν παίζει ένα σκοπό ορθόδοξο
Συνάζει στο μαντρί του ουρανού τις αίγες των νεφών..
Εγώ θα σε καθοδηγώ κι εσένα μην σε μέλλει.
Ας το προσέξουν πάντως οι κρατούντες
Να μην πεινάσουνε τους λύκους που εκτρέφουνε..




Αορίστου χρόνου κι ευκτικού





Αορίστου χρόνου κι ευκτικού
Οι νύξεις μου για το φεγγάρι
Κουρελιάζουν την νύχτα- ο χιτώνας της
Πέφτει επάνω στα πλακάκια της αυλής
Το γιασεμί
κοιμάται
Το πουλί
Κοιμάται
Ο αέρας
γυμνώνει την νοσταλγία
και
Ξαπολά μια μουσική
Που σαλεύει μίσχους λουλουδιών
κραταιά ως το άπειρο..


Γκρίζες αποχρώσεις έχει κάτι φόρες η ψυχή



Το στυλό βαδίζει ανεξιχνίαστα και κάτι
Φορές δεν το ορίζω. Γράφει
Τερπνά και ωφέλιμα αλλά δεν το καταλαβαίνω
Πώς με ξεπερνούνε οι λέξεις και η αμφισημία τους
Γεμίζει το κρυφό μου φρέαρ με ελπίδα.
Παιδιόθεν ζητάω παράδεισο.
Σαν να ακούστηκε μέσα μου σάλπιγγα του όρθρου και μυριάδες
Πουλιά σηκώθηκαν να φύγουν για τα ξένα.
Γκρίζες αποχρώσεις έχει κάτι φόρες η ψυχή- ποιός την καταλαβαίνει
Που μιλώντας και συναντάς την απώτερη όψη της.
Κλείνομαι πια στον εαυτό μου. Βραδιάζει.
Μυρίζει απουσία και σύννεφο.
Κι ένα προσωπικό σκοτάδι που μόνο με τριαντάφυλλα
Της καρδιάς σου πια ξεκλειδώνω.


21 Σεπτεμβρίου 2012

εδώ που είμαι είναι η καταγραφή μιας προσευχής



Απουσιάζω από τις γιορτές και μαίνονται οι άνεμοι του νου μου

Κρατώ μια στάση αναμονής       και η πολιορκία μου δεν λύνεται

Σε έχω στο χέρι μου Τροία

Ψαύω το λουλουδάκι της εσπέρας
Ο ήλιος το χαϊδεύει σαν ευχή
Κατεβαίνω τα σκαλιά του Αυγούστου- με συναντά ο Σεπτέμβριος
Φιλόσοφος θυμού μιας απολύτου κρίσης

Της αγιότητας το βάρος κι αν σηκώνοντας
Στης Μικρασίας τα μέρη πάω
Τα γονικά μου ψάχνοντας

Απουσιάζω απ’ τις γιορτές – εδώ που είμαι είναι η καταγραφή μιας προσευχής
που οι θρησκείες όλες σαν παλίμψηστο
αποτυπώνονται
και όλων νυν
προέχει ο Άνθρωπος.



Περιδιαβάζω στην ακάματη γραφή που μ’ έθρεψε.




Το φθινόπωρο είναι ένας τίτλος ιδιοκτησίας της βροχής.
Τα πεσμένα φύλλα συναντούν τον αέρα και τα λασπωμένα πεζοδρόμια
Παρασυρμένα ως το ρείθρο που τα οδηγεί στην πιο πικρή απώλεια.
Καμία λύπηση. Ο χρόνος αδυσώπητα χλευάζει
Αδυναμίες και λόγια αισθημάτων που ξεθύμαναν
του  παραώριμου καλοκαιριού.
Περιδιαβάζω στην ακάματη γραφή που μ’ έθρεψε.
Κάθε κλαράκι δέντρου και μια λέξη ανθισμένη.
Δύσκολη έγινε η νυκταλωπία μου-  ακολουθεί την κουκουβάγια
που ζει στωικά την νύχτα και αλφαδιάζει
την σιωπή με ένα φέγγος θανάτου.

Ελλάς που άφησες τα χαλινάρια μπόσικα





Ελαστικές δαπάνες κι ανελαστικοί επίδεσμοι
Και αντιστρόφως-
Μικροοικονομία μακροοικονομία, τραπεζικά αποθέματα
Πλεονάζον ισοζύγιο και έλλειμμα
Ισολογισμός διαλογισμός αντιλογισμός
Κοινωνία των εθνών που στενάζει,
συνδικαλιστές που με συνείδηση πουλήθηκαν
Φτωχολογιά, ανεργία και κόμματα
Που κόπτονται για την πατρίδα με το αζημίωτο
Πολιτικοί ξενόδουλοι, χαύνοι και στείροι καλλιτέχνες
Που ζουν την αμεριμνησία τους
Δήθεν κουλτούρα, βρώμικες ιδέες και προπάντων
σκηνοθεσία να πιστέψει ο αφελής ότι και φταίχτης είναι αποπάνω
Για τούτη την μακάβρια και θλιβερή παράσταση.
Ελλάς που άφησες τα χαλινάρια μπόσικα
Κοίτα που χάθηκε η λεβεντιά σου.












20 Σεπτεμβρίου 2012

ο Θεός θα μας πει τα παλιά της γιαγιάς παραμύθια.



Ακούω προσεκτικά. Η νύχτα είναι ένα ρυάκι
πάνω στο στήθος μου.
Το φεγγάρι ξεκαρφώνεται και πέφτει απ’ τον ουρανό.
Μισό φεγγάρι, του πόνου ενθύμιο.
Το φως του αέρα πάνω απ’ τις λεύκες ευνοεί αντικατοπτρισμούς.
Στέκεται παγωμένη η μνήμη.
Το προάστιο βουλιάζει στον άχρονο χρόνο και οι αμφιβολίες μου συνθέτουν ένα αύξοντα αριθμό
που τελειωτικά με πεθαίνει.
Λαχανιασμένα παιδιά με τα ποδήλατά τους
πάνε προς τις φωνές των μανάδων.
Νύχτωσε κι άλλο.
Το ποίημα μου κλειδώνει την πόρτα του κι ανάβει το φως.
Όλα θα κοιμηθούν απόψε μες την επιπλωμένη συμπάθεια.
Αν βρέξει πάλι, θα μεταφραστεί σε δάκρυα ο ουρανός.
Κι ο Θεός θα μας πει τα παλιά της γιαγιάς παραμύθια.






Χώνω την μύτη μου μες τις αμφιβολίες



Θειάφι επάνω στ' ουρανού τ’ αμπέλια
Νέφη πυκνά που απειλούν
την κοσμογονική στιγμή ενός λεπτού συμπαντικού
Ο θεός μου κρύβεται    
                                 ο θεός με παραπλανά και δεν γνωρίζω
                                                                                                τα χνάρια του
Χώνω την μύτη μου μες τις αμφιβολίες     
                                                              και μου φαίνονται όλα ανεξιχνίαστα
Χωράφια με τα καλαμπόκια, σιτηρά, καπνού φυτά και το μπαμπάκι που μεγάλωσε
Λάβρο φιλέρημο σκουπίζοντας του εργάτη τον ιδρώτα.
Λέξεις που βοούν σαν μέλισσες πλουραλιστικές
Λέξεις ντροπαλές λέξεις ξεδιάντροπες
Αναρριχώνται μες την άβυσσο την καταμαυρισμένη.
Αναγνώθω αργά- ο θάνατος είναι μια συλλαβή
Που αγκιστρώνεται πα’ στην αλήθεια του αγώγιμου φωτός.
Κι όταν κατανοείς το βάθος του,
η σιωπή σου είναι που αξίζει.
Σαν να επιδεικνύεις μια ανδρεία που σε φτάνει
σε ύψη αξιοθαύμαστα.

Στοίχημα ότι η μέρα μικραίνει·





Στοίχημα όπως το απόγεμα περιτρέχει τις εορτάζουσες φυστικιές·
Στοίχημα ότι η μέρα μικραίνει·
Υδρόφιλα υφάσματα πίνουνε του ιδρώτα την οσμή·
Τα έμμηνά τους έχουν οι μουριές και αιμορροούν πεισιθάνατες.
Κάτω απ’ το λαμπιόνι πεταρίζουνε μυριάδες ενοχλητικά μυγάκια.
Κουνούπια ζαλισμένα σβήνουνε την δίψα τους πάνω σε κάθε τρυφερό κορμί.
Ο θάνατος ζει για να τα πάντα πεθαίνει.
Ορχήστρες των πουλιών βάφουν με νότες τον αέρα πορφυρό·
Σγουρά μαλλιά λυμένα που σκορπούν αρώματα χαμομηλιού
Έχουνε οι κοπέλες και σε αναγκάζουν να παραδεχτείς πως θα ξανάτρωγες το μήλο
Που αποδιοπομπαίο σε κάνει- Αλλά ποιός νοιάζεται;
Η ανάσα σου σκορπίζεται βαθιά μες τον αέρα.
Η νύχτα φέρνει δίκαιη τον ερωτισμό της.








19 Σεπτεμβρίου 2012

Πού πήγε η κοκκινομάλλα μου;




Στα μάτια μου χορεύουν  μπαλαρίνες με αέρινα κορμιά
Το γλέντι των ήχων ανάβει και του βιολιού η καλλικέλαδη ψυχή
Απολά σύμβολα νότας να κουρσέψουν το μωσαϊκό της μουσικής
                                 Εκστασιάζομαι κι ακούω
Δακρύζω από το ντο στο λα κι από την ουτοπία που καταπώς φαίνεται σαρκώθηκε
                     Επιτέλους!
Χαμόγελα σκορπούν οι μέλισσες που σάλεψαν πάνω απ’ τα λουλουδάκια
                       Κορίτσια ηλιόδοξα μαγεύουνε την ώρα που σκλαβώθηκε
μες το βιβλίο φθίνουσας εβδομάδας
                                                             Αλλά ξαφνικά
Πού πήγε η κοκκινομάλλα μου;
Που την χάζευα να λικνίζεται σαν μίσχος
λουλουδιού μέσα στην πίστα των ματιών μου;
Μόνο το άρωμα της νιώθω και εκείνο το χαμόγελο
που με συγκλόνισε
Πάνω απ’ τα ονόματα των φυτών,
μες την επιγραμματική σιωπή
Ατενίζοντας σίγουρη προς την αδέκαστη  μοναξιά μου-
Πού πήγε η κοκκινομάλλα μου
              Και βράδιασε ξαφνικά και απόμεινα
                    με μια λεξούλα ποίημα
Που τρίζει από τα φωνήεντα και από την ικμάδα
ενός κομποδεμένου νοήματος;

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου