...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

5 Σεπτεμβρίου 2012

Στα πεζοδρόμια η ιστορία γράφεται με διεκδικήσεις.






Στα πεζοδρόμια η ιστορία γράφεται με διεκδικήσεις.
Η χαρουπιά δίνει τα ξυλοκέρατά της για τον χοίρο της μεγάλης πόλης.
Μετά το μεσημέρι οι χορεύτριες του ανέμου επιβεβαιώνουν του Σεπτέμβρη το λάκτισμα.
Τσαλίμια του πουλιού πριν φτάσει στην φωλιά του.
Σαββάτο ως το μεδούλι μου.
Ξεδοντιασμένη σιωπή- τζιτζίκι αγωνιώδικο.
Η φοβέρα της νύχτας ενσκήπτει πάνω στα φυτά
κι οι λεπτοδείχτες δεν νοούν να έχουνε μια στάση.
Πουθενά δεν θέλω να χωρώ παρά μονάχα στον ύπνο σου!






Αλαΐας 33 που περπατώ κάτω από το έρημο τσαρδί του Καζαντζίδη


 



Γυρνώ στις φτωχογειτονιές, η πόλη είναι μελαγχολική
Τραγούδια ακούγονται λυπητερά κι η ώρα πάει του βρόντου
Αλαΐας 33 που περπατώ κάτω από το έρημο τσαρδί του Καζαντζίδη
Νέα Ιωνία συσκοτισμένη

Αλλοδαπών προσώπατα, γριές γυναίκες
Σαν να επιβίωσαν από μιαν άλλη ιστορία
Πεύκα γερτά και φθινοπώρου ανάγνωση
Αλλιώς εκκολάπτει το φως η ελπίδα

Βρίσκω την ποίηση σε μια γωνιά που η ψυχολογία ζαρώνει
Την τολμώ σαν ένα βήμα που κάποιες φορές δεν θα με βγάλει πουθενά
Καταπίνω φαρμάκι της και
Σώζομαι μες την βεβαιότητα ότι η κάθε μετοχή της είναι αχιβάδα
Που ανοίγει το κορμί της να μου χαριστεί

Κέλυφος έχω πια, έγινα κατιτίς σαν άτρωτος
Δοκιμάζω την σιωπή μου στο έπακρο
Κοιμάμαι με το όνειρο αγκαλιά
Ξέρω από πόνο

Καλημερίζω ετούτους τους ανθρώπους που ακόμα
Μπορούν να γελούν
Μαθαίνω να επιμελούμαι το κελαρυστό τραγούδι
Που λέει το νερό όπως κυλά πλάι στα ρείθρα
Ταξιδεύοντας κατά το απόλυτο άγνωστο.


4 Σεπτεμβρίου 2012

Καμία αντίρρηση για τον έρωτα.




Ακίνητη όπως σημαία που πάγωσε
ανάμεσα σ’ αυτό που διαλαλεί και αυτό που πιστεύουν οι άλλοι
τελεσίδική σαν άγαλμα
και ψυχρή όπως η κρύα καρδιά του μαρμάρου
ατσάλινη και λαμπερή σαν να ετοιμάζεται σαν μαχαίρι να σφάξει
υδρόφιλη κυνηγώντας φεγγάρι και την αργυρή περιουσία του
φορώντας καλυμμαύχι για να λειτουργήσει
μπρος απ’ την άγια τράπεζα των ιδεών
πέφτει η νύχτα

Κούρνιασαν τα πουλιά και ο ίσκιος του Θεού που εργάζεται
ακόμη στην αγάπη, βάφει νωχελικά τον ορίζοντα.
Οι δρόμοι γυαλίζουν κάτω από τους φανοστάτες σαν λουστρίνια που φορά η γη.
Λαμπιόνια κόκκινα, λαμπιόνια δυνατά
φρενάρουνε την επικοινωνία, την εκμηδενίζουν.
Ζω και θαυμάζω!

Ένα πούπουλο έγνοιας πουλιού αλαφροπετά κάτω από το φρύδι του μεσάνυχτου.
Ένα κεχριμπαρένιο δάκρυ δέντρου ιριδίζει
Περήφανο και με υπεροψία συμπυκνωμένη εκατομμυρίων ετών.
Ένα σενάριο ησυχίας παίζεται επάνω στην σκηνή του τώρα.

Καμία αντίρρηση για τον έρωτα. Σε δεσμεύω κορμί με κορμί
και σε αλυσοδένω επάνω στο κρεβάτι του πόθου
όπου δυο ροδοπέταλα πτυχώνουν τα σεντόνια και αφήνουνε
ελεύθερα των φιλιών τα λευκά περιστέρα.

Βάψε λοιπόν με άλικο φως της ζωής την πλατφόρμα
ντύσου τον περιώνυμο άνεμο
κράτα στην αγκαλιά σου το σκότος που τοκίζει ο Σεπτέμβριος
κι έλα κοντά μου και κάνε με πολύ να πιστέψω!

Αμάλγαμα ζεστό που ράγισε τα εκμαγεία.



Να ζήσεις με το κόκκινο που σε φλογίζει, να ζήσεις
Με το φιλί μου που θυμάσαι σαν δακρύζοντας
Το ξέρεις ότι πια δεν σου ανήκω.
               Τα δέντρα περπατάνε στον άνεμο.
               Τα νερά τσιλημπουρδίζουν παινεμένα.
               Το σκοτάδι βαραίνει κι άλλο τις ελπίδες σου.
Σε έχω σαν εικόνα στην καρδιά
Στερεωμένη πα’ στο τίμιο ξύλο της βελανιδιάς·
Ραντισμένη θάλασσα και απέριττες λέξεις·
Αμάλγαμα ζεστό που ράγισε τα εκμαγεία.
               Αλλόφρων ο θάνατος θα μας χωρίσει μια μέρα·
               Αλλά εσύ κι εγώ έχουμε ζήσει μια φωτιά που ακυρώνει
               Τα λόγια
               και κάνει τις μυρσίνες να ολοφύρονται.
Από αυτήν σε ξέρω την ανάμνηση που κουρδίζει
τις άρπες των ονείρων μου κι από την άλλη
σε θέλω πύλη νοσταλγίας που ξεκλείδωσε
απόψε όλων των πόθων μου τα θησαυροφυλάκια..

                                                           30.8.2012

Διαβάζω γκιλοτίνες τ’ ουρανού.




Πώς βρέθηκα με τόσα ερωτήματα και καθόλου απαντήσεις;
Σαν  να έκλεψα μια προμηθεΐκή σπίθα και οι καιροί μ’ εκδικήθηκαν.
Ήθελα να χρίσω όλες τις σιωπές αγίες και οξύμωρο
το δεντρολίβανο που με τις λέξεις μου παίζει.
Διαβάζω γκιλοτίνες τ’ ουρανού.
Τα σύννεφα καραδοκούνε να μ’ αρπάξουν·
Ο ίδιος που είμαι αγαπά την μοναξιά που τον φιλεύει σωφροσύνη.
Αντωνυμία εγωιστική μου-
Στο χείλος του γκρεμού κι ακόμη παθιάζομαι
Ακροπατώντας μες την ρούγα των ερώτων κι αναγνωρίζοντας
αχνά σημάδια
της Θεομήτορος…

                                                           30.8.2012




3 Σεπτεμβρίου 2012

Αλφαδιάζω την νηνεμία της Δευτέρας





Αλφαδιάζω την νηνεμία της Δευτέρας και οι σκιές γλιστρούν καταπάνω μου
Μεγαλώνουν και μ’ απειλούνε
Υψώνοντας ντερέκι κορμί
Επάνω στα πλακάκια του πεζοδρομίου.
Πέφτει σιγά σιγά το βράδυ και οι περιώνυμες
Φωνούλες των μαγισσών τελαλίζουν
μια απίστευτη χάρη
Μες του ρολογιού τους αεικίνητους δείχτες.
Σιγανοτραγουδώ.
Έχω τσιγγάνικη φλόγα κι αντέχω.
Με συνεπαίρνει ο άνεμος
Κι η αιματοχυσία των νεφών καθώς τον ουρανό
Κάνουν πορφυρογέννητο.
Όλη την έρημο διέτρεξα και να που σε βρήκα
Κορίτσι του ντελικάτου Σεπτεμβρίου
να με κοιτάς
Πίσω απ’ το παράθυρο και που διαβάζεις
του σχολείου ακόμα.
Α, να φιλούσα λίγο το χειλάκι το συντακτικό σου!
Να σου ‘κλεβα το απαρέμφατο που σε προδίδει!
Σε τόσα ποιήματά μου κατοικείς
κι εγώ φιλοξενούμαι πια στου ουρανού το πανδοχείο.



Μέσα στον ζαβλακό ήλιο της μέρας



Ε΄.

Μέσα στον ζαβλακό ήλιο της μέρας
Χιλιάδες έντομα δοκησίσοφα ασταθούν…

Μυρίζω πάλι ιδρωμένο μελάνι

Τι γιορτή και αυτή όλα
Για να σβήσουν εδώ και ν' απομείνει
Ένα τυραννικό αεράκι του μυαλού..

Ένας άνθρωπος γελαστός ανάβει ένα κεράκι λουλουδένιο
Στην χάρη μίας Παναγιάς κελαηδισμών!

Όλα είναι σπουδαία χάρη του ήλιου

Η σκέψη μου απογειώνεται
Μες το πράο γαλάζιο!




Έσχατο όλων μια νίκη αναπάντεχη





Έσχατο όλων μια νίκη αναπάντεχη εγώ να είμαι ο προστακτικός οπαδός σου..

Θέλεις με θέληση υπομονής θέλεις με υπομονή και θέληση εναντιώνομαι στα πάμπολλα ψεύτικα λόγια
Μιας εξουσίας που σε αναρπάζει για να γίνεις έρμαιο σε ένα κτητικό πουθενά.
(να που πάλι ίδια τα λέω…)

Από το τσόφλι μιας δημοκρατίας δεν θα βγει πάντα το πιο ωδικό πουλί
Ασχημονούν σε τόσα οι άνθρωποι
Αν το καλοσκεφτείς παίζουμε ζάρια σε τραπέζι βάναυσο της ιστορίας

Εγένετο φως περισσότερο κάποτε μέσα μας εγένετο φως

Αλλά και πάλι πώς κατρακυλήσαμε κι αποκαλύφτηκε ρημάδα η άβυσσος;

Φροντίζω το ξίφος μου και είναι κοφτερό το τσαγανό μου…

                                                    28.4.2012


2 Σεπτεμβρίου 2012

Από των πληκτρολογίων την φωνή έφτασα στην σιωπή την μέσα μου


Απορρέουν τα δίκαια μου από συναναστροφές των πουλιών
κι όσα κι αν συλλαβίζω,
είναι ένα νεύμα αμετάφραστο
που τσιγκλάει την θέληση
έως να γίνει μεγίστη.

Τα σπίτια γκρεμίζονται στο χάος κι οι στιγμές
των συγκινήσεων κορυφώνουν το δράμα
που μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος
μέχρι να φτάσει στην ιδιωτική του αλήθεια.

Από των πληκτρολογίων την φωνή έφτασα στην σιωπή την μέσα μου
κυνηγώντας αδιάκοπα μια ηχώ της καρδιάς
και τις ιαχές των θαυμαστικών λες και ποτέ μου ανήκε ο κόσμος.

Τώρα ζητώ θαλασσινή γαλήνη και να στέκομαι
πάνω στον βράχο που κοιτάει το πέλαγο και γράφει
του ηλιοβασιλέματος την επωδό..


Μην θέλεις να σου πω άλλα…




Μην θέλεις να σου πω άλλα…
Καταφύγιο είναι ο νους ιδεών
Και επιτείνει το μαρτύριο
Να χειροκροτάς και να μην υπάρχει ορχήστρα.
Τόσο απέραντα λευκά θέλησα από νεότητα να ζήσω
Τόσο δικαιωμένα.
Λυπήθηκα την ανακολουθία των κοσμοθεωριών.
Ποτίζω πάντα τις γλάστρες μου.
Λατρεύω τις απειλητικές μου πιπεριές
Και μ’ αρέσει ο οξύνους σκαντζόχοιρος.
Αχ, αγκαθάκι μου έρωτα
Ο νους δεν περισσεύει στους ερωτευμένους
Μα έχουνε ανακαλύψει από πού έρχεται η φωνή
που λαγαρή γεμίζει τις υδρίες του πάθους..

                                      29.8.2012




Μηνύματα πάθους στο κατώφλι της νύχτας






Μηνύματα πάθους στο κατώφλι της νύχτας
Βλεφαρισμοί ταχύπλοοι όπως οι μαρτυρίες του σκοταδιού
φέρνουνε τον χορό της νυχτερίδας
Αγαλματένια λόγια και τσουκνίδα σκέψη
Πεύκα που αναπνέουν με το φλογερό ρετσίνι τους.
Στα ρηχά του ύπνου ένα πουλί αναγνώθει την θάλασσα
Κι η θάλασσα είναι συμπλήρωμα της τρομερής ψυχής μου
Ανασκευάζω όλες τις θεωρίες και παιδεύομαι
Να σημαδεύω επιτυχώς την θλίψη των ανέμων.
Όπως του Σεπτεμβρίου οι ατασθαλίες σχίζουν τον χιτώνα του καλοκαιριού..

1 Σεπτεμβρίου 2012

Πλέω πάνω στην κοιλιά σου με ένα βαρκάκι καρυδότσουφλο φιλί.





Πλέω πάνω στην κοιλιά σου με ένα βαρκάκι καρυδότσουφλο φιλί.
Πλέω με όρτσα τον πόθο μου.
Κι απ’ τον απάνεμο αφαλό σου πάω
Πιο χαμηλά, στην πύλη των αιθέρων.
Σε λέω σαν τα μυστικά μου κάτω από των χελιδονιών τις φωλιές, σου εξομολογούμαι
Την τερπνή φωνή των ματιών μου που δεν χορταίνουν εσένα.
Ερωτικά σε λούζει το φως και σε γδύνει
Όπως μια μέλισσα πετά το βρακί της πάνω στου άνθους την κλίνη.
Ψηλά ψηλά στους μηρούς σου ανακαλύπτω
Τους κίονες του ναού της καρδιάς μου.
Μπαίνω μες την αλήθεια σου σαν σιντεφένιο όστρακο
Και γίνεσαι του σπαθιού μου θηκάρι.
Τα σεντόνια ιδρώνουν και σε μυθοποιούν που άλλο δεν γίνεται.
Γράφω ποιήματα που τα ποτίζεις νυχτερινή ευτυχία.
Γράφω γιατί αυτά που με μαθαίνεις ενστερνίζομαι
όπως μου δείχνεις από πού μες τον ουρανό σου να ‘ρθω…

                                                  29.8.2012


Να οι βόλοι μου που έπεσαν μες την σελίδα




Να οι βόλοι μου που έπεσαν μες την σελίδα
Να η σελίδα μου που τους μαρτύρησε
Τα τζιτζίλια μου γυαλίζουν και τα ατσάλινα κουρσούμια
Στέκονται σκεφτικά προτού αρχίσουν να κυλάνε.

Από την παιδική μου ηλικία έρχομαι
Σαν να βαστάω μια αχτίδα φως της αθωότητας
Παις ακριμάτιστος.

Η μαντζουράνα ανάβει μες τον κήπο της γιαγιάς
Ο δυόσμος πίνει το νερό κι αφρίζει
Άτσαλος ο βασιλικός ανατινάζει το απόγευμα της όσφρησης
Στην τσιμεντένια αυλή χοχλάζει το τσιμέντο και ρουφάει το νερό.

Ανάμεσα στις τριανταφυλλιές με το παλιό του κλαδευτήρι
Καπνίζει ο παππούς και κόβει ένα ρόδο κατακόκκινο.
Εκείνο λάμπει όπως μυστικό που είπε ο Θεός στο αυτί του!



Αλλάζουν όλα με ορμή και δεν τα παρακολουθείς



Ποσοστώσεις επί των αγαθών που θα ακριβύνουν
Τιμές που ψηλώνουνε
Η κυβέρνηση φέρνει την αλήθεια στο τέλος της
Οι υπουργοί ρημάζουνε την κουρασμένη λογική του λαού

Στην εσπέρα που χάνεται
πάς κι εσύ δόλια χαρά μου
Εκεί που η κοινωνία στενάζει
οι κρατούντες
μπελάδων γραβάτες φοράνε
η πόρνη οικονομία αρρωσταίνει
από αφροδίσια φαυλότητα

Η πανσέληνος γκρεμίζεται απ’ την ακρόπολη
Μια φέτα φεγγαριού δρεπάνι ζώνει τα νερά
Έρπουνε οι γλοιώδεις μες τα βουλευτήρια
Δεν είναι τίποτα συγκεκριμένο
Αλλάζουν όλα με ορμή και δεν τα παρακολουθείς που από κάτω τους
Βράζει ένα καζάνι κόλασης και η νομοθεσία
Βολεύει  μόνον αιματολάφτες..


Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου