...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

8 Οκτωβρίου 2010

Ιουλίου του ευκράτου!

60.




Τόσο επικό το κυπαρίσσι που δεν χωρά ούτε μέσα στα χρόνια

που ζει..

Τόσο λυρικός ο αέρας που του περισσεύουν αισθήματα φιλίας.

Οι λεμονιές που φτάνουν στα μέλλοντα-

δίφορες -σαν την γνώμη της θάλασσας..

Το μάρμαρο του πόντου γαλανό κι αρχίζοντας να ιριδίζει..



Οι φωνές των παιδιών ευτυχίες

που υπόσχονται την ζωή που θα φτάσει στο αύριο..

Ο ήλιος..

αφέντης του μεσημεριού..



Χιλιάδες τζιτζίκια τετερίζουνε

αφήνοντας να γίνεται πιο σίγουρο το καλοκαίρι..

Στα ρηχά των νερών ο πιο απλός αχινός

που απειλεί να πληρώσεις το τίμημα..

Γαλαζοπράσινα, ζεστά νερά..

Ιουλίου του ευκράτου!

Ζώντων κι αποθαμένων κατανυχτική προσευχή!

Πάνω από τις πεισιθάνατες λεύκες

57.



Πάνω από τις πεισιθάνατες λεύκες ένας άνεμος

συμπαντικός,

μειλίχιος,

ρουθουνίζοντας

σαν επίμονος δέσποτας, ξεβάφει

τον απέραντο ουρανό, μοιράζει

τα χνώτα της ελευθερίας του

στα σοκάκια των ουράνιων τόξων..



Ένας θεός που γυμνάζεται

σε μια ασκητική του ουρανού και υπαγορεύει

ηθικές των πρωτόπλαστων λέξεων

μες το μυαλό

του ποιητή του κόσμου..

Ένας αέρας ακλόνητος

55.



Ένας αέρας ακλόνητος

σαν ουρανός

φασκιώνει τα μωρά τριαντάφυλλα,

λυγίζει

τις καλαμιές

τινάζει

την ευωχία του

πάνω στο χώμα που σκιρτάει..



Ένας ποιητικός παλμός

που ακούγεται

μέσα σε κάθε φλέβα

της άνοιξης..



Ένα τέμενος που προσκυνούν οι μαργαρίτες που καψώνονται

και γυρίζουν το μάτι

στον ήλιο

κλονισμένες..



Ένας ημίθεος που κάπου

θα χάθηκε

και επιτέλεσε τον άλλον άθλο

από αυτόν που θα του επιβάλανε οι θεοί..

λέξεις φτιάχνω να την ψυχή μου ολοένα δυσκολεύουνε..

53.




Ένα ελάχιστο αεράκι κι απ’ την χώρα των φυτών

ένα συνεφαπτόμενο φως, αρχίζοντας

που μιλά να σωπαίνει.



Μέλισσες, σφήκες, μυγάκια

μελαχρινά,

πουλιά μικρά τι-

τιβίζοντας- λουλούδια

ωδικά, αποσαφηνίζοντας

το κραυγαλέο μεσημέρι.



Και η μέρα που άνοιξε σαν κόρη τα ματάκια της, εκεί

ψηλά στα ουράνια μπαλκόνια, να φανούν

που χρυσωθήκανε οι πεταλούδες της- Το θαύμα

το μεγάλο της αιώνιας ομορφιάς!



Κι εγώ

με ένστικτο πουλιών μιλώντας γαλάζια

διαιρέτης του θόλου, οπαδός

της φιλοσοφικής μοναξιάς

λέξεις φτιάχνω να την ψυχή μου ολοένα δυσκολεύουνε..

7 Οκτωβρίου 2010

Τόσοι άνθρωποι γύρω μου

Οι πολυκατοικίες έχουν θεμέλια, η νύχτα

Έχει θεμέλια, ο νους μου

Έχει θεμέλια, το φεγγάρι

Αγκιστρωμένο πάνω στον σκοτεινό ουρανό.

Ο χρόνος που ξόδεψα να μάθω δεν ανταποκρίνεται
στο αποτέλεσμα. Είμαι αδαής και τσαρλατάνος

Που δεν έφτασε την απόλυτη γνώση. Αλλά

Και τι είναι τώρα πλέον απόλυτο; Εκεί

Που νομίζεις γνωρίζεις τον άνθρωπο,

Ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που ήξερες τότε εσύ.

Κρατά κι από σένα τουλάχιστον ένα σημαντικό μυστικό.

Τόσοι άνθρωποι γύρω μου ένοχοι,

Αθώοι, με τις μικρές απατεωνιές τους, πασχίζοντας

Να κερδίσουν επιτυχημένα μια ωραία ζωή.

Κι όταν τους πλησιάζω κρύβονται σαν για να μην τους ξέρω

ποτέ

Που αφήνουν τον χρόνο τους να κυλά βιαστικά

και θλιμμένα.

γεωμετρικά του θεού περιβόλια

43.




Κι όταν καούνε όλα, μες

από την τελευταία σπίθα, πάλι γίνεται η ζωή-

λες και ποτέ δεν θα πεθάνει..



Στο μέλλον θ’ αποκαλυφτεί να είναι εκεί: με μέσα της

αφρόντιστους κήπους-

γεωμετρικά του θεού περιβόλια, ιτιές

που ψηλώνουν περήφανες, ισάξιες

με τον σκληρό θάνατο-

που με σιωπές θησαυρίζει.



Και μία κρυφή από όλους τροφός

αμβροσία που ταΐζει τον επόμενο Δία σου-

ελθέτω πάλι!



Τα πάντα ερμηνευμένα για να τα κρατάς

μισά μες το μυαλό σου και μισά

μες την επιθυμία.



Παραλίες νησιών που γυρίζουν προς το ανοικτό την συνείδηση

μέρος του λιμενοβραχίονα.



Κι εμείς φλυαρούμε αλλά και τίποτα δεν ξέρουμε..

Ό,τι προκύψει θα ‘ναι

ουσίας δώρο,

θεϊκής!

Κατεβαίνεις στα βαθιά της σελίδας

39.



Κατεβαίνεις στα βαθιά της σελίδας και σ’ ακολουθούν

ρήματα θάλασσας και ουσιαστικά απογυμνωμένα

απ’ τον εγωισμό τους..

Σκοτεινές σοφίες της σκέψης κι ουρανοί που δεν ήταν δικοί σου.



Ένα επιφώνημα έψαχνες- ‘’Ώ!’’ που ν’ αξίζει

όσο ένας αυτόβουλος κήπος

με την ευωδιαστή περηφάνια του!



Και να αναδύεσαι σαν από των αιώνων τα οξύτατα γύρω σου ύδατα.

Της τραγωδίας θεατής και του σύμπαντος κόσμου..



Πλημμυρίζουν οι ανάσες της μέρας το βαθύλαλο στήθος

τ’ ουρανού- τίποτα δεν ξεγίνεται..

Όλων η χαρά είναι μια φωτισμένη ευθεία, ένα χαρούμενο πνεύμα

που χορεύει επάνω από τα αψηλά αλώνια που διδάσκεται

να σημαίνει ωραία πράγματα η ζωή..

6 Οκτωβρίου 2010

ΒΡΟΧΗ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΗ..

Δεν που πίστεψε κανείς στην αλήθεια κι αν θέλεις

Αυθαίρετο ήταν το απόγεμα όπως σκλαβώνονταν

μες το κορμί της μέρας-



Το φως έγερνε μονόπλευρα προς τον νοτιά

Το πουλί τώρα κοιμήθη'



Έχω όσο νερό θέλω- πιο βαρύ

Απ' τον άνεμο, πιο ομιλητικό

Απ' το σύννεφο

Που πάνω στον βαρύ ουρανό

στάθηκε μια στιγμή και αναλώθη'

Σε ένα ξόδεμα νωπής ελευθερίας..



Οι σταγόνες είναι ζωή, κάθε μία

Είναι υπόσχεση να ανατιναχτούν τα επιτόκια

Της καρποφορίας. Μες

Τις ύστερα ώρες τίποτα άλλο δεν έχω

από μία σκιά

Που μ' ακολουθεί και μάλλον θα γίνει

Ο άλλος μου δυνητικός εαυτός..

Ταξιδεύω μ’ έναν πρίμο άνεμο

36.



Ταξιδεύω μ’ έναν πρίμο άνεμο και αγαπώ

αυτόν τον ωραίο καιρό που απλώνει την ζέστα του

σαν ένα απέραντο κεφαλοπάνι..



Στην τσέπη μου ούτ’ ένα γρόσι- πώς θα αγοράσω ερημιά;



Βάρκες μέσα στην νύχτα έρχονται και πάνε-

ψαρόβαρκες πνευματικής αλιείας.



Στα βαθιά του ουρανού καρφωμένη και σαν από την λάμψη της μεθυσμένη, η σελήνη..



Αφιερώνονται στον άνεμο τραγούδια..

Ο στίχος φτάνει απευθείας στην καρδιά.



Τόση στοργή που φύλαγα για σένα

θα μου την επιστρέψει πίσω πάλι ο θεός.

Να ξέρεις:

στα βαθιά του μυαλού μου μόνο εσύ θα υπάρχεις-

σαν να μου ξαναγίνεται ακατάληπτο το κάθε λεπτό

που μεταφράζει σε αγρύπνια την ελπίδα.



Και μόνος μένω να ζητώ δικαίωση μέσα στον ανελέητο καιρό..

5 Οκτωβρίου 2010

Άφησα τον ουρανό σαν ένα τούλι επάνω μου να λάμπει


Άφησα τον ουρανό σαν ένα τούλι επάνω μου να λάμπει


Και πήγα κατά την γόνιμη ύπαιθρο.

Οι φορτωμένες καρπό ροδιές γυάλιζαν πολυόμματες μες τον αέρα

Τα πεύκα από το ρετσίνι έτριζαν

Ο θεός ήταν φίλος.

Βρήκα το οξύτονο φως να ορθοπλωρεί πάνω απ' τα κηπευτικά

που μοιάζανε παραμυθένια.

Οι αίγες σκαρφαλώνανε ψηλά ψηλά πα' στον γκρεμό.

Οι αμνοί σταλίζανε κάτω απ' την μεγάλη χαρουπιά.

Η θάλασσα ήταν αιώνια εκεί, η θάλασσα.

Μετέφρασα την χαρά και δεν ήτανε πάντα οι λέξεις

Ικανές να σκεπάσουν το εννοούμενο.

Κληροδότησα ένα ψηφίο καθαρό που θα το σεβαστούνε τα άλλα τα χρόνια

Που θα χρησμοδοτήσουνε ξεκάθαρα και θα δεχτούν την προσφορά μου..

Άφησα τον ουρανό σαν ένα τούλι επάνω μου να λάμπει

Και πήγα κατά την γόνιμη ύπαιθρο..

Σκαρφαλωμένοι πάνω στις μεγάλες σκαλωσιές της νύχτας


35.




Σκαρφαλωμένοι πάνω στις μεγάλες σκαλωσιές της νύχτας

οι αιώνιοι πρίγκιπες του σκοτεινού φωτός

πίνουν των άστρων αμβροσία..



Στα χέρια τους έχουν το θυμιατό των ανέμων,

το μικρό βασανάκι της μεγάλης καρδιάς..

Ο γύρω κόσμος
Βαθαίνει απουσιάζοντας-



Και πιάνεται μες την απόχη η κάθε σκέψη

που θα τολμήσουν.. Ώσπου

στο χάος του απέραντου τίποτα αρμοστεί η θέρμη
του αληθινά ονειροπόλου που θέλει

μία πιο δίκαιη ζωή..

Ρέουν μαργαριταριών ανάσες


34.




Ρέουν μαργαριταριών ανάσες και κάτι βρεγμένα φύλλα των δέντρων που μετά

τα καρφώνει στο χώμα η βροχή.



Ευθείες σκέψεις αρμενίζουνε και η ώρα

έξη το πρωί, γίνεται όπως πάντα

πιο ακριβός για τον καθένα ο θεός..

Στρατής εποίησεν..

33.




Χορεύουν τα λόγια, χορεύουν οι εικόνες, στο μυαλό μου.

Ανοίγω τους ευαίσθητους ουρανούς μου να πλημμυρίσουν πουλιά,

ελπίδες.

Ζητάω ρέστα μουσικής..

Νότες που περισσεύουν ως το αύριο..



Οι ολοστρόγγυλοι όρκοι που δόθηκαν

από την μέρα που έφυγε στην μέρα που ήρθε

κάποτε γίνονται δέντρα

ιαματικά,

νερένια δέντρα,

ζωντανά

ξαπλωμένα

μέσα στο μεσημέρι των ανέμων,

τον γλυκό στοχασμό που φυλακίζει

μια ιδέα ρέμβης πλάι στην πολύλαλη θάλασσα.



Και τα σπίτια που δεσπόζουν ευτυχισμένα, όλα μαζί,

συντροφικά, φιλέρημα, αφήνοντας

ανοιχτά τα παράθυρά τους και τις πόρτες να χάσκουν

σαν στόματα κουρασμένα που χασμουριόνται και μπαίνει

αιφνίδιος ένας απρόσκλητος ήλιος..



Προσπαθούν να είναι αγνά, ηθικά, θησαυρίζουν

ανθρώπινη μοναξιά- αυγαταίνουν

τις περιούσιες τους



από καλοδιατηρημένη ψυχή που κόβει βόλτες

ρομαντικές κάτω από ένα καλοπροαίρετο φεγγάρι..



Έτσι όπως το ποίημα τούτο που θα τα χωρέσει

Στρατής εποίησεν..

Χασομεράνε τα άσπρα σύννεφα

32.



Χασομεράνε τα άσπρα σύννεφα και κάπου

κερδίζουν άνεμο τα χελιδόνια.



Μια κοπέλα καθισμένη εκεί

στο πεζουλάκι του επάνω κήπου

πλέκει πολύχρωμα όνειρα.



Μυγάκια του κρασιού, μπεκρήδες

κυνηγούν μία εκ βαθέων ανάσα.

Το καΐκι του ήλιου ψηλά αρμενίζει

γυρίζοντας προς την ανατολή τα ηλιοτρόπια..

Ένας μαΐστρος που δαγκώνει απαλά την θάλασσα.

Ένας σιρόκος που σωπαίνει.



Στα κάστρα των ανέμων φάνηκε

ο τελευταίος αυτοκράτορας-

προτού η πόλις αλωθεί..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου