...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

15 Σεπτεμβρίου 2010

ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ..

Τα βράδια εκδικούνται το φως που περισσεύει

Πίσω από τα νυσταγμένα δέντρα, μέσα στον άνεμο, κοντά στην παραλία

Που το κατακαλόκαιρο παίζανε τα παιδιά.



Τώρα μετά τα κυπαρίσσια είναι μια σιωπή-

Βαριά σιωπή σαν των αποθαμένων.



Συγυρίζει το φεγγάρι τις θύμησες.



Τα άστρα τον ουρανό ολοένα τρυπάνε

Και σαν ξεχύνεται ο μέλανας ζωμός

Του ουράνιου Στρατάρχη.



Στα σπίτια ανάβουν τα φώτα.

Οι άνθρωποι ξανά λογαριάζουν:

Πόσο κάνει μια χίμαιρα και μία ανεκπλήρωτη επιθυμία.



Η άθροιση των πεπραγμένων τους πίκρα αφήνει

Επάνω στις σελίδες από το τεφτέρι της ζωής

Που μελανώθηκε απ’ τις πολλές μουντζούρες.



Αν σ’ αφήσω να πεις τα παράπονα

Θα γεμίσουν φίδια οι νύχτες:

Φίδια ιοβόλα, πικρά

Που μέσα μας αιώνια παραμονεύουν..



Έτσι σου μιλώ για άλλα για να μην θυμάσαι

Σκληρή που γίνεται φορές η ζωή.



Και θα σε κάνω να δεις πιο μακριά

Πολύ πιο μακριά- σχεδόν μέσα μου

Που συνάζονται οι νύμφες των αισιόδοξων υδάτων..

ΑΞΙΩΝΩ ΟΝΕΙΡΑ..

Από το εύπορο στέρνο της γης

Κατάγονται αυτές οι όμορφες και μανιασμένες παπαρούνες.



Πάνω τους πεταρίζει μια ξετρελαμένη μέλισσα

Που νομίζει την ομορφιά της αξία-



Εσύ με σκλαβώνεις με λόγια- ρήγισσα μου ηλιόδοξη

Με κρατάς με φιλιά σου-



Κι έρχομαι ο μικρός να αξιώνω όνειρα

Να μου χαρίσουνε οι άδειες μαύρες νύχτες…

Ο ΑΕΡΑΣ…





Ένα απροσδιόριστο βραχυκύκλωμα όπως μου σώνεται η φωνή και μένω

με λέξεις λέξεις λέξεις που πονάνε

και γίνονται

κρανίου τόπος..



Κι έπειτα λέω τι;



Θα με αφήσουν οι χίμαιρες να έχω

ένα σπιτάκι αναρριχόμενο

ανάμεσα στις τριανταφυλλιές που θα του τρίζει ο αέρας

τα βορινά παράθυρα;



Και θα περνά ως μέσα στο τραπέζι να αναστατώνει τις σελίδες μου;



Και στο μυαλό μου ο ίδιος θα είναι

απολυμαντικός..

14 Σεπτεμβρίου 2010

Είναι που παραλόγισα σιγά σιγά





Είναι που παραλόγισα σιγά σιγά και γράφω

Αψηφώντας την δίκη του χρόνου- λες

Και ο θάνατος με κάποιον τρόπο θα μου χαριστεί.



Όμως τώρα που χάνω τα λόγια μου και ούτε

Αυτό που μέσα μου κόβει στυγνά θέλω

Να σταματήσει, τώρα

Οι λέξεις έχουν άλλη βαρύτητα: πονάνε.



Κλείνω τα μάτια και ζητώ από την νύχτα να με αγκαλιάσει

Παίρνοντας μακριά τις σκέψεις μου, να με αφήσει

Να κοιμηθώ ανοίγοντας τον ουρανό της σαν

Φάκελο που κάποιος θα με στείλει μέσα

Στον νου σου που πολύ μου πείσμωσε..

Ας πληρώσω














Είναι εξίσωση το φως πάνω στα κρίματα της μέρας.

Διαφωνώ με την ιστορία ολόκληρη.

Όπως έχει γραφτεί, θυσιάστηκε τόσο ο άνθρωπος..

Όσα θαυμάζω είναι θαύματα του ταπεινού.

Ζήλεψα την αεικίνητη σκέψη, τον νου που δεν ησυχάζει.

Τώρα οι εφεδρείες μου είναι κάτι παλιές λέξεις και σαν από αρχαίο διθύραμβο.

Αν συμβεί να σφάλλω

Θέλω να είμαι αυτός που θα το αποδεχτεί.

Ας πληρώσω

Καίγοντας τα φορτία μου

Των αισθημάτων..

13 Σεπτεμβρίου 2010

Καλύτερα να σκέφτεσαι από το να κοιμάσαι.





Το τσιμέντο της πόλης ανάβει και ρουφά κάθε ήχο

Βγαλμένο απ' τα άοκνα όντα

Που ρημάζουν τα σπλάχνα της.

Καλύτερα να σκέφτεσαι από το να κοιμάσαι.

Αλλά κι αν η σκέψη είναι μαρτύριο; Άσε..

Ας δούμε την υπόθεση ζωγραφικά.

Μες τον καμβά χωρούν η νέα κοπέλα που ιππεύει μία μηχανή enduro

με άσπρο φόρεμα αποκαλυπτικό και τα μαλλιά της

ανεμίζουνε ευτυχισμένα.

Πόσο πλάσμα του πόθου είναι!

Κι ο γέρος που κρατάει μια ζεστή φραντζόλα

Πηγαίνοντας την στην κυρά του που έψησε

Καφέ.

Το παιδί πάει σχολείο. Απ' την σάκα του

Κρέμονται γράμματα- εικοσιτέσσερα γράμματα.

Πολύσπορα. Σιγά σιγά θα μάθει.

Οι νέοι αναλύουν τον ποδοσφαιρικό εμφύλιο στις καφετέριες.

Τόσοι διαιτητές κι όμως κανείς. Εγώ

Και που απέχω συμμετέχω:

Στο σιγάν

Στο λαλείν

Στο ονειρεύεσθαι

Στο υπνώττειν

Στο μες το αύριο αγχωμένα ξυπνάν..

Σκοντάφτω συνεχώς πάνω στα πεπραγμένα μου.



Σκοντάφτω συνεχώς πάνω στα πεπραγμένα μου.


Αλλά είμαι έτσι κι αλλιώς αγύριστο κεφάλι. Δεν

Θα βρω ησυχία παρά αφήνοντας να με χαϊδέψει η μουσική

Της θάλασσας- κι όπως

Που δύει ο ήλιος το απόγευμα.

Έχω ενοχοποιηθεί τόσες φορές που πια δεν έχω περιουσίες, τις αρπάξανε

Οι μνήμες μου- γίναν εικόνες

Του μυαλού: μ' αυτές πορεύομαι

Των χρωμάτων την θαλπωρή επαιτώντας.

Ακούω την χλόη που τρίζει, τον συριγμό

Του φιδιού κάτω απ' το δέντρο

Τον ψίθυρο του αέρα ξημερώματα, εκεί

Που τελειώνει η σκιά της νύχτας και μέσα

Στ' αυτιά μου θριαμβολογεί

Το ερωμένο πρωί.

Τότε μου έρχεται δώρα κρατώντας η ποίηση.

Είμαι ευτυχισμένος χρυσοθήρας που του έλαχε

Μες το δισάκι να περιμαζέψει

ολόκληρα κοιτάσματα λαμπερών ουσιών.

Πολύτιμα.

Ευτυχώ και υπάρχω!..

ΟΙ ΟΞΕΙΕΣ ΜΟΥ..






Σαν παλιοί φθαρμένοι ηθοποιοί, οι στίχοι μου κρέμονται από πελώρια δέντρα κι από-

κεφαλισμένους τους αφήνει το ηλιοβασίλεμα.



Δεν είμαι

εκείνος που ήθελα και περισσότερο

δεν θα γίνω εκείνος που πρέπει..



Οι οξείες μου πάνω στις λέξεις αλλάζουν το νόημα κατά το δοκούν.



Ηθελημένα η ζωή δεν προφυλάσσεται και έκθετη είναι

μπροστά σ’ ενός θανάτου το αίνιγμα..

ΜΟΥΣΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ…

Εκείνο το ανάλαφρο σαν ικεσία αεράκι

απλωμένο

που σχηματίζεται ανάμεσα από τις λεύκες που γεμίσανε
φύλλα

τονισμένο

στο ύφος του ρε σε μείζονα

αποκάλυψη-



Όπως λυγίζει κάποτε ακόμα

κι η πιο σκληρή καρδιά.



Μου λείπεις λοιπόν..



Οι νύχτες πέφτουν κάθετα-

σαν με αμπάρες

όλα γύρω κλειδώνουν.



Μισός πάω

μες την ζωή και μισός
μες τον έρωτα..



Έτσι που και οι αλφαβήτες μου να φωνασκούν από ευαισθησία

και να γίνονται φωτιάς ημερολόγια οι ώρες..

ΕΣΥ..

Με υπομονή που σε διεκδικώ μέσα στις μέρες:

Στην κάθε μέρα που μετά μου παραδίνεσαι-

Γοργόνα των παραθαλάσσιων ενορχηστρώσεων,

Ουτοπία

Του καλοκαιριού..



Ραγίζεται ο χρόνος- πουθενά δεν είσαι

Παρά μόνον αυθεντική μες την καρδιά μου-



Μετά από τους παραδείσους, μετά

Από την ανύπαρκτη κόλαση- και ζητάς

Να προστατέψεις το ελάχιστο που μου ανήκει..

12 Σεπτεμβρίου 2010

Όταν δεν ξέρεις να το χειριστείς είναι τσούχτρα η έμπνευση

Όταν δεν ξέρεις να το χειριστείς είναι τσούχτρα η έμπνευση, θα σε παραπλανήσει.



Εγώ έχω ανέλθει όποιον κι αν βάλεις με τον νου σου Γολγοθά, δεν θα λυγίσω

Ακούγοντας τον στεναγμό των πόλεων, τον μελαγχολικό

Τρόπο που έφυγαν μια μέρα οι πεταλούδες μου

Γιατί δεν πίστεψαν όσο θα ήθελα στην άνοιξη..



Μα εκλιπαρώ μην σκεφτείτε ποτέ πικραμένα..



Αφήστε το φως να σας ποδηγετήσει σωστά

Και ζαρώστε τον χρόνο που δεν σας υποτάχτηκε

Έχετε τόσα φωνηέντων χρυσοφόρα λόγια να αποκρυπτογραφήσετε

Που δεν θα λυπηθεί για σας το μέλλον

θα βελάσει πλουσιοπάροχα!

Εκείνα τα φοβερά ψαλίδια της φαντασίας


Εκείνα τα φοβερά ψαλίδια της φαντασίας που κόβουν


Τα βουνά, τον ορίζοντα, την θάλασσα.

Εύκαμπτα κι έως το πλάσμα που είμαι.

Αλλά τι είμαι αλήθεια τελικά;

Ναυαγός που δεν έχει και μέλλον.

Ακουμπώ το χέρι μου πάνω στο διάφανο γυαλί

Το ιριδίζον μιας λέξης.

Φωσφορίζει τόσο που κι όπου να είμαι με συγκλονίζει.

Πλάθω ωραία!

Κοιμάται μέσα μου ένας νάρκισσος εαυτός- τον ξέρω.

Έχω κατασκευάσει μια σχεδία που σε πάει στο πουθενά

Κι αν είναι ούριος ο άνεμος σε φυλακίζει στην βραχώδη

Πλευρά της ψυχής σου.

Πρόσεξε και θα δεις ότι συλλέγω μέσα μου μακάβρια

Ιστορία των πόλεων.

Είμαι ένας πότης που του πήρανε την κούπα.

Για να με μάθεις θα πρέπει να μελετήσεις τον τρόπο.

Είμαι ο τρόπος.

Κι όπως σκληρύνανε τα δεδομένα της δικής μας εποχής κι έγινε

Η αποταμίευση αισθήματος μια δύσκολη πορεία

Είμαι ένας αναγνώστης που πιστεύει ακόμα στο ψηφίο το άλφα..



31.8.2010

ένας άνθρωπος με την μοναχική του σκέψη

Άλλη μια εβδομάδα που έφυγε

Γαλάζια, λευκή

Άγραφη ίσως

Ή και πιο ώριμη, σαν ένα όμορφο φρούτο

Μες την ιστορία του κόσμου.



Οι μέρες της

Ρητορικές που καταλήγουν στο απόγεμα

Που ένας άνθρωπος με την μοναχική του σκέψη

Πάνω στην θλίψη του εργάζεται.



Στο πεζούλι του παλιού σπιτιού

στάθηκε μια φορά ένας έφηβος.



Τώρα τα χρόνια περάσανε, εκείνος κοιτάζει

Πίσω απ' την αυλή που ακόμη υπάρχουνε

οι τριανταφυλλιές

Και μαστίζουν με τα λουλούδια τους τον κρύο αέρα.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΖΑΛΙΣΜΕΝΟ ΜΕΛΙΣΣΑΚΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ…

Τύλιξέ μου το φως γύρω απ’ την σκέψη,

φέρε μου τον ατελεύτητο άνεμο-

αυτό το ζαλισμένο μελισσάκι που είσαι

ψάχνει το ερωτικό του καταφύγιο

μέσα σ’ ένα ζεστό κι αιώνιο τριαντάφυλλο.



Μ’ αγγίζει στο αίσθημα- καμένος πονάω

κρύβοντας στο άλαλο στήθος μου

μια λέξη

που δεν θα την προφέρω πουθενά..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου