...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

21 Μαρτίου 2014

Της ποίησης το φέγγος..





Να κοιτάζεται το πουλί μες το νερό και να καταλαβαίνει
Την θεόπνευστη τραγωδία του-
Να είναι αυτό το ποιητικό του μεράκι-
Η φιλαυτία του- ο έρωτας
Το ποτάμι συλλαβίζει της αιωνιότητας την σκακιέρα

Η μητέρα γεμίζει αγωνία τις υδρίες
Η γη ζώνεται πόρπες λουλουδιών
Στον πορθμό που τα καράβια περνούν
Η θάλασσα δηλώνει τις προοπτικές της

Η Λυδία γελά μες τον ύπνο της
Ο πόθος την μαλαματώνει
Ο κήπος τελαλίζει την απλότητα του δεντρολίβανου
Η μέλισσα αναζητά λαβύρινθο να καταφύγει..


Ποίηση εντεταλμένη Αγία- πότισέ με!




Ετέρου χρόνου πονήματα και οι αποκαλύψεις
αυτόκλητες. Φωτίζεται ο ουρανός. Η κάθε λέξη
νικά!  Μαρτίου φτερουγίσματα
μες την κοιλιά του κάμπου·
χαρμόσυνο ορόσημο!

Στον γιαλό έλα
κοπέλα με τα ξέπλεκα μαλλιά,  έλα
όπου πεθάναν οι βροχές
και το τρυφερό κλωναράκι
άνθισε.

Φαρμακολύτρα Αλήθεια,   πώς με καψάλισες
και έστειλες τον καημό μου
στα πέρατα
απ’ την δική σου φρυκτωρία.

Ποίηση ανέφελη  φέρε το δάκρυ μου…
Ποίηση εντεταλμένη Αγία- πότισέ με!

Μισός μες την συνείδηση και ο μισός απέξω
γράφω τοκίζοντας τον οβολό που μου ‘δωσες
Θεέ μου!


20 Μαρτίου 2014

Λιλιπούτειε ουρανέ




Λιλιπούτειε ουρανέ    κοιτώ μες απ’ τα μάτια σου
ρισκάρω όλους τους φθόγγους που θα δέσω
λέξεις μέσα μου
και σου αποδίδω
εύσημα αθωότητας
που πια δεν φτάνω

Αγγελουδάκι αγαπημένο μου,
τερπνή φωτιά 
που ζαλίζει

Ακινητώντας τα φορτία μου
στο ηθικό απόγευμα
παίζουμε μαζί
με τις δικές σου νεράιδες   
πάνω στο χαλί   
και έξω από αυτόν τον κόσμο που είμαι
και που ευτυχώς, ακόμα,
δεν σε αγγίζει..





Η Άνοιξη γελά κι αναταράσσονται όλα τα στερεώματα





Η Άνοιξη γελά κι αναταράσσονται όλα τα στερεώματα
Ένας κανονιοβολισμός της ανάσας τρυπά της κακεντρέχειας τα τείχη
Μουεζίνη στάσου ψηλά στο κάστρο του ρόδου και άλλαξε επιτέλους σελίδα
Η μαργαρίτα είναι νεωτερισμός της καρδιάς

Ζουν πεταλούδες αθυρόστομες μες τον αέρα - και παν’
Καλά του ο άνεμος νομοθετεί γαλάζια
Για το στήθος της κοπέλας ο μπαξές με τα χαμομήλια
Για την φούστα της το μυρωδικό γιασεμί

Φούρια να διαβούμε από του ποταμού την άλλη
Θα κοιμηθούμε κάτω από τις καστανιές
Τα κοτσύφια μας μαρτυρούν την πλατιά ελευθερία της όχθης
Και στα τετράδιά μας γράφονται οι μουσικές που δεν ελπίσαμε..



Είσαι η δεν είσαι εσύ;



Είσαι η δεν είσαι εσύ; στην οθόνη
του τηλεφώνου
το πρόσωπό σου τρεμάμενο,
σαν μπαλαρίνα των νεφών
συγκροτεί
μια μνήμη που με πονά. Μάρτιος
λιόχαρος.
Μαστίζεται ο κόσμος από της απάτης ταμεία.
Η φτώχεια
πείνα γεννά
και πικρότατο δάκρυ. Δωσ’ μου
δικαίωμα να σφάλλω
ασφαλώς
να περιχαρακωθώ μες της αντίφασης την τάξη
να σώσω όσα αταξίας πονήματα
ευεργετούν την ψυχή
και ας τσαλακωθώ στα μάτια των πολλών κι ας γίνω
κάποιος που αρέσκεται
να πίνει την μελαγχολία άσπρο πάτο..



19 Μαρτίου 2014

Άντε να συμμαζεύεις τα συμπράγκαλα για να σου μείνει κάτι αόριστο στο ποίημα!




Καρατόμησε τις λεύκες ο ήλιος.
Και για το τρυφερό κορμάκι τους
δεν βρέθηκε κανένας να πει…
Σκεφτόμουν μην αφήσω τίποτα στην τύχη:
να δημιουργήσω
ένα φράγμα πυρός
λέξεων που ζητούν την ελευθερία τους
και μια εξαίσια ουτοπία
νύχτας που ρέπει προς το χάος. Εκεί
που οι αντινομίες είναι κοφτερό μαχαίρι
που πονά.
Με έβγαλε απ’ την φωνή μου το φως. Με στιγμάτισε.
Όπως από τα ρούχα μου η γύμνια πάνω μου έπαιξε
πεσσούς. Τρυφερή γλαφυρότης! Και τότε
Κατάλαβα το νυν και το απώτερο
μέλλον.
Διακρίνοντας των φωνηέντων την υψικάμινο και του νεφεληγερέτη Χρόνου
τις κραιπάλες.. Άντε να συμμαζεύεις τα συμπράγκαλα
για να σου μείνει κάτι αόριστο στο ποίημα!



18 Μαρτίου 2014

Ο ήλιος με λογχίζει αισιόδοξα.




Φωτίζονται οι ουρανοί και στην ανάγνωση του ήθους οι πεταλούδες
υπερίπτανται
Φυτών τε και υδάτων.
Το ποταμάκι κυλάει πανήρεμο και η λίμνη
Βαυκαλίζεται τόσο να ξέρει
Της ομορφιάς της την αξία. Ο ουρανός
Γεμίζει αναπόλησης νομίσματα και μια υπεροψία
Την έχει, πώς δεν την έχει.
Το σπίτι εδράζεται μες την γαλήνη του μεσημεριού.
Πίσω απ’ τις κουρτίνες, που να είμαι διαβάζω.
Ο ήλιος με λογχίζει αισιόδοξα.
Ο χρόνος είναι μύγα ξιπασμένη.


ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ.




Τώρα πια δεν ψάχνω άλλο μες την νύχτα·
    οι νυχτερίδες ήπιανε όλο το αίμα των ονείρων μου.
        Βαφτίζω με το φεγγαρίσιο
           νερό το πιο μικρό πουλί
              που ακόμα
                 μου παραστέκεται
                     να φτιάχνω περιδέραια με λέξεις και άστρα!

Αυτό είν’ ένα ευαγγέλιο που δεν θα το διαβάσει ο καθένας

Ευαγγέλιο της καρδιάς και έτσι που ξεχάσαμε να αγαπάμε
     μόνο το κορμί βασιλεύει, μόνο ακούγεται
         η ίδια μουσική της μιας ημέρας που μετά
            θα αγνοήσουν όλοι οι αιώνες.

Τώρα να τα λυπηθείτε όλα:        και τους χρόνους
που θα ξοδέψουμε να κοιταχτούμε
καχύποπτοι για μία αθωότητα που δεν αποδεικνύεται..     
Και την μέρα
που θα φύγει με ήχο σκαιό, να πέσει
μες την βαριά νύχτα του δύσκολου Έσπερου!

Μου περίσσεψαν τα σύμβολα και μ’ αυτά πάλι έρχομαι και πάλι κάνω
θεούς ειδωλολατρικούς.  

Όπως ποτέ μου να μην έβαλα μυαλό, να μην
   απαρνήθηκα εκείνο που από θυσία
      στον ήλιο μέσα είναι ανάγνωση ευσέβειας
         επάνω στον αρχαίο  βωμό.

            Σιτίζομαι με λίθους, τρώω
               του αυγού το τσόφλι-            
                  Όπως ο παλιός μου καπετάνιος
                     που ασκητική  με γέμισε.

Αυτό δεν είναι η πνοή του ήλιου, είναι η σιωπή
των θυμάτων
που ομονοούν να πάνε αγνότερα μες την θυσία-
Σαν εθελούσια να του παραδίδεις σάρκα
κάθε θεού!

Και η νοητή αλήθεια που περιέχει ψυχές, όλο ψυχές και ένα αεράκι
που βασανίζει την απόφαση…
Τινάζει τώρα της φθοράς ετούτο το πασπάλισμα της τύρφης
που σου δηλώνει την οξείδωση κοντά!

       Δεν ξέρω αν δικαιούμαι τόση αποκάλυψη! Βλέπω
          νοήματα κρυφά, ουσίες
             της ψυχής που αποκρυπτογραφεί του βίου
                 της μουσικής την ξαφνική κορώνα.

                  Σε έκπληξη γυρίζουν όλα, σε γνώση
               προσευχής. Χάνεσαι
            μέσα στον λαβύρινθο της σιωπής σου-
          Αέρινος κι υποταγμένος πρίγκιπας. Φυλάς
        του Άδη τα παλιά λημέρια·
    μαθαίνεις  απ’ τον θάνατο.

               Τι μου στοιχίζει σε ανάσα αυτό το να υπάρχω
                         με όνειρα ανεκπλήρωτα; Δίνω
              καρδιά να επιβιώνω μέσα στις αγρύπνιες μου…
                    Περπατώ μέσα τους και ξέρω ότι είναι
                         ρυθμός της αγωνίας δύσκολος.

Εκεί όπου τελούνται οι μεγάλες σιωπές
    είναι ο πραγματικός Οίκος της νύχτας
        που σαλεύει με τα πολυάριθμα άστρα του, χωρίς
            ήχο  ευλαβικού προσκυνητή        
                που ψάχνεται συνέχεια
                    για τα μέσα του βάθη!

                 Όμως τα σπίτια είναι εδώ και συλλαβίζουν
             περισσότερο τον άνεμο απ’ το φεγγάρι.
          Πολλά σπίτια, πολλοί άνθρωποι, με καθρέφτες
        που δεν μας γνωρίζουν που και πάλι μιλάμε
     ακαταλαβίστικα μέσα στην μοναξιά!

                                                                            13.5.2008



Σαρανταποδαρούσα..





Άντε τώρα με σαράντα πόδια να πας
Να σταθείς μες το άπειρο.
Εδώ με μια ψυχή κι αυτό, αφόρητα ταλαιπωρείσαι.
Είναι που αλλού τραβά η επιθυμία μας κι αλλού η ζωή μας πάει.
Τώρα φοράς το σκάφανδρο αλλά δεν θα σε κάνει άτρωτο ο βυθός.
Θα μηρυκάζεις ιδέες κάτι τέρμινα προ του θανάτου.
Ευτυχώς σε θέλουν τα λόγια και σ’ αυτά με καρδιά ζεστή καταφεύγεις
Δίπους και ευτυχώς! Τι να τα κάνεις τα σαράντα πόδια και την μία και μοναδική φαντασία;..






Η γιαγιά…



Είναι βαριά, μου έλεγε η γιαγιά μου, η καλογερική κι η προσευχή·
κοίτα που πάλι το θυμήθηκα· τώρα
που ένα νέφος θλίψης ζώνει την πόλη και των χρωμάτων που ξέρω ξεθώριασαν οι λάμψεις- εκεί
που άνθρωπος είμαι και πονώ και στην μελαγχολία σκέψεις αντιπαραβάλω
λυρικές.
Να είσαι απλός, μου έλεγε· τα λόγια της
ακόμα ηχούν μες το μυαλό μου και ας έρχονται
από την παιδική μου ηλικία, ευρυγώνιος μέγας φακός.
Πολλές νύχτες κοιτώ τον ουρανό και χάνω
προσανατολισμούς και βεβαιότητες· ένα
θυμίαμα που ανεβαίνει απ’ την οθόνη κι όμως, προς τον ουρανό, αφήνει
την μορφή της να στρώνει της θαλάσσης την τρικυμία με το δεξί
χέρι της προτεταμένο, όπως για να ηρεμήσουν τα ποτάμια που εκβάλλουν
στον ωκεανό της βαθιάς νύχτας του Δεκεμβρίου που ένα ελπίδας φως πλημμυρίζει
το αποταμιευμένο Αγαθό της ψυχής..




Κράτη των στοχασμών…



Α Μύηση στο Ιερό, προσήλωση στην προθύλη
Που διαμορφώνει το Άπαν του σύμπαντος!
Η Ελλάδα μου έρχεται διαμέσου αιώνων
Και δεν σιγά του πνεύματος η λαλιά της.
Ο ήλιος που ήξερα είναι ο προαιώνιος ήλιος
Κι είναι εκείνος που αγάπησε κι ο Ποιητής
στην απέναντι όχθη
Και ας μην μπόραγε να δει και να λατρέψει
μια ηλιαχτίδα.
Οι μέρες με μαλαματώνουνε, κάθε λέξη
Αποκτά ένα βάρος
Και όλα όλων μια ιστορία γίνονται
Μυθικά επική.
Γωνιά μου πατρίδα μου, οικουμένη ειμαρμένη-
Ένα κοπάδι ελιές λακίζει για τα σύννεφα, μια αιολική ημέρα
Λάμπει μπροστά στα μάτια μου, ο Διόνυσος
σε μένα ζει. Που είναι ο βωμός που επάνω του
κάθε θυσία παίρνει νόημα κι εξευμενίζει τους θεούς;
Όταν πέσει η νύχτα, τα πουλιά θα σωπάσουν και η νέα σελήνη
Θα γράψει αέρινες φιγούρες στου ουρανού τα κάστρα και μες την καρδιά
θυμόσοφου ανέμου.





Κοίταξε μέσα σου τώρα!



6.

Κοίταξε μέσα σου τώρα!
Εκείνο που ανακαλύπτεις να σε κάνει αθώο - σε κάνει
να ζεις ανάποδα:
από τον γέροντα προς το παιδί..
Ανακαλύπτεις
τον εαυτό σου του μέλλοντος.

Εσύ που δεν είσαι σαν όλοι
είσαι κι όμως αυτοί..
Είναι βαθιά
αποτυπωμένοι μέσα σου:
Βλέπεις
μες απ’ τα μάτια τους,
ακούς
από τ’ αυτιά τους,
μιλάς
αρχίζοντας απ’ τα φωνήεντα
που αυτοί αγαπούν.

Ώ ουρανέ!
Βαθιά μου ριζώνεις τις νύχτες
με τ’ άστρα σου..
Κι από το κράτος το αρχαίο των Μυκηνών
έρχονται έρχονται οι ψαλμωδίες σου..

Χρυσά διαδήματα, πόρπες
χρυσές, χιτώνες
πορφυροί, ενώτια
χρυσά-   και η βασίλισσα
που ανέβαινε αγέρωχη τα σκαλοπάτια
προς το παλάτι που άγγιζε τον ουρανό..

Κοιτάζω μέσα μου τώρα..

Ένα πιο μυστικό που ακούγεται σαν την φλογέρα ακόμη
και σήμερα πιο πέρα απ’ τα γύρω
βουνά,
πλανιέται σαν μια σκέψη εξακριβωμένη λευκή 
στον αέρα..

Κάπου θα σφάλλει λες ο χρόνος Αίγισθος! Κάπου
θ’ αρχίσεις να φαντάζεσαι πως είσαι ο Αγαμέμνονας
που ένευσε μεμιάς και όλα σίγησαν-
ακόμη και τα λεύτερα πουλιά!

Οι μισοί δρόμοι της πόλης με τα χαμηλά πεζοδρόμια και τα προνομιούχα δέντρα-



19.




Οι μισοί δρόμοι της πόλης με τα χαμηλά πεζοδρόμια και τα προνομιούχα δέντρα-
οι αξιωματικές μέρες του Ιουνίου στην Ρόδο, πριν
η θάλασσα μεταφραστεί σε γαλάζιο και η αύρα της
θωπεύσει απαλά την στεριά.

Η φασαρία της νύχτας
που οι τουρίστες αγρυπνούν στα μπαράκια πίνοντας
διευρυντικό της συνείδησης αλκοόλ
και βλέπουν
τον κόσμο αλλιώτικο..

Μεταβαλλόμενο σε ένα πεφταστέρι που το κενό του
δεν ποτέ διορθώνεται..

Μέσα μας το τώρα είναι ύστερα και το αύριο
σήμερα που λιποτάχτησε.

Όσο προσπαθούμε να δούμε πίσω από τα σύνορα του βλέμματος, ένα χρώμα
ωχρής ζωής που δεν αναγνώθεις
σωστά.

Ένα αλουμινένιο παραπέτασμα μετά από το ποίημα που σκάρωσες για να κρύψεις
την ευαίσθητή σου πλευρά..

Κι εσύ
επιταχύνεις οδύνες
προς εσένα..

Τα διαφορετικά δέντρα, με την ιταλική επιμονή
να είναι η οργάνωση σύμβολο..

Πωρόλιθοι που σκουριάζουν ευτυχισμένα
μέσα στα χρόνια, αφήνοντας
αυτό το λυσσαλέο σαράκι της οξείδωσης,
όπως γινάτι
να φθείρει οτιδήποτε ο καιρός.

Το απόγεμα μελοποιεί την καρδιά μου!

Πώς δεν το σκέφτηκα; Είμαι
ένας αδαής που στηρίζει επάνω σε αρχαίους κίονες το άλφα του
και το ωμέγα.

Αν θέλω να γυρίσω ξανά
προς το σημείο φωτιά
το μέσα μου, ο ίδιος είμαι
που ήμουν ο έφηβος..

Και χορεύω!

Ευτυχισμένα καλός!

Ρόδος.. 2009 

Ό,τι που λέω μπορεί ν’ ακούγεται αλλόκοτο, εξωπραγματικό.




Ό,τι που λέω μπορεί ν’ ακούγεται αλλόκοτο, εξωπραγματικό.
Ή και να το πιστεύεις με αμφιβολία.

Είναι σαν κάτι που να καταγράφεται σ’ ένα βιβλίο συμβάντων.
Κανείς εκεί δεν είναι όπως πρέπει υπαρκτός.
Ο θεός είναι μύθος- μύθος ο άνθρωπος:
δημιουργίες όλα του μύθου.

Εγώ αποταμιεύω εκμεταλλευόμενος όραση:
ακούραστη, αδηφάγα,
τράπεζα των εικόνων.

Συλλέγω τοξίνες και ταυτόχρονα
ανακαλύπτω θεραπείες για το ‘’εγώ’’ .

Είμαι σαν όλοι:     βασανίζομαι
να συνθέτω μουσικές που στα άρρητα
των ανέμων υπακούνε
όπως σφυρίζουνε μέσα από κοχύλια που ξέβρασε
άδεια μια πεισματάρα θάλασσα.

Και τελικά είναι που μένει για περιουσία μου,
ένα κεφάλι με όνειρα.
Κανένας δεν μπορεί να τα εξηγήσει.

Μένω σαν κέρβερος μπροστά
σε μία πύλη γερασμένων ιδεών..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου