...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

19 Σεπτεμβρίου 2012

Ασβεστολιθικά πετρώματα πιπιλούν την σιωπή του κάμπου.



Ανάμεσα απ’ τους ηλίανθους
ένα ποταμάκι κυλάει πασίχαρο και ζεύει κάθε ηλιαχτίδα
στο υνί του ζευγολάτη.
Ασβεστολιθικά πετρώματα πιπιλούν την σιωπή του κάμπου.
Πιο πέρα ένα νταμάρι ζει με πλανισμένο μάγουλο
την εκατονταετηρίδα του.
Πεύκα που κάνουν τον νταή στον άνεμο.
Καρυδιές μηρυκάζουν την αίγλη της σιωπής
και σκίνα
ατσαλένια που το καθένα δάκρυ τους
είναι ρετσίνι ορμέμφυτο.
Συκιές που αυνανίστηκαν μες το ηδονικό και λίγο φως.
Πέτρες γδυτές από την πέτσα της σκληράδας.
Κραυγαλέα επιχειρήματα της μέρας και η Κυριακή
να αλλάζει όλα τα πρωτόκολλα
που θέσπισαν οι μήνες του καλοκαιριού.
Τα φύλλα μολογάνε μια περίπτωση αλήθειας
καθώς η Θράκη μεγαλώνει ψεύτικα
τα πατριωτικά της μελτεμάκια.
Σιγά που ψιχαλίζει
τώρα! Κομπάζει αρχέγονα σπουδαίο το νερό.
Σβήνομαι μες την φύση και μου περισσεύει η λεβεντιά μου.
Όταν το απόγευμα σαν δόρυ που με λάβωσε ο ουρανός
πλακώνει με το βάρος του το ποίημα μου
και όλοι τρέχουνε να σώσουν κάποιο στίχο..


18 Σεπτεμβρίου 2012

Μετά που ησύχασε η βροχή




Από την αρχή της βροχής ένα πηχτό σύμπαν
νεροσταγόνων που ιριδίζουν λέγοντας ψέματα όταν
σκάζουν με δύναμη στην γη.
Ένα αυτοκτονικό νερό
Που σώνεται να αυλακώνει το χώμα
και της ματιάς μου την μελαγχολική πεδιάδα.
Ένα καταφατικό πρωινό που ξύπνησε η Ξάνθη
και οι λαοί της τρέχουν στο παζάρι διαλαλώντας
μια πραμάτεια φτηνή.
Απ’ το βουνό που με κοιτάζει βλέπω
Την Παναγία την Kαλαμού.
Μετά που ησύχασε η βροχή
Και τα τζαμιά εξέχουν μες τον ουρανό όπως
Καλοξυσμένα μολύβια
Ένα τσαμπί σταφύλι που κρατώ στα χέρια μου και ρόγα
την ρόγα γεύομαι διονυσιακή του γλύκα.
Δεν μιλώ. Κοιτώ τριγύρω μου και η πόλη είναι αέρινη
Λιγάκι πάνω απ’ το ποτάμι που κυλάει ήσυχο και
Συλλογισμένο ανάμεσα απ’ τα πλατάνια και τις άσπρες
Κροκάλες που αστραποβολούν στην κοίτη του.
Κατηφορίζω προς την οργιαστική πλατεία όπου η όσφρησή μου άκουσε αχνιστό καφέ.
Οι φίλοι που είχα με καλωσορίζουν.
Κάθομαι μέσα στην ευτυχισμένη
ώρα που μου έλαχε!


Τόσο πολύ απουσιάζεις πια από μέσα μου





Τόσο πολύ απουσιάζεις πια από μέσα μου
που το όνομά σου ντύθηκε υπερσυντέλικη απουσία,
Ρημαγμένο στέκεται στης καρδιάς μου το πουθενά.
Γιατί δεν σε πιστεύω.
Γιατί είσαι μια θλιβερή συνομωσία
που τρυπά τα πέταλα των ρόδων και τα κάνει να μαραίνονται.
Σε αγνοώ λοιπόν και επιδεικτικά στρέφω αλλού το πνεύμα
Των λόγων μου.
Κρατώντας ένα ρυθμό που η καρδιά σου
δεν καταλαβαίνει ούτε και θα μπορέσει να κατανοήσει ποτέ.




17 Σεπτεμβρίου 2012

Πολλές φυλές και όμως μια φυλή, η ίδια, ο άνθρωπος.


Κάτι περίεργο ακούστηκε εδώ
Κάτι που είχε μέσα του σύμπαν βροχής
Κάτι που έκανε πιο έντονο το καθένα μυστήριο.
Από τα μάτια σου
πέρασαν αρίθμητα αποδημητικά πουλιά
Στον ουρανό έγραψαν σχήματα και σχήματα
Λασπώθηκαν μετά τα πεζοδρόμια
Κι η Ξάνθη λύγισε μες τον αέρα σαν
ηλιοτρόπιο που σήμανε
προσκλητήριο για τους σπόρους του.
Φωταγωγήθηκαν τα παλαιά περίπτερα και στους γεμάτους
κάδους των απορριμμάτων
Σάλταρε ένας μαύρος γάτος ψάχνοντας για βραδινό φαί.
Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα οκτώ.
Οι κοπέλες περνούν και είναι χαρούμενες τόσο.
Κι άλλες με την μαντίλα που δεν ζουν από την πραγματοποιημένη
Πλευρά του ονείρου μα
Ενστερνίζονται θρησκευτικά αγκάθια.
Όταν βραδιάζει
το φεγγάρι δωροδοκεί την πόλη που χρόνια πολλά
και βάλε καμαρώνει
Και δοκιμάζει το κρασί της συμφιλίωσης
με τον καημό.
Πολλές φυλές
και όμως μια φυλή, η ίδια, ο άνθρωπος.



Τίποτα οι λέξεις


 

Τίποτα οι λέξεις τίποτα οι σκέψεις που δεν ευδοκίμησαν
Τίποτα οι φτηνές συγκρίσεις των χρωμάτων της δολερής εξουσίας
Τα βουλευτήρια του αίσχους οι άρρωστες τόσες λογοδιάρροιες η όχι παραδοχή
Πως ο καιρός των τίμιων πέρασε, τώρα οι ελεεινοί δεσπόζουν σ’ όλα τα ενεχυροδανειστήρια και οι μοναδικοί
Που αντιστέκονται λευκότροπα είναι οι ποιητές
Που πιστεύουν ακόμα στο κάλλος..

Η εποχή παγιδεύει σωρηδόν συνειδήσεις
Οι αντίπαλοι είναι μονομάχοι διαρκών εμφυλίων
Εθνικό είναι μόνο ένα μνημείο που αναστυλώθηκε για να θυμίζει
Πείσμα και περασμένη αξία.

Υποτιμάται το νόμισμα οι φτωχοί δαγκώνουνε σαν λυσσασμένοι το ψωμί
Μες τις πλατείες στέκονται καπνίζοντας οι άνεργοι
Οι επιπλοκές των χρηματιστηρίων αφοδεύουν πάνω στο κοινωνικό αγαθό
Εγώ σκληραίνω όπως ήθελε η κόρη μου.

Επιβαρύνονται οι πιέσεις μου η καρδιά μου χτυπά γρηγορότερα
Θα παίρνω χάπια ανοχής και αντοχής θα θέλω να επαναστατήσω
Βαριά όπως θα με ξεκαλουπώνει ο καιρός.

Και σ’ όλα αυτά ας μην προσθέσω που αλλάξανε την αριθμητική
Που θέλει κάποιος για να ζήσει
Μένοντας, για την ποίηση που επιβιώνει, οπαδός..


 

16 Σεπτεμβρίου 2012

Πάνω απ' την Ξάνθη

Πάνω απ' την Ξάνθη ο αέρας πυκνώνει βαρύς.
Αν βρέξει θα αναταράξει τα πλακόστρωτα.
Ο ήλιος ένιψε τα χέρια του
και μου μηνάει ότι ζω δίκαια και με πείσμα ακόμα.
Μια νίκη περιμένω
του μυαλού.

14 Σεπτεμβρίου 2012

Όσο κι αν σκοτεινιάζω φωτεινές απόψεις έχω.



Μικρές εντολές όπως η νύχτα άφησε τα λερωμένα παπούτσια της έξω
Απ’ το τέμενος της αυγής.
Συγκλονιστικές εικόνες του μυαλού συραμμένες σαν με έναν συνειρμό που με πάει στο φως κι απ’ το φως να πεθάνω.
Ο παπαγάλος μου διψάει συμπάθεια.
Μου μιλά σαν ένας οικείος που κάποτε υπήρξαμε απέραντα φίλοι.
Απ’ το κλουβί του βλέπει τον κόσμο στενό αλλά το ξέρει ίσως ότι έτσι πληρώνεται η ασφάλεια.
Κοιτώ τον ουρανό απ’ το μπαλκόνι.
Μ’ όλα τα χρώματα είμαι ερωτευμένος.
Αυτοκρατορικός ήλιος της Ξάνθης περιμένει να με υποδεχτεί.
Όσο κι αν σκοτεινιάζω φωτεινές απόψεις έχω.
Πίνω πικρό καφέ.
Σιγά σιγά χαράζει και δουλεύω πάντα στην σιωπή της απόγνωσης.
Σκέφτομαι την Ελλάδα σαν τσαρδί που το πολέμησε ο αιώνας.
Από το ύψος των ματιών μου ως τα λίγα σύννεφα
τεντώνεται ένα αόρατο τόξο που σημαδεύει
την χρονική στιγμή που όλα απομυθοποιούνται.

 



13 Σεπτεμβρίου 2012

Πέμπτη του Σεπτεμβρίου 2012



Θυμώνουν οι καταγραφές μου
Οι τοίχοι πέφτουν και τα σπίτια δεν κρατούν μυστικά
Το ένα συμπλέει με το δύο και η θλίψη τους διατρανώνεται
Μες τον αρχέγονο αέρα
Οι υποψίες μου έχουνε βάση- εν τούτοις αναστέλλονται
Οι αντιδράσεις και των λέξεων το σχίσμα
Δημιουργεί χάος απέριττα αγνωστικιστικό
Η συνείδηση πάλλεται από φωτιά και αλήθεια
Πολλά χιλιόμετρα διατρέχω ως την αφετηρία της κατάθλιψης
Βλέπω του κόσμου το μαστίγιο να βουρδουλίζει τους πολλούς
Που δεν κατάλαβαν ότι μας πρέπουν αντιδράσεις
Η κοινωνία είναι μια λιμασμένη ύαινα που στέκεται
πάνω απ’ τα ψοφίμια των νεκρών ιδεών της
Η κόρη μου είναι μαινάδα που με παρασέρνει
Βλέπω τις κοσμοθεωρίες να ξεθύμαναν και να
Κάνουνε φανερό το μέρος το τρωτό τους
Φορώ ωτοασπίδες όταν
Τις ανιχνεύω όπως ιχνηλάτης που πιστεύει ότι τον παραπλανεί το θήραμα
Απ’ την βιβλιοθήκη μου ξεπηδούν καλικάντζαροι τόσοι
Τα εγγόνια μου καλπάζουν μες της καρδιάς μου
τον πυρετό
Πέμπτη του Σεπτεμβρίου 2012
Καταμαρτυρούν τόσα πολλά τα πλήκτρα
Νομίζω η Ακρόπολη με βλέπει με συμπάθεια
Βολτάρω κάπου κάτω εκεί και ψάχνω να τελειώσω αυτήν την ρίμα
Που η αλήθεια της βάφει με αίμα τον ορίζοντα
Και φτιάχνει μαύρα και λευκά πλακάκια πάνω στης πρωτεύουσας τα πεζοδρόμια
Όπου θα παίξουμε απόψε την τελειωτική  παρτίδα σκάκι με την αδυσώπητη σελήνη.


Η μητέρα μου καταστρώνει σχέδια για το πλάνο της μέρας.







Σκηνοθετούν οι γλαφυροί άνεμοι και το σπίτι
Καταπίνει την ταυτότητα των ενοίκων του. Γυαλίζουνε
τα σκεύη του στα ράφια
Και μια πρωινή ιστορική ηλιαχτίδα
μπαίνει από το παράθυρο
Τρίβει το ένα πιάτο πα’ στο άλλο
Τρίζοντας από γυαλιστερή ματαιοδοξία. Τότε

Μια ευγενική σιωπή έρχεται και διεκδικεί τα πρωτεία
Ανάμεσα στις οικοκυρές των θνητών.

Η μητέρα μου καταστρώνει σχέδια για το πλάνο της μέρας.
Τόσο μικροσκοπική τόσο διάφανη
Που ο ήλιος εκθέτει σε θέα την καρδιά της.

Διαρκής ήχος από φωνές πουλιών και φτάνω κάποτε
Να αντιλαμβάνομαι ότι δεν στερεώθηκε καλά ο θόλος
Και το ταβάνι των δευτερολέπτων θ’ ακουμπήσει πάνω μου
Κάνοντάς με να μην πιστεύω σε καμιά εξουσία..






Πάντα οι ιδέες σαρκοβόρες θα είναι.




Πάντα οι ιδέες
σαρκοβόρες θα είναι.
Μπορεί γι αυτό να έχουν
ύστατο επιχείρημα μια κάννη
αν έρθει η ώρα
να εφαρμοστούν. Άλλωστε
Ο άνθρωπος
πάντα θα ευτελίζει
το πολύτιμο.
Έχει εγωισμού καταβολές
που δεν κατάφερε να αποβάλλει.
Στην ποίηση
να σκέφτεσαι και να αισθάνεσαι
ισοδυναμεί με το να υπάρχεις-
έτσι εξηγείται ότι οι στίχοι
έχουν άρωμα ρόδου
ή ματώνουν αντίστοιχα
λίγο πριν σε αγγίξουν
στην καρδιά.



Πολλαπλασιάζω τις σιωπές επί τον εαυτό τους.



Προτού ξημερώσει
κι απ’ το βαθύ σκοτάδι
Πετάγονται της αγρυπνίας μου
οι νυχτερίδες.
Έχω το φως ν’ ανάβει
στην λάμπα. Κάτι κουνούπια
Με ταλαιπωρούν. Η ειρωνεία
είναι ότι έγινα πιο πεισματάρης
μες τις πραγματικότητες.
Τώρα καταλαβαίνω
των πραγμάτων τον μαρασμό
σαν ένα αφυδατωμένο φρούτο
που ξεκάθαρα σου δείχνει πια
κάτω από την ζαρωμένη σάρκα του,
το κουκούτσι.
Πολλαπλασιάζω τις σιωπές
επί τον εαυτό τους.
Μου περισσεύει η μοναξιά.
Χαμογελώ κι υπάρχω
Όπως να με κρατάει απ’ το χέρι
να βαδίζω
Της αισιοδοξίας ο ήλιος.







12 Σεπτεμβρίου 2012

Ιδαίον άντρο..


 
 



Ας κλέψω μια μικρή βοσκοπούλα των νεφών και ας
Καταχωνιάσω τα σκονισμένα βιβλία μου
μέσα στο άντρο που η αίγα έδινε το γάλα στον θεό-
Ψηλά ψηλά σαν να ξεκρέμασα τα άστρα
Και κάτω από το φως τους τώρα
Δειπνώ μιμούμενος τον φοβερό χορό των πια νεκρών τιτάνων.

Η νύχτα είναι ήσυχη, πετούν νυχτερίδες
Και μια απαλή μουσική επαναλαμβάνεται
σαν το σορόπι που αφήνει η δροσιά πάνω στα κουκουνάρια.

Ωραία ζωγράφισα! Ίσως με σκέψη ίσως με καημό.
Ακολουθώ ευχή που έδωσε η καρδιά μου
Και μια στιγμή θα φτάσει στα χείλη σου.
Όταν σκοτεινιάζει
είμαι μια συλλαβή αγώνα που δεν τέλειωσε ποτέ του..

Θα κοιτώ τα μακρινά άστρα και θα γελάω



Θα σε διώξω να μείνω μόνος με τον ουρανό
Θα κοιτώ τα μακρινά άστρα και θα γελάω
Κάτω από το βλέμμα τους
Δεν θα φοβάμαι πια την νύχτα
Η ανάσα μου θα ανάβει τον λύχνο του φεγγαριού
Κι από το χνώτο μου ο έρωτας θα κλέβει θέρμη
Εκεί που περπατάω ξυπόλυτος στην παραλία μια φορά
θα ζω σαν έξω απ’ την πραγματικότητα, αντιρρησίας
Σε όλα τα παραδεγμένα- να λοιπόν εγώ
Που σ’ αγαπούσα κι έχω φύγει
Προς μια μεριά της ερήμου που πίκρανε
Και σε μπελάδες μεγάλους με βάζει
Να που συλλέγω βότσαλα και τα μικρά κλαράκια
Που ξέβρασε η θάλασσα και τ’ απιθώνει
Εκεί,
στην άμμο,
πλάι στο ήσυχο κύμα,
κοντά στην καρδιά μου..


Τι πρεσβεύουν οι μοναστηριακοί καλόγεροι που με κατοικούνε;






Ενιαία σύνολα μιας πραγματικότητας που αλλάζει
Βαθιά ριγωμένες γκρίζες συννεφιές
Κι ο ουρανός πάνω απ’ το κεφάλι μας βαραίνει.

Κάνει να βρέξει·
η γη σκυθρωπάζει
και προσεύχεται

Σε ομοούσια νερά, σε αινιγματικό αεράκι, σε φως παλινδρομικό
Καθώς οι δημητριακές της εξάρσεις
αντεπιστέλλονται στον ήλιο
Που κρύφτηκε σαν μ’ έναν τρόπο κρυψίνους.

Τι πρεσβεύουν οι μοναστηριακοί καλόγεροι που με κατοικούνε;

Πού πάω κι εγώ που τρέμω μες του σκοταδιού την υποψία;

Μόνο την ποίηση έχω κι εσένα
που δεν χωράς με τόσα αισθήματα
πια μες τα λόγια μου..

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου