Ανάμεσα απ’ τους ηλίανθους
ένα ποταμάκι κυλάει πασίχαρο και ζεύει κάθε ηλιαχτίδα
στο υνί του ζευγολάτη.
Ασβεστολιθικά πετρώματα πιπιλούν την σιωπή του κάμπου.
Πιο πέρα ένα νταμάρι ζει με πλανισμένο μάγουλο
την εκατονταετηρίδα του.
Πεύκα που κάνουν τον νταή στον άνεμο.
Καρυδιές μηρυκάζουν την αίγλη της σιωπής
και σκίνα
ατσαλένια που το καθένα δάκρυ τους
είναι ρετσίνι ορμέμφυτο.
Συκιές που αυνανίστηκαν μες το ηδονικό και λίγο φως.
Πέτρες γδυτές από την πέτσα της σκληράδας.
Κραυγαλέα επιχειρήματα της μέρας και η Κυριακή
να αλλάζει όλα τα πρωτόκολλα
που θέσπισαν οι μήνες του καλοκαιριού.
Τα φύλλα μολογάνε μια περίπτωση αλήθειας
καθώς η Θράκη μεγαλώνει ψεύτικα
τα πατριωτικά της μελτεμάκια.
Σιγά που ψιχαλίζει
τώρα! Κομπάζει αρχέγονα σπουδαίο το νερό.
Σβήνομαι μες την φύση και μου περισσεύει η λεβεντιά μου.
Όταν το απόγευμα σαν δόρυ που με λάβωσε ο ουρανός
πλακώνει με το βάρος του το ποίημα μου
και όλοι τρέχουνε να σώσουν κάποιο στίχο..












