...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

24 Αυγούστου 2012

ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ

Αυτές οι σάλπιγγες του δειλινού που ακούγοντας τες

η ψυχή μου αναστατώνεται.
Ο Ιούλης που σε κράτησα στην αγκαλιά μου αήττητη.
Ο Ιούλης ενός φεγγαριού.

Το λιανό φως έστελνε
σε άλλες εποχές τα βράχια
κατ’ από την Ακρόπολη
που βούλιαζε και ταπεινά
χάνονταν μες το μαύρο.

Η έμπνευση  έτρεξε στους δρόμους της πολιτείας
με τα φώτα αυτοκινήτων.
Τα παράθυρα έκλειναν σιγά
και μεγάλοι ίσκιοι από άντρα και γυναίκα που θέλγονται του έρωτα
βημάτισαν στην κάμαρη.
Ο σκοταδόγατος εγώ.
Η ζωή μου λέω ρημαγμένη.
Ταπεινός μέχρι τέρμα κάτι έλπισα
από βουερή ψυχή ν’ ανάψει αλλά ο μάταιος στοχασμός
δρασκέλισε τα σύνορα του απόκοτου
και γίνηκε πάλι απόγνωση.

Η ώρα δώδεκα  το μεσονύχτι ψάχτηκα και βρέθηκα μόνος.
Κ’ εσύ που ήσουν;
Με γεμίζει ο πόνος του άδειου ορίζοντα!. 

                                                             Αυλίδα 15/7/82

ΣΠΙΤΙ ΑΠΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

                     Το σπίτι μου το είπε η θάλασσα και θυμωμένο
στέριωσε ανάμεσα στις λεμονιές.

Αναμέριζε ο λεβάντες στις κουρτίνες του παραθυριού
και τα βουνά ανάφαιναν μέσα στο δείλι ροδαλά
κι ανάλαφρα που λες θα τα ’παιρνε η πνοή του Αυγούστου.

Εγώ ήμουν πάντα μέσα σ’ ένα όνειρο φχαριστημένος.
Το λουλούδι είχε πει το ποίημα του εκεί και
μυρισμένο το σύμπαντο της σκέψης μου από τη φεγγοβόλα ανάσα του,
ατιθάσευτες άφηνε τις μουσικές να πα να σμίξουνε του άπειρου
μες τον άλλο κόσμο τον δικαιωμένο.

Τριγυρισμένος αγιόκλημα λοιπόν.

Κάπου πέρα, στα θαλασσινά χαράματα, προσηλωμένος όπου
έβγαινε ο ήλιος ο διαλαλητής ενός «πιστεύω» άλλου-
κοντανασαίνοντας πήγα στο εικόνισμα του πόθου μου
μπροστά ν’ ανάψω το κερί μου και να:
βρήκα πάντα μέσα σ’ ένα όνειρο εγώ
να ‘μαι φχαριστημένος – όμως
ο κόσμος ,
έξω του,
καίγονταν στην οδύνη του της πιο πικρής ζωής!

Άραγε τι να ναι που μας μαγνητίζει της ψευτιάς
και δεν μας αφήνει να δούμε
και που τολμάμε η τόλμη μας όλη στράφι
γιατί λάθος τόλμη είναι
και άδικος μόχθος.
Ή μήπως το αίνιγμα μας θα μας σβήσει κάποτε
όταν θα βρει την λύση του από κάπου-      Πήγαινα

αρνητής.
             Και που αρνιόμουν, νάσου να μου έρχεται
καπαπάνω το αρνημένο μου
και στανικά να θέλει να με πείσει η ανάγκη
έτσι είναι.

Η βωβή αλήθεια προσγειώθηκε στο μυαλό μου
σούρουπο μελαγχολικό-
και είπε λόγια δύσκολα.
Είχα το χέρι τεντωμένο μέσα στο άδυτο του φεγγαριού
και
αίσθηση!
ένοιωσα να σκιρτάει στα δάκτυλά μου το αίνιγμα
που ζήλευε μια λύση.
Το σπίτι απαλά έφυγε για να ναυαγήσει μες τα σύννεφα
που το 'πιανε από δίψα.
Οι κουρτίνες του μια φορά αναμέρισαν φυσώντας ο άνεμος
και
είδα το κάστρο των ανθρώπων
να το φρουρεί η εκδίκηση καθώς
έμεναν ολομόναχοι
αυτοί
μες τον ατόφιο εγωισμό τους.



                                                                Αυλίδα 10/8/82


ΥΠΝΟΣ

                                                  
Ακούω αυτό το βράδυ από μακριά:   κυμαινόμενη νύχτα
φεγγάρι μ’ έναν σάλαγο από τα όνειρα της τριξαλίδας.
μία σοφία ύπνου μέσα στα μεσάνυχτα·    
η σίγουρη κληματαριά,                              
κάτω της
                ένα κλειστό κρεβάτι:  
βάρκα του ονειροπαρμού μου:

Βλέπω μία την ψυχή μου..
περπατεί μες τα άδεια δωμάτια
του αιώνα-
βρίζοντας τόσο μυαλό μπαγιάτικο
μες τα κρανία των ανθρώπων.
Γύρευα την δικαιοσύνη-πόλεμος
γύρευα την αγάπη- η κακία!

Ο εαυτός μου ένας  θε μου!
πως να τα βγάλει πέρα με ένα μηδέν
που τείνει στ’ άπειρο;
Δέχεται τόσους αριθμούς να ζευγαρώσει που στο τέλος
βγαίνει μπαστάρδικο αποτέλεσμα από μνήμες που απώλεσαν
την πιο δική μου ευτυχία.
 Όταν οι ώρες μου θελήσανε αρίθμηση…


                                                                          Αυλίδα 10/8/82

23 Αυγούστου 2012

Είμαι που παίζει την παράξενη μουσική του αυλός.


Αχαρναί, Ίλιον, Φάληρο
συμπυκνώνονται
σε μια σταλαγματιά.
Συσπειρωμένος όπως ελατήριο που θα εκτιναχτεί
γράφω.
Ο Αύγουστος θα τελειώσει σαν ένα βιβλίο που αδιάφορα κύλησε
και θα ‘ρθει ο χειμώνας με τις μεγάλες παγίδες του.
Δεν θέλουμε να τιμωρούμε και γυρίζει καταπάνω μας το αίμα της φυλής.
Οι εθνικισμοί μου είναι πλάνη.
Πατριωτικά ονειρεύτηκα.
Κάτω από ένα σεντόνι ουρανό.
Ελλάδα με πυρπολείς και με λιώνεις.
Είμαι από συνομοταξία λεπιδόπτερων που οδεύει προς την κατακρήμνιση των σκήπτρων.
Μια μέλισσα που φέρει γύρη γονιμοποιήσεων τρανών.
Είμαι που δεν είμαι αυτός που οι άλλοι θέλουν να υποτάσσεται.
Είμαι που παίζει την παράξενη μουσική του αυλός.



Όπως και να το επιστρέψεις θα είναι φθαρμένο μέχρις εσχάτων το φωνήεν σου


Εύθραυστη καραδοκεί η απουσία
να κατακτήσει το έσω μέρος σου

Αποφλοιώνεσαι κι είναι αυτό μια συνήθεια
να σε μπαρουτοκαπνίζει της ζωής η φωτιά

Όπως και να το επιστρέψεις
θα είναι φθαρμένο μέχρις εσχάτων το φωνήεν σου

Οι πολιτικές ψεύτισαν κι έγιναν θλιβερές ιδιοτέλειες-
ποιός να ταχθεί
Υπέρ πάτρης και τα δώσει όλα
για την ασπίδα του

οι αχρείοι άρχοντες και που τους βλέπεις ξέρεις ότι κίβδηλα χαμογελάνε

εγκλωβίστηκαν οι τίμιοι σε μια ρουλέτα τρόμου

η οξείδωση περνά προς τα μέσα και χαλούν το ένα μετά το άλλο τα συστήματα

οι κοινωνίες αυτοκτονούν μες την τραπεζική φυλακή

οργανώσου να επιστρέψεις τα σα εκ των σων στην Κιβωτό της Διαθήκης που ξέρεις

οι ποιητές μαραζώνουν αν η Άνοιξη δεν φέρνει χελιδόνια ελπίδας..

22 Αυγούστου 2012

Ζω δράμα που υποθάλπει ο λόγος..



Ανταποκρίνομαι στις λυρικές ευθύνες του εαυτού..
Ζω δράμα που υποθάλπει ο λόγος..
Όταν μ’ ανακαλύπτω
περιπλανώμαι στην έρημη παραλία
κάτω από τ’ άστρα
Οι θύελλες του νου έχουν περάσει αφήνοντας
Σημάδια πόνου στο μαστιγωμένο δέρμα.
Όσο ζω έντιμα
τόσο με ατιμάζει η φούρια της πραγματικότητας.
Έχω θελήσει έναν λόγο  λαγαρό
και που να ευωδιάζει θυμάρι.
Βότανα εντόνου δράσης είχε πάντα η επιθυμία μου.
Άρχεσθαι από την φωτιά που δεν έχει κατεύθυνση
Και πηγαίνοντας προς την ηθική που μπολιάζει
τα πάντα με αλήθεια..
Αναρριχώμαι φαίνεται στην πιο δύσβατη πλευρά των ονείρων.
Μυστικιστής με σκέπη τον νοηματικό ουρανό.
Ζεύω την μέρα στο υνί που οργώνει βαθιά
Θάλασσες πόθων και συλλαβές μιας βίβλου που γράφουν
οι νέες κοινωνίες..






Η οικουμένη κοστίζει μια αναπνοή κι αν πεις την αγοράζεις όλη μπιρ παρά.




Θνήσκοντος Αυγούστου οι ελεήμονες άνεμοι σφαδάζουν με ψυχή για ψυχή.

Πιο ελαφρά τα χελιδόνια στρώνονται σε δουλειά οικοδόμησης.

Πετούνε έντομα χιλιάδες και δακρύβρεχτα τα ακρογιάλια αποχωρίζονται τον ζωτικό ωκεανό.

Οι λέξεις μου θεληματικά ξεπεζεύουν
Από το άτι των λεξιλογίων και λερώνονται στην αμμουδιά
Παίζοντας με κοχύλια και ξερά κλαδάκια.

Η οικουμένη κοστίζει μια αναπνοή κι αν πεις την αγοράζεις όλη μπιρ παρά.

Τσαμπί σταφύλι ιριδίζει το διονυσιακό του αίμα μπρος στο δυνατό λαμπιόνι του ήλιου.

Στην ακτογραμμή των νεφών ο ουρανός μαστιγώνει την ουτοπία των ποιητών.

Κι η πίστη στα Ορατά είναι μια ζεύξη του Απλού με το πολλαπλό που το  είδωλό του ξεφτίζει.





Η Ελλάδα είναι μια φωνή κι ένα τσιφλίκι του θεού που δεν πέθανε


Πάλι και πάλι επανέρχονται τα μελίσσια της θερινής ταξιαρχίας

Μες τον κάμπο που οι πράες αγελάδες ξαπλώνουν ολόβαρες πάνω στο χώμα ατάραχες για καθετί

Έλα άνεμε φυσιολάτρη μου και συνωμότησε με τον αρχέγονο ήλιο

Έλα καρδιά μου και χαίρου μες την πνοή που τα δέντρα αφήνουν λευκό ιαματικό καταστάλαγμα

Η Ελλάδα είναι μια φωνή κι ένα τσιφλίκι του θεού που δεν πέθανε

Στο πρώτο φως της αυγής μελτεμάκι πασίχαρο
Βαραίνει τα απίδια που αφαιρούνε έννοιες χυμώδεις απ’ το καλοκαίρι

Η θάλασσα είναι μια έκθεση ιδεών που δεν χωράει στο μυαλό μου

Μόνο πλουταίνει και πλουταίνει πάναγνη και σιντεφένια.

21 Αυγούστου 2012

Τι οσμίζονται οι νύχτες και βάφουν το φεγγάρι μ’ αλλοπρόσαλλο κόκκινο;






Τι οσμίζονται οι νύχτες και βάφουν το φεγγάρι μ’ αλλοπρόσαλλο κόκκινο;

Ποιό σινιάλο ακολουθούν οι καπετάνιοι γλάροι και το πλοίο της φαντασίας πλέει γύρω από τον φάρο της συγκομιδής;

Στο μουράγιο ένας λέοντας ήλιος κάθεται πάνω στον μεσαίο κάβο της έμπνευσης

Τόσο κατασταλαγμένα αθώος που τραχιά είναι τα κρωξίματα και τα φτερά του

Οι μάγισσες ώρες κρατούν ένα παλιό βιβλίο με χοντρά εξώφυλλα που οι προφητείες μέσα του το λαμπαδιάζουν

Άγουρος είναι ο καιρός και ο πόνος

Όχι χρήματα -  με στοργή αγοράζεις σιωπή που σε μέθυσε

Αντίβαρο στο σκοτάδι το ποιητικό φως μιας κραυγής που διασπά κι άλλο το άτομο

Από μια σχάση δυνατή περιμαζεύω τα ηλεκτρόνια που φορτίζουν τα μυαλά μου με εμπλουτισμένο φεγγάρι..


Εγώ δεν θέλησα να σχολιάσω το καλοκαίρι





Εγώ δεν θέλησα να σχολιάσω το καλοκαίρι
Εγώ θέλησα να πιω την θάλασσα κι ας μεθύσω!

Όλα τα ποιήματα που μου στοίχισαν την ζωή μου



Οι ερωτήσεις που απέτυχαν να βρούνε απαντήσεις
Κάποτε γίνονται αγκάθια που καψαλίζονται από τις πυρκαγιές του καλοκαιριού
Και βαρούν τον συναγερμό μιας δόξας που εκλάπη

Οι απαντήσεις που γέννησαν κι άλλες ερωτήσεις
Έφτασαν στην αιμομιξία γιατί η κατάφαση που έσερναν
Δεν μπόρεσε να αποκαταστήσει τα είδωλα που είχαν φθαρεί

Όλα τα ποιήματα που μου στοίχισαν την ζωή μου
Κατά βάθος με περιέγραψαν σαν έναν άνθρωπο στριφνό που άξιζε
Μιας άλλης προσοχής και ήτανε ακίνδυνος τόσο!

Δεν πέθαναν οι ρήσεις που μας αναθρέψαν.





Να ταχτοποιήσω τα σύνεργα, να ψάξω μες την μοναξιά μου λόγια
Που δεν σκλαβώθηκαν, να πιστέψω σε ό,τι μου δίνει φωνή
Από μέντας έλαιο ο αέρας γίνεται σημαιάκι αυτοκρατορικό
Εν τούτω νίκα κι όπως βασιλεύει
Ο ήλιος χιλιάδες πουλιά που πολλαπλασιάζουν την Ελλάδα
Επί τον εαυτό της καθιστούν το απίστευτο και όμως κατανοητό
Δεν πέθαναν οι ρήσεις που μας αναθρέψαν.




Κινούνται εναντίον σου τα λόγια




Κλείνουν όλες οι πόρτες και σφαλίζονται
Μια για πάντα – σαν
Για να μην πάς πουθενά, να κλειδωθείς
Σε μια κάμαρα απ’ όπου
Θα σε αποστεώσει το φως και του σκοταδιού οι σφαίρες
Θα σε βρούνε κατάστηθα, όπως να πολεμάς
Αόρατο εχθρό και ποιός νικάει;

                  Κινούνται εναντίον σου τα λόγια
                  Και κείνα που δεν είπες
                  Εγκληματεί η μοναξιά και νυν
                  Γράφεται στην σελίδα η απουσία.

Το βιβλίο ξενίζει και οι ήρωες που ζούνε εντός του
Είναι δεσποτικοί, σε δυναστεύουν
Όπως φιλοσοφείς ανοίγοντας μία παρένθεση
Απ’ όπου η κατάθλιψη εισβάλει. Τότε

Που να γερνάς δεν έχει ουσία
Μόνο τα μάτια σου κερδίζουνε εικόνες
Που η φαντασία σε προίκισε, τότε
Που μόλις πας να κοιμηθείς σ’ ένα κρεβάτι
Πάνω στο μαξιλάρι σου θρονιάζεται μνήμη οχιά.,.


Με γελούν οι αισθήσεις μα οι αισθήσεις είναι φωταγωγία



Τέλειωσαν οι αβρότητες των νεφών, η ψυχή μου ζητά γαλήνη
Αποταμιεύω λόγο του ήλιου και η χαρά των φωνηέντων του
στιγματίζει πορφυρά τα γαρίφαλα
Κατά βάθος επαίτης
Του διονυσιακού ουρανού
Τρωκτικός που θέλησε διέξοδο
Μες τα λεξιλόγια των ανθέων
Στρέφω τον νου κατά το σκοτεινό
Ιδεατό φαρμάκι του θανάτου
Με γελούν οι αισθήσεις μα οι αισθήσεις είναι φωταγωγία
Μες την νύχτα του Αγνώστου
Η επιστήμη με χαράσσει με την ανεξίτηλη δράση της
Το μολύβι μου μουντζουρώνει την σελίδα της παρακμής
Και το τέλος των πραγμάτων γράφει έναν επίλογο στην ύλη
Που γέρασε να παριστάνει την σπουδαία
Ειρωνεύομαι τις αξίες της
Θα μείνω μ’ ένα κόκαλο να προσπαθώ
Να στήσω έναν σκελετό ελπίδας
Όπως η Αθωότητα θα μ’ αξιώνει να θρυμματίζω
τα σαθρά ποδάρια μου
Επάνω στην πέτρινη φυλακή της κοσμοθεωρίας
των απάτριδων εχθρών μου.

                                                         21.8.2012



Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου