...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

5 Μαρτίου 2015

ΑΝΤΙΠΥΡΙΚΗ ΣΤΟΛΗ..




Το αραχνιασμένο τούτο κελί που ο μονήρης μου βίος κρέμεται
μες την μεταλλική λάμψη αντιπυρικών στολών στο ντουβάρι.

Που σίγουρα κοροϊδεύει αυτή την απληστία μου να κερδίζω
πάντα τόσο μελάνι γραφής
στα τετράδια.

Καθώς
ο ουρανός είναι συννεφιασμένος·
κάνει κρύο·
είμαι οικοδόμος·
απολύομαι σε λίγες μέρες·
τις φαντάζομαι επιγραμματικά να λένε «ζει».


Ε λοιπόν υπάρχουν αντιστασιακές μονάδες στο αίμα μου·
κόκκινα αιμοσφαίρια που έχουν ανταρτέψει·
το κύτταρό μου συντελεί
στην αθωότητα.

Μπορώ να δω όμως γύρω μου
την βαριά ψυχολογία του πονεμένου ανθρώπου!

                                                                     27.10.1983   Ζούμπερι

ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΒΡΙΚΟΛΑΚΩΝ..






Σωσμένος από κώδωνες κινδύνου.
   Παραλίγο η θανάτωση της ελπίδας μου.
     Οι αφροί των αλόγων της νύχτας
        που κάλπασε ώρες αμέτρητες  και
           σταμάτησε πάνω στην πλάτη μου..            
              Φοβάμαι…

             Ο δαίμονας της Ευρώπης μ’ έχει τρομάξει
                για καλά·            
                   η ιστορία έπαψε να ‘ναι  γενναία-
                      Άναντρη
                        Άναντρη
                           Άναντρη…

                        Είναι ξεκάθαρο: για την σταύρωση
                     χρειάζονται τα καρφιά
                   ο σταυρός
                κι ο λαός που θα υποφέρει.
             Στον ύπνο μου μία Μαγδαληνή..

-Δεν θέλω κολόνια, δεσποινίς·        ένα ποτήρι νερό, παρακαλώ!
 -Μα κύριε… Έχουν όπλα πυρηνικά. Τι μπορεί να πετύχεις σβήνοντας μια δίψα;

Όλα μοιάζουν θέαμα πικρής καρδιάς.
   Καγχάζει ο ουρανός
     όλο ταμπούρλα άστρων.
       Όλα είναι φάρσα,
         λίγοι την καταλαβαίνουν,
           γελάνε.
            Το πρωί ξυπνώ,
            - Φλεβάρης μπαίνοντας ένας κουτσοπόδαρος Μάρτης-
                γεμάτος εξανθήματα..

     Είναι πεύκα..
       Κάποιος ξαποσταίνει δίπλα στο ήσυχο ποτάμι..

         Δεν με σκεπάζει η θρησκεία·
           έπαψα να ‘χω ευαγγέλια..
             Υπάρχει ένας στεγνός λόγος
               σαν το πλυμένο βρακί μου·
                 το στέγνωσε ο αέρας..
                   Πιστεύω απόλυτα σ’ αυτό:
                     καθένας έχει το δίκιο του!

Ερμηνεύστε με λοιπόν…
Ποιός ξέρει ότι το δίκιο
είναι μια λακκούβα του δρόμου;
Ανύποπτος πέφτεις μέσα…          Ώ κορίτσια!
Μόνο για έρωτα και για κραιπάλη-
σήμερα είναι η μέρα σας!

          Θα φορέσετε εσώρουχα καθαρά
              να σας ερωτευτούν τα σαρκοφάγα αγόρια..

                   Είμαι σ’ ένα συμπόσιο βρικολάκων..
                    Φοβηθείτε·
                      πέστε μπρούμυτα μες τον τρόμο σας·
                        πυροβολώ..
                       Η πολιτεία, λυσσασμένο, τσιμεντένιο σκυλί
                    πολεμά να κρύψει την αρρώστια τα βράδια·
                  με φωταγωγίες
               ζεϊμπέκικα στα καπηλειά·
             ο θρήσκος κουκουλωμένος την κουβέρτα του
          βρίσκει τον τέταρτο ύπνο..      
       Εγώ
     φυλάω σκοπός,       Ώ θεέ!
  Αγρίεψα απ’ την πολλή αηδία,
-συνέχεια νευριασμένος!-

Αλήθεια:
ποιός θα είμαι την μέρα του θανάτου μου;
                                                                                1.3.1982

μέσα σε μια χαρά διθυράμβου!




7.

Αν είμαι ολόκληρος μες τον βυθό της τραγωδίας, νικημένος
      από το ίδιο μου βάθος, το ύψος
         της ψυχής μου ονειρεύομαι·

                μέσα σε μια χαρά διθυράμβου!

                                                           Ηράκλειο  1980

Φώναξε μήπως και σ’ ακούσει ο άγγελος..



16.

Φώναξε μήπως και σ’ ακούσει ο άγγελος..
Κι όμως ο άγγελος δεν άκουγε, το ήξερες·
είχε μια πολύ αθώα καρδιά μα μόνο
για τους αθώους και τους ταπεινούς.

Εσύ
κιόλας είχες γευτεί της αμαρτίας την θέρμη·
περίμενες την παιδωμή..

Ξύπνησες την αυγή κι όπως συνήθιζες
αντιστάθηκες στο χαμόγελο
που θέλησες σαν κοίταξες από της κάμαράς σου το παράθυρο έξω
τα πουλιά να πετούν μέσα στην παγωμένη ανατολή πιασμένα
από ‘να σκοινάκι ελπίδας..

Κατέβηκες αργά τα βαριά σκαλοπάτια
να φύγεις για το δάσος απέναντι
που σε γύμνασε τόσον καιρό στην μοναξιά..

Φώναξε μήπως και σ’ ακούσει ο άγγελος..

Η κοπέλα που σε καλημέρισε ήτανε
μάλλινο σκουφάκι και χεράκια μικρά
βολεμένα μέσα σε δυο γαντάκια που έκαναν νάζια.
Τα ματάκια της λάμπανε·
λάμπανε καθαρά, νεροσταγόνες!


«Καλημέρα!»  απάντησες και ανέβηκε
τόσο πίκρας φαρμάκι στα χείλη σου που
τα χρόνια σου ένιωσες που φύγανε, έτσι, αδιάφορα
και σου ‘φτασε να κλάψεις!

Επιτέλους!

                                                                   Γενάρης 1981

έλα να κατοικήσεις μαζί μου.



Γ


Είναι η μέρα που με μισεί και μ’ έχει (αυτό το θυμάμαι)
πολλές φορές ξυλοδαρμένο..


Τώρα θέλει να μου φερθεί καλά,
το προσπαθεί και βλέπω
το προσποιητό της χαμόγελο σαν μια γκιλοτίνα
που εγκυμονεί για μένα κινδύνους..


Δες!
Είναι στον μήνα της·
γέννησε·
μου ‘κοψε την ψυχή!


Στο νούμερο 27, οδός Κονίτσης
μένουν οι φίλοι μου, φοιτητές.


Σπουδάζουν πάνω στα γρανάζια
που κι εγώ κι εσύ κινούμαστε:


στοίβες δολάρια, χιλιάρικα, δραχμές!
Φαντασμαγορία!


Οι δρόμοι φωνάζοντας, στριγκλίζοντας, με κορναρίσματα
φρεναρίσματα, κλάξονς-
για να περάσει ένα ασθενοφόρο ή
μια πυροσβεστική…
Καίγεται το σπίτι σου-
Τρέξε αν τ’ αγαπάς- Αλλιώς
έλα να κατοικήσεις μαζί μου.


Κάτω απ’ τ’ αστέρια υπάρχει πολύς
τόπος-
κι είναι το νοίκι φτηνό,
καλή η διάθεση!
9.3.1982

4 Μαρτίου 2015

ΑΘΗΝΆ.




Ύστερα σε ζητήσανε μεγάλα μεσημέρια-
νησάκια ελληνικά και ιερουργίες του ασβέστη
που έχρισε αυτόν τον κόσμο αθανασία!

Γαλουχημένη της ανατολής και σίγουρη
μες την σοφία του ημερολογίου
τόσου αρχαίου λόγου κληροδοτημένου.

Το πρόσωπό σου μέσα στις παλάμες
που χάιδεψαν το σώμα της ανυπαρξίας
πριν μαραθούν!

Σε ζητήσαμε περπατώντας στην Ακρόπολη·
ο σκληρός βράχος
άντεξε εκεί, αιώνες·
κάρφωσε μέσα στην καρδιά μας
το λίθινο ξίφος του·
η γεωμετρία των ναών του
έφερε την αρχιτεκτονική έμπνευση
στα πέρατα της γης·
οι κίονες σηκώσαν ουρανό..
Σε συναντήσαμε
μες την σπουδή της ιστορίας
πλάι στην ιερή ελιά.

Κι όταν θα λέγεται το δειλινό γραμμένο όλες τις χάριτες
ξέραμε πως θα φύγεις πάλι, θα χαθείς
μέσα στον ύμνο σου.

Μ’ εμάς
πιστεύοντας αιώνια σε σένα..

Ηράκλειο 1980

ΚΑΘ' ΟΛΑ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ..


Β...

Μισανθρωπήσας
εν τοις όρεσι διητάτο
πόας σιτούμενος και βοτάνας·
η νύχτα πάει αστερόεσσα!

Φιλόσοφε
σκοτεινέ,

ούτε θεός ούτε άνθρωπος εποίησε
τον κόσμο σου-
μόνο μια ζωντανή φωτιά-
ανάβει και σβήνει-
αέναο παιχνίδι
των αντιθέσεων,
γοργό ποτάμι με νερά ορμητικά..

Πώς τάχα μας κληροδοτείς το μέγα τούτο
πολεμικό μυστικό της διαλεκτικής;

Η νύχτα πάει αστερόεσσα και την κοιτάς
βαθιά σαν να μην είναι άλλη νύχτα ίδια πια.

Και ξέρεις ότι θα φύγεις μες τον θάνατο·
η ζάλη του νου σε κούρασε πια·
ζητάς να ματαιώσεις την γαλήνη του εφησυχασμού

και να χωθείς μέσα στην χαμηλή νέφωση του αναίτιου
που ‘χει εσένα για αιτία!

Ηράκλειο 1980 

ΚΑΤΑΓΩΓΗ.


Είμαι μέσα στο καλογυαλισμένο, μαύρο παπούτσι της νύχτας.
Φοράω κατάσαρκα
τόσους αιώνες ελληνικής μιλιάς.
Γράφω με το αίμα της συμπυκνωμένης ετούτης ώρας
που ποδηγετεί
στον ορίζοντα της γεωμετρίας της
τον αρχαίο χρόνο της γης μου.

Στην μυστική αφθονία του σκοταδιού
προβάλλει ο φθόγγος της αυγής.
Έρχεται ο ήλιος με το αγέρωχο πρόσωπο·
γνωρίζω το ύφος της Παρασκευής αυτής
που κρατιέται απ’ το κοτσάνι
του δέντρου της εβδομάδας.
Στο βάθος της γόνιμης γης
ο καρπός σταλάζει το μέλι του.
Αρχίζει η πορεία του προς τα πάνω.
Από πού αρχίζει η ποίηση παρά από τούτο το μένος
που μνημονεύει ο Όμηρος για τους αιώνες;
Κι οι παππούδες μου κληροδοτούν στους σκοτεινούς μου γονείς
την λυρική άνοιξη στο νησί της Σαπφώς!

Νιώθω την καθαρή μυσταγωγία του Ορφικού λόγου!
Βρίσκομαι ταυτόχρονα στο παρελθόν μου και
στο παρελθόν όλης της ιστορίας!
Πρόγονοι παραβγαίνοντας στα μουσικά, παίζοντας λύρα·
βάζοντας το αυτί στην γη ν’ ακούσουν
την φλέβα του νερού, την μυστική συνάντηση
της φύσης με του ανθρώπου
το αξεδίψαστο..

Οι ποταμοί στεγνώνουν μες τις φλέβες μου.
Ξέρω το ορμητικό τους κύλισμα
μέσα στα χωματένια σπλάχνα μου.

Είμαι στο πρώτο διασκεδαστικό παιχνίδι
του ποιητή με τις λέξεις..

21.10.1983 Ζούμπερι 

ΝΥΧΤΕΣ ΠΟΛΛΕΣ..




Νύχτες πολλές και αγωνίες ασίγαστες..
Γελούσε η κοπέλα· τα μαλλιά της
λυτά ανεμόδοξα..

Με πρόσωπο που χλώμιανε απ’ την αγρύπνια
σε ποιά μνήμη προγονική βυθώντας
σε είδαμε να μας χαμογελάς, ώ Ήρα! ώ Αθηνά!

Οι μύστες ακολούθησαν μεγάλους όρκους
στον βράχο ιερό της Ελευσίνας·
τι μυστική πομπή από παρθένες κόρες
άνθη και μυρωδιές ευαγγελίας!

Τρίξαν οι σπόνδυλοι απ’ τις κολώνες·
ποιός να αντέξει τόσο βάρος
στους αιώνες;
Πόση τραγωδία
γύρω μας και παντού!

Βρές μου τον τρόπο
ν’ αποκρυπτογραφήσω τον καιρό που περνά…

Η γη η χλοοφόρος και δυνητική
κομίζει γονιμότητες της Δήμητρας·
τρέχει
το γρήγορο ελάφι της θεάς·
χάνομαι μέσα στον βασανισμένο
συλλογισμό μου.

Ποιός τεντώνει την χορδή του τόξου;

Τοξεύει μέσα στην καρδιά μου
ευαισθησίες γαλανού φωτός!

Ελευσίνα 1980 

ΥΠΑΡΧΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ..





Υπάρχω μέσα στην επαλξωτή οχύρωση των ματιών σου
όταν αυτά κυνηγάνε έναν άνεμο δημητριακό,
σπέρνοντας τα χέρια μου
στο κορμί σου
που διψάει χάδια..

Το στενό δρομάκι του πόθου διευρύνεται.

Μπορώ να σε κομματιάσω με τα σπαθιά της επιθυμίας μου, να σε φάω
για να υπάρχεις μέσα μου
σαν ψυχή υλική..

Τις άλλες μέρες και νύχτες
είναι πότε ο ήλιος και πότε η σελήνη·

εσύ κοιμάσαι στα σπλάχνα μου·      
κ’ εγώ
σου προσφέρω ένα απαλό νανούρισμα υπεραιμίας!

Ζούμπερι 21.10.1983

3 Μαρτίου 2015

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ..




Τα μάτια σου
ραφινάρουν την σιωπή και μου την επιστρέφουν σαν υπέρτατο δώρο
που μέσα στον άνεμο φωσφορίζει όπως να θέλει να καίγεται
από της ικμάδας της την τόση την τόλμη.
Τα μάτια σου
είναι δύο λυρικά νομίσματα που με αυτά όλον τον έρωτα εξαργυρώνω
και μένω πάντα μαθητής σε μια λέξη που δεν μπόρεσα ακόμα
να φτάσω την κρυφή μουσική της.
Τα μάτια σου
υπερασπίζονται τον έρωτα με τόσους τρόπους
που η νύχτα γίνεται ένα βιολί που θλιμμένα μιλάει.
Φορώ την μοναξιά μου· κοιμάμαι.
Είμαι τόσο απλός μα εσύ το ξέρω πως αλλιώς με φαντάζεσαι.
Αλλά έχω αποτινάξει από εμένα αυτό το επίτηδες
φιλολογικό τίποτα, έχω αφήσει
να είναι τα λόγια μου τόσο καυτά, σαν κάστανα που ωραία
μια γλύκα του καρπού συλλαβίζουνε, έχω υπάρξει
πικραμένος, κουρασμένος, σχεδόν
όπως όλοι οι άνθρωποι είναι,
μετά που τους ταλαιπωρεί η δύσκολη ζωή-
μικρότεροι κι απ' τον πραγματικό εαυτό τους.
Και σε θέλω. Έρχεσαι
με τα μεγάλα πράσινα μάτια σου
που μια τίγρη που δεν θα εξημερώσω ποτέ μου θυμίζουνε-νικάς
εμένα κι εσένα. Με ρωτάς
πώς γράφω τόσο και τόσα ποιήματα- κι εγώ δεν ξέρω
γιατί ένα χέρι αόρατο μέσα μου οδηγεί.
Προσπαθώ να λέω το φως και των θεών τα σωσμένα.
Καταλαβαίνω
τον χρόνο σαν ένα αγκάθι που πονά
όταν εγώ δεν ξέρω να μιλήσω όπως αρμόζει
ούτε σ' ένα πουλί που συναντάω το ξημέρωμα
να τραγουδά ερωτικά τον μεγάλο καημό του..
Γιατί αποφασίζει τις μελαγχολίες του έρωτα η ζωή..
                                        
                                               31.10.2009

αν με ρωτήσετε θα πω πως είναι η ποίηση



Η άνοιξη φέρνει επάνω της μια ανοιχτόχρωμη υποψία καλοκαιριού
που πάνω από τις ανθισμένες μαργαρίτες
γυρίζει σαν ένα αεράκι ελαφρό που θα συνθέσει
μια άρια της ευωχίας το καταμεσήμερο.

Οι συγγένειές μου είναι με τούτο το ρέον άυλο υλικό
της γόνιμης σκέψης που κομίζει απόφαση
όλα να θάλλουν.

Έτσι που αν με ρωτήσετε θα πω πως είναι η ποίηση
σαν μυστικό κρυμμένο γύρω μας που το κρατά
καθένας μέσα του
και δεν τ' ομολογεί στον άλλον..

ΕΙΚΟΝΑ




Κοίτα τι κοχύλι θα φέρει κοντά μας την θάλασσα
γυμνό στην παραλία απιθωμένο
να μας θυμίζει ένα ωραίο καλοκαίρι που περάσαμε..

Τι ζουζουνάκι τρελό που πετά πάντα στα χαμηλά πάνω απ' την τσούχτρα
που ξέβρασε η παλίρροια και πέντε η ώρα το πρωί που περπατάς την βλέπεις
όπως γυαλίζει πάνω της ακόμα το φεγγάρι..

Βρέξε τώρα τα χέρια σου στο θαύμα
χάιδεψε τον σγουρό βασιλικό
η Ελένη που ήρθε έκανε πιο απρόσιτη την Τροία που χάθηκε
μέσα σε μία του μυαλού σου μακρινή εποχή..



μια μουσική –όχι γαλάζια ή λευκή- μια μουσική αρχαιότροπη



Στο φως που τρέχει πάνω από τους ορυζώνες
ένα ελεύθερο πουλί που ένιωσε
δικαίωμα να υπερβάλλει.

Και μια μουσική –όχι γαλάζια ή λευκή- μια μουσική
αρχαιότροπη, γυμνή, υποταγμένη
στον παλμό της εύφορης γης.

Ο λόγος έχει αφιόνι, ο λόγος εξάπτεται
κάποτε γίνεται η μικρή στιγμή μεγάλη
η αλλαγή στον τρόπο που κοιτάς δεν έχει νόημα
η περίπτωση τώρα είναι σπουδαία
που το γραμμένο εξίσου είναι ρέον ποταμός- κι η πεμπτουσία
των πάντων μες το παρόν σου φανερώνεται.

Πόση σκέψη διανύουμε πριν να βρεθούμε
σε ένα ξέφωτο δύσκολο απ' όπου
κοιτάς αλλιώς και τον ίδιο τον θάνατο- κοιτάς
και δεν ξέρεις ποιά είναι η ζωή για ζωή..

Επιστρέφω από μέρες που δεν τις εμπιστεύτηκα
ποτέ μου. Έμαθα την ψυχή μου ουρλιάζοντας
λυσσασμένα- να μου αποδοθεί
ένα δίκαιο αγκαθωτό- όπως
να σε κεντά τσουκνίδα
και να σε πνίγει το αίμα
το πάθος
το γάργαρο όνειρο..

6.4.2010

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου