...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

31 Μαρτίου 2014

Μιλώ με φωνή που δεν οξειδώνεται-




Συνοπτικά ο οργασμός της γης απέδωσε τόση ανθοφορία.
Η νομοτέλεια των πραγμάτων
ανασυντάχθη᾿..
Κόμπε άλυτε της πραγματικότητας, λύσου-
λύσου και άσε με να ονειρεύομαι.
Μιλώ με φωνή που δεν οξειδώνεται-
Ίσως γιατί δεν περιμένω ανταμοιβή.
Για ένα μακρινό ταξίδι της ψυχής κι εκεί που σ’ άλλους χρόνους
θα ‘χω πεθάνει
δημητριακά θα ακούγονται τα λόγια μου, σπαρμένα
σε ένα λιβάδι που βελάζει και που αγαπάς..



Όλα, με την ματιά μου, να τα αγαπώ!



Φοράς μια τραυματισμένη ψυχή και βγαίνεις απ’ τον ύπνο
Σαν ο αστερίας από τον βυθό που ανέσυρε ο ψαράς.
Τα φύκια τρίζουν στις ραφές τους στο άκουσμα του ανέμου.
Σύθαμπο μελαγχολικό, κρυφός ο ήλιος λυπημένος.
Η άμμος βρίσκει το έλεος του φλοίσβου και η θάλασσα
Γυμνή κι εμπεριστατωμένη αφήνει την ζαλάδα της πάνω στον μύθο της στεριάς.
Όλα να τα βλέπω και να τα θαυμάζω τώρα!
Όλα, με την ματιά μου, να τα αγαπώ!







30 Μαρτίου 2014

Οικείο το Αόριστο




Οικείο το Αόριστο   σφραγισμένο επάνω
Στου λίθου το ξημέρωμα     και της ώχρας το αποτύπωμα
Αλφάβητο εύληπτο    πώς αλήθεια υπάρχουμε;    Με το ίδιο ιμάτιο
Και τις αισθήσεις οξείες    τόξο τανυσμένο και να σημαδεύει καθετί
Δείχνοντας πάλι κατά την προσευχή που δεν είπα
Άγκιστρο κυρτό, δόλωμα η ασχήμια να βουλιάξει
Αργά είναι για το κουρασμένο μου ένστικτο
Τρυγώ την ευθύνη μου και οχυρώνομαι μέσα στου φεγγαριού το φως
Των λέξεων φυλακάτορας..




Μελαχρινό μου αξίωμα



Πεζούλι κάτω απ’ του ανέμου τα ρουθούνια
Συλλαβή του νερού και μοίρα της Άνοιξης
Το καβούρι ζεσταίνεται στην άμμο της ακρογιαλιάς
Η πόλη βάρυνε από τα κρίματά της.

Από μακριά σε πιάνω, μήκη κύματος γλαυκά
Και εθελούσιες υποχωρήσεις προς το μέρος του θνητού.
Μελαχρινό μου αξίωμα- ενός φιλιού σου η αποταμίευση
πολλά με σημάδεψε.

Κυριακή που αναρριχάται στον απόκρημνο βράχο.
Κυριακή που γιορτάζει η χάρη σου!
Πίσω απ’ το τειχάκι του κοιμητηριού
Σε βρίσκω να ναρκοθετείς της μελαγχολίας της έκταση..


Στο φως της Κυριακής



Στο φως της Κυριακής απαλό ταξίδι των ρόδων και καλό
κατευόδιο των μελισσών ο λαός.
Νισάφι πια οι χίμαιρες.
Αγρίμια εντός μας καταντήσαμε.
Ζωηρό παραμύθι τα κρίματα αλλά οι νεράιδες μας
δεν έχουν αμαρτίες.
Βαρούν κανόνια των αισθήσεων κι ο πόντος πέρα που γυαλοκοπά
σε φτάνει
χωρίς ταξίδι,
ως τον ουρανό..


29 Μαρτίου 2014

Κομίζεις μαρτύρια που οι άλλοι δεν ξέρουν-




Τελευταίο των τελευταίων
Κι αν πρότερο, το έχουν αναγκάσει οι σιωπές να σιωπά
Το λευκό της σελίδας σου κι όλο με δέος να το πλησιάζω
Σαν άμβωνα ιερό μίας θρησκείας ξεχασμένης.

Κι εκεί επάνω, στον βωμό της μέρας που την ράγισε μ’ ένα μπουμπουνητό η βροχή
Χαράχτηκαν οι κορυφαίες ψηφίδες σου
Πεζογραφώντας την ατσιδοσύνη που ο νους σου έχει.

Κομίζεις μαρτύρια που οι άλλοι δεν ξέρουν-
Αυτοί που δεν κατέχουν τι θα πει συνειρμός
Των λουλουδιών με την ψυχούλα την αθώα της μέλισσας
Ποτέ τους δεν θα καταλάβουν τι ένιωσες από δικαιοσύνη όταν σε αγγελόκρουσε η ζωή
Για να σε ξεχωρίσει για τα τόσα θαύματά σου..


Άσε το πάθος μέσα στην ρουτίνα μου




Άσε το πάθος μέσα στην ρουτίνα μου, άσε μου
την στεγνή νότα
που καλπάζει
στον κόσμο των ονείρων και συναντά
το δάκρυ μου
το δάκρυ σου,
εκεί
που οι καρδιές μας
όμοια χτυπούν
και πιο κοντά μας φέρνουν.

Με κέρδισε η μοναξιά – όμως
την χρύσωσα. Απολαμβάνω
φτερά που μου ‘δωσε η πεταλούδα
της φαντασίας.

Ζέψου το ελάχιστο μαζί μου κι έλα να ανακαλύψουμε
τ’ αρώματα των ιδεών
τώρα που τα έχουν ανάγκη
πάλι οι άνθρωποι..



Αοράτου γυναικός το ανάγνωσμα..



Σου οφείλω όταν γράφω, σου ανήκει
το κάτι της γραφής, το ύφος που υιοθετώ, η επανάληψη
των επιχειρημάτων, το σμίξιμο
κάτω από την σημαία,
των λόγων μου.
Είσαι εκεί που τα βιβλία είναι ταριχευμένες παρουσίες
που ξυπνούν, πέρα απ’ τον θάνατο, και στοιχειώνουν
το περιβάλλον, την ομιλία, την ανάγνωση
και κάνουν το ακαδημαϊκό φως να εισχωρεί
μες την σιωπή
συντηρώντας πέρα από κάθε όριο
την συμπάθεια.
Στην πρωτεύουσα και έξω απ’ την πρωτεύουσα
στην πόλη και έξω από την πόλη
περιφέροντας παντού τις αγωνίες μου
τυγχάνω αθώος μες σε κάθε συντυχία
και, γιατί δεν παραιτούμαι από τίποτα, γράφω.
Έχει ο χρόνος σπηλιές, έχει σημασίες αλλόκοτες
έχει αυτό που διαφεύγει και αυτό που ο καθένας μας υπεκφεύγει νομίζοντας
θα αλλάξει το δέον- αλλά
ίδια δικάζει η μέρα και ίδια ο αιώνας-
είναι ένας τοκογλύφος ο άνθρωπος
που δανείζει μελαγχολίες στον μακρινό εαυτό του
το ίδιο του το σπίτι καταστρέφοντας.
Σε βρίσκω όμως εκεί που η σύνεση να μην έχω τίποτα που να είναι μπουκωμένο με ύλη
με κάνει να οσφραίνομαι τις άλλες γεωμετρίες που αποκρυπτογραφούν τον ουρανό,
Γυναίκα ένδοξη, Γυναίκα αγλαϊσμένη
με ψυχή που ξεκλειδώνει και εμένα και το λαύρο ουρανικό σου στερέωμα..





είσαι προϋπάρχουσα κάθε χρώματος και κάθε μουσικής


Μιλάς. Τα λόγια σου καίνε.
Μικρές αιθέριες υποστάσεις σαν από φλεγόμενη βάτο.
Και στο κορμί σου συλλαβιστά το μεσημέρι κάνει την επιδερμίδα σου
μια γεωγραφία ανεξερεύνητη.
Το χνάρι των ερώτων μας στα σεντόνια, στην κλίνη
στο δωμάτιο με το χαμηλωμένο φως
τις ρίμες που ακουμπούν στο πατιναρισμένο κομοδίνο
και λιγώνονται από το τρεμουλιαστό αήττητο κερί.
Τότε που είσαι από ύλη και όχι
που είσαι προϋπάρχουσα κάθε χρώματος και κάθε μουσικής
νότα ενός αγγίγματος που είναι η αγάπη που σου ‘χω.
Με βρίσκεις στις φλέβες σου, στο παλμό της συνήθειας
στο βράδυ σου στο πρωί στην εφηβεία σου που τείνει στο άπειρο
στο ποίημα που σε περιγράφει, στο ποίημα που σε καταποντίζει
σε μια χοάνη του μυαλού όπου δεν έχουν λόγο
ύπαρξης ούτε η θλίψη ούτε η καταχνιά από του βίου τα εμπόλεμα πάθη..



Από την μια στιγμή στην άλλη

Από την μια στιγμή στην άλλη
ραγίζει το σύμπαν, γίνεται
κρακελέ ο ουρανός
απορυθμίζονται τα γρανάζια και ακούγεται
ένας τριγμός
όχι οδόντων, ένας τριγμός
από τα χαλασμένα ρουλεμάν που κουνούν
την πλατφόρμα των ψευδαισθήσεων.
Από την σκήτη μου, μονάζων, τα αντιλαμβάνομαι.
μιας
κι εγώ ήμουν πάντα ένας άλλος
ένας φανατισμένος με την αγχιστεία των λέξεων
ένας που έγραφε για να ακολουθεί των λουλουδιών την θρησκεία
ένας που σέβεται την γιορτή που η Φύση γύρω του έχει.
Η εβδομάδα κυλάει συλλέγοντας σήψη.
Των καθεστώτων η μίξη έφερε τελικά ανακατωσούρα.
Κάποτε οι ιδέες πάλευαν ποιά να επικρατήσει-
Τώρα η κηδεία τους θλίβει κι εμένα που περπάτησα ξυπόλυτος επάνω σε αγκαθωτούς εφιάλτες-
εμένα που άφησα του εγωισμού μου το κτήνος
κάποια στιγμή αιμόφυρτο και την ιστορία
από την αρχή της γραμμένη..




Έγραψα μην αποφεύγοντας τα λάθη μου-


Η πόλη ταλαιπωρεί την ψυχή μου
πολλά χρόνια τώρα. Αλλά και ό,τι έχει ψυχή
χάνεται
κάτι βραδιές
μες την σκοτεινιά του ουρανού, ώσπου
να πέσει
μετεωριζόμενο
μες το διαβρωτικό Πουθενά;
Οι αισθήσεις μου παραπαίουν-
αυτό είναι ρυθμός μιας αλλαγής.
Συσσωρεύουν πλούτο οι αχόρταγοι
έτσι που μένουν νηστικοί από περίσσεια ύλης.
Για να βρεις τον σκοπό ενός τραγουδιού
ακολούθα τον καθοδηγητικό μίτο
μιας χαράς ή μιας λύπης. Έγραψα
λυπημένες στροφές
που προβλημάτισαν κι εμένα-
Έγραψα μην αποφεύγοντας τα λάθη μου-
Έγραψα για να βρω μπροστά μου τα λάθη μου:
ύαινες του ιάμβου..
Όταν ο δρόμος είναι ο άλλος
δρόμος από αυτόν που ακολουθούσες,
ανάμεσα σε εκείνα που είναι να πραχθούν
είναι τα επιλεγμένα σου
και είναι ζητήματα φωτιάς..
Ελπίζω μια μέρα να αποσκιρτήσω από όλες τις ομάδες
από τις αγέλες που δεν έχουν κανένα κατάλυμα
που περιφέρονται στα λιβάδια του Τίποτα
μαραμένες.
Θέλω να δω την αστραπή με μάτια τίγρης
που έτοιμη για το πιο ξαφνικό
χτύπημα
αγέρωχη
τα παίζει όλα για όλα
και αγαπά
την φιλαυτία της
ναρκισσεύεται
επάνω στο στρωτό βελούδο χορτάρι..



Σου μιλώ, μου μιλάς



Η αγάπη είναι ένα φόρεμα πολύχρωμο.
Τι φόρμουλα εφαρμόζεται μες τον καιρό κι ο ίσκιος δεν με μέλει
Της μελαγχολίας μου;
Τσακμάκι ανάβει τις μυρτιές κι οι ηλιαχτίδες βάφουν με χαρά το σύμπαν.
Μετά, που μια βροχούλα δένει την ζωή με την αιωνιότητα.
Σου μιλώ, μου μιλάς- τελείωσε
Η αποκρυπτογράφηση των θαλερών στιγμών.
Στο μήκος περπατώ της θάλασσας και οι απογευματινές μου σκέψεις ταριχεύουν την φωνή που είπε όλα τα πράγματα και τώρα λείπει..


Δυσβάσταχτο το άχτι που θέλω να βγάλω



Δυσβάσταχτο το άχτι που θέλω να βγάλω,
Ουδέν έχω που να μην το ακριβοπλήρωσα
Αλλά τι γκρινιάζω; έτσι γίνεται πάντα
Με την πολιτική με την σύζυγο με τον εργοδότη
με την άπιαστη σύνταξη με τα όνειρα-
Κάτι φορές ανταλλάσουμε απόψεις που ήδη μπαγιάτεψαν
Εξασκούμαστε στην προπαίδεια των φτωχών
Η τηλεόραση αναλαμβάνει την κουλτούρα μας
Σαρωτική.
Κάτι ψίχουλα που έμειναν από μια σοφία που πέταξε
Είναι σαν οι λερωμένοι αρμοί στα πλακάκια
Που μας αφήνουν παγερά αδιάφορους.
Το πνεύμα εκπνέει σπαρταρώντας κάτω από μυρωδιές
Των σουβλακερί στο κλεινόν Μοναστηράκι
Μάθετε λέω να μην μυρίζεται υποταγή,
Α έλληνα, σαν έβαλες τα ρούχα σου αλλιώς
Κι ο Μανολιός παραξενεύτηκε..
Εγώ σιχαίνομαι τους σιχαμένους, αγαπώ
τις φουστανέλες, μ’ αρέσει η ποίηση
Δεν αγαπώ αυτούς που γράφουν με τον ίδιο τρόπο
Σαν να παράγουν κεφάλια που έχουνε το ίδιο χτένισμα
Από την ίδια κομμώτρια
Και στο τέλος
Βλέπεις στον δρόμο ίδια κορίτσια ίδιες γυναίκες σαν
Να βγήκαν απ’ το φιγουρίνι του ίδιου μήνα
Απόκληρες ξελιγωμένες και
σχεδόν χαζές.
Με τους φίλους λέμε ανέκδοτα σόκιν
Πετάμε την σκούφια μας για σαματά
Στο μαγαζί πίνουμε φιλοσοφικούς καφέδες
Όπως κι ο Πλάτωνας και ο Σωκράτης θα έκαναν
Αν είχαν την ευκαιρία-μα πού; Πέθαναν νωρίς οι καημένοι..
Μετά κατουράμε τον λυρισμό μας που είναι
υποκίτρινος σαν χαμομήλι
Και είμαστε ομηρικά ου τις
Έχουμε προσωπίδες, είμαστε ανήσυχοι, απέχουμε απ’ όλα
Μόνο στο φεγγάρι πιστεύουμε και από μακριά επάνω του βλέπουμε τον κρατήρα
Που θέλει τα ηφαίστεια να μας περιμένουν
Σε τούτη την ζωή
Στην άλλη…


Φύεται ρόδο



Φύεται ρόδο
Γυμνό σαν η πρόκληση
Και οικουμενικό σαν η αγάπη
Φύεται η συμπάθεια των λουλουδιών
Και του αγρού, που γέμισε με παπαρούνες,
                                                                      η ευλογία.

Κρατά η γερόντισσα το αθώο πουλί και το ελευθερώνει
Στου ουρανού την παράγραφο
Η στάθμη του Καλού ψηλά ψηλά σηκώθηκε
Ακόνισε η νύχτα το μαχαίρι της και κόβει
Φέτες ψιλές του φεγγαριού και άστρων δύναμη και πασπαλίζει
Το ποίημα μου!


Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου