...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

9 Ιανουαρίου 2014

η μουσική που καταγράφεται




Λιώνει το σκοτάδι, η ψυχή ευθύνεται για τις λυρικές εκλάμψεις
που κάνουν τον ουρανό ντελικάτο.

Στο ακοόγραμμα των νεφών η μουσική που καταγράφεται
είναι αρχαίας θεάς
που άδει.

Από ίαμβο σε ανάπαιστο κι από φανερό σε κρυφό, η τόλμη
να σε αγαπώ πέρα από τα γεγονότα έσωθεν με πονά και με τρώει.

Δάκρυα δεν έχω, δάκρυα δεν έχεις, είμαστε
σε ένα χωροχρόνο που τον όργωσαν οι αντιφάσεις και τον περιφράσσουν
ατσαλένιες αγωνίες..


Ο αιώνας, α ο αιώνας!-





Το κάτι που κόπτει τον καιρό και σε αίμα τον μετασχηματίζει
ραντίζοντας τις μέρες με αστοχία.

Τα πάθη, συσσωρευμένα κάτω απ’ την επιδερμίδα, τα πάθη απόλυτα.

Εσύ που είσαι μετέωρη και με γνώμη καμία και που τρελαίνεις της σύνεσης τα εύσχημα τριαντάφυλλα.

Ο αιώνας, α ο αιώνας!-

σαν κόμπος δεμένος γύρω από ένα τίποτα και που δεν μπορεί να λυθεί.

Ξημερώνει, βραδιάζει.

Κεντάς σ’  έναν καμβά μεταξωτό την λύπη σου και, που σε αγαπάω, εμένα.


8 Ιανουαρίου 2014

Σαν μια γυναίκα που υπερέβαλε τον εαυτό της.







Έννοια έχει η φωτιά υψηλή.
Σαν μια γυναίκα που υπερέβαλε τον εαυτό της.
Στο καθεστώς των ονείρων ίσως ή
μες την καρδιά του ανδρός
Λουλούδι και ίαμα μέγιστο.

Των άλλων ορίων οι γραμμές, εφτά καθώς οι ημέρες
Τσακίζουν το κλαράκι το φτενό
Του δεντρολίβανου και το φέρνουν στην μύτη

Ο αέρας κλονίζεται από την θαλερή ομορφιά της

Το θηλυκό ανασταίνεται ολοένα και καίει

Η άγουσα στο ποιητικό μου μαρτύριο
Η περισπωμένη
H Γλυκοφιλούσα και Άμωμη
Η μαρτυρική
Η δική μου και όλων!



Η λογοτεχνία είναι μια βάρκα που την πήγε ο καιρός πολύ βαθιά.





Η μέρα κάνει την αυτοκριτική της και αυτοκτονεί.
Η ψυχή μαρσάρει να πιάσει το άπιαστο.
Οι γέροι αναπολούν. Τα παιδιά κοιμούνται.
Οι έφηβοι γράφουν γιρλάντες του εγώ πάνω στης ιστορίας το σώμα.
Η λογοτεχνία είναι μια βάρκα που την πήγε ο καιρός πολύ βαθιά.
Διαβάζουν οι μητέρες τον καημό του παιδιού τους.
Η σκέψη είναι πάντα φιλοσοφικό αγκάθι.
Όταν νυχτώνει, η φαντασία είναι μια νυχτερίδα που ψαχουλεύει στα ρηχά-
Και ο πόθος πλοιάριο που εξόκειλε και με την αμμουδιά της παραλίας παίζει..



7 Ιανουαρίου 2014

Απ’ το τηγάνι πετάγονται μικρά ψαράκια που πονούν




Στην κουζίνα μυρίζει ερεθισμένο λάδι και μπισκότα
Απ’ το τηγάνι πετάγονται μικρά ψαράκια που πονούν
Η σαλάτα βαυκαλίζει τις ντομάτες της μέσα σε ένα μπολ σαν κοίλο φεγγάρι
Τυρί απαλό είναι σαν ντουφεκιά στον ουρανίσκο.

Και όταν πίνω και κοιτώ τα μάτια σου
σε θέλω πιο πολύ κι από τον ύπνο που σε παίρνει
Πάνω στο μαξιλάρι σου χωρίς να επιστρέψει πίσω
τίποτα άλλο
Από μια φωνή μακρινή που για τον έρωτα μεταφράζεται
στεγνή και σίγουρη και καθαρή..


Κοντά στον θάνατο και ο θάνατος δεν αλλάζει




Κάτι ρημαγμένα σπίτια σαν παλιές μπαλάντες
Κάτι ετοιμόρροποι τοίχοι ποτισμένοι ώχρα και θύμησες
Οι πλανόδιοι άνεμοι είναι σαν την υπομονή των δέντρων
Α η Τρίτη η άπεφθη Τρίτη που απ’ το μπουκέτο της βδομάδας αποκόβεται
Τουλίπα στον αφρό της ευφωνίας..

Το μαχαίρι του βρακοφόρου ήλιου κόβει το πούσι φέτες φέτες
Κοντά στον θάνατο και ο θάνατος δεν αλλάζει
Οικουμενικό τραγούδι λάμψε μες τις καρδιές του κόσμου
Άφες αυτοίς που αγαπούν να πληγώνουν τους άλλους-
Στα λεξιλόγια αναρριχώμαι και στις ευφράδειες των σύννεφων..


Σαντορίνη…






έργο της Χρυσούλας Μαυροπούλου

Έσταξαν μέλανα θυμό τα δευτερόλεπτα
στο ρολόι της γης
έσπασε τσόφλι το αυγό του τρόμου
η πέτρα γέννησε απρόσκοπτη θύελλα
θρυλικές θάλασσες γεννήσανε αύρες
πιο κοντά στο κονάκι του πόντου.
Ο αυτοκρατορικός ήλιος μαστίγωσε το πέλαγο
με πορφυρή φωτοχυσία
Τόσο ύψος τόσος θάνατος
τόση προσμονή τόση εγκατάλειψη
η μέρα έγειρε αβέβαιη κατανοτιά.
Μελανό γινάτι θεού που κοχλάζει
ψυχή αψιά
ένα πετροχελίδονο
αφήνει σώα τα μωρά του
στου γεροΠοσειδώνα την γενειάδα-
Καταβυθίζονται οι σβιλάδες των ανέμων
μες την κοιλιά της θάλασσας
κι αναγεννώνται
πενταπλάσιες
στο δυναμόμετρο της άνοιξης-
Αναμερίζουνε πειθήνια τα νερά
να βρει εστία ο μακρινός Προφήτης..
Ανταλλάσω τον θρύλο σου μ’ έναν μύθο αρχαίο
ζεύω την λάβα σου στο αλέτρι των αρχαιολόγων
τινάζω την παμπάλαια σκόνη σου
πάνω στις άγραφες σελίδες μου, υπομένω
την θλίψη των βράχων σου
αδηφάγα ορθώνεσαι
πάνω από τα κύμβαλα της μέρας
να διαβείς με βήμα εξουσιαστικό
την μέγγενη των εποχών που σ’ εγκλωβίζουν.
Συσκεπτόμενη μες την αυγή του πελάγου
με γλάρους εξουσιαστές
αινιγματική είσαι σαν κοχύλι
που δεν λειάνθηκε ακόμη και δεν έπαιξε
τον στιλπνό ολοστρόγγυλο ρόλο του..
Εθελούσια θυσιάζοντας πλάτος
αποκόμισες οφέλη ηλιοβασιλέματος
ναυαγισμένη μες την θάλασσα που περισπάται
απ’ του ουρανού την ζήλια..
Ποτέ δεν πάτησα τους όρκους μου
ποτέ δεν παρέκλινα απ’ την ευθεία ματιά
μέσα μου αναστήθηκες ηφαιστειακό κέρας
που ξεσηκώνει αντιρρήσεις
καυτή και αγέρωχη
με μνήμη που ζητάει τα ρέστα
απ' το ταμείο του εφησυχασμού.
Πάλι εκεί που σε γονάτισε ο καημός της λάβας είσαι
κουρντίζεις την κιθάρα των ανέμων
μισοφαγωμένη από την λαίλαπα του κρατήρα σου.
Εκεί που είδα την χρυσόμυγα να πιπιλάει τα ζουμερά μεριά σου
και μετά είδα το ατσάλι της θάλασσας να σκίζει
πρωραίο αιδοίο της οικουμενικής Μεσογείου.
Ο γκρεμός της νοτιοανατολικής πλαγιάς σου
φοράει το μπανιερό του και βουτάει
στα βαθιά
που ο ήλιος
δαγκώνει την επιδερμίδα σου
και τα ·μη· σου κάνει ·άντε προχώρα·
επάνω στον αφρό που γαργαλάει
τα ακρογιάλια σου-
Σκάνε πυροτεχνήματα του γέλιου σου
λιγωμένα-
στο αντιμόνιο της αναπνοής σου
ευδοκιμούν λίθου τομάρια..

9.7.2012

6 Ιανουαρίου 2014

Αυτό που απομένει κέρδος στον καθένα είναι μια προσωπική φυλακή








Για τα μάτια γίνεται το παν για να σταθούν όλες οι πραγματικότητες σ’ ένα ύψος πιστευτό.
Απέφευγα πάντα να ακούω τους άλλους πολύ.
Έκανα του κεφαλιού μου-άντε
τώρα να το μεταφράσεις αυτό!
Αυτό που απομένει κέρδος στον καθένα
είναι μια προσωπική φυλακή
όπου, αν αξιοποιήσει το στιβαρό της κιγκλίδωμα,
ίσως φτιάξει μια κλίμακα
να ανεβεί σε κάποιον ιδεατό ουρανό.
Ωρε ζημιά! Τόσες απομυθοποιήσεις κατάφερα που είμαι φτωχότερος κι από ένα σαλιγκάρι που του σπάσαν το κέλυφος..




Ο άνεμος..


Οι σκέψεις νομιμοποιούν την τόλμη· αλλά
και ο άνεμος,
αυτός ο λέων ο διαφανής
είναι κάτι το άπιαστο
που νομοθετεί περίτρανα
πάνω στο χάος.
Κάποτε θα πρέπει να αναλύσουμε τον άνεμο, να δούμε
την πηγή, το βακχικό πνεύμα, τις μαινάδες του,
την ροπή προς την απουσία.
Κάτω από αφέγγαρες νύχτες μπαίνει
από το παράθυρο και τρέμει
την κουρτίνα και την ανασηκώνει
ως τον αντικρινό τοίχο, εκεί που
το κάδρο με την εικόνα του κυνηγιού αφήνει
τις αγριόπαπιες να απορούν και να τρομάζουν
με όλα και τον κυνηγό
να είναι έτοιμος για κάτι που κι εκείνος δεν ξέρει, μόνο
να νιώθει ότι υποτάσσεται
στην σκηνοθεσία του τοπίου· ο άνεμος
μπαίνει σαν κλέφτης και σαρώνει βιαστικά την τάξη· όλα
μοιάζουν αλλαγμένα· αποφλοιώνονται
ακόμα και τα καλαμπόκια της γιαγιάς
που άφησε κάπου κοντά στον νεροχύτη να τα ψήσει
το άλλο πρωί..
Στον κήπο έξω πάντως, οι μουριές
έριξαν τα φύλλα τους και τώρα αισθάνονται
πιο φιλικά -δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν
και τίποτα να δώσουν·
ξημερώνει, κάποτε ξημερώνει,-
είναι γλυκιά αυτή η πρώτη ώρα
που το φως χαράζει τα εμβλήματά του πάνω
στο στήθος της μέρας.
Ακούγεται μια σιγανή μουσική· κάπου
γλεντάνε ακόμα. Ο άνεμος
είναι ένα δυνατό ηχείο που αναμεταδίδει
τα αισθήματα
την φωνή και το πάθος του κόσμου..





ΕΩΘΙΝΟ..




Τσουγκρίζουν τα κεφάλια τους τα τριαντάφυλλα.
Ο αγρός όμως θέλει τσουκνίδες
Και πυρακτωμένες βιολέτες που χτυπούν
Επάνω στο χώμα την γροθιά τους σαν
Αποφασισμένες να σαρώσουν τα βραβεία της ευωδιάς.

Ένας συρμός από κελαηδισμούς που φτάνουν ως τον ουρανό
Αφήνοντας πέρλα τολμηρή στον αιθέρα και μετά τον αιθέρα

Των αποκυημάτων της φαντασίας το άλλοθι
Όπως ο σκηνοθέτης άνεμος το φέρνει
Στο αμφιθέατρο των κήπων, στο έκπαγλο
Στάσιμο της τραγικής ζωής.

Η αισιοδοξία πλαταίνει χιονόμπαλα που σωρεύει
Στο κατρακύλισμά της κι άλλα κι άλλα νοήματα..


5 Ιανουαρίου 2014

Για το ένστικτο ζούμε και πεθαίνουμε για λίγη συμπάθεια.



Μουδιάζω στα όρια μιας μελαγχολίας.
Ψυχολογία ρυπαρή έχει ο εξουσιαστής-δεν σέβεται
Το κόστος μιας ανθρώπινης ζωής.
Κι η ζωή βαλτώνει…
Το ένστικτο που λυγίζει αφήνει μια εικόνα θλιβερή-
Για το ένστικτο ζούμε και πεθαίνουμε για λίγη συμπάθεια.
Με ταχύτητα έζησα, χίλιες στιγμές σε μία-ω Παναγιά μου!
Και κατανοώ πια τα ψευδεπίγραφα αισθήματα πάνω στον πάπυρο
Της ψυχολογίας που ολοένα βουλιάζει..







Με βρίσκεις στις φλέβες σου



Μιλάς. Τα λόγια σου καίνε.
Μικρές αιθέριες υποστάσεις σαν από φλεγόμενη βάτο.
Και στο κορμί σου συλλαβιστά το μεσημέρι κάνει την επιδερμίδα σου
μια γεωγραφία ανεξερεύνητη.
Το χνάρι των ερώτων μας στα σεντόνια, στην κλίνη
στο δωμάτιο με το χαμηλωμένο φως
τις ρίμες που ακουμπούν στο πατιναρισμένο κομοδίνο
και λιγώνονται από το τρεμουλιαστό αήττητο κερί.
Τότε που είσαι από ύλη και όχι
που είσαι προϋπάρχουσα κάθε χρώματος και κάθε μουσικής
νότα ενός αγγίγματος που είναι η αγάπη που σου ‘χω.
Με βρίσκεις στις φλέβες σου, στο παλμό της συνήθειας
στο βράδυ σου στο πρωί στην εφηβεία σου που τείνει στο άπειρο
στο ποίημα που σε περιγράφει, στο ποίημα που σε καταποντίζει
σε μια χοάνη του μυαλού όπου δεν έχουν λόγο
ύπαρξης ούτε η θλίψη ούτε η καταχνιά από του βίου τα εμπόλεμα πάθη..





Των καθεστώτων η μίξη έφερε τελικά ανακατωσούρα.



Από την μια στιγμή στην άλλη
ραγίζει το σύμπαν, γίνεται
κρακελέ ο ουρανός
απορυθμίζονται τα γρανάζια και ακούγεται
ένας τριγμός
όχι οδόντων, ένας τριγμός
από τα χαλασμένα ρουλεμάν που κουνούν
την πλατφόρμα των ψευδαισθήσεων.
Από την σκήτη μου, μονάζων, τα αντιλαμβάνομαι.
μιας
κι εγώ ήμουν πάντα ένας άλλος
ένας φανατισμένος με την αγχιστεία των λέξεων
ένας που έγραφε για να ακολουθεί των λουλουδιών την θρησκεία
ένας που σέβεται την γιορτή που η Φύση γύρω του έχει.
Η εβδομάδα κυλάει συλλέγοντας σήψη.
Των καθεστώτων η μίξη έφερε τελικά ανακατωσούρα.
Κάποτε οι ιδέες πάλευαν ποιά να επικρατήσει-
Τώρα η κηδεία τους θλίβει κι εμένα που περπάτησα ξυπόλυτος επάνω σε αγκαθωτούς εφιάλτες-
εμένα που άφησα του εγωισμού μου το κτήνος
κάποια στιγμή αιμόφυρτο και την ιστορία
από την αρχή της γραμμένη..



4 Ιανουαρίου 2014

Στις μέρες μας όλοι εμπορεύονται




Ακροβασία πάνω απ’ το κενό
Μετέωρο βήμα
Στον βρόντο παν’ οι βεβαιότητες
Ακολουθώ την πεπατημένη κι όμως την τσαλαπατώ
Φρενήρης.
Στις μέρες μας όλοι εμπορεύονται
Είναι επικερδές
Αν μείνεις να χειρωνακτείς είσαι αφελής
Αγανακτείς
Δεν σε βγάζει πια πουθενά
Εξαθλιώνουν τους πάντες..
Κι αυτό το τσίρκο των εντυπώσεων
πάει καλά, εντυπωσιάζει
Αφήνοντας κέρδη στους διευθύνοντες συμβούλους
Της οικουμενικής τοκογλυφίας.
Αυτή η κοινωνία του εικοστού
Πρώτου αιώνα αμάν
Το λέω ανοιχτά: δεν με πείθει..




Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου