...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

4 Ιανουαρίου 2014

Θέλω να δω την αστραπή με μάτια τίγρης




Η πόλη ταλαιπωρεί την ψυχή μου
πολλά χρόνια τώρα. Αλλά και ό,τι έχει ψυχή
χάνεται
κάτι βραδιές
μες την σκοτεινιά του ουρανού, ώσπου
να πέσει
μετεωριζόμενο
μες το διαβρωτικό Πουθενά;
Οι αισθήσεις μου παραπαίουν-
αυτό είναι ρυθμός μιας αλλαγής.
Συσσωρεύουν πλούτο οι αχόρταγοι
έτσι που μένουν νηστικοί από περίσσεια ύλης.
Για να βρεις τον σκοπό ενός τραγουδιού
ακολούθα τον καθοδηγητικό μίτο
μιας χαράς ή μιας λύπης. Έγραψα
λυπημένες στροφές
που προβλημάτισαν κι εμένα-
Έγραψα μην αποφεύγοντας τα λάθη μου-
Έγραψα για να βρω μπροστά μου τα λάθη μου:
ύαινες του ιάμβου..
Όταν ο δρόμος είναι ο άλλος
δρόμος από αυτόν που ακολουθούσες,
ανάμεσα σε εκείνα που είναι να πραχθούν
είναι τα επιλεγμένα σου
και είναι ζητήματα φωτιάς..
Ελπίζω μια μέρα να αποσκιρτήσω από όλες τις ομάδες
από τις αγέλες που δεν έχουν κανένα κατάλυμα
που περιφέρονται στα λιβάδια του Τίποτα
μαραμένες.
Θέλω να δω την αστραπή με μάτια τίγρης
που έτοιμη για το πιο ξαφνικό
χτύπημα
αγέρωχη
τα παίζει όλα για όλα
και αγαπά
την φιλαυτία της
ναρκισσεύεται
επάνω στο στρωτό βελούδο χορτάρι..



Οι μάζες δεν κάνουνε λάθος..



Ζουν για να μας νανουρίζουνε τα παραμύθια
Εξάπτουν την φαντασία μας, περνούν στο μυαλό
Σαν υποβολή μιας όμορφης κατάληξης της πραγματικότητας.
Όταν η ζωή συμβαίνει όμως, όλα είναι αλλιώς.
Όλα είναι βραχνάς, ποζάρουν οι λεπτομέρειες
της καθημερινότητας
Αφήνοντας έκθετο τον ποιητή τους-
Υπάρχει τελικά ακόμα οδύσσεια..
Και το καθεστώς βρυχάται
Σαν λέοντας πεινασμένος
Και η Δευτέρα
είναι κι όμως, μια απουσία
Χωρίς θρησκευτικότητες
Τεθλασμένη
Που πέφτει στις σελίδες μου
Καταραμένα.
Ο θυμός είναι ένα λάβαρο που διαπραγματεύεται με το λάθος
Οι μάζες πια δεν έχουν θυμό
Οι μάζες δεν κάνουν πια λάθος
Να που μας οδήγησε η εξέλιξη: 
οι μάζες να μην κάνουνε λάθος
Να περιμένουν καρτερικά σαν πρόβατα την σφαγή 
Και στο μαντρί δίπλα στο ματωμένο μαχαίρι 
να παίζει την φλογέρα του ο άπονος τσομπάνος..


3 Ιανουαρίου 2014

Α έλληνα, σαν έβαλες τα ρούχα σου αλλιώς

  

Δυσβάσταχτο το άχτι που θέλω να βγάλω,
Ουδέν έχω που να μην το ακριβοπλήρωσα
Αλλά τι γκρινιάζω; έτσι γίνεται πάντα
Με την πολιτική με την σύζυγο με τον εργοδότη
με την άπιαστη σύνταξη με τα όνειρα-
Κάτι φορές ανταλλάσουμε απόψεις που ήδη μπαγιάτεψαν
Εξασκούμαστε στην προπαίδεια των φτωχών
Η τηλεόραση αναλαμβάνει την κουλτούρα μας
Σαρωτική.
Κάτι ψίχουλα που έμειναν από μια σοφία που πέταξε
Είναι σαν οι λερωμένοι αρμοί στα πλακάκια
Που μας αφήνουν παγερά αδιάφορους.
Το πνεύμα εκπνέει σπαρταρώντας κάτω από μυρωδιές
Των σουβλακερί στο κλεινόν Μοναστηράκι
Μάθετε λέω να μην μυρίζεται υποταγή,
Α έλληνα, σαν έβαλες τα ρούχα σου αλλιώς
Κι ο Μανολιός παραξενεύτηκε..
Εγώ σιχαίνομαι τους σιχαμένους, αγαπώ
τις φουστανέλες, μ’ αρέσει η ποίηση
Δεν αγαπώ αυτούς που γράφουν με τον ίδιο τρόπο
Σαν να παράγουν κεφάλια που έχουνε το ίδιο χτένισμα
Από την ίδια κομμώτρια
Και στο τέλος
Βλέπεις στον δρόμο ίδια κορίτσια ίδιες γυναίκες σαν
Να βγήκαν απ’ το φιγουρίνι του ίδιου μήνα
Απόκληρες ξελιγωμένες και
σχεδόν χαζές.
Με τους φίλους λέμε ανέκδοτα σόκιν
Πετάμε την σκούφια μας για σαματά
Στο μαγαζί πίνουμε φιλοσοφικούς καφέδες
Όπως κι ο Πλάτωνας και ο Σωκράτης θα έκαναν
Αν είχαν την ευκαιρία-μα πού; Πέθαναν νωρίς οι καημένοι..
Μετά κατουράμε τον λυρισμό μας που είναι
υποκίτρινος σαν χαμομήλι
Και είμαστε ομηρικά ου τις
Έχουμε προσωπίδες, είμαστε ανήσυχοι, απέχουμε απ’ όλα
Μόνο στο φεγγάρι πιστεύουμε και από μακριά επάνω του βλέπουμε τον κρατήρα
Που θέλει τα ηφαίστεια να μας περιμένουν
Σε τούτη την ζωή
Στην άλλη…







Οι σκέψεις πωλούνται σε μια διαρκή λαϊκή.



Τι έχει να κάνει αυτό
το θεληματικό χέρι που γράφει λαχανιασμένο και κρατά ένα στυλό φτηνιάρικο σαν η πικρή ζωή;
Το μελάνι χύνεται από παντού
στην αδιάφορη σελίδα.
Τα γράμματα περπατούν επάνω της σαν μυρμήγκια που προσπαθούν να αποφύγουν την αγκύλωση.
Υγραίνονται ερεθισμένα και είναι θηλυκές και αρσενικές υπάρξεις
που θέλουν να συνουσιαστούν κάτω από το φως του ποιήματος.
Η μιζέρια του κόσμου έχει αποχαυνώσει τα πάντα.
Οι σκέψεις πωλούνται σε μια διαρκή λαϊκή.
Υποτίμηση, ανατίμηση-φωνήεν
Φροϋδικό που δένει κόμπο τις συμπεριφορές και που δεν θα τις λύσει ο αμπελοφιλόσοφος
αιώνας..




Της στιγμής η φορά..


Είναι η σκιά των πραγμάτων-ίσως λίγο απελπισμένη τώρα που η νύχτα είναι άγονη σαν ουρανός χωρίς αστέρια και όλο
το στερέωμα τρεμοσβήνει σαν τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια που για ώρες πολλές αναβοσβήνανε
ανάμεσα στην λύπη και την χαρά.          
Στα χαρτιά μου, το μολύβι είναι ανήσυχο.
Ούτε τον εαυτό μου δεν ξέρω.
Ξέρω την ειλικρίνεια της ύλης που δεν μπορεί
να είναι τίποτα άλλο από φτυάρι, λαμαρίνα, πέτρα, βιβλίο, αλλά δεν μπορεί να είναι ήχος, μουσική, αόριστη
ιδέα που υπονομεύει η ορδή των ανθρώπων. Ξέρω
να ακούω καλά:-όλους τους σιγανούς ψιθύρους που για σας σημειώνω
έχοντας την ευθύνη να είμαι πιστός στην καρδιά μου..







2 Ιανουαρίου 2014

Ένα φορτίο λέξεις



Είναι πιο εύκολο  να ζεις
με αποστάσεις. Τίποτα δεν απειλεί την ατολμία σου.
Οι χώρες των συναισθημάτων
είναι προσπελάσιμες,
δεν ενδιαφέρει ποια
ιθαγένεια έχεις.
Περνάς τα σύνορα εύκολα. Ζεις
παντού
στην επικράτειά τους
με την κοσμοθεωρία σου.
Ένα φορτίο λέξεις και αν ξέρεις τι
είναι αλήθεια αυτός ο θησαυρός,
μεταλαμβάνεις
ο και ιερό και άμωμο είναι.
Κάνε τον δρόμο από το λίγο στο άπειρο και κατέλαβε
τον χώρο και τον χρόνο που σου ανήκει.







Αυτά που πρεσβεύει η εποχή είναι απογοητεύσεις.



Κάθε μέγεθος που ταΐζει την απουσία είναι πλοκάμι της νύχτας.
Έρεβος κρατεί το σιγόντο στο κοιμητήριο που βυθίζει στον μακάριο ύπνο το κορμί των θανόντων.
Περνούνε βιαστικά τα αυτοκίνητα. 
Τα φλας τους θρυμματίζουν την κρυστάλλινη ομίχλη και ρέουν προς της πόλης τον κορεσμένο χαμό.
Αυτά που πρεσβεύει η εποχή είναι απογοητεύσεις.
Ένα φεγγάρι απεμπολεί την σοφία και κρεμά το πανωφόρι του πάνω στο δρύινο μπαστούνι τ’ ουρανού.
Η ώρα δύο μετά τα μεσάνυχτα το κρύο είναι δίκοπο και η ζωή είναι μελαγχολική και παραπαίει
Πίσω από τις μάντρες των εργοστασίων.
Ο άνεργος ακουμπά ψηλαφίζει τους εφιάλτες του.
Οι κυβερνήσεις αμαύρωσαν την ηθική των αστέγων.
Ο επαίτης καθεύδει κουρασμένα.
Το επιχείρημα που θα βρεις εναντίον της βαλτωμένης κατάστασης άστο να βελάξει αλλά με επιθυμίες και λόγια κανείς πραγματικά δεν αθωώνεται.

                                                            2.1.2014






Επιθυμώ τον χρωστήρα ζωγράφου.



Συναντώνται οι σειρήνες και του ήλιου ακούν την πανδαισία.
Αινιγματικές λεύκες ψηλώνουν και λικνίζονται σαν τα κατάρτια που θα είχε κάποτε η στεριά.
Στα κλωνιά των πεύκων το σπουργίτι είναι μια λιλιπούτεια φωνή που ανάβει.
Επιθυμώ τον χρωστήρα ζωγράφου.
Το ρολόι μου ξεκουρδίζεται και χάνει της ακρίβειας του την ευθύνη.
Ο Σικελιανός ναυσιπλοεί στο αίμα μου.
Αγαπώ τον και μου κομίζει δώρα γραφής.
Μια λύπη που με παγώνει αφήνει την τεφρώδη γέλη της επάνω στις σελίδες που να πλάσω κατορθώνω.
Πίνω και δέομαι ιερό νερό.


Για να κλείσω τους λογαριασμούς μου με το παρελθόν




Για να κλείσω τους λογαριασμούς μου με το παρελθόν, 
την νύχτα ακόνισα σαν λόγχη
άπονη. Ντύθηκα κεραυνό και ήρθα
στων αμπελιών επάνω τον λυρικό ψίθυρο.
Το μεσημέρι χτυπούσε γλυκά τις φτερούγες του
πα’ στην καρδιά μου.
Ένας αχός από φωνήεντα των σπουργιτιών
κράδαινε το σπαθί των ποιητών και η Ιλιάδα
που γράφονταν είχε εΰπλόκαμες Βρισηίδες.
Πέφταν τα τείχη· αύξαινε σε ένταση η πολιορκία.
Ένα ελληνικό πλοιάριο αρμένιζε μες τα νερά της Προποντίδας.
Ο χρόνος μάζευε, για ν’ αποδώσει, ενέργεια..





1 Ιανουαρίου 2014

Αρχαίο χορικό..







Ραγισμένο τζάμι, έξω μια καπνιά που βαραίνει την νύχτα.
Η Αθήνα βελάζει σαν αίγα που σκαρφάλωσε στην παρομοίωση της γης.
Ζαλισμένο φεγγάρι, του ουρανού η απόληξη.
Ξεπεράστηκαν οι φραγμοί των στίχων, αλλάζει το ύφος κι ο άνθρωπος.
Το μάτι των δέντρων εστιάζει στο μάκρος της ανάγνωσης, η πόλη ντύνεται διστακτικά γιορτινά.
Βάζουν ορόσημο οι γραφές και οι εμπνεύσεις.
Τα ψέματα που λέει η ζωή ο θάνατος τα λέει ποιήματα και τα διασκορπίζει γύρω γύρω από την γέρικη ελιά που με τα ασημένια φύλλα της κάνει το αρχαίο χορικό βατό κι απ’ τους ανίδεους ακόμη.










Να το πιάσουμ’ ανάποδα:




Να το πιάσουμ’ ανάποδα: από κει 
που ό,τι πεις αυτόματα αμφισβητείται και
είναι δεν είναι σύμβολο ο ουρανός.
Η Μαρίνα διάβαζε σε όλη την διαδρομή, στο βαγόνι
από τον Πειραιά στην Κηφισιά. Ήταν χειμώνας. 
Ήταν ωραία τα γαντάκια της. 
Το κρύο πλάκωνε τα πάντα και τα έκανε νωχελικά.
Αγαπώ τα περιστέρια, μου είπε.
Η φωνή της είχε μια θερμή θλίψη.
Μετά, τα χρόνια πέρασαν, δεν  την ξανάδα.
Ίσως κρεμά τις μπουγάδες των ονείρων της πάνω στην ταράτσα του ορίζοντα.
Ίσως διαβάζει ακόμα τους στίχους που γράφω.
Πάντως κι ο χειμώνας δεν είναι ο ίδιος πια.
Ένα θωρηκτό ανέμου κανονιοβολεί μέσα στην μνήμη μου κι η μνήμη μου πια δεν υπάρχει.
Ο έρωτας που δύναμαι, αποστατεί..


                                                      1.1.2014

Η ζωή είναι καλή και με δασκαλεύει.





Όσο να πεις κάτι σώνεται από το φως των αιθέρων
από τις σκελεθρωμένες καλαμιές που τρυπούν το ποτάμι
σαν γεωτρύπανα που μοιάζουν με τεράστιες φλογέρες
κάτι σώνεται από την αντωνυμία από την σιωπή
από την μοναξιά απ' τον πόνο.
Εκείνος που ξέρει να συλλαβίζει, 
κλαίει με το κεφάλι στα χέρια του
καπνίζοντας και άγρυπνος μέσα στην νύχτα.
Το πρωί, το κάθε πρωί, τα πουλιά δεν αφήνουνε τίποτα ασχολίαστο και δικάζουν
σαν οι μικροί μαέστροι της ερημιάς και της σεπτής πικροδάφνης.
Ο ήλιος ανατέλλει και ζεσταίνει την σάρκα και τα κόκαλα των πλασμάτων-
Ήξεραν κάτι που τον έλεγαν θεό- αφήνει τα πάντα να ξεδιπλώσουν την χάρη τους
ως το βασίλεμα- ιερά και καλά εγνωσμένα.
Το λεφούσι των εντόμων ζητά μια πατρίδα.
Οι ώρες ζωγραφίζουν ασταμάτητα
την ευδία του καθαρού ουρανού.
Οι ανάσες με φτάνουν
να τρέξω μέσα στα λιβάδια της ουτοπίας που έχω.
Μετά λαχανιάζω, κάθομαι να ξαποστάσω κάτω από τον ίσκιο της ελιάς
που με χρήζει επαίτη μέγα του σύμπαντος.
Οι καρένες των ανθών παφλάζουν με του αρώματος τον αφρό στα ρουθούνια μου.
Η ζωή είναι καλή και με δασκαλεύει.
Ψεύδομαι όσο μπορώ. Είμαι ανθρώπινος, πολύ ανθρώπινος, 
σαν η τροπή προς τον αφανισμό ενός φιλοσόφου..

                                          1.1.2014




ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ-ΑΓΑΠΑΤΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 
  
  

Νέου έτους οι απόψεις



Πόσα λόγια της αβύσσου ακούω
Μέσα μου, πόσα περνούν
Ως τις σελίδες μου και τείνουν
Να με κάνουν φερέφωνο ενός κόσμου που γέμει
Παράξενη, απόκοσμη ομορφιά!…

Νέου έτους οι απόψεις-σαν
Να έμεινε πίσω ένα τι
Κι εγώ δεν ξέρω πώς να τ’ ονομάσω:

Μου υπαγορεύει μια φωνή και είναι ανήκουστος αυτός ο υποβολέας
Πάντως
Όταν μ’ ένα μολύβι κάποτε διασπαθίζω
Γαλανές φωτοτυπίες τ’ ουρανού που υποθάλπει
Αγγέλους και μαρτυρίες καλές του Θεού
Μια μουσική ανανεώνει τα αισθήματα
Τα πάντα γύρω μου είναι ένα κύμα εφηβικό..


                                              1.1.2014



Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου