...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

4 Μαΐου 2013

Ιωβηλαία έτη..





Ιωβηλαία έτη..
Έτι και έτι του λαού μου δεηθώμεν..
Καθηλωμένος ο δόλιος σε μία παλιά κεντρομόλο καρέκλα
Εσωζαλίζομαι εσωδιαβαίνω
Του νου μου τις φάρσες.
Δεν έχω αποφασίσει πιο και αν πραγματοποιηθεί με πονά
Περισσότερο. Δέος
Εκφράζουν οι λέξεις μου. Με κούραση πάω
Στων μελλοντικών μου χρόνων τα δρώμενα.
Οσμίζομαι άνοιξη- θάλλουν επικίνδυνα οι λόγχες των λουλουδιών.
Ο Xριστός πατεί επάνω στην θρυμματισμένη ουτοπία μου κι ανέρχεται
Αναστάς εις τους ουρανούς.
Η πόλη γύρω συνοφρυωμένη-
Δακρύζει από συγκίνηση, προσπαθεί να διώξει την ανθρώπινη θλίψη.
Οι πέτρες σκάζουν πυροτεχνηματικά.
Νενικήκαμεν!


Ζει με τον οβολό των λέξεων.




Δεν τον βοηθά η μνήμη του, γράφει 
ασυναίσθητα,
όπως μπαλώνει ένα ρούχο
Ή 
ψαρεύει στην θάλασσα.
Τα βράδια 
περπατά στα φεγγερά στενάκια
Του χωριού. 
Το φεγγάρι 
κλονίζεται
Και στέλνει ερμηνείες κρυφτού στον κατεργάρη αρουραίο.
Αγάπαγε μία μελαχρινή- στην ηλικία της θάλασσας·
Αγάπαγε τα όμορφα στήθη της
Και τις ολόχυμες άσπρες της γάμπες.
Την είχε φιλήσει στα κλεφτά και το αίμα του άναβε
Κάθε που το θυμόταν.
Τώρα ζει απομονωμένος σαν σκιά του παρελθόντος που δεν θα την σβήσει ο καιρός
Και κινείται ανάμεσα στον κόσμο σαν κάποιος 
ιερωμένος ερημίτης
Που ακολουθεί του έρωτα τις προτροπές.
Ζει με τον οβολό των λέξεων. Χρωστάει.
Τον έχει υπό την εποπτεία του ο θεός.
Του δίνει φώτιση να σκέφτεται αυτά που δεν νογούν οι άλλοι.
Κι εκείνος ευχαριστημένος μένει κάτω απ’ την κουβέρτα του, στην κρύα κάμαρα, μ’ ένα αχνό
Φως που τρέμει από συμπάθεια και έμπνευσης αγνή τρομάρα.






Και των ελλήνων Πάσχα!





Πήρε την απόφαση να ρίξει όλες τις σελίδες του μέσα στον καιάδα της ιστορίας.
Πήρε τον φάκελο της σιωπής, αρχειοθέτησε το τίποτά του και με λίγο σάλιο αηδίας 
Έκλεισε μέσα του τις εκκρεμότητες.
Μεσημέριαζε γρήγορα τόσο!
Ο ήλιος ήτανε ένα πιρούνι που καρφώνει όλες τις βεβαιότητες
Και τις καθιστά αενάως προς βρώση.
Και των ελλήνων Πάσχα! Εκεί
Που η καθεστηκυία μέρα κρέμαγε τις αμφιβολίες των δούλων της
Μες τα αλσύλλια των προαστίων.
Κάπως έβρισκα και κάπως έχανα το νόημα, τότε
Που γυρίζοντας από τα ψώνια ήμουν ο ειρηνικός
Ανταρσίας του σούπερ-μάρκετ.
Χωρίς να το θέλω θέλω ένα τίποτα και αγαπώ
Μια αταξία ιδιωτική-
Όπως στην αγκαλιά μου την παραδίδει
το ωραίο ποίημα που η ζωή αθέτησε
και ας μου το είχε υποσχεθεί..




Συντονίζονται οι λαοί σε μισοπεθαμένες συχνότητες.




Το πρωινό ξεχύνεται σαν υπέροχη λαίλαπα και μέσα 
απ’ το ηλιόλουστο πάρκο γράφει τα ευαγγέλιά της η ζωή.
Όσοι έχουν τα κότσια ανηφορίζουν τον δρόμο της σκέψης.
Οι άλλοι μένουν απαθείς να κοιτάζουν 
που πια ξεθώριασε της νιότης η φωτογραφία.
Μέσα στα έντερα οργανώνεται η πορδή της περιφρόνησης.
Υπάρχει μία κραυγή που δεν σώζεται, υπάρχει μια ανάγκη.
Οι μάζες ζουν αγανακτισμένες καταφέρνοντας μπιρ-παρά να αγοράζουν 
τα ψεύδη. Διατηρούνται διαταραγμένες
Ισορροπίες.
Συντονίζονται οι λαοί σε μισοπεθαμένες συχνότητες.
Προτεινόμενη η κατάθλιψη και ο θάνατος οικειοθελώς αν γεράσεις.
Χρεοκόπησαν τ’ ασφαλιστικά τους ταμεία.
Ασύρματη τηλεφωνία γκιλοτίνα.
Παρακολουθούνται οι ορέξεις σου και η νομή των τιποτένιων σου αγαθών.
Οι επιθυμίες σου επεκτείνονται έως το άπειρο.
Ο εραστής της πόλης ασφυκτιά πίσω απ’ την κλειστή πλατεία
Διαβάζοντας την πρωινή εφημερίδα του- σκεύος ολέθρου.
Σε ό,τι αφομοιώνουμε χιλιάδες παράσιτα.
Άδηλος η αναπνοή σου- πλέον γίνεται απ’ το δέρμα-
Απαγορεύεται η φανερή αναπνοή.
Τα πάντα που κάποτε πίστεψες έχουν τώρα υπόλοιπο-
Και κλονίζουν της κοσμοθεωρίας σου το σχήμα, κλονίζουν
Τον αίθριο γαλανό ουρανό..



3 Μαΐου 2013

Μοιράζομαι το ποίημα μέχρι να συντελεστεί το γεγονός που το γέννησε


Μοιράζομαι την θανατηφόρα θλίψη, τα χάπια
Που δυναμώνουν τον θάνατο, την συντροφική
σχέση με τους θαμώνες του καφενείου, την πνιγηρή
Ατμόσφαιρα απ’ τον καπνό, την φθισική
Γαλήνη λίγο πριν ξεσπάσει η μπόρα
Και τα λούσει όλα η ιαματική θεία βροχή- μοιράζομαι
Το αγιάζι της νύχτας, τον ποδήρη χιτώνα
Της χλόης, το ερπετό που σάλεψε κάτω από την συλλαβή της ψιχάλας,
Το μανιφέστο που δεν με έπεισε, την στραβοκεφαλιά μου
Βαθιά την νύχτα να ξυπνώ να γράφω στίχους,
Μοιράζομαι
Την μοναξιά την θέληση το πείσμα,
Μοιράζομαι την φιλία, την κατάφαση την φτώχεια,
Μοιράζομαι
Το ποίημα μέχρι να συντελεστεί το γεγονός
που το γέννησε, μοιράζομαι
Την υγεία του οξέος συμφώνου, μοιράζομαι
Τον θεό κι όλα τα έκδοχά του-
Συνεπακόλουθος των χοϊκών αναζητήσεων που έχω…

Τα όνειρα που κάνω διευρύνουν την φωτιά της συνείδησης




Τα δέντρα παίζουν με τον ίλιγγο του αέρα αλλά τα φυλλώματα
σπαθίζουν την ορμή του
σαν λεγεώνες ταγμένων πολεμιστών
να υπερασπιστούν την αυγή..
Τα όνειρα που κάνω διευρύνουν την φωτιά της συνείδησης – απ’ όποια
πλευρά και να κοιτάξω
χάη ορθώνονται
να ταλαιπωρούν την ψυχή, - αλλά να,
το φως επεκτείνεται ως το άπειρο
το φως δεν μένει πειθήνιο
στον χρόνο,
το φως
έχει μια ένδοξη προοπτική
αιώνιας αγιότητας.
Διακόπτω τον ύπνο – ακούω προσεκτικά τον ουρανό,
δίνω διάσταση άλλη
στην ελπίδα·
εύθραυστο είναι το καθετί που ορίζω-
και δεν ορίζω τίποτε άλλο
από βασανισμένες σκέψεις
και απολιθώματα λέξεων
τρύπιων
σαν του βυθού τα σφουγγάρια..



Φυγόδικος και ούτε που ’χω πια καιρό



Φυγόδικος και ούτε που ’χω πια καιρό
ν’ αντιδικώ με κείνους
που δεν καταλαβαίνουν…
       θα πάω στ’ άστρα θα πάω
         στην
                 μακρινή
                               Πούλια
δίκαιος σαν ένα σπαθί
που μιλάει και ευθύτατα κόβει…

    Και ποιος θα γίνει ο κριτής; Ποιός
θα κερδίσει την φωνή του λουλουδιού και της κοπέλας
την καρδιά; Εσύ
που ζεις με κάτι τάλιρα, στην τσέπη
ανώφελα,
έλα
απόψε
να μεταχειριστούμε μουσικές του ουρανού
και αγωνίες διώξε…




Κοίλες ιδέες του Θεού





Κοίλες ιδέες του Θεού- κι απ’ την Μεγάλη
Παρασκευή ο θρήνος
Έφτασε έως τα παράθυρα
Των λουλουδιών-
Η νύχτα έσβησε όπως μια γομολάστιχα γενναία διορθώνει
Λαθάκια των παιδιών·
Σχεδόν ημέρεψαν όλα·
Χελιδονάκια πέταξαν ψηλά και πάνω στα καλώδια
Φάνηκε να νικά ο κόσμος·
Τιτίβισμα γλυκό που αντάμωσε τον θρήνο!
Άδικός είναι ο καημός κι εγώ το ξέρω
Πώς πέτρωσε το δάκρυο στο πρόσωπο της μάνας·
Ώχου γλυκοφιλούσα μου τι σού ‘μελε!
Και πώς να σου το πω πού δεν το ξέρεις
άλλα Εκειός που γέννησες μας ξεπερνάει;






Θρησκεύω τίνι τρόπω ο μυστικός βούλεται θέλει.



Είναι μια αρετή, μια γυμνή αρετή δέντρων
όπως αυτά απαρτίζουν παράδεισο
και μια μουσική
αλέγκρο
κατά πόδας του μεσημεριού,
τόνισε
τις ευθύνες του κι άλλο ο Μάιος
και ό,τι  επιθύμησα, ω του θαύματος,
τρανά συνετελέσθει…

Δεν ξέχασα την πρίμα Πέμπτη που ο μυστικός
Δείπνος των ταπεινών συγκλόνισε και άλλο τα ανθρώπινα..
Θρησκεύω τίνι τρόπω ο μυστικός βούλεται θέλει. Κι αγαπώ
πάντα τα όνειρα.

Δυο τριαντάφυλλα άλικα φυτρώνουν στο στήθος μου και απ’ το μνήμα κάποτε
πάλι θα εξέχουν
- σαν απ’ το μπαλκονάκι του θεού..



2 Μαΐου 2013

Ο τζόγος είναι πάντα η ζωή



Ένας χαρίεις ήλιος επέτρεψε 
αβρότητες πρωινές.
                             Τσιμέντο κόκαλο φωνάζει 
                             την γηραλέα φιλοσοφία του
                κάνοντας τεμενάδες στου Μάιου την γύμνια.
Εύθραυστα φυλλώματα και 
    ό
       λ
          ο 

               τ
                  ο 

                        σ
                            χ
                               έ
                                  δ
                                      ι
                                         ο 
της σαφήνειας αυτών που δεν ξέρω
ούτε και θα προλάβω να τα μάθω 
ποτέ, όλο το σχέδιο
μιας έκπληξης νωχελικής.
Ο τζόγος είναι πάντα η ζωή – κι εγώ μετρώ αδεξιότητες
πικραμένος που μου ξεφεύγουνε οι λεπτομέρειες και μπορεί
μια μέρα αδαής και δυσαρεστημένος να πεθάνω.





Κατοικώ στην επιφάνεια της πραγματικότητας






Κατοικώ στην επιφάνεια της πραγματικότητας κι εσύ
κοιμάσαι μες τα χέρια μου
κοχυλένια
ιριδίζουσα
ζώσα ψυχή
ενός λατρευτικού λουλουδιού.
Από τα μαλλιά σου
χελιδονάκια λόγια πετούν
μες του ουρανού την φωλιά.
Χαρίζω σ’ όλους την μιλιά μου.
Ο χρόνος είναι ένα δίχτυ που οι μέρες
το τρυπούν
και στέκονται στο άρρητο
απείθαρχες,
φανατικά ιερές
και μόνες.
Το ατσάλι μιας σιωπής που δεν ορίζω
ματώνει τα χέρια μου – τα ξεπλένω
μες τον καημό του φεγγαριού
κι αγγίζω την λευκή, αγαπημένη κοιλιά σου.
Η νύχτα παίζει με τον πόνο μου – μια εικασία είσαι
που με ουτοπίες τράφηκε
και νέφη του λεξιλογίου που περπατώ…


1 Μαΐου 2013

Από κάθε άποψη ορυκτά είναι τα αισθήματα





Από κάθε άποψη ορυκτά είναι τα αισθήματα, ορυκτά και πολύτιμα..
Τεντώνω την σφεντόνα και
Ρίχνω λιθάρι μες την πεδιάδα.
Μπορεί όλα επάνω μου να είναι μια κραυγή
Που- δεν μπορεί- μια μέρα θα ξεσπάσει.
Υλοποιούνται των βλεμμάτων μου οι στεναγμοί.
Όλο ένα βάρος σηκώνω
Άλγους και δύσκολων προοπτικών.
Αγκιτάτορα ήλιε, γυμναστή καθοδηγητή μου,…
Άλλες πυξίδες θα εφεύρω να ακολουθούν
Μια ηθική που δεν σκοντάφτει
Σ’ ανθρώπινες μικρότητες…





Πρώτα η ζωή, η μαγική ζωή




Πρώτα ένας ξερός ήχος και μετά
Η σιωπή
Κι όπως να αντιλάλησε η κοιλάδα
Από την ντουφεκιά – το πουλί
Πέφτει από το δέντρο και ούτε που σαλεύει τα φτερά του-
Μόνο η ψυχή του κάθεται ακόμα στο κλαδί και κλαίει…

Πρώτα η ζωή, η μαγική ζωή και μετά
Ο φόνος, ο επιγραμματικός φόνος κι όλα αλλάζουν καταμαρτυρώντας
Αθροισμένα κι άλλα μαρτύρια. Ακούω

Προσεκτικά το καθετί· ο νους μου
Κυνηγά όσα η θλίψη βούλεται να αποτελειώσει·
Και νικώ σε όλες τις αντιρρήσεις·
Νικώ γιατί αγαπώ την ζωή στην πρώτη αγαπημένη αξία της..


Θα ζητήσω από τους ίσκιους την σιωπή




Θα ζητήσω από τους ίσκιους την σιωπή και πέρα
από την νύχτα των κοιμητηρίων
Γαλανός ουρανός θα απλωθεί
Επάνω μου, 
που θα φτάνει
ως τα όμορφα όνειρα.

Αυτά τα δόρατα των ηλιαχτίδων αυτές
οι μανιασμένες ορδές
Του φωτός,- μες σε όλα μιλάνε
Τα πλάσματα,
ανάταση και ευτυχίας την τέρψη.

Κρυφακούω του λίθου τον ψίθυρο, μια προσοχή έχω
Μην χαθεί το αποδημητικό δευτερόλεπτο που η αλήθεια
Η πιο μικρή των πραγμάτων 
γύρω μου 
δεν
Θα καταγραφεί.

Εκείνο που μου γέννησε το ποίημα, εκείνο 
το λιλιπούτειο φωνήεν σαν της αστραπής 
ή του ουράνιου τόξου δεν
σκαλώσει στης σελίδας το άγραφο 
και, 
προπαντός,
στην καρδιά μου..




Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου