...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

26 Αυγούστου 2012

Οι αριθμοί τελείωσαν ή υπήρξαν πολύ θλιβεροί.




Χοροπηδούνε επί του πιεστηρίου κεφαλαία γράμματα και ζητούν μια φροντίδα αποτοξίνωσης.
Οι αριθμοί τελείωσαν ή υπήρξαν πολύ θλιβεροί.
Χαμήλωσε και άλλο ο ουρανός.
Οι λέξεις έγιναν μαστίγιο
που χτυπά την ράχη μιας νεκρής ιδεολογίας.
Ο ποιητής ξαφνιάστηκε να μην αντιπροσωπεύει
πια τίποτα αφού του αφαιρέθηκε η καρδιά.
Οι καιροί θέλησαν τόλμη και ο φουκαράς δεν είχε.
Μπορεί σε άλλες εποχές να γεννηθούνε  φωτεινά μυαλά
που δεν φοβούνται κανέναν και εκτινάσσουν
την Δικαιοσύνη σε ύψος ορατό και που την γεύονται όλοι.
Τότε θα σκιστεί το παραπέτασμα και θα προβάλουν
ευαγγελιστές που θα γράψουν μια Βίβλο
οικουμενικής ευθυδικίας..

Ελέω Θεού η καρδιά μου πάλλεται



Ελέω Θεού η καρδιά μου πάλλεται πατριδολάγνα και όμορη
λευκοφτέρουγων Ιδεών.

Καταχωρώ αλήθειες των φυτών μες τα δέντρα αλλά τα δέντρα έχουνε πάντα μια άλλη άποψη-

Είναι μαχητικά ως προς την ζέστα και κάποτε
γίνονται γιγάντια σπίτια πολυκατοικίες πουλιών.

Εγώ λατρεύω τον αέρα.
τον αφήνω να περνάει ως μέσα μου
και ας αναστατώνει την σκέψη μου
και τον εσμό των ονείρων.

Αφού έτσι κι αλλιώς όλοι
ζούμε σε μια αδιαπραγμάτευτη φυλακή
ήρωες ψευτοεπανάστασης που έχει ξεθυμάνει.





25 Αυγούστου 2012

Σε φρικαλέα πραγματικότητα ζούμε




Γιατί περιμένω μια τάξη πραγμάτων που δεν θα υποστεί
θνητότητα που έχουν οι ανθρώπινοι νόμοι;
Σε φρικαλέα πραγματικότητα ζούμε
Πώς να το καταλάβουμε;
Κάποτε καταθλιπτικά οι μέρες περνούν επάνω μας και αφαιμάσσουν
Καθετί που θα μπορούσε να επαναστατήσει.
Εδώ που τα λέμε κι η ποίηση περιχαρακώθηκε
Και έγινε μοναστηριακό συμβάν.
Νυν απολύεις τον δούλο σου αφού κι εγώ
Μουμιοποιώ την αυταπάτη μου και πάω
Προς δράση ατελέσφορων λεξιλογίων..


Τα καθεστώτα ζούνε μια φτήνια.



Όπως από σκηνή του κινηματογράφου:
οι δρόμοι άδειασαν
και προδίδουν συρρικνωμένη  πρωτεύουσα.
Οι βιτρίνες ζούνε την φτώχεια τους.
Τα καθεστώτα ζούνε μια φτήνια.
Περιφέρονται άσκοπα οι πολίτες σ’ ένα κράτος
που πολύ τους χλευάζει.
Στις πλατείες ανθούν οι καφετέριες και το σινάφι των αργόσχολων νομοθετεί κουβεντιάζοντας
με λόγια που έχει ο αμαθής.
Πολιτικά εβουλιάξαμε.
Η δημοκρατία δεν είναι εύκρατη τώρα.
Για μια σημαία πολεμήσαμε και σήμερα δεν είναι σύμβολο ο ιστός.
Απ’ την απόφασή σου ως την απόφασή μου
σιγά σιγά ας ενωθούμε..




ΟΡΑΜΑΤΟΣ Η ΣΥΛΛΑΒΗ..



Ξυπνώ μέσα σ’ ένα πρωί που αναγγέλλει απρόσεκτες ματαιοδοξίες.
Μερικές θρονιάζονται μέσα μου.
Ανθρώπινα με διαβρώνουνε τόσο.
Κυνηγώ απαλά τα νέφη και του ύπνου οι τελευταίες σιωπές
Είναι σαν ένα φίδι που γλιστράει μέσα στα χορτάρια.
Εμβρόντητος μένω μπρος τον ναό σου Μάνα μου Φύση!
Συνέρχομαι από την ταραχή και αναπέμπω Σοι λιβάνι θυμίαμα
Ύμνο χλωροφύλλιο.
Διακρίνω αυτήν την ανεπαίσθητη
Ίνα που ξόδεψε η δημιουργία να με φτάσει.
Μια μυστική εξέγερση από νεογέννητα φύλλα σπαθίζουν
όπως της αλόης οι μάχαιρες.
Η καρδιά μου είναι δροσοσταλίδα στο άσπιλο φως.
Μονοδιάστατος και μονολιθικός
Ακουμπώ την παλάμη μου στο κούτελο του κόσμου.
Είμαι ηχείο μιας κραυγής, είμαι μπολιασμένος με αβάσταχτο πόνο.
Ευγενικέ αναγνώστη που θα κρατηθείς από το καγκελάκι μιας ιδέας μου
Έλα σε μένα βλέποντας πυρετικό αναβρασμό που έχει η καρδιά μου,
Στροβιλίσου στις λέξεις μου όπως σε μια ατέρμονη νύχτα
Η νύχτα τσαλακώνει λιγάκι τα άστρα της..


Καθαρά όλα συνιστούν μια τρανή Ουτοπία.



Όμμασιν άπιστος και είναι σαν μια λίμνη ο ουρανός
που αντικατοπτρίζει την συμπάθεια των αστεριών και του Θεού τον χιτώνα.

Συνοψίζονται πάνω στην καθαρή συνείδηση της θάλασσας
οι αχτίδες που λοξοδρομήσανε και διαθλώνται
στην οικουμένη.

                                 Το μεσημέρι ελεεί και ασωτεύει.
                        Καθαρά όλα συνιστούν μια τρανή Ουτοπία.

Απ’ όπου κι αν ξεφύγω θα με δουν να περιφέρομαι
γύρω από μία κοσμοθεωρία σαστισμένη.

Ακρίβυναν οι αθωότητες- πού να τις ενστερνιστείς!

Μόνο την κάποια ώρα που η ψυχή βελάζει
ακούς να φλέγεται το νυχτολούλουδο
και δίνει ρέστα φαντασίας το ποιητικό μελτέμι.

24 Αυγούστου 2012

Εκ των έσω αναγνώθομαι καλύτερα



Εκ των έσω αναγνώθομαι καλύτερα
και με την σιγουριά που δίνει
στα χέρια μου μια λάμα από μαχαίρι.

Κοίτα που βιάζω τα ρήματα κι όμως εκείνα δεν μου απιστούνε!

Δίνω την παθητική τους συντέλεια
και η ενεργητική τους με δέχεται
να με τον τρόπο μου τα γονιμοποιώ.

Αυθαιρετώ κοιμώμενος κάτω
απ’ έναν ουρανό γεμάτο άστρα.
Πού να το καταλάβουν οι φιλολογούντες!

Αν δεν ζυμώσεις παραπλεύρως με την κυρά-Δέσποινα
πού να το μάθεις τι σημαίνει Παναγία…

Από την πρόζα των φωνηέντων στην πρόζα των αριθμών.



Από την πρόζα των φωνηέντων στην πρόζα των αριθμών.

Δυσκολεύομαι να σκηνοθετήσω μια ένθεη σκέψη.

Χορογραφώ για αγγέλους μα είναι φιλέρημοι οι ουρανοί μου-
Γεννούν φωτιά.

Σκοτεινιάζω πηγαίνοντας προς την Δύση- φυσικό μάλλον είναι.

Εγκυμονούν κινδύνους οι λέξεις- το ήξερα.

Μόνο που σε παλιά βιβλία καταφεύγω θέλοντας
μια όαση με έννοια.

Μόνο που βρίσκω πια να με μαγνητίζουν
τα ριγμένα στην τύχη χαρτιά.

Ακoλουθούν την μέρα τα ειπωμένα μου και σβήνονται μες το ηλιοβασίλεμα
που οι νύμφες του πόντου τραγουδούν σιγανά κι όλα μια  νοσταλγία τα δένει..


ομονόησαν οι καιροί να ξεκάνουν Αλήθειες




Aπό ποιά μεριά σε κάνει η ζωή δικό της;
Απ’ την μεριά ενός σημαντικού ή ασήμαντου θανάτου
ή, σκίζοντας την επικράτεια των ουρανών, κι εσύ να δέχεσαι
να σε φθοροποιεί ο βιοπορισμός;

Όπως να ομονόησαν οι καιροί να ξεκάνουν Αλήθειες
και οι ιδέες αυτομόλησαν
μες της προϊστορίας το καύκαλο.

Θέλω να πω: είναι λερναία Ύδρα οι αγωνίες.
Φρούτο που είναι σκληρό το κουκούτσι του.

Ευτυχώς των ερώτων το σορόπι σώζει των πραγμάτων όλων τις συλλαβές
κι η Τέχνη όρους νέους πάντα εργάζεται.

Σε ένα απόγευμα συμπυκνώνεις όλες τις μέρες σου
και σε μια νύχτα σπουδάζεις τα ευρηματικά σου φεγγάρια.

Αλληλούια ερώτων σκιρτημάτων αλληλούια..



Απ' το κρυμμένο μου στο φανερό σου
Μια συγγένεια πνεύματος που σε κάνει ακόμα πιο προσιτή
Στα φιλιά μου και γι’ άλλα φιλιά.

Και το σταφύλι που δένει την κρασάτη του ρόγα
Ίδια του στήθους σου η προσταγή που μεθά

Κερδίζω στις ματιές και αν ποτέ μου δίνεσαι
Με τρόπο που θέλω, η ηχώ
Από των λόγων σου την χαρά
Θα γκρεμίσει τα τείχη τα μέσα μου

Αλληλούια ερώτων σκιρτημάτων αλληλούια..

Περπάτησε στην παραλία ανεμίζοντας τα χαλκοκόκκινα μαλλιά της.



Περπάτησε στην παραλία ανεμίζοντας τα χαλκοκόκκινα μαλλιά της.
Την έβλεπα που στάθηκε μπροστά από τις ομπρέλες μπερδεύοντας
τον άνεμο που δεν ήξερε που να πρωτοφιλήσει.
Ακούμπησε τον σάκο της στην άμμο
και τόνισε τις γραμμές του κορμιού της βγάζοντας
την μικρή της φούστα για να μείνει
με το ροζ της μαγιό.
Μες απ’ τα γυαλιά της κοιτούσε το ήσυχο κύμα.
Άναψε ένα τσιγάρο και αφού το κάπνισε
βούτηξε με μια χάρη στα νερά
που τα νερά αγαλλιάσανε.
Το μεσημέρι έκαιγε λαύρο σαν θαυμαστικό.
Όταν ξεπρόβαλε ξανά, ήταν μια αναδυομένη
θεά που συντρίβει καθετί που δεν είναι αιώνιο.

ΣΩΜΑΤΙΔΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ...




Μόνος και μ’ ένα λεξιλόγιο δια βίου έντονα πυρακτωμένο!
Ίσως και ψάχνοντας κάτι σαν σωματίδια του θεού- ή πάλι
ορθογραφίες αλήθειας που σου την στερεί το φως που υπεράφθονο
θαμπώνει κάθε μάτι..

Δουλεύει ο χρόνος γύρω μας. Ανταλλάσει
τον άνθρωπο με τον χαμό του.

Από φωνές εντός μου έφτιαξα ένα παράξενο τραγούδι
που ούτε τακτοποιεί το χάος ούτε με λυτρώνει.

Τρεις μετά τα μεσάνυχτα.. Αδειάζει ο ουρανός..

Φορτία ψυχής πάνω στις πλάτες τους
κουβαλούν κάτι παράξενοι άγγελοι.

Άδικος ο θάνατος.. Όμως πιο άδικη η ζωή..

Όπως δεν καταφέρνουμε να έχουμε
μέσα της ούτε μιαν ανάλαφρη ανάσα.

Οι περιουσίες μας (τώρα ή ύστερα)
με έναν τρόπο καταργούνται..
Και μόνο του μυαλού η όποια παραμένει.

Με τις ιδέες μου υπήρξα σαν σ’ ερειπωμένο κάστρο φάντασμα
που το θρυλούν οι χωρικοί και να το πλησιάσουνε φοβούνται.

Κροταλίζουν οι λέξεις..

Τα βράδια ακούς τις αλυσίδες τους
όπως χτυπούνε στα πλακάκια πάνω
που λίγο πριν περπάταγε ένας σκληρός θεός…

2007

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ ΚΛΕΟΣ.


Αν σπάσει το κρύσταλλο και τεμαχιστεί η όψη του σε χιλιάδες κομμάτια
βάναυσου γυαλιού, η μορφή θα εξαφανιστεί όπως ένας πυρήνας
φωτιάς θα έχει συντελέσει την απώλεια

Δεν θα συγκρατήσω τίποτα από το παρελθόν
θα προστρέξω αποκλειστικά και μόνο στο μέλλον
αποφεύγοντας κάθε δακρύβρεχτη συμπάθεια.

Θα αφήσω πίσω μου την αρρώστια και την παράνοια που την γέννησε
και θα χτυπήσω όπως ξέρω την γροθιά
τσακίζοντας τα πορσελάνινα δόντια
της πλαστής τους ευγένειας.

Θα χαρώ
που έμεινα μόνος
να σπαρταρώ επάνω στα εδάφια
των ευαγγελίων μου
και θα μεταλαμβάνω
αέρα και σύνεση
εν τες όρεσι
να σιτίζομαι
πόας μονάχα και βοτάνας...

Ο ΜΗΝΑΣ ΗΘΕΛΕ ΙΟΥΛΗΣ


                    

Πολλή ώρα στάθηκε σ’ ένα τοπίο του μυαλού μου ο φίλος-
γενναία-
θέλησε να φωνάξει αλλά σκέφτηκε
ότι αυτή η βαρεμάρα του αγεριού θα του αφαιρούσε την επιβλητικότητα
-τ’ άφησε τότε.

«Μάθετε, λέω, να μην είστε σούρουπα, νάστε πρωινά»
ψιθύρισε που να τον ακούσει μονάχα το αυτί του.
Κοιμόταν.
Όλα τα προηγούμενα σε όνειρο!
Τον ξύπνησε ένας κρυφός σεισμός εσωτερικής κίνησης
που γκρεμίζονται τα σπλάχνα και στην θέση τους
ξεφυτρώνουν βιαστικά ερείπια πόλης απ' όπου
ακούς φωνές πλακωμένων κάτω απ’ τα άγρια δάπεδα της ιστορίας.

                            Ο μήνας ήθελε Ιούλης.  Λοιπόν....

Η μέρα Κυριακή σηκώνοντας μία μεγάλη πέτρα να την απολύσει
πίσω του,
στην γη
ενός έρωτα τσεβδού και κολασμένου.

Μπόρεσε ένα τραγούδι λυπημένο:
όλο βάσκανα λόγια
τρύπιο θάρρος , φιλολογίας μεθυσμένης.
Αλίμονο γι’ αυτόν-
μόνο για την ζωή του  «ζήτω!»




                                     Αυλίδα 25/7/82

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου