...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

18 Αυγούστου 2009

162

162.


Τοξωτά παράθυρα, γρίλιες
που αφήνουν το φως να κομπάζει.

Και ο ήλιος
οκτώ η ώρα το απόγεμα..

Ο Ιούνιος
εγκαινιάζει την άλλη χαρά να έχει
ευαγγέλια μιας νέας θρησκείας
απρόσμενα οικουμενικής.

Στην Ρόδο που ευανάγνωστα είναι τα πελώρια δέντρα
και η ζέστη και ο απαλός
άνεμος που χαϊδεύει
τις παρά την όχθη ιτιές.

Μπαίνω στο νόημα: η γλώσσα απομαγνητίζεται·
η κάθε λέξη σηκώνει
ένα φορτίο μουσικές
που δεν ποτέ μεταφράζονται- είναι θεμέλιο
γι αυτήν την του απογέματος σονάτα
των ψυχικών αντανακλάσεων
και των ιριδισμών του θεϊκού..

Μια ακόμα ανάσα..

Και είμαι πάλι ο πρωτόπλαστος που εκμεταλλεύτηκε
κάθε οξυγονούχα διδαχή..

Απορροφούν τα μάτια μου τα χρώματα..

Σχήματα που το ηλιοβασίλεμα επινοεί..

Καθώς ανοίγουν οι ουρανοί και φαίνονται
άλλα παλάτια..

159

159.


Ένα ποτήρι νερό που ξεδιψάει μια δίψα
είναι μια ποίηση δροσερή
που την ευφραίνεσαι..

Ας αφήσουμε ένα παιδί να είναι παιδί κι ένα δέντρο
να είναι ένα δέντρο..

Γιατί φοβάμαι ότι μεγαλώνοντας τα πράγματα
παύουν να είναι αυθεντικά πράγματα
κι εμείς
παύουμε να είμαστε οι αληθινοί εμείς..

17 Αυγούστου 2009

168

168.


Τα δέντρα ανθίζουνε αξιοπρέπεια και ο κόσμος
είναι απλούστατα αθώος.

Μπορεί με το θάλλον το μέσα σου
να μην κερδίζεις τίποτα εμφανώς ορατό που να είναι, αλλά
μήπως και έτσι δεν είναι η ίδια η ποίηση;

Αποσαφηνίζει το έλασσον
μυστικό κύμα που αόρατο συλλαμβάνεται
να βάλει εναντίον του δέκτη κάθε νύχτας..

16 Αυγούστου 2009

ΣΤΗΝ ANNE SEXTON.

ΣΤΗΝ ANNE SEXTON.

Διαβάζω ξανά την θλίψη που είσαι, δοκιμάζω
να περπατήσω σωστά τους δρόμους που το μυαλό σου θα ήθελε..
Είσαι πιο πικρή κι από κουρασμένη φλογέρα
στα χέρια του μοναχικού βοσκού που η ψυχή σου είναι..
Σκοντάφτω στα ατέλειωτα άλφα σου-
όπως να θέλεις να μου πεις πως είσαι
ένα αλφάβητο που ποτέ δεν τελειώνει..

Για μια ακόμη καταφυγή μες το σωτήριο των λέξεων φαρμάκι
εσύ ξενυχτάς αναβοσβήνοντας τα γαλανά μάτια σου
που, παράθυρα της μοίρας, να φανούν οι θλίψεις που έχεις εντός σου, ανοίγονται..

Και κοιμάμαι…

Με σένα στο πλάι μου..

Πάνω στο παλιό κομοδίνο, σαν να μου λες πως αρχίζουν πορείες
κατάθλιψης μέσα
στην κάθε που έρχεται νύχτα..

172

172.

Εκείνο το παράξενο συστατικό που διαφεύγει
από την λήξη των ονείρων
και πλανιέται στον αέρα ολόγυρα-

Την ώρα που το πρώτο λεωφορείο κουβαλά
αλλοδαπούς εργάτες στα μεγάλα ναυπηγεία-
και στις παλιές αυλές μέσα σε μια ντενεκεδένια γλάστρα ο βασιλικός
σκουντά με το άρωμά του
το διψασμένο σου ρουθούνι-

Τα πεύκα γέρνουν προς τον άκαρπο νότο-

Η αυγή έρχεται-

Το ποίημα υποδόρια μελανώνεται και πλησιάζει.

Ένα σπουργίτι αφήνει την φωλιά του και χάνεται
μες τον προστακτικό ουρανό-

Ένας αγουροξυπνημένος νοικοκύρης που ακούει
το φιλότιμο της ζέστας να στεγνώνει
στο σκοινί τα απλωμένα του πουκάμισα-

Μετά η μέρα προχωρά
και η πόλη ξυπνάει αφήνοντας
απ’ τα σπλάχνα της έναν
θόρυβο μηχανών που ρονρονίζει
παθιάρικα
νικώντας κάθε ελπίδα ησυχίας.

Και στα μισάνοιχτα παράθυρα
των σπιτιών, των γραφείων, των συνοικιακών
καταστημάτων, εισβάλει
ένας μπερμπάντης άνεμος, σιγανός, μειλίχιος, πράος
που τιθασεύει την σκέψη όλων ίσαμε εκεί που γίνεται
να αφαιρείται απ’ τον χρόνο ο θρησκευτικός του υπαινιγμός…

169

169.


Τι όμορφα που μυρίζει αυτό το επίρρημα της θάλασσας!
Εκεί..
Σαν από αρχαίο θεό σταλμένο-
ποιητικής δοκιμασίας ολονύχτιας το κατόρθωμα..

Να μπορούσα όπως είσαι μακριά μου να σε κάνω να το αφουγκραστείς
όπως μαγνητίζει την σκέψη μου κι αφήνεται
να πέσει μες των λέξεων την σελίδα.

Κάποτε είμαι ένας θηρευτής που έχασε
τα σημάδια του
και χάθηκε σ’ ένα μεγάλο δάσος.

Κάποτε
είμαι ένας που όλοι,
μέσα του, είναι αυτός.

Πολύφωνος και όμως σιωπηλός-
όπως θαυμάζει αυτό το όνειρο αιωνιότητας..

15 Αυγούστου 2009

ΤΟ ΣΠΙΤΙ…

ΤΟ ΣΠΙΤΙ…

Να σου λέει ο ήλιος με την υπερούσια τόλμη του, να σου λέει το φως..
Και, κάτω από τον ίσκιο της μεγάλης καρυδιάς, ένας λωτός που επιμένει
να μυρίζει Όμηρο,
εκεί,
στα άνω-Πορόια..
Θερισμένα τα χόρτα και τα κακόβουλα
ζιζάνια
που κλείσαν τότε την αυλή
του σπιτιού
που το έψελνε με ένα ήσυχο κελαρυστό
μούρμουρο ο απέναντι νερόμυλος..
Οι φίλοι ασήμι στην καρδιά!
Και ο καφές που άχνιζε
μετά
που ήρθε σαν από τον στίχο το απόγεμα
να μας καλοκαρδίσει!
Αυτές οι ζωτικές περιουσίες μου
μίας φιλίας που λάμπει
και την κρατώ ευλαβικά σαν να μου γίνεται
θρησκεία
μέσα σε τούτη την αλλόκοτη και που πικραίνει εποχή..

ΜΑΚΡΥΝΙΤΣΑ..
ΣΕΡΡΕΣ..

173

173.

Πίσω απ’ τις οθόνες των υπολογιστών κρύβονται
οι μοναχικά μαχόμενοι άνθρωποι..

Τα μυστικά τους
αποκρύπτονται
από κυκλώματα ηλεκτρονικά
που νικούν στο άθροισμα την κάθε μέρα που έρχεται.

Τα πλήκτρα τους
επιμένουν
λυρικά- κανένας δεν έρχεται
από τις χώρες του πουθενά
μέσα τους.

Ένα φεγγάρι κάθεται
αργυρό πάνω στις έπειτα σελίδες
που θα γραφούν κομίζοντας άφθονη θλίψη
κοντά στο απόγεμα.

Ψηφία που απομυζούνε θεωρία σχετικότητας
βαραίνουν πάνω σ’ ένα λεξιλόγιο επίκαιρα διαμορφωμένο
να ομιλώντας το ξενίζει.

Και η επικοινωνία χάνεται σιγά σιγά, επίτηδες
όπως την όρισαν οι μεγιστάνες
του συσσωρευμένου πλούτου των ηλεκτρονικών θρησκειών..

8 Αυγούστου 2009

ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟ ΑΝΤΙΚΡΙΣΜΑ..

ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟ ΑΝΤΙΚΡΙΣΜΑ..

Η εποχή που ταξιδεύει μ’ ένα κλικ παντού-
Χύνει το αίμα των παιδιών στα πεζοδρόμια-
Αφήνει έκθετο τον ποιητή της
Να σπρώχνει το λιθάρι του προς έναν δύσκολο ουρανό.

Κοίτα που όταν κατορθώσεις γίνεται
Να μιλάς πιο απλά κι από ήχο
Υδάτων που μέσα στην γη πάνε βαθιά
Όπως τα λόγια τα σωστά στον νου του ανθρώπου.

Ηλεκτρονικά συναπαντήματα, ιδέες
Συμπόνιας, χίμαιρες-
Αναστατώνουν για να εκφραστούν τα πληκτρολόγια,
Αλλά το μέσα μας θηρίο παραμένει
Και φαίνεται ότι νικά..

Τώρα βρες το σωστό μέτρο, την στιγμή
Που η ανάσα γίνεται γρήγορη, τον ρυθμό
Που θα χτυπήσει μες τις φλέβες το αίμα
Κι όχι να λείπεις απ’ τα γεγονότα μέσα στον καιρό. Τιμητή

Και οπαδέ κάθε επανάστασης,
Των πουλιών φίλε,
Νοσταλγέ της γόνιμης μοναξιάς-

Άθροισε τις αξίες σου- μια νότα μένει
Από συνείδηση που πολεμά να μείνει ηθική..
7.1.2009

130

130.

Όπως πέφτει το βράδυ, κατοχυρώνουν σκοτάδι τα ακούραστα τρωκτικά
Τρυπούν το κορμί της γης σαν ένας επιδέξιος μάστορας
Που κάνει να υφαίνεται η σκέψη με το χώμα.

Κι εκείνο
το χοϊκό αδέσποτο σκυλάκι του ανέμου, ολοένα
Γαυγίζοντας, που πάει
Προς την πιο σκοτεινή μεριά
Του δεκαπεντασύλλαβου.

Εγώ..
Που απορώ με την ζωή μου, εγώ…

Κι εσύ-
Που είσαι βυθισμένη μες την περιπέτεια
Μιας Κυριακής που απίστησε και θέλησε να μείνει μες τον περασμένο αιώνα..

Αλλά ποιός γερνά; Και πώς;
Ποιός χάνεται
Μες τις περιπλανήσεις του μυαλού και γίνεται ο καταδότης
Του ίδιου του εαυτού;

Ποιός είναι; Πού τον πάνε οι δρόμοι του;
Και αν ο άνθρωπος είναι ο τρόπος
Πού θα τον καταλήξουνε οι λυρικές οδύνες του;

121

121.
Φυλακίζω εμένα τελικά μέσα σ’ όλο ετούτο το κυνηγητό των λέξεων- ποιός να με σώσει;

(Αναφέρομαι στους επεκτατικούς
Ολέθριους, πολεμοχαρείς
Φθόγγους που ανταποδίδουν
Αγωνία στην αγωνία μου..)

Συνδέω το μαθηματικό εφτά με το ημερολογιακό
Ανάλογό του:
Κι από Δευτέρα αρχίζω
Να κατανοώ αλλιώς τον ηγεμονικό ήλιο
Που αντιπαλεύεται την ποικιλότητα των λουλουδιών.

Κι ένα οχτώ που κατόρθωσε
Να είναι νότα
Αληθινή
Μετά που του σταθήκανε με αγκάθια τα τριαντάφυλλα-
Στα αγκάθια τους
Να ζυγιστεί μην πέσει
Ολόβαρο μέσα στην Πέμπτη μελωδία του..

Εξάλλου από Σάββατο γίνονται αθάνατοι οι ερωτευμένοι
Που μπόρεσαν σ’ ένα κορμί που επιθυμεί το άλλο να χωρέσουν
Το γίγνεσθαι της ποίησης!

125

125.

Τώρα που η τελεία είναι ο μόνος πρόλογος στις περιπτώσεις της ζωής
Που τα γεγονότα τρέχουν
Τρελά, σαν να προλάβουν
Την κουρασμένη μας διακυβέρνηση
Από τους σαλτιμπάγκους του φαιδρού- τώρα
Που πραγματοποιεί ακραίες περιπτώσεις του ασυμβίβαστου το όνειρο- τώρα
Αφιερώνεται το κάθε ποίημα μου σ’ έναν σκεπτόμενο
Μοναχικό, φιλότιμο, καλοπροαίρετο ανθρωπάκο
Που τα ηνία στα χέρια του θα πήγαιναν αλλού το άλογο-ζωή..

127

127.

Ένα φως ρέει απ’ το ταβάνι στο πάτωμα, ένα φως αποκαλυπτικό
Και χώνεται μες το πουκάμισο του άντρα που έχασε το πρόσωπό του
Κοιτάζοντας επίμονα τον ήλιο.

Η μουσική που το ακολουθεί είναι ο ύμνος
Σ’ εκείνη την αρχαία θεά που πάνω της κρατιόταν μία αινιγματική
Και άσπρη κουκουβάγια.

Η μέρα υποχωρεί και το χνάρι της μένει
πάνω στα φύλλα των δέντρων που εγκλωβίζουν
τον ποιητικό αυτόχειρα άνεμο.

Έτσι όταν πηγαίνει να βραδιάσει τίποτα δεν ξέρουμε
Από εκείνη την παλιά μελωδία που συντροφεύει το νέο φεγγάρι
Του Αυγούστου που κρεμιέται ανάποδα μες τον ουράνιο θόλο
Όπου οι σάλπιγγες μιας μακρινής Ιεριχούς ρίχνουν ξανά τα τείχη..

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ

Την αφράτη σάρκα του μηνός επιθυμώ: τον Ιούνη!
Κορμάκι γεμισμένο άγιο!

Τι παράξενο λουλούδι άναψε μιαν άλλη μέρα που οι άνθρωποι καλοσύνεψαν!

Χωριά πόθων στήθηκαν κει, μοναστραπίς:
μαστόροι του βιολιού στήσαν υπαίθρια γλέντια.
Ένας γινωμένος ουρανός
στάθηκε η ωριμάδα του κεφιού τους.

Υπέροχα!

Όποιος έλπισε τραγούδι το βρήκε.
Πόνεσε, πιο πολύ, μοναχά ο που αποθαρρύνθηκε.
Ανόητος….

Οι πιο πολλοί κατάλαβαν ότι η σφαίρα της έκπληξης
κερδίζει το θάρρος της τον στόχο
και η ακούσια έλξη της απελπίζει την μοναξιά.




Αυλίδα 4/6/82

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου