...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

3 Ιανουαρίου 2016

ΦΑΝΤΑΡΟΣ Ο ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ..



Δεν ξέρω τι ν’ αποκριθώ..
Όνομα από θρυμματισμένα φωνήεντα είναι το απόγεμα·
βλέπω το κιτρινωπό νερό της βροχής
που κυλάει ήρεμο και αποπέρα βρίσκει
την επιθυμία της διψασμένης γης. 
Φλεβάρης!

Ο ουρανός κατρακυλάει στην τσουλήθρα του ορίζοντα!
Τρεμουλιαστό,
Ηχηρό,
θρηνητικό είναι το βουνό·
τα παγωμένα πόδια του ζεσταίνονται λιγάκι
μες το φαρδύ παπούτσι της πεδιάδας!

Φανερώνεται όλο το μήκος της μοναξιάς
με συλλαβές όπως    «ώχ, δεν μπορώ πια!»  την ώρα που γέρνει
η μικρή βοσκοπούλα, η φίλη μου..

Τριγύριζε όλη την μέρα μες το κρύο.
Ξαπλώνει στο στρώμα της,     «αχ, θεέ μου!..»

Είμαι ο εν Αυλίδι υπηρετών·
πώποτε μην μετανοήσας·
που πονάει το αίμα μου από ποίηση·
που στοχάζομαι λευκά μέσα στα μαύρα·
προετοίμασα τον εαυτό μου για ένα κομφούζιο αναπόφευκτο·
να ‘μαι!
Είμ’ εδώ!
Ποιός δεν φοβάται
ν’ αντικρύσει τα μάτια μου;

Με απόπειρες λιποταξίας,  απειράριθμες
φαντασιώσεις, ο Θανάσης
φίλος μου καλός, μετά Χριστό, και προ διαβόλου
μια μέρα μου ‘πε:              
«Σιχαίνομαι να ‘μια  μιας χρήσης…»

Θανάση, όχι!
Δεν είμαστε μιας χρήσης!
Δεν είμαστε μιας χρήσης!


…Και λοιπόν, όπως έλεγα
η πίκρα μου ανέβαινε στο λαρύγγι..
Γύρω μου ήταν ένα τοπίο αδυσώπητης νύχτας.
Παροξυσμός του χειμώνα,
Βοριάς,
Ανεμόβροχο..
-«Έϊ, ποιός είν’ εκεί;»
-«Βρικόλακας·  κι εσύ τις εί;»
-«Σκοπός πανάθεμά με· χέστα..»

Η ιστορία μου που ασχήμυνε, την καταδίκασα και γράφω άλλη..

Βουρ, για να κάνουμε έρωτα αυτοπυρπολημένοι!

                                                                                       28.2.1982



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου