...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

31 Ιανουαρίου 2010

ΤΟΠΙΟ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ..

ΤΟΠΙΟ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ..

Καλά λοιπόν η μοναξιά..
Όμως να πνεύσει ένας άνεμος εφηβικός και να με πάει ίσαμε
αυτή την δύση στον ορίζοντα στο βάθος του που καίγεται
Τι καλά!

Τόχα μαντέψει το γραφτό μου κει στους ουρανούς.
Είχα πει να δώσω μοίρα ο ίδιος για τον εαυτό μου.
τί φρένιαζε το αγρίμι του αίματος..
Στην άλλη γειτονιά που είχα κατοικήσει και εγώ για έναν καιρό
Τώρα προβάλανε στο παραθύρι τα κορίτσια.
Στο μελαγχολικό τους πρόσωπο
Παιζογελούσαν οι ειρωνείες.
Με το στανιό τους έπαιρνες κουβέντα.
Όπως:

«Η ελπίδα χέρι που δεν ωφελεί κι αν το ‘χεις
Αλλά δεν τήνε λέω ακατοίκητη την μοναξιά,
Υπάρχει μια αντήχηση του πόνου σου μέσα στις φλέβες του άλλου..»

Φυσούσε αεράκι ανοιξιάτικο.
Στις σελίδες του βιβλίου που μπροστά μου διάβαζα σκουντουφλούσε. Αν
Θα κοιτούσα από το τζάμι,
Βρωμισμένο από τα μυγοφτύματα,
Μακριά κ’ αψηλά περνούσε
Με τον καπετάνιο του που παραλόγισε
Το συννεφένιο καράβι..
Φορτία νοσταλγίες και τα νερά στο κόψιμο της πλώρης
Να παφλάζουνε ευτυχισμένα.
«Άγγελος δεξιά..» η φωνή του ναύτη ….όμως
Στην γη
Δύσκολα που υπάρχουμε!
Με τον φόβο ολοένα μεγαλώνοντας
Τον άλλο φόβο…
Και το χέρι μας άτολμο
Να μην έχουμε κιόλας καταλάβει
Πως με μια τόλμη της ψυχής νικιώνται όλα:
Σαν σπαθί ο γόρδιος που θα κοπεί για το ανάστα μας..

Ροδαλά ή μολυβένια ή μαύρα
Μπόρεσα μια στιγμή να δω τα κάστρα τ’ ουρανού
-Μες από μία ύπνωση ίσως..
Κι η φαντασία μου που λευτερώνονταν σε μεριές κι ακίνητη..
Να γυαλοκοπά πάνω τους το φεγγάρι,
Φοβίζοντας την πράξη που ‘ναι της κακίας ορμήνια.

Κι όταν
Είχε κλώσει για καλά η μέρα πλάι στην πικροδάφνη ή στα νυσταγμένα νυχτολούλουδα
Αγγέλους πολλούς γύρω από κάποιον με φλογέρα
Που αρμένιζε νότες μελαγχολίας ή αγάπης γύρω του..
Η ίδια ερημιά που φοβόμαστε οι άνθρωποι!

26.10.1981

ΑΓΓΕΛΟΚΡΟΥΣΜΕΝΟΣ..

ΑΓΓΕΛΟΚΡΟΥΣΜΕΝΟΣ..

Να ριχτεί μες τα όλα επειδή το είχε προστάξει ο βοριάς της ψυχής
του, όμως
Ο νοτιάς του τον ήθελε έτσι:
Να μένει κουκουβισμένος ο φτωχός μέσα στην ταπεινή αλήθεια
που κουβάλαγε
Πως είναι ένας ανθός που δεν μοσχοβολάει..

Αλλά
Είναι μια ώρα
Νιώθει καθένας ότι πάνω του
έχει φυσήξει δυνατή πνοή
Κι ακόμη
Κρατά αν είναι γόνιμη στιγμή για να καρπίσει·

Το ύψος της ζωής τον πολεμούσε
Έβλεπε το βάθος.
Μεγάλωνε το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που τον ανάγκαζαν να είναι Και σ’ αυτό
Που αλήθεια ήταν…..
Και κείνος κάλπαζε σαν γύρω του ο χρόνος να ‘χε χρεωθεί
Των ανθρώπων τα βάσανα και τις μοίρες του κόσμου!

Ψηλαφητά τα μάθαινε όλα.
Να τον βλέπει από το άγιο το μέρος του ο καιρός.
Ένας που θα πασχίζει πάντα να άνω-θρώσκει άνθρωπος..

Όπως χαράματα που φλογίζει τον κόσμο ο ήλιος.
Να φανεί που ο άγγελος προβάλει
Και ζητάει το δίκιο
Για χάρη της μέρας..

22.8.1981

Τα χέρια μου απόχτησαν αυτόν τον σίγουρο ρυθμό του γραψίματος.

Τα χέρια μου απόχτησαν αυτόν τον σίγουρο ρυθμό του γραψίματος.
Κουρτίνες αναμέρισαν ένα πρωί.
Μπήκε ο ήλιος γλιστρώντας στον θάλαμο
Και είπε καλημέρα..


Είδα την όμορφη νοσοκόμα να ζητάει έρωτα
Και θέλοντας να φύγω αποδώ μέσα
Της χαμογέλασα συγκαταβαίνοντας στο δράμα!

14.2.1983

Βαριέ κούφιε ουρανέ Κυριακή πρωί

Βαριέ κούφιε ουρανέ Κυριακή πρωί
Μ’ έναν ήλιο πνιχτό αίμα και λάδι.

Και τα βουνά που τυλίγονται
Και ξετυλίγονται… Ο Καρέας
Έχοντας σταθεί εκεί.

Το μεσημέρι διαβάζοντας εφημερίδα.

Ο ποντικός των ειδήσεων χωμένος παντού.
Φρένο στο αμαξάκι των πόθων σου.

Ο καπνός από τσιγάρο νοστιμίζει
Το άγχος!

13.2.1983

ΞΕΦΛΟΥΔΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ.

ΞΕΦΛΟΥΔΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ.

(Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας)
Φλεβάρης 1983


Αυτό το θλιβερό κομπόδεμα από μέρες ντυμένες νοσοκόμες.
Μια βαριά φαρμακίλα που ντουμανιάζει τα σπλάχνα μας ενώ
Ο ακροβάτης πόνος είναι μέσα κι έξω
Στην ιδέα του θανάτου μ’ ένα μπαχαρικό
Σπασμένο απ’ το δόντι του.

Ασθενείς: πρόσωπα της συμπάθειας.
Ένας παραγινωμένος καιρός του χειμώνα-
Οι γιατροί..

Οι μέρες αρχίζοντας από το απόγεμα… Το επισκεπτήριο..
Βάζω την ζωή να καπνίζει καθισμένη
Σταυροπόδι μέσα στην μνήμη
Ενός στριφνού φαντάρου

Μονήρης ασκητεύει σε κλινήρη φυλακή.
Βγαίνει ένα αποτέλεσμα πολεμικό
Από μια ανθοδέσμη της αγαπημένης του
Στο κομοδίνο και
Ένα άρωμα.

Ένα άρωμα η ζωή!

12.2.1983

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1984

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1984

Τα πεντόβολα των αισθήσεων τα παίξανε παιδιά.
Βγήκε κερδισμένη μια όραση κάμπων αμέτρητων
Της γης όπου ευδοκιμεί το γεωμετρικό χέρι της φύσης!
Βρέθηκα στην πρωτεύουσα του φεγγαριού..

Παραπονιάρικος χορός τα λόγια μου, έμπαινες μέσα.
Ήσουν τρελό μεθυσμένο τσιγκανάκι που χόρευε.
Τόση η γύμνια σου με ζάλιζε….
Κοίταζα:
μισή μέσα στον έρωτα μου και μίση
στην λύπη μου!

Μελωδούσε ο άνεμος!
Σε είχα ζήσει σε παράφορες αγκαλιές και φιλιά απογείωσης.
Ήσουν πάντα κλωνάρι του βασιλικού,
στ’ αυτί μου όπως
Ποθοκρατούμενος σε γύρευα ξανά και πάλι
έναν Οκτώβρη φεγγαριού..

Έπεσαν κρύα τα φθινόπωρα στην γη και στην καρδιά μου.
Σταλάζοντας τόση απόγνωση όπου
Δεν το ‘χα ούτε καν προβλέψει
Ότι θα βρει ο πόνος θράσος να χτυπήσει
Πισώπλατα
Θανατηφόρα!

Βολοδέρνοντας μέσα σε μια ανέκφραστη πίκρα
Που μου έλυνε τους αρμούς..
Σε γύρεψα..
Δευτέρα της ανάσας γιασεμιού

Για την θύμησή σου στόλισμα
Ρίγος της καρδιάς που από μακριά σε πιάνει!

ΣΑΛΑΜΙΝΑ..ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΓΕΜΑΤΙΝΗ..

ΣΑΛΑΜΙΝΑ..
ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΓΕΜΑΤΙΝΗ..

Η Δευτέρα έπεσε από το καλαντάρι:
Άλλη μια μέρα μες το παρελθόν μας
και μέσα του
Ήχησαν όλες οι πνοές της νιότης μας
Που ήταν μια φορά..

Μάνισε η σιγαλιά.
Ένα απαντητικό αεράκι σκουντουφλούσε
Στα βότσαλα και γδύνονταν,
Καθώς το λιόγερμα φωτοβολούσε για να κολυμπήσει.

«Σε ποιόν κόσμο πιστεύεις;» ρώτησες
«Σ’ έναν πιο δίκαιο..» αποκρίθηκα
«Κι αν δεν έρθει τι;» μου είπες
«Θα μείνω να ελπίζω…»

Όπως γαλάνιζε το βράδυ
Μ’ ένα μαντάτο αστεριού που καιροδήλωνε
Μιαν αύριο μέρα ωραία

Στην αγκαλιά του κόσμου..

1981

ΟΙ ΤΥΦΛΟΙ..

ΟΙ ΤΥΦΛΟΙ..

Οι τυφλοί δεν έχουν μάτια καταέξω, οι τυφλοί κοιτούν καταμέσα
Βλέποντας ίσως τον φύλακά τους άγγελο γιατί
-Φορές-φορές- τους είδα να χαμογελάνε
Μ’ ένα γαλήνιο πρόσωπο, ζωγραφιά ευτυχισμένου.

Ψάχνουμε τη γλώσσα σαν μια σκάλα.
Κάθε της λέξη κι ένα σκαλοπάτι που ανεβάζει
Στην έκπληξη.

Δεν μπόρεσα ποτέ να ξεχωρίσω
Από πού ένας τυφλός μπαίνει μέσα σ’ ένα ποίημα!
Από ποια πόρτα
-Με χίλια μάτια τότε-
Ξέροντας όλες τις πόρτες που ακολουθούν
Ανοίγοντάς τες, βγαίνοντας
Σιγά-σιγά
Απ’ την άλλη μεριά
Χέρι το χέρι με τον ποιητή του
Στο μπαλκονάκι τ’ ουρανού!

22.8.1981

ΕΝΑΣ..

ΕΝΑΣ..

Πάνω από το δωμάτιό μου όπου είχε
Σύνορα η ελπίδα κι η απελπισία…
Οι φρουροί τους να φοβερίζονται ο ένας του άλλου.
Μετά θυμάμαι έναν αισυμνήτη ήλιο.

Από τότε είδα πολλά νέα πράγματα
Ή άλλα που γεράσανε στην ηλικία όμως
Ένιωναν μες την καρδιά μου.
Λέω τον άνθρωπο που έψαχνε ολοζωής για την δικαιοσύνη
Σαν τον καθρέφτη για να κοιταχτεί
Ανασαίνοντας αυτή την γαλήνη που περονιάζει
Ως το μεδούλι
Όταν βαριεστημένα
Καλές διδασκαλίες των αστεριών
Φτάνουν τον ουρανό της νύχτας να ‘ναι επίγειος.

Έλεγε: «Η ζωή δεν φυραίνει
Η ζωή πολλαπλασιάζεται
Εμείς φυραίνουμε
Εμείς από μας μια αφαίρεση
Καθημερινή..»

Είχε αδειανά μάτια και τα χέρια του ενός τυφλού που ξέρει
Σίγουρος την μορφή των πραγμάτων.
Καλύτερος από μια σκέψη που δεν βγάζει πουθενά.
Θυμάμαι μπορούσε να ψιθυρίζει μ’ ένα τραγούδι
Στον ρυθμό του
Τα λόγια που ‘θελε η καρδιά του:

«Ζήτω του ο στοχασμός μου που ήρθε ρόδινος!
Ανθισμένες λεμονιές φουντωμένες!
Πήρε σβάρνα και το γέλιο της θάλασσας-
Μιας μόνης θάλασσας από πέρα.
Τώρα γελούμενο αίσθημα λαμπυρίζει, εκπυρσοκροτεί!
Είμαι τριγυρισμένος την ανάσα του αγέρα.
Σκουντάει την θύμηση, αναφαίνει ένα κορίτσι·
Ότι αγάπησα υπάρχει!
Αμόλυντο!»
1981

ΑΥΤΟΣ Μ’ ΕΝΑ ΚΟΥΡΑΓΙΟ…

ΑΥΤΟΣ Μ’ ΕΝΑ ΚΟΥΡΑΓΙΟ…

Αποβραδίς που ζάλιζε η μοναξιά.
Κιόλας έχοντας φύγει αυτός
από την μια την μέρα μες την άλλη
καν που δεν ήρθε-
αντικρύ του να στήνεται πολεμική η ζωή.

Δροσερή στο άγγιγμα η σκέψη
βουτούσε μέσα της και απ’ την άλλη
που έβγαινε των νερών της
με λίγη άμμο του βυθού μέσα στα δάχτυλά του·
φέγγαν τότε τα μάτια του·
αυτός για να μιλήσει έναν ενικό της αθωότητας που πληθυντικός
έμοιαζε της αγάπης.
Και

επειδή τέτοιος ο κόσμος:
όλος αγκάθια και πόνο..
Όμως το αποφασισμένο του βασταγερό πολύ και ανίκητο,
μήτε καν του μπορούσε πληγή η ζωή.
Κάθε του λέξη κι ένας σπόρος γινόμενος γρήγορα δέντρο,
πέφτοντας στην γη ενός αυτιού, αυτός δίνοντας
μία βοήθεια μαστορική στ’ όνειρο των ανθρώπων.
Το κυματάκι της ψυχής του γελάμενο κερδίζοντας
ολοένα μιαν ακρογιαλιά- κάποτε
τις ώρες που θα καίγονται οι ορτανσίες του δειλινού
για να φανερωθεί μέσα στον κήπο της καρδιάς μας
και να τον αναγνωρίσουμε,
σιωπηλά να ρωτηθούμε:
«Ποιος αλήθεια που υπάρχει;»
Μια φωνή
Αντιφωνή από την τραγωδία του μυαλού μας να το πει:
«Αυτός
Αυτός μ’ ένα κουράγιο!»
1981

ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ.

ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ.

Σωπασμένο βράδυ και η πόλη ησύχαζε
Και κάτι μακρινά τραγούδια μεθυσμένων άστρων
Ξυπνούσαν μόνο τα σκυλιά να αλυχτούν. Αυτός
Μόνος
Βάδιζε-

Τα χέρια του στις τσέπες
Κροτάλιζαν κάτι κλειδιά αχρείαστα· είχε
Ένα ύφος αγγέλου αμαρτημένου- ή
Σαν του πίκρανε πια μέσα του η καλοσύνη.

Τον είχε πει η ζωή από το ‘να μέρος, το άλλο
Σκοτεινή πλευρά
Το αναγνωρίζεις σε δύσκολη ώρα,
Δειλιάζεις,
Μ’ ένα πικρό χαμόγελο και απειρώνεσαι
Φοβερός ο ίδιος μες τον εαυτό σου.

Και τώρα μόνος βάδιζε μες τα σοκάκια της ψυχής του.
Ησυχάζοντας μ’ ένα μελάγχολο νου, πονώντας
Έναν πόνο στο βάθος του.
Τριγύρω
Έκανε με το μάτι για να βρει ένα στήριγμα.
Μόνο ένα φεγγάρι από ψηλά
Αποκραίνονταν αν το ρωτούσες για την ζωή:
«Λυπημένη! Λυπημένη!» αγγίζοντας
Με τις αχτίδες του
Τα νερά που κουρνέλιζαν- αυτά ή τα άλλα
Νερά βαλτωμένα της μνήμης που δεν
Θα φυράνουν ποτέ.
«Αλλά με τα χέρια μου» συλλογίζονταν
«μπορώ να φτιάξω ένα καράβι-
Ή να μαστορέψω ένα όνειρο:
Άλλης λογής καράβι και αυτό-

Για ν’ αρμενίσουμε μαζί ή
Να βουλιάξουμε…»

1981

30 Ιανουαρίου 2010

ΙΟΥΛΗΣ ΜΙΑ ΜΕΡΑ.

ΙΟΥΛΗΣ ΜΙΑ ΜΕΡΑ.

Θρησκεία άνεμου σ’ όλα τα χαράματα!
Αυτές οι αυγές λουσμένες ένα φως το ροδαλό, μαγεία!
Κατέβαινα πελώριες σκάλες τ’ ουρανού, στο πλάι μου
Ένας Ιούλιος μ’ εξηνταδυό αγγέλους.
Όλα τόσο απλά!
Ακίνητα που μόλις μάντευες το βάρος τους.
Τον πόθο τους μόλις που μάντευες καθώς
Σταματούσες να τα κοιτάξεις..

Ένας άνθρωπος είναι μία ρυτίδα τ’ ουρανού.
Είμαστε τόσοι πολλοί
Κι όμως ο ουρανός δεν γερνάει-
Ίσως γιατί οι αποθαμένοι είναι πιο πολλοί από τους ζωντανούς·
Οι αποθαμένοι, ρυτίδες που σβήνονται..

Εκεί
Μέσα σε μια τέτοια μέρα
Όλη μετέωρη παν’ από μια μελαγχολία
Γνώρισα τον άνθρωπο που μου είπε:
«Βαρέθηκα ναμαι καλός μονάχα για τους άλλους
Και για τον εαυτό μου κακός,
Χαμογελώντας ολοένα ένα αόριστο χαμόγελο
Για να κρύψω το όχι μου
Αφού τελικά αυτό πιστεύω..»
Έπειτα έφυγε·
Μου φάνηκε δακρυσμένος.
Και μια άλλη κοπέλα που ήμουν στο πλάι της
Έχοντας τους τρόπους της μάνας μου να με συμβουλεύει..
Ίδιο το πρόσωπο, σκιαγμένο από τις έννοιες,
Ίδιο το βλέμμα ψάχνοντας και τι
Βρίσκοντας; Μόνο την λύπη..
Έπινε κοντά μου την ζωή όπως πίνει το μάτι το χρώμα
Ενός λουλουδιού την άνοιξη
Ανόρεχτο ωστόσο, γυρεύοντας να στήσει ένα ΕΓΩ πολεμικό ενάντια στη ζωή
Μήτε δειλιάζοντας όμως μήτε και θαρραλέα.
Να βλέπει μέσα στην ομίχλη του κόσμου.
Μια βραδιά είπε:
«Ζήσαμε σε ημέρες λυπημένες που να τις θυμάσαι σε δικάζουνε
Αφήνοντας ένα χνάρι ψυχής αποτρόπαιης
Και οι άνθρωποι που ‘ζησαν δίπλα μας
Ίδιοι όλοι μες την διάφορη ζωή τους
Καθένας τους βαστάει καλά το μυστικό του,
Θα το πάρει μαζί του, το ξέρεις,
Όσο αν θέλεις του γυρεύεις εξηγήσεις-
Σ’ έχει προδομένο!
Γιατί τον έκανες;

1981

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ.

Με κρατάει για τα καλά αυτό το ρουτινιέρικο σάλπισμα της ζωής
Με κουράζει
Με δυστυχεί..

Μετά βίας αναπνέω τον λιγοστό αέρα
Ευτυχίας που ξεφεύγει από τα μάτια θηλυκών υπάρξεων
Παράδοξων.
Εξουσιάζονται από τα ονόματα των λουλουδιών.
Το μυαλό τους έχει ποτίσει από δράματα
Γι αυτό η χαρά ζυγίζεται στα μάτια τους αλλιώτικη!

Είναι μια λιανοκόκαλη θεά όλη αιθέρας.
Την πιάνουν μόνο με τα χέρια τους της όρασης-
Όπως παίζει μέσα στις δύσμορφες ψυχές του αιώνα μου..

Έτσι αγαπώ το καλοκαίρι που έχει βάρκες
Απλωμένες με ανεμελιά στην παραλία.
Ο βαρκάρης λατρεύει τις γοητευτικές φεγγαράδες
Από ρώμη νοσταλγίας για το σπίτι του.

Ακούγεται ένα «ε γιαμόλα» που τρανεύει στο μήκος της θάλασσας
Ο αέρας πιρουνιάζει την σουπιά της μνήμης που
Μελάνωσε το νερό με θλίψη!

Λευτερώστε με!

11.5.1982

ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ.

ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ.

Η υπομονή που επιτίθεται είναι το πιο καλό μεράκι.
Ο φονιάς εαυτός του τον κοίμισε
Μέσα στον πιο βαθύ μονόλογο απόγνωσης.
Η μοναξιά ερχόταν βίαιη
Με χιλιόμετρα πολλά στην φόρα της.
Το πυκνό νέφος της έμπνευσης
Κρατούσε έναν κρυμμένο Δία!
Τρομερός ήταν!
Πρόσταζε επικά!
Ότι άκουγα η Ελένη της Τροίας το φώναζε
Μυστικό φανερό και κρυφό για τον πόλεμο

Της αγάπης..
Χείλια και φιλιά και χάδια!
Μιλήματα μιας μακρινής πρωταπριλιάς!

Τώρα θυμήθηκα το βουερό μεσημέρι
Που αυτοκτονούσε
Στην ζωή μου επί τέσσερεις δεκαετίες

Γιατί δεν είχε φεγγάρι!
Γιατί δεν είχε φεγγάρι!
Απουσία στο βράδιασμα!

10.5.1982

ΜΑΡΤΥΡΙΟ.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ.

Χάθηκα μέσα σ’ εκατόγχειρες συνειδήσεις γυναικών
Κουράζοντας το θλιβερό κορμάκι μου παράφορα.
Με σπάραξε ένα ντελίριο,
Με έλιωσε σ’ όλα τα χρόνια της πικρής μου εφηβείας.

Μου υπήρξαν όλα..
Η μεγάλη ευχαρίστηση της όρασης όπου
Βλέπεις κάμπους ατέλειωτους και
Ο άνεμος κάνει φλάμπουρα τα στάχυα.
Ή
( πρωινό)
Κι η λύπη είναι η λύπη,
Με λυμένα τα κορδόνια των παπουτσιών της,
Βολτάρει μέσα στο μουντό δωμάτιο της ψυχής σου.

Μου υπήρξαν όλα..
Ήταν σκέρτσο η ευωδιά.
Πλανιόταν ολόγυρα.
Η νέα Εύα πρόσφερε ξαρχής το απαγορευμένο μήλο.
Ο πόθος της τρανός;
Έβλεπα μέσα στο στήθος της
Το κύμα του που δυνάμωνε.

Στο ξύπνημα της Τετάρτης οι διαθέσεις βιάστηκαν να την λοξοδρομήσουν
προς μια θέληση κλιμακωτή όπου
Το ένα σκαλοπάτι ήταν ο αντέρωτας
Του έρωτα ενός άλλου..

5.5.1982

Αυτοκτονούν οι μέρες- μια σειρά

Αυτοκτονούν οι μέρες- μια σειρά
από γεγονότα μέσα τους
καταγράφονται στα κιτάπια του χρόνου. Εσύ
είσαι με την πρωτόπλαστη σου ηθική
ο διωκόμενος απ' τον παράδεισο εκείνο όπου τα ποινικά
φρούτα το ξέρεις ότι αφθονούν… έχεις
χρηστεί ο θνητός που όλα τα αντέχει-
δοκιμάζουν οι θεοί επάνω σου
μαρτύρια- που θα σε πάνε;
αν πράξεις επιδέξια
κράτη των λόγων
ίσως σου παραχωρηθεί ένα προνόμιο να υπάρχεις
με μια χαρούμενα που πάλλεται καρδιά!

17.12.2009

Ο χειμώνας διαρκεί και ένα κουρασμένο φεγγάρι ...

Ο χειμώνας διαρκεί και ένα κουρασμένο φεγγάρι
κάνει πιο πιστευτή την παγωμένη θρησκεία του.
Τίποτα διαβατάρικα πουλιά- μόνο φώτα
λιγάκι πριν βραδιάσει και αδειάσουνε οι μνήμες
μες την κοιλιά του ζόρικου ορίζοντα.
Ο χρόνος παρακάμπτει την δικαιοσύνη της νεότητας.
Γερνά όλα τα πράγματα με την υπεροψία βαθμοφόρου στρατηλάτη.
Τα παιδιά μεγάλωσαν και πάνε- οι μανάδες είναι προσηλωμένες
σ' ένα τάμα
να πάνε όλα κατ' ευχή.
Οι πολιτείες ποτέ δεν κοιμούνται. Οι άνθρωποι
διαρκώς προπορεύονται
ενός ονείρου, μιας επιθυμίας, μιας θλίψης.
Βοσκάει χόρτο εφησυχασμού ο ποιητής.
Τι μου καμώνεται
τον καμπόσο; αφού με λέξεις
δεν βγάζεις από το συμπέρασμα
την σωστή μουσική
που θέλει ένας απελπισμένος άνθρωπος να επιβιώσει…

22.1.2009

Ο τρόπος να κοιτώ και να πιστεύω την θάλασσα

Ο τρόπος να κοιτώ και να πιστεύω την θάλασσα
κάνει χειροπιαστές του αέρα τις επιθυμίες.
Μικρά κυματάκια ατίθασα
σκάζουν πάνω στο μάγουλο της έρημης ακρογιαλιάς. Γελάει ο ήλιος.
Ένα θαλασσοπούλι σιγουρεύει το ταξίδι του
βάφοντας μες τον ουρανό το ύψος μιας λαχτάρας.
Και μετά η μέρα κάνει το μεσημέρι της γλαυκό.
Σταυρώνονται κάτι ιστορίες ναυτικές, κολλούν
πάνω σε ξεχασμένες άγκυρες
κι ένα κοχύλι αρχαίο από μέσα του ξεβγάζει
μυθολογία του πόντου…

25.12.2009

Ξαφνικά δεν υπάρχει τίποτα

Ξαφνικά δεν υπάρχει τίποτα και οι σκέψεις που κάνω
Είναι σαν από λερωμένο βαμβάκι.. Τα πουλιά
ναυαγούν στον ορίζοντα και οι σιωπές
Δεν έχουν νόημα αφού η απουσία
Σωστά δεν ερμηνεύεται. Ο χρόνος
ωραία δαμάζει:
Και εμάς και τα όνειρα που κάναμε μία φορά κοιτώντας
Μακριά μέσα στο μέλλον, όπως ήθελε η εφηβεία μας.
Τώρα η κάθε μέρα μας μυρίζει προσμονή- τι να προσμένεις;
Ο ήλιος ανατέλλει καλόγνωμος και υποταγμένος
Κι αυτός στην μοίρα του. Σαν ένας πρίγκιπας που δεν θα έχει
Ποτέ βασίλειο. Κι όμως όλα ωραία και σωστά του υπακούνε!
Τα πρωινά λουλούδια ανάβουν το ξημέρωμα και η ευωδιά τους
Είναι θρησκεία του επίγειου ουρανού.
Μάγο και αινιγματικό το γαλανό τραγούδι της καινούριας μέρας!
Οι λέξεις μου
ίδια στο φως και στο σκοτάδι
νικούν! Ανατινάζονται!

ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΟ ΠΡΩΙΝΟ.

ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΟ ΠΡΩΙΝΟ.

Τώρα είμαι ασώματος, φανταστικός
Τρέχοντας μες τις πεδιάδες
της Αυλίδας
Με την όραση.

Η γνώση μου
Ενός αγγέλου γνώση.
Αιρετικός του εαυτού μου,
Η αρχή της εξαίρεσης.

Είναι τα αρώματα, οι ευγένειες των λουλουδιών,
Οι καλοσύνες των χρωμάτων,
Χορεύοντα μες τον αγέρα:
Χάδια της ανάσας
Πέμπτη πρωί.

Στον ουρανό ένα σπιθάτο της φαιδρότητας,
Γαλάζιο.
Ένας γλάρος αργοπλέυστης μελετώντας το.
Ο λεβάντες βοστρυχεί τα λευκωπά μαλλιά των σύννεφων και
Είναι ένας λόφος
Σπαρμένος με θυμάρι και αγριολούλουδα
Καψαλισμένα από το τσακμάκι του ήλιου.
Δοκησίσοφα.

Κι όμως η μοναξιά μου υπάρχει
Θεσπίζοντας συνέχεια νόμους που δεν είναι να τους υπακούσω.
Κιόλας τους έχω παραβεί
Με ποιήματα.
Αρχίζω τον καημό
Και τον τελειώνω-
Εκεί που λέγεται το δειλινό
Γραμμένο όλες τις χάριτες!

29.4.1982

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ.

Η μουσική κορύφωσε το μέλος της το μεσημέρι.
Θρασύτατα φωνήεντα βιαστικά
Γίνανε οι συλλαβές της όρασης.
Είπανε με την χάρη του αναστήματός τους
Τα κυπαρισσάκια χορός.
Έβλεπες ένα ζωηρό κυμάτισμα από χέρια του ανέμου.
Κουνούσαν σημαιούλες.

Η συμπάθεια του Απρίλη ζύγωσε κοντά της η πρωτομαγιά
κι ευχήθηκαν
Καλές χρονιές τα χελιδόνια..

«Δεν με ξέρεις πια» μου είπες
«¨Ω θε μου! Αλήθεια λέει, δεν την ξέρω πια!»

Όταν χαμογέλασε το φεγγάρι
Ανάσαινες πάνω στο στήθος μου.
Από το δειλινό.
Πάλι!

29.4.1982

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ,

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ,

Που το σούρουπο το περπάτησε ένας Ιησούς συνειδήσεων,

Τα βλέφαρά του είχανε θίξει τόση ευφωνία!
Η μελωδία αντήχησε
Μες τα φαράγγια που τα πλάκωσε
Η νύχτα σαν τύψη..

Ορθώθηκε ένα χαοτικό
Τείχος της σιωπής. Πίκρα!
Οι άγγελοι φρονώντας δίκαια
Πήγαιναν και φέρναν τ’ αλληλούια!

Ο θεός κατέβηκε στο ύψος θαύματος.
Η νυχτιάτικη παρουσία του ήτανε
Η στοργή στο πρόσωπο·
Το απόλαυσαν οι πιστοί στην ποίηση!
Έμπνευση!

Καλλικέλαδος κόσμος.
Τα κατοικίδια του σύμπαντος
Σφράγισαν με την βούλα τραγουδιών παρήγορων
Την επιστολή αυτή
Σε μια άνοιξη του Απρίλη..

Μόνο η ελπίδα απελπίστηκε.
Ίσως ο καιρός..
Είχε πικράνει η γλύκα του..
Ίσως ο καιρός..
Ο πόνος ίσως..

Πάντως υπήρξαν όλ’ αυτά ..
Πονεμένα..

17.4.1982

Ο ΘΑΥΜΑΣΙΟΣ ΕΦΗΒΟΣ.

Ο ΘΑΥΜΑΣΙΟΣ ΕΦΗΒΟΣ.

Ανιστόρησα το δράμα της ζωής από τις παιδικές μου κιόλας
ηλικίες.

Ποιος, ποιανού εγώ να βρω το χορικό;
Χορός αποκεφαλισμένων.
«Χωρατό η ζωή, χωρατό»
Ασπρομάλλα θεά ανατέλλει ξαφνικά η παρουσία της κορυφαία
Με λόγια «Ζωή, ζωούλα μου!
Τον τάιζα νέκταρ- βρέθηκε φαρμακωμένος!..»

Ο θαυμάσιος έφηβος..
Σκαρφαλώνει –δεν ξέρω, θέλοντάς το ή όχι-
Την πελώρια σκάλα της συνείδησης·
Κάθε τόσο
Σκοντάφτοντας στο επόμενο σκαλοπάτι..

«Φρονιμότερο αφού υπάρχει η μοναξιά
Ένα μαχαίρι δίκοπο
Για την θανάτωση της θλίψης.

Στις κακοκαιρίες..» λέει
«καθόμουνα ακούγοντας το βουητό της βροχής,
Πολύ δυνατά μες το μυαλό μου,
Υπήρχαν οι μελαγχολίες:
Φαρμακερές σφιχτές ζώνες ψυχής..»

Κι είναι η εποχή που η ζωή αξίζει
Έναν κάλπικο παρά. Αίσχη!
Αλίμονο αίσχη!
Ο κόσμος έδυσε στην πράξη του κρίματος.
Φθονερές ψυχές είπανε μέτρο την εκδίκηση, το φονικό
Οι πιστεύοντας εύκολα ξεγελάστηκαν.
Άφησαν το πιάνο της καλοσύνης
Να το κουρδίσουν οι κακίες-

Κι έγινε αυτή η μουσική!
Αυτός ο βίος!
Αυτή η απόγνωση!

Από τον λόγο της σιωπής θα ανατείλει η ποίηση
Σαν αγάπη λέω·
Θα δεχτεί ο ουρανός,
Μεσημέρι και θα αγιάσουν όλα..
Τεντώνοντας το σώμα του σαν
Σαΐτα του πόθου
Που θα βρει τον στόχο της!
Σίγουρα!

16.4.1982

ΥΠΝΟΣ.

ΥΠΝΟΣ.

Είναι ένα χαμόγελο, όχι γέλιο
Είναι ένας πέτρινος άνθρωπος, όχι χωματένιος
Είναι μια σιωπή, όχι φλυαρία αγγέλων..

Το βράδυ εξουσιάζει τις πολιτείες
Οι άνθρωποι ζητούν απόδραση
Ο τυφώνας έρχεται με στήθος γεμάτο
Αρπάζει πνοές- όσες πιο πολλές μπορεί..

Κυρτώσου μέσα στον λαγαρό ύπνο βρίσκοντας
Τον λαβύρινθο των ονείρων. Απόψε
Υπόσχονται γι’ απόψε ευτυχία!

Το αύριο στέκεται απρόβλεπτο πάνω
Στην κόψη του σπαθιού της έμπνευσης!

4.4.1982

ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΓΝΩΣΗ.

ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΓΝΩΣΗ.

Είναι μια χώρα που την λένε «πειρασμός».
Εξαιτίας των ανέμων της ο κόσμος φλέγεται,
Πορφυρός όταν το αίμα συλλαβίζει νοσταλγίες.

Ανεβήκαμε την δόξα της τεχνολογίας.
Υπάρχει το στεγνό σύμφωνο
Των μηχανών που εμποδίζει τον λυρισμό.
Υποτάξαμε την φύση.
Ο ουρανός ξημερώνει την γέννηση των τεράτων·
Είμαστε ακόμα οι άνθρωποι;

Μιλώ για μία αφθονία καρδιάς που δεν ξέρω αν ποτέ υπήρξε, θα
υπάρξει
Οι νοσταλγοί της καίγονται πορφυροί
Ακούν το άπεφθο τραγούδι της Χαρούμενης Γνώσης και
Τους μελώνει ο ουρανίσκος απ’ την γλύκα.
«Δικαιοσύνη είναι ότι ανακουφίζει..»

Θα περπατήσουμε ακόμη πολλά μίλια φθοράς·
Θα ορθωθεί μπροστά μας φοβερή η απόγνωση·
Οι άνθρωποι θα υμνήσουν την άλογη δύναμη·
Θα κουραστούν·
Θ’ αγωνιστούνε μάταια-

Δεν ξέρω
Αν η αλχημεία μεταμόρφωσης των πάντων όμως
Μπορεί να αποδώσει νόημα λυτρωτικό
Στο αίνιγμα ζεστής καρδιάς
Που απόψε υποφέρει..
Μελάγχολα!

4.4.1982

ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ.

ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ.

Στα κλεφτά έπαιρνε το φιλί ο ήλιος της ημέρας.
Ένα τέτοιο ηδονικό μελτεμάκι
Και οι ανταύγειες του δικού σου χατιριού
Δρεπάνια και αξίνες στην άγονη γη μου.

Ώ νιότη μου, νιότη!
Πρώτη βουλή του έρωτα στην παρθένα φωνή μου..
Μ’ ένα βαθιό μένος
Γάργαρης λαγαρότητας αντήχησες «Νίκη!»
Ο έρωτας λύγισε ταπεινά..

Κρυφός πίσω από βουερές ψυχές που τίποτα δεν λένε.
Μόνο η χρονιά θύμωσε.
Κύκλο θερισμένα τα λόγια: «Αλλά απογειώνομαι-
Προσέξτε απογειώνομαι
Κρατώντας τα ηνία του ανέμου..»

Ο ήλιος έπεσε κάπου εκεί-κοντά μας.
Πληγωμένος.
Εμφύλιος των ανθρώπων..
Η σιγή κέρδισε έδαφος
Στην μικρή επιφάνεια της ακοής
Μες σε φοβερές παρέες μέθυσων και επιτήδειων στα λόγια
Βρήκε ανακούφιση.

Με τις φούχτες έπινα λύτρωση!
Ορατότητα αοράτων!

«Ώ, ο θάνατος που θα με πάρει ..» είπες
«είναι ολότελα στεγανός.
Δεν αφήνει καν ένα παράθυρο σκέψης
Να συλλογιστείς τα άστρα

Κυριακή του Μάρτη!»

Σε συλλογίζομαι
On a sunny day
Σκαρφαλώνεις στην μαρμαρόσκαλα του ουρανού.
Ένα ματσάκι παπαρούνες στα χέρια σου.
Μεταδίδεις αίσθημα φλέγον.
Υπάρχεις άραγε;

Ώ νιότη μου! Νιότη!
Φώναξα τον ρυθμό σου με φωνή παλινόρθωσης..
Να μ’ ακούσεις μάταια όμως-
Ο δρόμος που πήρες ένας αφόρητος κατήφορος-

Ο έρωτας λύγισε ταπεινά!

21.3.1982

ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ.

ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ.

Ήλιος ζεστός, κεφάτος
Στάθηκε στον αιώνιο ουρανό
Άρχισε να τραγουδάει, «Μέρα θριάμβου..» έλεγε.

Τα παιδιά
Μαγεμένα πάντοτε
Κάναν τα παράπονά τους στον ουράνιο πατέρα
Που μεριμνούσε για την ευταξία του σύμπαντος.

Εμείς ήμασταν ερωτευμένοι με την δόξα.
Δεν ακούσαμε που έσβησε ταπεινά
Το σφρίγος του χειμώνα.
Ο άνεμος πήρε σβάρνα τις αναμνήσεις.
Το χελιδόνι φτεράκισε τιτιβίζοντας
βραχνά
Την άνοιξη. Απρίλης!

Ανεβήκανε στην έκπληξη των ημερών τα θάρρη του γραίγου.
Η άπλα των ονείρων κατακλύσθηκε από μικρούς γελωτοποιούς
Που τυράννησαν με την ευθυμία τους
Την κακία των αμείλικτων δολοφόνων.

Και νόμισα πως νικούσα, είχα μια τέτοια αίσθηση
Όταν η μελαγχολία κονταροχτυπούσε πάνω στο γεμάτο με τραγούδια στήθος.

Κυριακή!
Ανάστα ο κόσμος!
Χαρά μου!
Κυριακή, ώ χαρά μου!

4.4.1982

29 Ιανουαρίου 2010

ΑΡΡΩΣΤΙΑ.

ΑΡΡΩΣΤΙΑ.

Έζησα μιαν αρρώστια βάσανο στα δώδεκα.
Το πρωινό αυτό της Βοιωτίας με τον αγριεμένο ήλιο
Μιαν άλλη αυγή παν’ από τα κατάρτια
Αγκυροβολημένων καραβιών!

Στο μουράγιο επαίτες.
Ένα αεράκι σάλταρε με σβελτάδα.
Ένας του λιμανιού έκανε τα παράξενα σινιάλα
Για ένα «πλεύρισε» στο κυβερνούμενο από άγγελο
Πλεούμενο..

Ο θεός προστάζει..
Πια δεν ακούω προσταγές..
Ο άνθρωπος της εποχής μου υποφέρει.
Μόνο στίχους μπορώ, μόνο ποιήματα!
Αλίμονο!
Οι φίλοι μου καλουπωμένοι μες σε δημοκρατικές ανησυχίες
Τους ξεφεύγει το όνειρο,
Κομπάζουν τόσα ρήματα…… ώ, δεν μπορώ τον κομπασμό!
Δούλεψα μαραγκός πλάι στις μέρες του πατέρα μου
Ίδια δύσκολες όλες. Τα βράδια
Κοιμάμαι δύσκολον ύπνο.
Στην καθεμιά φανέρωση του φεγγαριού
Ο ίδιος με κρατάει πόθος-

Καθώς η ζωή κυλάει, κυλάει
Τρίβοντας κάθε τόσο τα μάτια της από έκπληξη:
-ώ Άβελ, ώ Κάιν
Ο αδερφοσκοτωμός γιατί;

Άσε με να σου δώσω μοναξιά σώμα γυναίκας,
Ψυχή που με περιποιείται στα εφηβικά γεράματα.

Περνώντας μιαν αρρώστια βάσανο στα δώδεκα..
Θεά μου! Ποίηση!
21.3.1982

ΣΚΗΝΙΚΟ.

ΣΚΗΝΙΚΟ.

Κάνει πόρτες το φεγγάρι..
Τα άστρα δηλώνουν μετάνοια..
Στριφογυρίζω ουρλιάζοντας μες τις κολασμένες πολιτείες
Αγέρωχες με το βράδιασμα.
Τα θανάσιμα δευτερόλεπτα
Αγγίζουν την ψυχή μου που πονεί.

Κατόπιν αυτός ο καιρός προχωρώντας σε αποκαλύψεις.
Μαθαίνω τα πραγμένα μου αναμάρτητα.
Μέσα μου δένει σπόρος υπεροχής.
Η σιγή πλησιάζει αθόρυβα
(Όπως είναι πρέπον)
Και εγκυμονεί σαν κίνδυνο κακίας..

Κρύβεται ο υπερόπτης φονιάς πίσω από σμικρυνμένο δάχτυλο.
Τηλεσκόπια κοιτάζουν στο βάθος του ορίζοντα,
Αναγνωρίζουν ένα θεάρεστο χέρι
Που αφανίζει τις ρυτίδες τ’ ουρανού.

Είμαι δω..
Νομίζοντας θ’ αναστήσω την ανάμνηση!

2.4.1982

ΦΙΛΕ!

ΦΙΛΕ!

Πονάει το αίμα μου..
Ο θάνατος ανήκει στον μέλλοντα χρόνο.
Έχω ξοδέψει μια ζωή σε θητείες αναζητήσεων.
Τώρα
Αυτός ο ψίθυρος: «κανείς δεν δικαιώνεται..»..
Μηχανές ρολάροντας στην κεντρική λεωφόρο.
Ψιχαλίζει.

Τα σπίτια ανεβαίνουν συντροφιαστά
Ένα δύο σκαλοπάτια του ουρανού- μετά πεθαίνουν.
Μ’ ένα πλατύ χαμόγελο πάντα.

Τα λόγια σου μια αφορμή..
Αφήνομαι να εκδηλωθώ.
Πάταγος μες τον χώρο των ονείρων.
Αφήνομαι να πέσω ολόβαρος στο κενό των αναμνήσεων.
Αυτός ο Απρίλης ξημερώνοντας Σαββάτο.
Υπάρχω..

Φίλε, αχ φίλε!
Που βρίσκομαι;
Με μια πλατιά καρδιά όπου μέσα της
Παίζουν παιδιά: κορίτσια
Ερωτεύονται αγόρια!
Ο ήλιος
Υπερασπιστής ενός αισθήματος!
Αξίζει!
Φίλε, αχ φίλε!
Η ζωή αξίζει!

3.4.1982

ΑΘΛΗΤΗΣ!

ΑΘΛΗΤΗΣ!

Αίσθηση!
Ο φυσιολογικός χαριεντιζόμενος καταλαβαίνει πως αδυνατεί να
σταθεί
Όσο επίμονος κι αν είναι
Μέσα σ’ αυτό το πνιγηρό αλσύλλιο.
Τα δέντρα σμίγουν με τον ουρανό.
Με βαριεστημένη ψυχή υπάρχει
Και αυτός και εγώ.

Αυτός ένας μελαχρινός ονειροπόλος στην ηλικία των είκοσι
Γελαστός πότε είναι να μιλήσει.
Δεν μιλά πολύ…. Ανάλογος κι εγώ.

Έχει πιστέψει πως μπορεί να υποτάξει το ανθρώπινο,
Παραδίδει μαθήματα ισχύος,
Τα μυώδικα μπράτσα του μουγκρίζουν κολάσεις της δύναμης
Όταν τα χρησιμοποιεί. Στην ανάπαυση
Των βλεφάρων του βλέπει να τον φοβάται η φύση.

Είμαι μαζί του.
Από ζήλια τον εκδικούνται.
Οι στρεβλές τους οράσεις δεν μπορούν
Να τους προσφέρουν τον ίλιγγο ενός κατακλυσμιαίου σπασμού-

Ακουμπούν ωστόσο οι βαρύτερες
Θλίψεις πάνω στην φαρδιά του πλάτη

Μια μέρα τον είδα να τσακίζεται κάτω
Από το βάρος ενός κάθετου χαμόγελου
Μιας κοπέλας που υπήρξε
Σε όλες της τις ηλικίες στην εφηβεία!

1.4.1982

ΜΑΘΗΜΑ.

ΜΑΘΗΜΑ.

Ένας τρελός παραπατά πάνω σ’ ένα μυαλό καλοακονισμένο.
Μεθυσμένος όπως είναι δεν φοβάται
Το φοβερό στραπάτσο του θανάτου.
Βρίσκει την σωστή δικαιολογία για να πει μια σύντομη βρισιά.

Εμείς
Ας αρχίσουμε από τώρα το έργο της διάσωσης των ψυχών
Την ανοικοδόμηση ονείρων..
Η αυγή καλεί σε μία νέα ευδαιμονία.
Θέλησε
Αυτόν τον ήμερο, λημεριασμένο μες τον φόβο σου εαυτό
Της θλίψης να λευτερωθεί-

Η ιστορία έχει συντομέψει την διαδοχή των γενεών.
Έχει υπάρξει το μίσος, η αγάπη, το θάρρος·
Όλα τα καλά και τα κακά..

Και το αύριο θα πει μια παράξενη μουσική
Τεντωμένη
Ανάμεσα σε προσευχές και αγανακτήσεις.

1.4.1982

ΕΡΩΤΙΚΟ!

ΕΡΩΤΙΚΟ!

Για τα μάτια της ο φθόγγος της άνοιξης έχει σταλεί από πολύ μακριά.
Ταξίδεψε βιαστικός να την ανταμώσει απόψε.
Βραδάκι φεγγαροντυμένο όπου όλοι οι πόθοι είναι να αυτοκτονούν.. Ελένη!
Τα κρίματά της… Δεν έχει κρίματα!
Βιάζεται το φεγγάρι ανάμεσα στην μόλις συννεφιά.
Η χαρά εκστασιάζεται όπως
Παράφορα παθιάζονται μες τον χορό της νύμφης του Θερμαϊκού οι στίχοι μου..

Ναι! Ναι! Έτσι υπάρχεις…

Η πόλη-
Την ξέρω.
Απρόβλεπτη κάθε φορά.
Όταν θα κάνει όνειρα
Μελιστάλαχτα..
Τηρούν τις υποσχέσεις που σου έδωσαν..
Και
Χαρά
Χαρά σου εσένα!

1.4.1982

ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑ.

ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑ.

Από το φοβερό ύψος του ουρανού και έπεφταν συνέχεια λόγια
Ιδέες
Οράματα.
Η αυλαία άνοιγε να φανεί ο θεός.

Η μέρα Πέμπτη, πρώτη Απριλίου και
Η πραγματικότητα φουλάροντας στην λεωφόρο τρελαμένα.
Η σκόνη μπουχός.

Παράξενες εφηβείες έχουνε υπερασπίστει δίκαια σουρεαλιστικά.
Ο θρόμβος του αίματος έχει εκλείψει, ο πάτερ φαμίλιας.
Μια γυναίκα αναστήματος πυρκαγιάς.. Την είδα…
Ανέβαινε χαμογελώντας τους στίχους του Ομήρου
Υπάρχοντας μέσα στον ανθισμένο έρωτά της
Σημερινό κατά το ήμισυ-
Ωραία Ελένη!

Σήκωσε το κεφάλι..
Πέρα οι γέφυρες λοξές: διάθλαση..
Πλανόδιοι…Πραμάτειες..

Το κανάτι στο μισάνοιχτο παράθυρο ενός ζωγράφου
που λωλάθηκε
Απεικονίζοντας τα «εσωτερικά του ανθρώπου»..

Οραματιστής από χόμπι- Δεν άντεξε!
Ποιος αντέχει;

Εγώ έχω ονομάσει αδερφές αυτές τις δυό
Πνοούλες που σκουντάνε
Το νούφαρο της λίμνης με την πιο ηλιόλουστη επιθυμία!
Όταν
Ξεψυχάνε μπάτης και ζέφυρος!

1.4.1982

ΑΝΕΧΕΙΑ.

ΑΝΕΧΕΙΑ.

Την ξέρω π’ ανάθεμα!
Σταθήκαμε μέσα της οι φτωχοί.
Καλουπωθήκαμε. Ο αέρας
Περνάει σφυρίζοντας απ’ τις δεντροστοιχίες.
Καρφώνεται πάνω στην παράγκα αυτή
Που την κατοικώ αγωνιώντας.

Έτσι οι ελπίδες μου για μια ζωή καλύτερη
Λιγόστεψαν σιγά-σιγά και βρέθηκα
Να είμαι σαρκαστής της πραγματικότητας..

Αφού είτε μ’ αυτήν την αρχή είτε με κάποια άλλη
Ο θάνατος διαλέγει συνεχώς
Τους δικούς του ανθρώπους..

Μια κυματώδικη σιωπή από βάναυσα δάκρυα
Ξεσπά και κάποιος
Πιο λυπημένος από εμένα
Αποφασίζει μιαν αυτοχειρία
Που
Τον στέλνει ένα ταξίδι που δεν το περίμενε!
1.4.1982

ΘΛΙΨΗ.

ΘΛΙΨΗ.

Υπήρξα στο φωνήεν το λάλο
Πριν της διφθόγγου μιας προόδου
Αρμονικής.

Τίποτα δεν σφράγιζε το στόμα της αυγής.
Έλεγε ζήτω!

Ο αέρας σάλταρε στα μεγάλα σύννεφα
Πότε μ’ ένα λιανό ψιχάλισμα όπου
Το γινάτι του αίματος ήταν η φαντασία μου.

Χαρές στην δέκατη ώρα!

Η σκέψη ένα μονοπάτι χλοϊσμένο κι η απόγνωση που κρατούσε
Μιαν οχιά κρυμμένη,
παραμονεύοντας να σε δαγκώσει.

Ανέβηκε στο βήμα ο γέρος.
Μέθυσος. «Ασχημονείτε..» έλεγε
«δεν είναι καλό..».
Κάποιος
Μάζευε τις ασυνάρτητες φράσεις.

Η Σοφία φοβισμένη πιάστηκε από το μπράτσο μου και
Είδα τα λιγνά της χείλια
Να τρεμοπαίζουν σ’ έναν ρυθμό
Εκείνον που εξουσίαζε την ψυχή μου.

Υπέφερα όλες τις δυστυχισμένες περιπέτειες καρδιάς,
Τα σύμβολα από φως και σκοτάδι,
Πυρπολήθηκα μέσα στον μύθο της ζεστής φιλίας!

Η όρασή μου φωτίστηκε πάντα γενναία!

1.4.1982

ΠΕΛΩΡΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.

ΠΕΛΩΡΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.

Ο φωτισμός που καγχάζει στο σούρουπο!
Η πελώρια συνείδηση..
Την ύψωσαν και την στήσανε πάνω σ’ ένα επικό βάθρο.
Περνούσαν οι άνθρωποι απορώντας.
Έκανε τέτοιο σαματά που μήτε μπορούσα να το φανταστώ.
Οι θεωρίες των πουλιών τιτίβισαν
Μέσα στ’ αυτιά των πεύκων.
Πρωί και Απρίλης-
Μονομιάς χάθηκαν τα οράματα..

Έτσι τώρα είμαι εδώ
Σ’ αυτό το ατμοσφαιρικό στίγμα όπου οι διαδοχικές
Αποχρώσεις στο τζάμι του αιώνα
Με πείθουν για το κακό.

Υπάρχει αυτός
Ο μικρός επαίτης της ψυχής μου.
Η θάλασσα ανηφορίζει περήφανη τα σκαλοπάτια των κυμάτων
Στέλνοντας μια βαριά αύρα να τραγουδήσει
Την μικρή-μεγάλη μας συνείδηση!
Λέω τέτοια που δεν την φανταζόμασταν ποτέ..
Νικηφόρα!

1.4.1982

28 Ιανουαρίου 2010

ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ.

ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ.

Με κουβέντιασε η καρδιά μου
Σε μια ηλικία που αν κατορθώσεις φως
Μέλλει ν’ αναδυθείς μες από ορίζοντες
Ροδοπόρφυρους τώρα..

Και το βάρος μου όλο μηδενισμένο.
Επειδή ένα τόσο δα πούπουλο έγνοιας
Είχε σταθεί πάνω στο κούτελό μου και το αυλάκωσε!
Το ρυτιδωμένο δέρμα προσηλύτιζε
Τις αισιόδοξες ομιλίες
Σε μιαν αλφαβήτα εγγαστρίμυθη
Όπου το ρήμα πλάι σε γυναικεία ονόματα άγιασε!

Ελένη! Σοφία! Μαρία! Που είσαστε;
Ο καιρός έχει στρεβλώσει.
Μάταια ψάχνω για μια θέληση κλιμακωτή.

Σε όλα τυραννισμένος στην ηλικία των είκοσι..
Ζητάω την απ’ αιώνων
Ανάσα μου ριγμένη
Ξάφνου σε μία από πηλό γεωγραφία!

Η πνοή του θεού;
Και ποιος ο ανάδοχος;
Βαφτίσια πάντως…… Στρατής Παρέλης τ’ όνομά μου
Γεωργός
Οργώνοντας τις πεδιάδες εύφορες της συνείδησης.

Θυμάμαι κάτι ατέλειωτες πορείες νυχτερινές
Κάτω από το άστρο
Το φθονερό της τραμουντάνας

Σε ποιήματα μέσα
Πελώριες γαλαρίες, κάποιοι
Ψάχνουν για μια φλέβα στίχου λαμπερή.
Αύριο ξημερώνει ένας
Διαμαντικός ουράνιος λόγος-
Ο καημός μου!
20.3.1982

ΠΡΩΙΝΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ.

ΠΡΩΙΝΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ.

Δυσάρεστες μέρες για να ζήσω…
Η ζωή κομπάζει..

Προτιμώ μιαν απλή ομιλία καρδερίνας μ’ ένα λυπημένο σπουργίτι
Παρά αυτό το ανακάτωμα φωνών..
Μιλάει:
«Τώρα η εποχή θέλει να συμβιβάζονται
Οι εκκλησιές πλάι στα καμπαρέ και στα χαμαιτυπεία»
.
Δίκιο! Δίκιο! Δίκιο!

Ανεβαίνει την σκάλα της δικής του φωνής

Από το τελευταίο σκαλοπάτι κάνει αγνάντεμα:
Ζόρικο αεράκι, μπάτης-
Τοπία στο βάθος: η ψυχή του εικοστού αιώνα..

«Οι φίλοι μου» λέει «οι φίλοι μου..»
«πως θα ζήσουν;
Έχουν πολύ αναμάρτητο σαρκίο
Και θλιβερό…»
Μουγκές νύχτες

Μετεωρίζεται πάνω στην μοναξιά
Ολόβαρος πάνωθε του απείρου· υπάρχει;

Κι όμως η αίσθηση του ωραίου αρχίζει από την παλιά πυραμίδα
Και προχωρώντας συνοψίζεται μέσα στην έκπαγλη ανάσα χάρης
Των πάντα προνοητικών Ελλήνων.. Υπάρχει;

Ολόβαρος πάνωθε του απείρου..
Πάνω στην μοναξιά!

Κι αν ήρωας- ήρωας της μελάνης.

Β.

Ναι!
Τώρα η μοναξιά, αυτή η απέραντη!

Πολυκύμαντες ψυχές υποβαστάζουν
Τα θεμέλια του πάθους μου-

Βγαίνει ο ερωτευμένος τα ύψη.
Αναγγέλλει
Για μια παγκόσμια συντροφικότητα τα πρώτα «Χαίρε!»

Μες σε μια απελπισία αστραφτερή είμαι
Απλώνοντάς την με γέλιο από ιδέα καλοκαρδοσύνης
Ή βάμμα επουράνιου «αλληλούια!»

Σαν μια τριήρη στον αφρό ο ουρανός κοιμάται
Βγαίνει η κόρη η ερωτευμένη μου
Στα κλεφτά από την πόρτα της ερχόμενης πρωταπριλιάς
Να την αγαπήσω στις απονύχτερες ώρες!

Εδώ που είμαι
-ξεπνόισμα ενός Μαρτιού-
Κρατιέμαι μόνο από την ανάγκη
Να γίνομαι γραπτός επάνω στην λευκότητα
Των πεδιάδων του χαρτιού.

Οδυνηρά ευχαριστημένος!

Κι αν ήρωας- ήρωας της μελάνης.

Βαδίζω..
Το έδαφος του αιώνα σχίζεται στα δύο-
Με καταβροχθίζει..
30.3.1982

Ζω την σάρκωση του μύθου της λάμψης.

A.

Βέβαια μήτε που έχω σκιαχτεί από τους πεπερασμένους
ανθρώπους
Όλο φαντασιώσεις και ξεφωνητά ανούσια «ζήτω!»

Είμαι ρυθμός.
Η νιότη είναι η υγειά μου.
Ζω την σάρκωση του μύθου της λάμψης.
Τριγύρω μου εποχή τυφλωμένη.

Αυτό το γραφτό, τελεία και παύλα
Υπάρχει όταν μία εκκλησία
Σηκώνεται στα χέρια από χιλιάδες πιστούς
Που αλλαξοπίστησαν κι ήρθαν στην πίστη των αγγέλων..

Εδώ λοιπόν η ακοή είναι ταυτόχρονα όραση και το όραμα
Είναι ολότελα σάρκινο-

Έτσι που μια βραδιά ερωτεύτηκα άπειρες φορές
Μια μικρή νεαρά

Στην ηλικία του ολάνθιστου χαμόγελου!
Η ομορφούλα, η μαγιοπούλα!

29.3.1982

Μπες μέσα στον λόγο μου που μελωδεί για χάρη σου

Μπες μέσα στον λόγο μου που μελωδεί για χάρη σου

Χόρεψε στερεωμένη στο κέφι των δικών σου στιγμών

Ξοδέψου μέσα στην κάθε εποχή της καρδιάς μου

Που για σένα ακούγεται καλοκαιρινή!


………………………………………………

27 Ιανουαρίου 2010

Δυναμική ανατολή και πληθαίνει το φως τις ευτυχίες

Δυναμική ανατολή και πληθαίνει το φως τις ευτυχίες

Ακονισμένο ένα μαχαίρι, δίκοπα αθώο
Αμαρταίνει στον φόνο..

Ποιητή μου, μαστίγιο που όσο χτυπάει
Πονάει το ίδιο
Σαν τι θρησκεία θες να ιδρύσεις;

Τρέχει η ζωή κι όμως πιο γρήγορα της
τρέχει η ψυχή μου!

Αισθάνομαι τεντωμένος μυώνας.

Με διαπερνά το ρίγος των ιερών μου στιγμών.

Στην μέρα μου χαριεντίζεται με την ζωή μου
Ένας ήλιος φαντασμένος αυλοκόλακας.

Ο άνεμος του μέλλοντος με μαθαίνει
Τα μυστικά της ορμής!

Αυτές οι χειμωνιάτικες κακοκαιρίες

Αυτές οι χειμωνιάτικες κακοκαιρίες
Γλιστερές όπως ο γυμνοσάλιαγκας, κρύες
Σαν αναίμακτα φίδια.
Έρχονται από το μέρος του σώματος που κρυώνει
Ντύνεται στα μάλλινα ρούχα
Πίσω από το όνομα της θαλπωρής!

Η νύχτα είναι ένας ίσκιος από σύννεφο μετανιωμένο

Η νύχτα είναι ένας ίσκιος από σύννεφο μετανιωμένο
Που κλαίει
Και σβήσανε τα δάκρυά του το μεγάλο λύχνο του ήλιου.

Τίποτα φωνή.

Μόνο ο αέρας να παίζει
Κάνοντας γύρω-γύρω στης αυλής
Το πεύκο τα τσαλίμια του.

…Να φεύγω μέσα στην δειλή μου ευτυχία,
Προσεχτικά
Μη μόνος μου πονέσω
Τον πόνο μου..

Το παλιό ρολόι σήμανε τις ώρες:

Το παλιό ρολόι σήμανε τις ώρες:
Ντίνγκ, δώδεκα, μία.
Ο καπνός της θυσίας της νύχτας ανέβαινε
Λιανοκόκαλος και βουβός.
Σου είπα:
«Μην μιλάς..
Είναι μια σιωπή ευανάγνωστη
Για μέρες τώρα που εξημερώνω,
Βολεύομαι μέσα στην αγκαλιά της, με ζεσταίνει
Μπορώ να κλάψω χωρίς να με δει κανείς
Μου μαθαίνει τι ‘ναι να χεις φτερά.

Έχω αγγίξει όλες τις καρδίες των νικητών
Έχω μάθει για όλους τους κατορθωμένους άθλους-

…κάθομαι μες την μοναξιά μου τώρα ευδαιμονισμένος.

Ότι γύρεψα να μου δοθεί
Ποτέ δεν θα μου γίνει χάρη!

Και αρκετά περήφανος θα πω
Στην απελπισία «Μολών λαβέ!»

24.4.1981

Δρόμοι που χάνονται μέσα σε άλλους δρόμους.

Δρόμοι που χάνονται μέσα σε άλλους δρόμους.

Ένας αέρας σουλατσάρει
Πιο ευκίνητος κι από γάτα-

Να ‘ταν να κερδίσω όλα τα βήματά μου που
Σπαταλήθηκαν μες την βιασύνη των παρόδων!

Τώρα ακούω την μουσική του πρωινού

Όλα κυκλωμένα απ’ τον ορίζοντα

Και το τραγούδι μου
Μελώνει τον ουρανό..

Σήμερα η ζωή σε θέλει σκληρό

Σήμερα η ζωή σε θέλει σκληρό ιδρώνοντας αίμα

Είναι μια κακή ψυχολογική γυμναστική

Που στην υπερκόπωσή της ανδρώνονται φονιάδες.


26.7.1985

Η ζωή μας χαρίστηκε

Η ζωή μας χαρίστηκε

Αυτή η παραλία τρέχει μες τα μυαλά του ήλιου
Φλέγεται με τα όμορφα κορίτσια
Που την ακολουθούν.

Στην ακροθαλασσιά στέκεται ένας μπερμπάντης
Με αδηφάγο βλέμμα, ερωτύλος

Κοιτάζει που η θάλασσα πληθαίνει
Αφήνοντας και τον καημό της ξέχειλο
Τούτη την Κυριακή!

14.7.1985

Πάνω μου ισχύει ένα μαστίγωμα που δεν μπορώ να σας το περιγράψω-

Πάνω μου ισχύει ένα μαστίγωμα που δεν μπορώ να σας το περιγράψω-

Απλά ακούγονται χτυπήματα και ο αέρας
Φέρνει μια φωνή πόνου που την πνίγω μ’ επιμέλεια.

Για μένα κανείς δεν ελπίζει…

Ελπίζω για όλους…… με τον τρόπο μου αμφισβητώ.

Η μοναξιά με θέλει ισχυρογνώμονα.

Σπάζω τον γνώμονα και με ύφος καθημερινό
Ανοίγω την μετά των λέξεων διδασκαλία..


20.3.1985

26 Ιανουαρίου 2010

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΕΡΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ.

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΕΡΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ.

Φως!
…Και από την αρχή του ονόματος της Δευτέρας
το σημαδιακό ρολόι του λουλουδιού
μήνυσε ανοιξιάτικο άρωμα τον Μάρτη.
Η Τρίτη ακολούθησε δειλά!

Στο δωμάτιο με τις ανεμώνες στο ανθοδοχείο
το μεσημέρι ήταν κραταιό!

Μοίραζα το πάθος μου σε λέξεις..
Τα αυθυπόστατα φωνήεντα φώναξαν θαρρετά αλλά κανένας
δεν άκουσε..

«Άνοιξη!»

Άκουσα αυτό το όνομα κι ήμουν χαρούμενος
σαν ξαναβρήκα την φωνή μου ύστερα από καιρό·

Στερεώθηκαν οι αχτένιστες θέρμες του απογέματος
πάνω στο καύκαλο του Θησείου!

Ήταν μια αρχαία τσουχτεράδα!

Και το φως- ΦΑΟΣ!

20.3.1985

Λοιπόν το προσωπάκι σου με μαγεύει

Λοιπόν το προσωπάκι σου με μαγεύει
Του λόγου μου είμαι στου έρωτα το βάθος
Πάνω μου παίζουν χίλιες παραμυθίες
Της νύχτας των αστεριών.

Το σύμπαντο φλέγεται από καημό
Θέλω να σ’ αγκαλιάσω και στα ζεστά σου στήθια
Να γείρω ανέμελος και θορυβώδης..

Όμως ο ουρανός αντιστέκεται
Ο ρημάδης αυτός αντιστέκεται
Σταματάει συνέχεια τα λόγια μου
Ποτέ δεν σου ‘μολογώ της αγάπης το μέτρο.

Εξάλλου εσύ είσαι πάντα μακριά..
Ετοιμάζεις την φυγή σου
Μέσα σε οργανωμένη μοναξιά.

Και ακούω τις μέρες που σ’ αγαπώ να ουρλιάζουν
Ζητώντας να φερθείς στον εαυτό σου καλά!
6.11.1984

Τερατόμορφα πλάσματα μέσα σε έναν αυνανισμό πολιτικό που με κουράζει

Τερατόμορφα πλάσματα μέσα σε έναν αυνανισμό πολιτικό
που με κουράζει
Φτιάχνοντας επίμονα τις γραβάτες τους
Σα να πρόκειται να καθίσει εκεί πάνω
Η μύγα του ύφους τους-
Ακριβώς γι’ αυτές να τους προσέξουν..

Σιχάθηκα αυτούς τους εργολάβους του αίσχους
Με τα προσποιητά χαμόγελα που μου ρήμαξαν την ζωή..
Δεν μου κάνουν πια
Τα πουδραρισμένα τους λόγια.
Όλα τους μυρίζουν σαπίλα και απόγνωση.

Κοριτσάκι μέσα στην αγκαλιά σου εγκαταλείπομαι
Σήμερα γιατί αύριο θα χω πεθάνει..
4.11.1984
Ηράκλειο.

Μελαχρινή αγαπημένη με τα γυριστά σου ματοτσίνορα

Μελαχρινή αγαπημένη με τα γυριστά σου ματοτσίνορα
Που ζήσαμε τον έρωτά σου για στιγμές… πού να ‘σαι;
Σε αναζητάει η εφηβεία μας
Τόσο πικρή να συλλογίζεται πως όλα χάνονται μια μέρα
Όπως εσύ που λέγαμε θα σε κερδίσουμε για πάντα
Και χάθηκες σαν όλα
Ένα δειλινό ακατανίκητα θλιμμένο
Τότε που λέγαμε την αγάπη-Αγάπη
Και το κορίτσι-Αίσθημα!

1978

Θυμάμαι τα πράγματα που τα έλεγα «σήμερα..»

Θυμάμαι τα πράγματα που τα έλεγα «σήμερα..»
Και πέρασαν αθόρυβα, αντίπερα , ως την μνήμη
Βαραίνοντάς την πιο πολύ κι από
Την μελαγχολία μιας γυναίκας, βράδυ στην ακρογιαλιά και στην ψυχή μας

-Κι έλεγα πότε να περάσει και αυτή η στενοχώρια
Να δούμε καλημέρα την χαρά να μας χαμογελάει
Μέσα σε δύο γυναικεία μάτια όλο αγάπη!»

Το ποίημα λαχανιάζει.
Τρέχοντας από την ψυχή του ποιητή προς την ψυχή σου.
Ξεψυχώντας,
φωνάζοντας «Νενικήκαμεν!»

1978\ 28.9.1984

Είσαι μακρινή σαν την σκέψη μου

Οργίλος άνεμος
Εσύ λείπεις
Είσαι μακρινή σαν την σκέψη μου
Κι όμως ακούω την μικρή σου καρδιά
Σαν ένα ρυθμικό ρολόι που μου κανονίζει τον βίο.
.
28.9.1984

Σε θυμάμαι….. αυτό είναι όλο-

Σε θυμάμαι….. αυτό είναι όλο-
Στα πρώτα σούρουπα να με ξυπνά μια θύμηση γαληνεμένη

Με την μοσχούλα των ανθών
Ξυπνούν οι ανέμοι αλλιώτικοι-
Όλο και χειμωνιάζει..

Η πολύλαλη νιώση του κόσμου βαθιά μου
Εσύ αέρινη και μακρινή πάρα ποτέ

Να μου λείπεις και να με δικάζει η πίκρα..
28.9.1984

Μέσα σε γοργό βλέφαρο

Μέσα σε γοργό βλέφαρο
Τούτο το δειλινό το ακατανίκητα θλιμμένο-
Νυχτώθηκα μέσα στις ευωδιές..

Το γιασεμί που αγαπάς με παραστέκει
Στην μικρή αυλή η κουβέντα ανάβει

Και άντε να εξηγήσεις τον κόσμο στον κόσμο!

28.9.1984

25 Ιανουαρίου 2010

Οι λέξεις μου θ’ αντηχήσουν πίσω απ’ τα μαλλιά της μέρας

Οι λέξεις μου θ’ αντηχήσουν πίσω απ’ τα μαλλιά της μέρας
που χρυσίζουν

Ένα λουλούδι θα ‘ναι πάλι λουλούδι στην γλάστρα

Και το γιασεμί που σου αρέσει θα απλώνει πολυόμματο την παρουσία του

Μέσα στον γαλάζιο αέρα με το μπαρούτι της αιχμής.


Δύο μικρά ερωτευμένα σπουργίτια θα τιτιβίζουν ανέμελα

Και θα σκύψω να σε φιλήσω καμάρι μου

Θα σ’ αγγίξω με την αίσθηση όλη φορτισμένη

Και τα χείλη σου θα μελοποιήσουν κάθε μετέωρο ήχο!

27.9.1984

Στρογγυλό κελάηδισμα βολτάρει μες τον άνεμο

Στρογγυλό κελάηδισμα βολτάρει μες τον άνεμο

Το πουλί βρίσκεται άξιο απορίας

Το πανηγύρι των χρωμάτων εξουσίασε την μέρα
Και αυτή
Με την σειρά της
Το κεφάλι μου.

1.7.1985
Καλλιθέα. Στέφανος home..

ΠΗΓΜΕΝΗ ΛΕΞΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ.

ΠΗΓΜΕΝΗ ΛΕΞΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ.

Στις γαλανές σελίδες τ’ ουρανού
Έντρομοι συννεφένιοι μετανάστες
Αλαφιασμένοι και αέρινοι παρά ποτέ
Δεσπόζουν μες την χάρη της ημέρας!

Έρχονται οι μουσικές στιγμές μιας ποίησης που φθίνει,
Απ’ το τσιμέντο των ανθρώπων άγρια βαριά σιωπή
Ο Ιησούς των ταπεινών ανοίγει τα παραθυρόφυλλά του
Μα ονειρεύομαι με πάθος τον Απόλλωνα βαστώντας λύρα!

Στο πείσμα των εφτά στιγμών που σημαδεύουν τον αιώνα
Και του προσδίδουν όνομα και χαρακτηρισμό
Η γεωμετρία του αιθέριου τόπου αυτής της όρασης αλλάζει..

Λυπούνται οι απόστολοι
Οι έμποροι αδυνατούν σε κάτι κερδοφόρο να επενδύσουν
Πέφτουνε στην παγίδα του έρωτα φεγγαρομάγουλες κοπέλες
Που αφήσανε στο κομμωτήριο του ανέμελου ανέμου φίνο πουρμπουάρ!

Νιώθοντας έξω απ’ τον χρόνο
Σε μια πηγμένη λέξη περιγραφική
Η μάνα μας που πλένει τα σκουτιά της
Βλέπει τον αμετάφραστό της γιό!

«Καλέ μου, τι ξοδεύεσαι στο τζάμπα;»

«Μάνα
Ξεπλένω τ’ όνειδος του κόσμου..
Η ποίηση έχει και θαύμα!»

25.12.1987
Άγιος Ελευθέριος.

Κορίτσι μου γελούμενο πρωί

Κορίτσι μου γελούμενο πρωί
Ματάκι πονηρό
Αίσθημα πιο γενναίο

Σου λέω σε θέλω
Κάνεις «Μη!»
«Δεν κάνει!»
Σ’ αγαπώ

Νάζι μου κυριακάτικο
Ποιος σου ‘πε πως αγάπησα
Τις μούσες μου και μόνες;

ΤΟ ΒΑΡΚΑΚΙ.

ΤΟ ΒΑΡΚΑΚΙ.

Με χρώματα εφτά λογιώ
Βαρκάκι του καλού ψαρά
Λαμποκοπάει στον ήλιο.

Στράφτουν αντένες τα νερά
Στα μεσημέρια τα πυρά
Καψώνουν τα κορίτσια του
Και γδύνονται γοργόνες.

Νοιάζονται- λένε το «Γιατί;
Αφού η αγάπη κυβερνάει
Κι ο έρωτας μαϊνάρει

Γιατί σαλπάρει το κακό

Ολημερίς να πολεμάς
Να στήσεις ένα σπιτικό
Το βράδυ να στο πάρει..»


9.3.1980

Βράδιασε και στον μόλο ένα παιδί...

Βράδιασε και στον μόλο ένα παιδί
Σιγοαρμενίζει έναν σκοπό στην φυσαρμόνικα..
Ψυχώνει με μελαγχολία τις νότες του
Δακρύζει που ‘ναι ορφανό
Και το αεράκι του ανεμίζει τα μελαχρινά μαλλιά.

Όλα είναι τόσο όμορφα!
Παίζουν πιο πέρα τα παιδάκια το κρυφτό
Η πολιτεία φεγγαρίζει στα νερά
Ο φλοίσβος από ένα κυματάκι απαλό και

Μόλις που το νιώθουν το τραγούδι του
Ότι είναι λυπημένο τ’ άστρα!

* * * * * *

Στην πετροκαλαμιά

Στην πετροκαλαμιά
Τραγούδησε ένας έρωτας: ένα πουλί
Όλος ο κάμπος ρίγησε στην μυστική του νιώση.

Πασίχαρο γεννήθηκε τ’ αγέρι
Χάιδεψε στον αγρό τα κοντοβλάστια του σταχυού
Την ποταμίσια γαληνότητα πιο πέρα
Και ξαμολήθηκε στην ράχη του μακρόκαμπου
Εωθινό τραγούδι της καινούριας μέρας.

Τα δειλινά ξυπνούν τις αύρες τις απόγειες

Τα δειλινά ξυπνούν τις αύρες τις απόγειες
Τις άλλες φορτωμένες δρόσο κι αναγάλια
Κι εκείνες τις παράξενες, τις νανουρίστρες
Τις φιλώντας και παίζοντας συντροφιαστές του πόθου.



* * * * * * *

Είσαι δική μου!

Νύχτα ανάμεσα στην κίνηση των δέντρων
Ένα χαμόγελο που ξεθύμανε: το χαμόγελό σου
Στα μάτια σου αντιφεγγάει η νέα θέληση:
Είσαι δική μου!

* * * * * *

Το ριζικό του ανέμου

Το ριζικό του ανέμου που χαράμισε μια νιότη
Αλλάζοντας την γύρη των ανθών
Είναι αυτή η γιορτή της απουσίας και της άπνοιας
Στο δειλινό,
Στο χάραμα
Και σ’ όλο το κορμί της μέρας!

* * * * * *

ΕΠΙΛΟΓΟΣ…

ΕΠΙΛΟΓΟΣ…

Αγρύπνιας τέκνο- έλα τώρα στο φως..
Ράντισε με τις απαλές σου λέξεις
Γύρω την ερημιά,
Ακολούθησε την πορεία του ύμνου-
Και βρες μες την ορθοδοξία που ευαγγελίζεσαι
Τον έναν ήχο
Τον μόνο
Από την σωστή μουσική
Που λειτουργεί με το ελληνικό της
Παμπάλαιο σφρίγος..

Δεν αντέχουν αλήθεια οι άνθρωποι…

ΤΡΕΛΗ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ..

ΤΡΕΛΗ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ..

Γυρίζεις στον αέναο μύθο σου, γυρνάς
μες το ακόμη φεγγάρι-
τις νύχτες σπας τις σιωπές των φυτών-
το ιοβόλο τραγούδι σου
μέσα στην απερίσκεπτη ώρα
σώνει επάνω απ’ τις ευθείες των βουνών
το λίγο άσπρο σύννεφο
του καμαρότου ανέμου.

Τρελή από έρωτα με τις
μανιασμένες σου πεταλούδες –

οι πόθοι σου
ανατιναχτήκαν
θέλοντας να εκπληρωθούν-

εσύ πας στον αέρα, πας και ψηλώνεις
μέσα στων άστρων την γεωγραφία
που φλέγεται από την ζωντανή σου αιώνια φωτιά…

24 Ιανουαρίου 2010

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ..

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ..

Έπονται τα τραγούδια του έρωτα;
Ή προηγούνται;-
Όπως
Κι οι μαργαρίτες των Μαϊων
κατοχυρώνουνε την άνοιξη.

Αν θες
Είναι του λόγου μοίρα:
Ανάλαφρα πετά πάνω από κράτη
εννοιών και λες ανθίσταται
Με τρόπους στην φθορά.
(Σιγά που σε καταλαβαίνουν…)

Πάντως
Αισθημάτων υγεία εμπνέουν τα μαγιάτικα δέντρα.

Ένα κορίτσι πιο ορθόδοξο κι από μοναχική
προσευχή
Με μαγνητισμένους τους πόλους του·

Ψηλά στην κόχη των μηρών τ’ ωραίο μισοφέγγαρο
Μισάνοιχτο απ’ την επιθυμία.

Αν ακουμπάς το στήθος της ακουμπάς την μουσική
Της νύχτας.

Και ξέρεις ακούγοντας το πιάνο των άστρων
Μ’ αυτά τα πλήκτρα που σαλεύουν μαγικά κάτω απ’ τα ουράνια δάχτυλα
Του θεού- να σωπαίνεις.

Έπονται τα τραγούδια του έρωτα;
Ή προηγούνται;..

Τα φέρνουν οι νύχτες κοντά μας όπως
Τα αρχαία πλοιάρια επί σκοπόν
Για μια κατάκτηση της μακρινής σου Τροίας..

ΣΕ ΣΕΝΑ ΜΙΛΩ..

ΣΕ ΣΕΝΑ ΜΙΛΩ..

Σε σένα μιλώ - που δεν ξέρω πως ερμηνεύεις τις λέξεις μου
Που ανοίγεις τρύπες υποψίας ότι καταλαβαίνεις κιόλας

Το σημαντικό με σένα είναι ότι αγνοείς
Πως τα αισθήματα βαραίνουν κι έχουνε κουκούτσι
Σαν φρούτα που τα λαχταράς κι είναι υπέροχα..

Εγώ…τι σου λέω εγώ που κατά βάθος
Είμαι μοναχικός σαν ένας ερημίτης που πια
Χόρτασε την μοναξιά και τώρα θέλει
Να τον ερμηνεύσει το φως..

Και κάθεται συλλογισμένος σε μια παραλία που δεν θα την πάρει
Ποτέ καλά ο αέρας

Κάθεται και ρεμβάζει λες στα μέλλοντα
Σαν να ‘ναι ο μάντης που αλλάζει πρόσωπα: πότε γυναίκα
Πότε άντρας: πρόσωπα
Της ίδιας απογοήτευσης..

Εξάλλου
Οι καιροί
Υποβάλλουν την θρησκεία των ανήθικων-
Όλοι επαγγέλλονται τους θύτες

Κι εσύ
Πικραμένε μου πρίγκιπα
Βαφτίζεις στο φεγγαρόφωτο τα λόγια σαν προσευχές
Προς το ουράνιο άστρο..

ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ..

ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ..

Τα βράδια εκδικούνται το φως που περισσεύει
Πίσω από τα νυσταγμένα δέντρα, μέσα στον άνεμο, κοντά στην παραλία
Που το κατακαλόκαιρο παίζανε τα παιδιά.

Τώρα μετά τα κυπαρίσσια είναι μια σιωπή-
Βαριά σιωπή σαν των αποθαμένων.

Συγυρίζει το φεγγάρι τις θύμησες.

Τα άστρα τον ουρανό ολοένα τρυπάνε
Και σαν ξεχύνεται ο μέλανας ζωμός
Του ουράνιου Στρατάρχη.

Στα σπίτια ανάβουν τα φώτα.
Οι άνθρωποι ξανά λογαριάζουν:
Πόσο κάνει μια χίμαιρα και μία ανεκπλήρωτη επιθυμία.

Η άθροιση των πεπραγμένων τους πίκρα αφήνει
Επάνω στις σελίδες από το τεφτέρι της ζωής
Που μελανώθηκε απ’ τις πολλές μουντζούρες.

Αν σ’ αφήσω να πεις τα παράπονα
Θα γεμίσουν φίδια οι νύχτες:
Φίδια ιοβόλα, πικρά
Που μέσα μας αιώνια παραμονεύουν..

Έτσι σου μιλώ για άλλα για να μην θυμάσαι
Σκληρή που γίνεται φορές η ζωή.

Και θα σε κάνω να δεις πιο μακριά
Πολύ πιο μακριά- σχεδόν μέσα μου
Που συνάζονται οι νύμφες των αισιόδοξων υδάτων..

ΑΞΙΩΝΩ ΟΝΕΙΡΑ..

ΑΞΙΩΝΩ ΟΝΕΙΡΑ..

Από το εύπορο στέρνο της γης
Κατάγονται αυτές οι όμορφες και μανιασμένες παπαρούνες.

Πάνω τους πεταρίζει μια ξετρελαμένη μέλισσα
Που νομίζει την ομορφιά της αξία-

Εσύ με σκλαβώνεις με λόγια- ρήγισσα μου ηλιόδοξη
Με κρατάς με φιλιά σου-

Κι έρχομαι ο μικρός να αξιώνω όνειρα
Να μου χαρίσουνε οι άδειες μαύρες νύχτες…

Ο ΑΕΡΑΣ…

Ο ΑΕΡΑΣ…

Ένα απροσδιόριστο βραχυκύκλωμα όπως μου σώνεται η φωνή και μένω
με λέξεις λέξεις λέξεις που πονάνε
και γίνονται
κρανίου τόπος..

Κι έπειτα λέω τι;

Θα με αφήσουν οι χίμαιρες να έχω
ένα σπιτάκι αναρριχόμενο
ανάμεσα στις τριανταφυλλιές που θα του τρίζει ο αέρας
τα βορινά παράθυρα;

Και θα περνά ως μέσα στο τραπέζι να αναστατώνει τις σελίδες μου;

Και στο μυαλό μου ο ίδιος θα είναι
απολυμαντικός..

ΟΙ ΟΞΕΙΕΣ ΜΟΥ..

ΟΙ ΟΞΕΙΕΣ ΜΟΥ..

Σαν παλιοί φθαρμένοι ηθοποιοί, οι στίχοι μου κρέμονται από πελώρια δέντρα κι από-
κεφαλισμένους τους αφήνει το ηλιοβασίλεμα.

Δεν είμαι
εκείνος που ήθελα και περισσότερο
δεν θα γίνω εκείνος που πρέπει..

Οι οξείες μου πάνω στις λέξεις αλλάζουν το νόημα κατά το δοκούν.

Ηθελημένα η ζωή δεν προφυλάσσεται και έκθετη είναι
μπροστά σ’ ενός θανάτου το αίνιγμα..

ΜΟΥΣΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ…

ΜΟΥΣΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ…

Εκείνο το ανάλαφρο σαν ικεσία αεράκι
απλωμένο
που σχηματίζεται ανάμεσα από τις λεύκες που γεμίσανε φύλλα
τονισμένο
στο ύφος του ρε σε μείζονα
αποκάλυψη-

Όπως λυγίζει κάποτε ακόμα
κι η πιο σκληρή καρδιά.

Μου λείπεις λοιπόν..

Οι νύχτες πέφτουν κάθετα-
σαν με αμπάρες
όλα γύρω κλειδώνουν.

Μισός πάω
μες την ζωή και μισός μες τον έρωτα..

Έτσι που και οι αλφαβήτες μου να φωνασκούν από ευαισθησία
και να γίνονται φωτιάς ημερολόγια οι ώρες..

ΕΣΥ..

ΕΣΥ..

Με υπομονή που σε διεκδικώ μέσα στις μέρες:
Στην κάθε μέρα που μετά μου παραδίνεσαι-
Γοργόνα των παραθαλάσσιων ενορχηστρώσεων,
Ουτοπία
Του καλοκαιριού..

Ραγίζεται ο χρόνος- πουθενά δεν είσαι
Παρά μόνον αυθεντική μες την καρδιά μου-

Μετά από τους παραδείσους, μετά
Από την ανύπαρκτη κόλαση- και ζητάς
Να προστατέψεις το ελάχιστο που μου ανήκει..

23 Ιανουαρίου 2010

ΕΤΣΙ ΠΡΕΠΕΙ…

ΕΤΣΙ ΠΡΕΠΕΙ…

Άλλο χτες έχει πέσει μες το σήμερα και άλλο
χώνεται μες το αύριο σαν ένας σίγουρος για την αποστολή του σκύλος
που γαυγίζει
τρομάζοντας
τα παιδιά που είμαστε όλοι.

Και στο σήμερα γίνεται ρίζα του αύριο και στο αύριο
χάνεται σαν ένας καπνός από φωτιά που έκαψε
ό,τι ήταν να κάψει και πια
ήσυχα διαλύεται μες τον αέρα..

Μόνο ένα όνειρο πάει ατίθασο από το πριν στο μετά, στο μεθαύριο
γιατί πως αλλιώς αφού πρέπει
να νηστέψουν την απελπισία για να συνεχίσουν οι άνθρωποι..

ΑΥΤΟ ΤΟ ΖΑΛΙΣΜΕΝΟ ΜΕΛΙΣΣΑΚΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ…

ΑΥΤΟ ΤΟ ΖΑΛΙΣΜΕΝΟ ΜΕΛΙΣΣΑΚΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ…

Τύλιξέ μου το φως γύρω απ’ την σκέψη,
φέρε μου τον ατελεύτητο άνεμο-
αυτό το ζαλισμένο μελισσάκι που είσαι
ψάχνει το ερωτικό του καταφύγιο
μέσα σ’ ένα ζεστό κι αιώνιο τριαντάφυλλο.

Μ’ αγγίζει στο αίσθημα- καμένος πονάω
κρύβοντας στο άλαλο στήθος μου
μια λέξη
που δεν θα την προφέρω πουθενά..

ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΣΟΥ…

ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΣΟΥ…

Εξηγώντας σου το αόριστο πεδίο των λέξεων
Ερμηνεύοντας με μουσική τα φιλιά
Έφτασα στο στήθος σου..

Εκεί που δεν θα φτάσουμε ποτέ είναι η πραγματική Απουσία
Που δεν την φτάνει το μυαλό κι έχει αγκάθια
Που ματώνουν την ψυχή γι αυτό και δεν μπορεί να ειπωθεί
Παρά το χρώμα της με το βαθύ του μαύρο.

Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ..

Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ..

Ψιχάλα των ύμνων, ανάπαιστε
λουλουδιασμένε μου-

Του Απρίλη ήρθε ο θεός

Κι από τις μαργαρίτες στο πίσω χωράφι ένας
Καημός πουλιού υψώθηκε
έτσι για να σε κραταιώσει..

Μίλησαν τώρα οι ομηρικές ημέρες
που τις φέραμε από τ’ άλλα παράλια..

Στα χέρια άφησαν λέξεις:
Ολοκάθαρο ποίημα!

ΕΙΜΑΙ..

ΕΙΜΑΙ..

Μέσα σ’ αυτό το ευλογημένο τίποτα, είμαι
Άνεμος φαντασίας που αξίζει όσο ένας αχαλίνωτος ήχος

Μουσική που τρέχει πάνω κάτω για ν’ αναστατώσει τα πλοία
Στα λιμάνια και να ακριβύνει την όραση
Που πλάτυνε και όλα τα χωρά
Τα αδέσποτα όνειρα μωρά του κόσμου..

Ο ΠΟΛΛΑ ΛΕΓΩΝ…

Ο ΠΟΛΛΑ ΛΕΓΩΝ…

Ο μέσα μου άνθρωπος ας μην προδώσει καμία ελπίδα

Οι ποιητικοί του ουρανοί
Ας τον διδάξουν ρήματα θάρρους

Ο πολλά λέγων
Στις όχθες του καιρού θα ξέρει
Κάποτε
Πως λαμπρά να σωπαίνει

Αξίζοντας η διδαχή του όλο το χρυσάφι…

ΡΗΜΑ ΣΚΟΤΕΙΝΟΝ…

ΡΗΜΑ ΣΚΟΤΕΙΝΟΝ…

Εσύ θα ξέρεις ότι είσαι
ρήμα σκοτεινόν

Και το μέσα σου υπάρχον
δεν θα γίνεται ν’ αποσυμφορεθεί.

Η συνισταμένη σκέψη σου
φωτιά.

Θα βασανίζεσαι ολόφωτος την ώρα που κάπου,
μες την παιδική ηλικία,
θα καταγράφονται λόγια του Ύμνου

ή της μαντζουράνας που έκοψε ένα κλωνί της μάνας σου η μάνα
να δώσει σου ευθεία στην ζωή..

Και το παραμύθι αρχινά:

είσαι
μ’ έναν εγωισμό αφέλειας ο πάσχων να κατανοήσει
της μέντας τα μυστήρια.

Λέξεις
που ήρθαν για να μείνουνε:
όναρ
ήμαρ
μήνιν άοιδε, θεά-

Μετά
που θα αφεθείς να πέσεις μες τα λεξιλόγια ύδατα
έχεις θεό μέσα σου
και υπάρχεις
αντέχεις
αχνίζει το ύδωρ σου.

Ένας λόγος
Ομήρου
αφήνει έκθετο τον Αχιλλέα σου
μπροστά στο χρέος-

ώσπου εσύ χωρίς ασφάλεια
φήμης
εφαρμόζεις
επάνω στα καινούρια ήθη
των καιρών και της γλώσσας
της παλιάς,
τους καινούριους ορίζοντες..

ΠΛΑΣΜΑ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΑΝΟΙΞΕΩΝ…

ΠΛΑΣΜΑ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΑΝΟΙΞΕΩΝ…

Από μια Τρίτη φανταστική ήρθε αυτό το πλάσμα
Των εκατό ανοίξεων.

Τα μαλλιά του
Ανέμιζαν
καθώς ανέβαινε
Τα σκαλοπάτια της ημέρας.

Λευκή με ένα φως περιχυμένο το κορμί της-

Του αοράτου έκπληξη.

Περπάτησε πλάι στα δέντρα που ακούγονταν πουλιά
Να θέλουν να την πούνε.

Και πήγε στην καρδιά μου αμέσως. Έγινε
Μούσα των λόγων-

Του πρωινού ανέμου μου μητέρα.

ΜΑΓΙΣΣΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ..

ΜΑΓΙΣΣΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ..

Κόρη της νύχτας,
Των αχνών φώτων αγαπητικιά
Δεν μ’ αναγκάζεις σε τίποτα εσύ, εγώ ακολουθώ
Το δυνατό φωνήεν σου απόλυτα υποταγμένος..

Που σε ξαναβρήκα μετά που τα χρόνια πέρασαν
Μέσα σ’ ένα ταπεινωμένο παρόν
Να σβήνεις πάνω μου τις στερεωμένες ρυτίδες-

Κόρη των ανέμων, φωτιά
Του πόθου, μάγισσα
Των χρωμάτων που με λόγια μ’ αγγίζουν..

Με χρώματα της καθαρής μουσικής

22..

Με χρώματα της καθαρής μουσικής και με ύμνο τον μέσα μου
Έφτιαξα ένα τραγούδι λυπημένο.

Το λεν τα πρωινά πουλιά
Στα στήθια τ’ ουρανού που πετάνε
Μες το μακάριο φως!

Ένας ήλιος σαν σκέψη

21..

Ένας ήλιος σαν σκέψη μου ξεκρεμιέται απ’ τον άσπρο τοίχο.

Και διαφεύγοντας απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο πάει να μπει
Μες το μυαλό του ανοιχτού ορίζοντα..

Φεγγερά δέντρα

20..

Φεγγερά δέντρα
μ’ έναν λάμψης ήλιο
στραφταλίζοντας
πάνω στην άγια θάλασσα

ώρα
που δύο περιστέρια άσπρα γρούζουνε
μαθαίνοντας τον έρωτα..

Νήπια ανάσα του ήλιου

19..

Νήπια ανάσα του ήλιου,
Πρωινή θεϊκή αχτίδα που μες την μέρα άγουρη όταν σκάει
Γίνεται μια διαμαντική και εξουσίας πάχνη πάνω απ’ όλα
Και αρχίζει με υπεροψία να μιλάει..

Πουλιά ζητούνε έναν νεφεληγερέτη
Θεό να τα φυλάει.

Τα δέντρα
Ξαίνουν το νήμα του γλαυκού ανέμου
Κι ανάβουν μια ελληνική αλφαβήτα με νεράιδες
Που περιφέρονται τριγύρω ερχόμενες απ’ την αιώνια νύχτα.

Ένα λυρικό ψιχάλισμα, ένα ποίημα
Πραότητας που ελαφροπατάει
Πάνω στην γη του ανθισμένου κάμπου.

Φτάνουν τα λόγια
Ερωτικά καυτά αισθήματα..
22.3.2009 Κομοτηνή..

Δεν με ταπεινώνει το φως

18..

Δεν με ταπεινώνει το φως, δεν με λυγά ο έρωτας
Στην καρδιά μου φυλάω
Αυτόν τον στίχο της αιώνιας νύχτας
Που θα με αφήσει έκθετο στο τίποτα που μέσα μου αθροίζω..

Χαϊδεύω το ζώο της μελλούμενης άνοιξης:

17..

Χαϊδεύω το ζώο της μελλούμενης άνοιξης:
Αλεπού του περασμένου χειμώνα.

Το τρίχωμά του δασύ
Κοκκινωπό μυστήριο κεράτινης ουσίας
το προφυλάσσει απ’ το κρύο του ανεκπλήρωτου πόθου

Όπως μέσα στα μάτια καταγράφεται
κάθε αρσενικού σαρκοφάγου..

Η ΜΕΡΑ ΠΡΟΧΩΡΑ..

Η ΜΕΡΑ ΠΡΟΧΩΡΑ..

Ένας ήλιος σαν σκέψη ξαφνικός πάνω από τα ανατολικά βουνά της μέρας-

Και οι άνθρωποι να δοκιμάζουν να γίνουν καλοί σαν άκακα ζώα.

Ή να είναι μαγεμένοι μέσα στις πλατείες
Του μυαλού γιορτάζοντας
Έναν θεό που τους υποχρεώνει
Ν’ ανασαίνουν σωστά.

Οξυγόνου ριπές μες την πρωτεύουσα του κόσμου..

Και ένας τελάλης
Αέρας να ανακοινώνει ότι σήμερα θα έχει λίγη παγωνιά της θύμησης.

Στα ψηλά των σύννεφων
Αγκιστρωμένα όνειρα
Που από κάτω δω
Φαίνονται πολύχρωμα
Και τα λιμπίζονται όλων των πουλιών οι ταξιαρχίες.

Και η μέρα προχωρά-

Αξίζοντας ήλιο και ευλάβεια..

22 Ιανουαρίου 2010

ΣΑΝ ΜΑΓΟΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙ..

ΣΑΝ ΜΑΓΟΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙ..

Επειδή εξαργυρώνω την θλίψη και θα το πουλήσω ακριβά
Αυτό το τομάρι από επιθυμίες που ακόμη κατέχω

Θα δοθώ μόνο στον ρεμβασμό
Μέσα σε ένα άσπιλο όνειρο που πουθενά δεν σε πάει
Αν δεν κατέχεις ένα διαβατήριο ψυχής.

Θα με φέρουν
Οι αλήθειες στο χείλος
Του γκρεμού των παράξενων σκέψεων

Που όπως συνθέτονται ένα τίποτα είναι
Μες το κενό του χρόνου.

Και θα γυρίζω έρμος άκαιρων επιδιώξεων
Και λεξιδίαιτος και λεξιθήρας

Σαν μάγος που από την μοναξιά γνωρίζει
Τα άχραντα των ποιημάτων του μυστήρια..

Τα δέντρα αποκτούν ένα ποίημα που βαραίνει τα ομοιοτέλευτα κλαδιά τους

15..

Τα δέντρα αποκτούν ένα ποίημα που βαραίνει τα ομοιοτέλευτα κλαδιά τους

Κάτω από τον ουρανό της Ροδόπης

Ο κρύος άνεμος αυτοκρατορικά σκληρός

Οι επί χρήμασι αξίες που μας τυραννούν και τέλος
Τίποτα είναι να το κουβαλήσεις μες τους πέρα ουρανούς.

Γράφω γιατί η λάβα που με καίει δεν μπορεί
Παρά να θάψει όλα μου τα υπάρχοντα.

Μπορεί να μείνω μόνο χορηγός ονείρων

Πείσμονας θα στοχάζομαι λευκά

Μέσα σε θρυλικά πικρές και σκούρες μέρες..

Οι ώρες εκδικούνται τον χρόνο

14..

Οι ώρες εκδικούνται τον χρόνο πετώντας του αιχμηρά δευτερόλεπτα
Ριγμένα μέσα σ’ ένα κενό που ποτέ δεν γεμίζει.

Εμείς είμαστε παθιασμένοι εχέφρονες
Που θα γυρέψουν να τους χαριστεί αλλιώς η μέρα.

Που θ’ αγκαλιάσουν τα κορίτσια με τον τρόπο τους
Κι όταν θα τα φιλήσουν θ' αλαφρώσουν όλα.

Μέχρι που δίχως βάρος θα αποδοθούν τα δίκαια των ουρανών στους πάντα εκεί αγγέλους

Και απ’ το φως θα στάξουν τα παράξενα του ήλιου δάκρυα..

22.3.2009 Κομοτηνή

Μιλώ με λέξεις άλλου καιρού

13..

Μιλώ με λέξεις άλλου καιρού και κάνω
Συνομωσίες
Με ατίθασα νοήματα
Σαν να μου ανήκουν όλα.

Έτσι που τα πουλιά των ουρανών μου γίνονται
Όπως ιδέες
Φτερωτές
Που ψηλότερα πάνε
Και χάνονται
Και οι ήχοι
Που αφήνουν τ’ αρώματα
Των ονείρων να πέσουν
Σιγά μέσα στην μέρα
Που ξυπνά
Λες και την άφησε
Έκθετη μπρος στα μάτια των ανθρώπων
Ο θεός..

Κομοτηνή..

Κομοτηνή..

Βαρύ και ανήλεο κρύο
Κάτω από τον ουρανό της Ροδόπης.

Τα πουλιά φοβούνται τα σκιάχτρα
Πετούν ψηλά
Θέλουν να πουν για την μπόρα που έρχεται..


Δεν ξέρω πόσο ένστιχτο χρειάζεται να πολεμήσεις την γύρω σου θλίψη

Ένα φως αισθήματος που περιφέρεται μέσα στην μέρα

Όπως εκείνη το διαχέει καυτό και επιθετικό πάνω
Στα πλάσματα της..

Εύκρατη συνείδηση

12..

Εύκρατη συνείδηση και προπαντός
Εύκρατη αγάπη
για τα μυστικά της γλώσσας:

Αυτής της γαλανής θρησκείας
Που πλέει ούρια
Χιλιάδες χρόνια
Και μας ενώνει..

δώδεκα οι μήνες, δώδεκα οι θεοί

11..

Εκείνο το παιδάκι που απορούσε πώς
Ήτανε δώδεκα οι μήνες, δώδεκα οι θεοί, δώδεκα
Οι μαθητές του Χριστού- σαν μια αράδα
Της μυθολογίας να τα έχει δέσει όλα.

Κι εγώ δεν ήξερα αλήθεια να του πω…

ΣΤΑΓΟΝΑ..

ΣΤΑΓΟΝΑ..

Πάνω στην κοιλιά σου, πάνω στην κοιλιά σου

Μια σταγόνα ξανθή που τραμπαλίζεται
Πηγαίνοντας προς του αφαλού σου την λίμνη

Μια σταγόνα ξανθή σαν σάτυρος
Του νερού που θέλει να σ’ αγγίξει
Να σε μάθει ολόκληρη – τώρα που είσαι

Ξαπλωμένη φωτιά

Και αδιάβαστος έρωτας..

ΜΑΪΟΥ…

ΜΑΪΟΥ…

Έρχεται το φως μέσα στην μέρα σαν ένας δεκαπεντασύλλαβος γεμάτος πουλιά.

Εκείνα κρεμασμένα στα κλωνιά των δέντρων
Σαν σκουλαρίκια ωδικά
Το ‘να με τ’ άλλο τραγουδάνε.

Τόσο οξείες οι φωνές τους που παντού αρχίζει μία άνοιξη.

Και μυρίζουν χώμα αρχαίο οι σπαρμένες κατά τύχη παπαρούνες.

Φυσαλίδα μέσα στο αλφάδι του νου

9..

Φυσαλίδα μέσα στο αλφάδι του νου, χρυσαλίδα
Έτοιμη να πετάξει..

Μεταμόρφωση του ταπεινού σε Μέγα..

Φορτίο αισθημάτων που δικαιώνουν τον τρόπο
Που κοιτώ μέσα στο αφανές-

Που με φωτιά και λέξεις με καρφώνει…

Καθαρά πάνε μέσα στην μέρα δέντρα.

8..

Καθαρά πάνε μέσα στην μέρα δέντρα.
Οι κορυφές τους ανασηκώνονται
Σαν για να βλέπουν τα πουλιά πίσω απ’ την μάντρα-
Μέσα στους κήπους του θεού.

Τότε έρχεται το κορίτσι..

Με την άνοιξη των ματιών του έρχεται το κορίτσι..

Χείλια και τα μαλλιά που ανεμίζουνε
Πριν η ανάσα γίνει ρυθμός πιο γρήγορος κι από σκοπό του ήλιου.

Θα ερωτευτούν τα λάγνα αγόρια-
Το κορμί τους ποτέ δεν θα σφάλει-
Αρσενικό και θηλυκό: της ηδονής
Δώρο.

Και μετά που θα είναι απόγεμα
Άσπρο, δίκαιο, πράο
Θα τα λέω κι εγώ με τα λόγια που μου έδωσε η τύχη

Έτσι όπως γέρνουν ο ένας μες την αγκαλιά του άλλου οι ερωτευμένοι
Κι έτσι όπως μπορώ να ζωγραφίζω τις αγάπες τους εγώ..

Ένας κήπος με κατάρτια τριανταφυλλιάς

7..

Ένας κήπος με κατάρτια τριανταφυλλιάς
Που διανεύουν στον αήττητο άνεμο
Και σκορπούν ένα άρωμα σκέψης
Εδώ κι εκεί

Όπου ο πλάνητας πόθος της γης αγκαλιάζει
Τα κορεσμένα από έρωτα δέντρα

Μέσα στον μάγο ήλιο:

Εκεί:
Της αίσθησης οι στυλοβάτες..

21 Ιανουαρίου 2010

Νέστος..

Νέστος..

Κοίτη θηλυκιά
των νερών,
ποταμέ
με βάθος
όσο μια ανεξάντλητη σκέψη..

Στις όχθες σου παράξενα πουλιά τσιμπολογούν
κάθε σκουληκιασμένη πανδαισία

των χρωμάτων που κυλούνε γάργαρα σαν ένας ύμνος
πρωινός που θα συλλαβίσει τις αοριστίες του με μουσικές
επάνω του διαχυμένες..

Κοιτώ την πρασινωπή νερένια σου υπόσχεση. Πας
προς την άφταστη θάλασσα.

Είναι θεός
ο λόγος σου-

μουρμουρίζοντας ύμνο
και φως και ήλιο
και γινάτι
της γης-
και ζωή και αέρα.

Πού βρίσκεται η αξία σου;

Τα λειασμένα βότσαλα κρατάνε
αποταμιευμένη την σοφία της πορείας σου· χτυπάνε
το ‘να με τ’ άλλο:
σαν τα πλήκτρα ενός χοϊκού τεράστιου πιάνου.

Κι εσύ με μαθαίνεις να υπόσχομαι στον εαυτό μου πείσμα
και θέληση
και επιμονή και σκοπό- και να ορίζω
μια μοίρα όπως του νερού που πάλι
έρχεται
πολύμορφο
και δοξασμένο μες την όρασή μου κάθε ώρα..
22.3.2009

Ένας τρισύλλαβος ουρανός μ’ ένα ούτι

6..

Ένας τρισύλλαβος ουρανός μ’ ένα ούτι
ανέμων που λυσσομανάνε..

Απουσιάζουν τα πουλιά του..

Οι άγγελοί του ξαφνιασμένοι κρύβονται

και ένας θεατής θεός παίζει στα ζάρια
τύχες ανθρώπων..

Κι έτσι με κάτι από παραβολική ασάφεια αξίζει

5..

Κι έτσι με κάτι από παραβολική ασάφεια αξίζει
αν θα την πάρεις όπως σου ‘ρχεται η ζωή..

Χαμηλά
μέσα στην νύχτα
είναι ο οργασμός..

Σκάει μέσα σου

Και το κορίτσι
που μες την αγκαλιά κρατάς βαφτίζει
με αγαλλίαση την ώρα..

Που γέρνεις πλάι του ερωτιδέας
πολύχυμων και πορφυρών ονείρων..

Έγραψα τόσες μουσικές

4..

Έγραψα τόσες μουσικές που κι από τα βιολιά της σκέψης μου λες περιμένω ακόμα

ένα φωνήεν που να ανασυνθέτει όλη την γλώσσα και
να την χρωματίζει
λαμπρά..

ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ Ο ΘΕΟΣ..

ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ Ο ΘΕΟΣ..

Οι λέξεις κουβαλούν μία αρχαία μανία που δεν τέλειωσε-

Καρφώνεται μες την καρδιά που ολοένα
Αποζητά να πάσχει για να την καταλαβαίνει..

Σαν να μην χάθηκε της τραγωδίας ο θεός κι υπαγορεύει
Ξανά το δράμα του ανθρώπου που οργανώνει την ζωή του
Σκληρά..

ΜΕΓΑΛΩΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ..

ΜΕΓΑΛΩΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ..

Έτσι κι εγώ αντέχω, έτσι
κι εσύ μεγαλώνεις
μέσα μου-
τρεφόμενη μ’ αισθήματα.

Και ξέρω ότι κάπου πάει ακόμη και το τίποτα αν ξέρεις
στα βαθιά του να δεις..

Μετά
από τις άσκοπες περιπλανήσεις μέσα σε ένα εγώ
κατασπαραγμένο από αγωνίες κι έναν βιοπορισμό
που βραχνάς σου γίνεται….
(ποιός άραγε καταλαβαίνει;)

Σπάζουν τα νεύρα μου
απόναν πονοκέφαλο. Με κακοθυμία
βγάζω λάμψεις
περιεχομένου πικρού.

Πιο άγριος από ποτέ.

Και απ’ το όνειρο πετράδι ζορίζεται
ορυκτό να βγει
μες από απέθαντες λέξεις.

Τι είμαι αλήθεια εγώ ο ονειροπόλος;

Πόσο μοιράστηκα
ανάμεσα στον κόσμο που επιθυμώ και τον κόσμο που ζούμε..

Τώρα φιλονικώ μ’ εμένα γιατί δεν μπορώ
να εξασφαλίσω ένα κάτι αργύριο, ένα μικρό κελί
σκήτη ανέμων με πουλιά
μόνος να κατοικήσω..

Η ΤΡΙΤΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ…

Η ΤΡΙΤΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ…

Προσευχή που θα την πουν τα λουλούδια για τον μάγο θεό τους
Και μετά πέφτει αβρή η βροχή-
Έτσι για να χαϊδέψει τα κεφάλια τους με τα σγουρά τα πέταλα..

Αρχοντικός ο αέρας μετά
Που σβήνεται η τελευταία ψιχάλα
Πάνω στα φύλλα των φρεσκοπλυμένων δέντρων..

Η Τρίτη των αγγέλων!
Ζόρικος Μάρτιος-

Πιο δυνατός από ποτέ.. Εγώ που είδα
Μέσα στα μάτια κοριτσιών να πλέουνε τραγούδια
Άσπρα, γαλάζια, κίτρινα, και θαλασσί
Τον πόθο να τα στεφανώνει..

Αν ξέρω κάτι είναι να σωπαίνοντας μιλώ
Μασώντας φύλλα δάφνης.

Αναστατώνονται γλυκά οι νύχτες μου
Να σε σκέφτομαι.. Περπατώ
Στα ψυχικά σοκάκια σου
Χαμένος για χαμένος..

ΕΡΩΤΙΚΟ..

ΕΡΩΤΙΚΟ..

Όταν βραδιάζει με ξεκουράζουν τα μάτια σου
Όπως τα φέρνει μπροστά μου το όνειρο.

Εσύ πλέεις αλλού. Κι εγώ
Αλήθεια από το αλλού σε άλλο μέρος πάω
Γιατί από το όνειρο πηγαίνεις εύκολα μες το μεγάλο πουθενά.

Θα σ’ ανοίξω λοιπόν και ξανά την πορτούλα του ύπνου
Αποκεί που οι εραστές μες τον πόθο μεθάνε
Και θ’ αφήσω τα τραγούδια να στεφανώσουνε
Κι εσένα κι εμένα

Και το γλυκό
Εγωιστικά ασημένιο φεγγάρι..

ΠΟΙΗΣΗ..

ΠΟΙΗΣΗ..

Θα έρχεται σαν από μία νοσταλγίας χώρα
η ποίηση.

Θα την κρατούν μες την καρδιά τους λιλιπούτειοι σπουργίτες
που ουρανοδρομούν..

Όπως μες της Σαπφώς τα άσματα.

Θα γελά
παραμερίζοντας κάθε κουρτίνα σύννεφου

Κάθε ήχο σκληρό δίχως νοήματα
αγάπης κι ευωδίας..

ΠΟΥΠΟΥΛΟ..

ΠΟΥΠΟΥΛΟ..

Ένας ουρανός εμπνευσμένα γαλάζιος..

Πουλιά τινάζουν το σεντόνι της ημέρας..

Το αρχαίο κάτοπτρο όπου κοιτάζεται η κόρη Αυγή
ραγίζεται σε χίλια δυο κομμάτια..

Ένα ελληνάκι ποίημα που χειροκροτά
την έπαρση των λυρικών ανταποδόσεων του Μάη..

Το πούπουλο ενός πουλιού που έφυγε κυνηγημένο από τον αέρα
τόσο ελαφρύ, τόσο τίποτα που λες
και είναι ό,τι δεν είναι..

ΓΕΦΥΡΩΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΟΥ..

ΓΕΦΥΡΩΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΟΥ..

Μια προφορική ένταση ανάμεσα στον λόγο που είναι και στον λόγο που γίνεται:

Σαν το λουλούδι δηλαδή -
που αρχίζει την σοφία του να την διαμοιράζει
όπως το σκούντηξε πολύχρωμο ο αέρας-

Και μετά σιωπή-

Η πολύτιμη σιωπή που καταλαβαίνεις
την ζωή απλούστερη όπως σου ξεδιπλώνεται
σαν μέσα στα τετράδια ορθογραφίας
των παιδιών..

Έτσι μαθαίνεις να αποκρυπτογραφείς την ουτοπία κι έτσι
γεφυρώνεις μέσα σου το ανεπίτρεπτο
κενό
από τον άλλο άνθρωπο

Σχίζονται οι αιώνες δυο κομμάτια κι απομένει
μια ποίηση ζεστή που την κρατούν
γραμμένη
σε πλάκες μάρμαρου και κατεβαίνοντας απ’ το βουνό
παλιοί σοφοί..

20 Ιανουαρίου 2010

ΑΧ, ΑΓΓΕΛΟΠΑΡΜΕΝΕ ΜΟΥ!...

ΑΧ, ΑΓΓΕΛΟΠΑΡΜΕΝΕ ΜΟΥ!...

Τρώει σάρκα αν δεν το ξέρεις ο Μάρτιος.
Μηρυκάζει τρελά σαν μαινόμενος τράγος.
Τρως την χλόη του κι εσύ και βελάζεις
σαν χαμένος αμνός.

Να υπερασπιστείς τα νοήματα της αγρύπνιας
και κάτω από το φως της σελήνης
να δεις τα μυστικά σου να αποκαλύπτονται.
σαν να ‘ναι και εσύ να ερμηνευτείς.

Πώς πήγες μόνος μες το πλήθος;
Ποιός σου έδωσε τα κλειδιά γι αυτήν τη πόρτα
τ’ ουρανού;
Ποιούς είδες
αγγέλους;

Ώρα που δύει η ζωή σαν ήλιος- με σύνεση που έλαμψε..

Αχ, αγγελοπαρμένε μου!....

Φαρμάκι που θα πιεις για να γνωρίσεις
πως ελαττώνεται η ψυχή μέσα στα χρόνια..

Α, ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ, ΧΙΜΑΙΡΑ…

Α, ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ, ΧΙΜΑΙΡΑ…

Αγρύπνιες που τις ήπιε το φεγγάρι

Κι εγώ να γράφω γράμματα παράξενα που οι άλλοι τα γελούν..

Α, Παναγιά μου, χίμαιρα, Ρόδο
Αμάραντο!

Φέρε τον νου μου στους δικούς σου κήπους..

Ν’ ακούσω το πουλί που από χαράματα χαρίζει την φωνή του
στον ήλιο.

Μ’ αυτό το νόμισμα της προσδοκίας πάντα
μια λύπη εξαργυρώνω..

ΕΙΚΟΝΑ..

ΕΙΚΟΝΑ..

Η ώρα 6.00 το πρωί στο πάρκο περπατάω-
λίγο μετά που κόπασε η βροχή

Ένας λαός πουλιών όπως οργανωμένη ορχήστρα
τραγουδά.

Μα τόσο ξέφρενα που αναρωτιέμαι αν είναι ύμνος
ή φως από λαρύγγι που το προίκισε οι θεός.

Συλλογισμένος πάω..

Διαμαντικές νεροσταγόνες αποσπώνται από τις βελόνες των πλυμένων πεύκων

Τσουπ πέφτουν πολλές φορές κι επάνω μου μαθαίνοντάς με
μια ξαφνική χαρά!

Και μετά οι μεγάλοι ευκάλυπτοι
την ώρα που ξυπνούν οι αγριοπαπαγάλοι
και κρώζουν τρελά
σαν απ’ την μέρα που έρχεται να απειλούνται.

Στην λίμνη ακίνητη νεροχελώνες
κολυμπούν κι ερωτεύονται
απαλά
μέσα στο αργόσυρτο εωθινό φως.

Εικόνα μπρος στα μάτια μου που ξεπερνά τα μάτια μου!

Και με τις απλούστερες λέξεις το ελάχιστο
που θέλω να αρθρώσω κατορθώνω..

19 Ιανουαρίου 2010

ΠΟΙΗΜΑ…

ΠΟΙΗΜΑ…

Ένα ερωτικό ποίημα όπως το διαβάζει ο αέρας σε μία τριανταφυλλιά..

Ένα πρωινό με περιεχόμενη χαρούμενη σκέψη που σκάει σαν ρόδι
να ξεχυθούνε οι πορφυροί του κρύσταλλοι

Ένα μικρό παιδί που παίζει αδέξια με ένα πιο μεγάλο τόπι:
σαν υδρόγειο που να την κουμαντάρει δεν μπορεί..

Κι εγώ που σκέφτομαι με εικόνες, χρώματα, που δεν ορίζω..

Εγώ-

που υποτάσσομαι να είμαι ο βασανισμένος νοσταλγός τους…

ΝΑ ΜΟΥ ΕΠΙΣΤΡΑΦΕΙ..

ΝΑ ΜΟΥ ΕΠΙΣΤΡΑΦΕΙ..

Και τώρα ιδού εγώ: στην μέση του χορού, ακίνητος
βασιλιάς της ευθυκρισίας..

Διόνυσος που γύρω του χοροπηδούν μαινάδες:

Κόρες γυμνές, φορτισμένες
με κάψα ερωτική-
να δοθούν
και στον άνεμο ακόμα..

Ξέρω που πονάει ο μέσα μου εαυτός, που ζορίζει
η ηθική του κόσμου
και τσιρίζει
όπως αντιπαρέρχεται όλες τις θρησκείες..

Με φως του άλλου εαυτού και με ύμνο τον μέσα μου
άλλες αρμονίες κάνω

Να φανούν όπως συντρίβουν καθιερωμένες νότες
μιας επίγειας τάξης.

Ζητώ να μου επιστραφεί ο απαγορευμένος
Παράδεισος..

ΓΡΑΦΩ…

ΓΡΑΦΩ…

Γράφω γιατί υπαγορεύει μέσα μου ο ουρανός

Έχω αντισταθεί στο πεπρωμένο

Καταλαβαίνω
Το ζόρι
Των ημερών

Συνθλίβονται οι ανάσες

Κι όσο το μεροκάματο πικραίνει τόσο
Ο άνθρωπος
Μαζεύει την αξία του
Σαν μια περιουσία μυστική..

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ…

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ…

Αδέσποτα λόγια, σκέψεις αδέσποτες, φαντάσματα
του μυαλού και του κόσμου

Κάτω από την λαμαρινένια λάμψη του τοπίου..

Αυτοκινήτων κλάξονς που τσιρίζουν επίμονα σαν για να ενοχλήσουν
τα δευτερόλεπτα της αμέριμνης ησυχίας.

Όχι άλλη αυτοκτονική διάθεση, λέξεις
που πασχίζουν να καταρρακώσουν το ρήμα της ζωής, που
μετέχουν στον θάνατο, να τον φέρουν πιο κοντά, να είναι
απελπισμένος ειρμός.

Μέσα στα ποιήματα των μοναχικών ξερνούν απελπισία
οι κολασμένοι, δεν ξέρουν
ότι ο χρόνος ακυρώνει όλες τις ματαιοδοξίες τους, δεν ξέρουν
να εκτιμούν την ανάσα σωστά.

Και όπως ξέρεις να είναι η ζωή με όλα της ολέθρια, βαφτίζονται
στο φως των ημερών οι ελπίδες που γεννήθηκαν από το τίποτα και πιο πολύ
στο τίποτα την λάμψη τους χρωστάνε..
3.4.2009

ΤΙ ΕΙΣΑΙ;

ΤΙ ΕΙΣΑΙ;

Σαν μια απόφαση που εκκρεμεί γιατί ο ήλιος πάλι λάμπει..

Θα δεις που είσαι ο μάγος των εκμυστηρεύσεων, θα δεις
που ξέρεις να κοιτάς μέσα στους άλλους
και με λέξεις αισθημάτων πλοία να κάνεις..

Όμως ποιός την χρειάζεται αυτήν την θάλασσα;

Η υπεροπλία σου ένα βασανιστήριο βαρύ-

Οι αιώνες των ιδεών επάνω σου βαραίνουν
και σε οξειδώνουν

Μες την νοτιά των ανθρώπων- Τι είσαι τελικά;

Έχουν κράτος οι σκέψεις σου, κάπου φτάνεις
που είναι άλλος ουρανός.

Και τον κατοικούν
αιρετικοί πολυθεΐας άγγελοι…

ΣΑΝ ΕΛΑΤΗΡΙΟ ΓΙΝΟΜΑΙ..

ΣΑΝ ΕΛΑΤΗΡΙΟ ΓΙΝΟΜΑΙ..

Συγκεντρώνω μέσα μου λέξεις, κεραύνιες λέξεις
που πονάνε.

Ξαγρυπνώ πασχίζοντας να αποδώσω ένα σώμα ορατό
στο αόρατο.

Το ξέρω πως αν το πιστέψεις
εκείνο πράγματι θα σου φανερωθεί.

Σαν όπως φως μες τον αέρα που υπάρχει
και χάνεται..

Με το βραδάκι αρχίζω τελικά να συσπειρώνομαι..

Κάτι
σαν ελατήριο γίνομαι

Αισθήματος που αν το απελευθερώσεις
θα τιναχτεί ψηλότερα
κι από το φως…

ΜΑΡΤΗΣ ΠΟΥ ΠΝΕΕΙ..

ΜΑΡΤΗΣ ΠΟΥ ΠΝΕΕΙ..

Πώς φέρθηκε η μια λέξη στην άλλη και ακόμα
πώς αναβλύζουν οι ιδέες από ένα ποίημα που το κάνει
η νύχτα άστρο..

Χωρίς τίτλο άνοιξης αλλά να είναι
Μάρτης
που πνέει τα λοίσθια

Στην κάμαρα με το ηλεκτρικό φεγγάρι
της λάμπας που φωτίζει χαμηλά..

Όλες τις ώρες άπλωνα καυτή σιωπή..

Δεν ξέρω αν με τον ντορό του ανέμου θα νικήσω..


30.3.2009

ΨΥΧΗ ΜΟΥ..

ΨΥΧΗ ΜΟΥ..

Εύθραυστα δευτερόλεπτα πριν ο πάγος της αυγής σπάσει
από τα πρώτα δόρατα του ήλιου.

Σβησμένα χρώματα της νύχτας που τα περιζώνει
με ένα νικητήριο φως η αυγή.

Αίμα της μέρας αεικίνητο ψηλώνοντας μέσα στα ιστία των δέντρων
που τρώνε άκαμπτο άνεμο-

Που κυρτώνονται σαν για να τον χρόνο τραγουδήσουν..

Και ψυχή μου ψυχή μου εσύ μέσα σ όλα
που χωράς αλλά από μένα περισσεύεις-
Έλα
πάρε τον δρόμο σου..

Άγγιξε την χορδή της λύρας
που τεντωμένη γύρω σου ξεχύνει
ένα θούριο φως..

ΔΕΣ ΜΕ!

ΔΕΣ ΜΕ!

Αρκεί ένα φως σαν άστρο τις νύχτες πάνω από τα φευγαλέα κυκλάμινα..

Τα λόγια των ποιητών που σου κάνουν την χάρη
να πουν για τα ωραία μάτια σου-

Μες την ζωγραφική του φεγγαριού.

Σε μαθαίνω πάλι και πάλι-

Μ ένα τίποτα λέξεων έφτασα ως τα αρχαία λεξιλόγια αναιρώντας
τις οξείες των αισθημάτων
και τις περισπωμένες της επιθυμίας.

Δες με!

Έχω την θλίψη που έχουν τα αγρίμια
που έχασαν μια σύντροφο ζωής ..

Και δίχως λόγια-
μόνο σαν μ’ ένα τελευταίο ουρλιαχτό-
σχίζουν στα δυο την νύχτα!

ΦΟΥΡΚΙΣΜΕΝΟ ΕΓΩ ΜΟΥ..

ΦΟΥΡΚΙΣΜΕΝΟ ΕΓΩ ΜΟΥ..

Είναι τίποτα το κάτι που έχω και ακόμα
Βάρκες φρεσκοπλυμένες πλέουνε
Σιγά
Στην νύχτα
Κάτω απ’ τα άστρα
Μέσα στην καρδιά
Του σκοταδιού που σπάει..

Πού να με καταλάβεις….. αν δεν έχεις κάνει ικέτης
Στην μοναξιά..

Έχω αφήσει να κανοναρχεί για μένα το φεγγάρι..

Και μια Ελλάδα που εγώ θα την φαντάζομαι ολοένα
Σαν ιδεών πατρίδα..

Α, ρίσκο μέσα
Στον στίβο των λέξεων!

Να είσαι ή να μην είσαι, να φύγεις..

Τόσο ποιητικό μαράζι χώρεσα που στάζω
Έψιλον και λάμδα και άλφα!
Φουρκισμένο εγώ μου!

14.3.2009 Θεσσαλονίκη

ΜΑΤΩΣΕ..

ΜΑΤΩΣΕ..

Σκέπασε τους καθρέφτες, ο πόνος δεν είναι φίλος..
Ένας άλλος περνά εκεί μέσα, ένας άλλος
Εαυτός.

Καθρεφτίζεται αλλά είναι ίσκιος- εσύ ολοένα
πιο δύσκολος γίνεσαι, δεν χωράς
μες τις λέξεις, σε ρούχα
δεν χωράς, στην ψυχή σου εξέχεις.

Ο καιρός αφήνει πάνω σου το κακό του σημάδι-
ανήλεος...

Τώρα άσε την προσευχή να σε πάει ψηλότερα
μέσα στο αιώνιο φως.

Πάρε τον δρόμο που τα αισθήματα έχουν.

Μάτωσε..
Όχι μόνο
να πονάς..

18 Ιανουαρίου 2010

Ο ΡΕΜΠΩ..

Ο ΡΕΜΠΩ..

Είναι ο Ρεμπώ στο σκοτεινό σπίτι
του μυαλού βάφοντας
με φως τις ανυπόταχτες επιθυμίες.

Κατεβαίνει ολομόναχος στην έρημη παραλία:

Ένα παιδαρέλι φερμένο από όνειρα- κι ωστόσο
ούτε στα όνειρά του δεν χωρά.

Ένα παράξενο παιχνίδι
λέξεων κι ένας λαγός
όπως πετάγεται ανάμεσα από την άγρια βλάστηση -εκεί
όπου μετά από την ξαφνική βροχή όλοι νομίσαμε ότι η ποίηση θα πάψει.

Μ’ ένα καπέλο ψάθινο, φιγούρα
άλλων καιρών

Αρσενικός και θηλυκός, άντρας
και παιδί, παιδί
και άντρας- παίζοντας
ανάμεσα στους ρόλους.

Κάποτε τον βλέπω που αποχωρεί

Φεύγει και πάλι προς την μεριά του αλλόκοτου εαυτού και φαίνεται
αινιγματικότερος- κρατώντας

Ένα καλάθι ψάρια ποταμίσια και μία ωδή
σε μια ολόφρεσκη απ’ την βροχή μητέρα- Φύση…

4.3.2009

Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΚΟΠΕΛΑ..

Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΚΟΠΕΛΑ..

Εσύ να κόβεις βόλτες αγωνίας και στον κήπο έξω
του παλιού σπιτιού
να μαίνεται ο αέρας.

Η ποίηση να σ’ έχει βρει κατάστηθα.

Αλλά εσύ ορθός
πάνω στα ίδια τείχη της αρχαίας γλώσσας πολεμάς
για ένα φωνήεν καθαρό.

Δεν θα σε καταλάβουν, θα κακιώσουνε-
τα υπάρχοντά σου θα αναρπαχτούν, δεν θα ‘ναι
τίποτα να έχεις πια… Μα -
μην γυρίσεις να κοιτάξεις!

Εμπρός!
Κατά εκείνη την ανθισμένη κοπέλα που επιμένει
να σου χαμογελάει γλυκά!

13.3.2009 Θεσσαλονίκη

Η ΜΟΝΑΞΙΑ..

Η ΜΟΝΑΞΙΑ..

Είναι ένα θαυμαστικό στο τέλος ενός μεγάλου τίποτα·
αυτοθαυμάζεται..

Έχει ρίξει άγκυρα το καράβι της λύπης
στα νερά της ψυχής σου.

Αύριο λέω θα υποφέρουμε τον καινούριο πόνο.

Η Μαριάνα ταιριάζει μια ιδιοτροπία γλυκοαίματη
με μια δειλία θανάτου·
υπέροχο!

Παναγιώτη παραπατάς πάνω στο θάρρος σου·
απίθανο!

Εγώ έχω αυτιά μόνο για ειδήσεις που κι αν τις ακούσεις
δεν έχουν πια κανένα ενδιαφέρον.

Λέω κάπως απογειώνομαι κάποια στιγμή με φτερούγες στίχων-
έτσι που ένας γλάρος αφήνει το κατάρτι ενός καραβιού γυρεύοντας τροφή..
Λοιπόν;
Τι γυρεύω;

Διαταγές σκοντάφτουν πάνω στην θλίψη μου·
ο καιρός προστάζει·
ποιός κοιμάται ακόμη όταν σημαίνουν εγερτήριο οι ηχούσες του
ήλιου;

Ποιός είναι ερωτευμένος με εκείνη όταν οι άλλοι σκοτώνονται,
σκοτώνουν τον έρωτα;


Εγώ!
Μ’ ένα κουράγιο ποιητή αποκεφαλισμένου!
Τι γυρεύω λοιπόν;

28.2.1982

Ο ΦΙΛΟΣ..

Ο ΦΙΛΟΣ..

Ναι, ναι νιφάδες του χιονιού
ναι κι ο αέρας τις έπαιζε παιχνίδια
χαριτολογώντας ο αέρας, σφυρίζοντας
μες το μυαλό των πεύκων
ξετυλιγμένος από το μασούρι του βοριά!

Όπου να σε συναντήσω θα ‘σαι λυπημένος ρε φίλε,
στις εννιά το πρωί ή στις πέντε το απόγεμα,
αγγίζοντας με τα μάτια σου
αφηρημένα τον ορίζοντα..

Τότε ήταν ένα σπίτι στην οδό της εφηβείας μας.
Ο ουρανός ακόμη και τώρα
εφορμά απ’ το παράθυρό του
ανακατώνοντας πα’ στο τραπέζι μου τα ξεχασμένα
φιλιά, αισθήματα κι ατέλειωτα
ποιήματα..
Το μεσημέρι πίναμε ούζο στου Ηλία..

Τώρα είμαι σ’ ένα άλλο ανέκδοτο που το ακούει η χάρη σου μα δεν γελάει
σαν κάποτε. Ένα ρολόι έχει κάνει
την επανάσταση των ωρών.
Βλέπω συνέχεια λεπτοδείχτες, με σπαθιά στα χέρια·
αρνούνται να υποταγούν!

Ένα γράμμα σου…
Το άνοιξα βιαστικά να διαβάσω·
έπεσα στην παγίδα των μελαγχολικών σου ματιών
περπατώντας στους στίχους μου πάνω.

«Συλλογίσου πως
ένας άγγελος μας είχε μιλήσει για τους ανθρώπους-
φθινόπωρο στη Κηφισιά!»
«Πονάνε» μας έλεγε
«ποτέ δεν έχω ήσυχα όνειρα·
φτιάχνω ένα σχήμα ζωής που να χωρά
ο κάθε άνθρωπος·
κρατώντας στο χέρι του μια μικρή ζυγαριά
για τα λόγια και για τα έργα του» έλεγε…

Σκέψου, ρε φίλε,

κουκουλωθήκαμε με το σεντόνι στην στάση του ύπνου ενός ερωτευμένου·
από λίγη ζύμη είμαστε φτιαγμένοι αλλά
ζυμώνουμε ένα μεγάλο ψωμί..
Τώρα σου τεντώνω το δάχτυλο μέσα στον ήλιο
δείχνοντάς σου το μυστικό:

Είναι η ώρα δώδεκα στο ρολόι και σε λίγο αλλάζει ο χρόνος
φέρνοντάς σου ένα δώρο ελπίδας!
Αυτή είναι η πόρτα·
Μπες!..

Καλή σου ώρα!
13.2.1982

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ..

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ..

Πέφτει η μέρα μέσα στην ζωγραφική
του φωτός.

Χιλιάδες πουλιά
σε μια χαμηλή πτήση προειδοποίησης- ίσως θα βρέξει.

Κρατώ μιαν άδεια υδρία.

Ένας αρχαίος ναός ρημαγμένος δεσπόζει.

Κίονες και σπασμένα μάρμαρα ανάμεσα στην ανοιξιάτικη
χλόη.

Ο χρόνος σέβεται.

Πρέπει να ξέρεις που σε πάει.

Θέλει δουλειά μαέστρου:
να συγχρονίζεις τα έγχορδα με τα πνευστά
αισθήματα..

Μετά τι απομένει;

Να δεις που θα γυρίσουν όλα όπως δεν τα φανταζόμαστε.

Θα φανεί ότι λιποψυχούμε.

Όμως πάντα μέσα μας κάτι θα λάμπει.

Σαν να επιστρέφουμε σε μια αρχέγονη νεότητα:

Ήμασταν άλλοι και γινόμαστε άλλοι..

(Με εικόνες θα σκέφτομαι, με φωνές των πουλιών
και με άστρων γιρλάντες…)

13.3.2009 Θεσσαλονίκη.

ΕΧΩ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ..

ΕΧΩ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ..

Τώρα παρέδωσα τον θάνατο στο φως- πια δεν φοβάμαι
να μην μου αφαιρέσει τίποτα η ζωή..

Τώρα οι νύχτες μου έρχονται μ’ άλλο περιεχόμενο
και κατακλύζονται από μουσικές επουράνιες-

Ορίζω το άστρο, την λάμψη του και το φεγγάρι
κάνει χαρές στων ουρανών τα πλεούμενα-

Έχω μέσα στις λέξεις μου κρατήσει
ένα κλωνάρι από βασιλικό
όπως που μου ‘βαζε στο αυτί η γιαγιά μου..

Απόγεμα που έβραζε από την ζέστα το τσιμέντο
σε άλλες εποχές και σίγουρα σε άλλους τόπους-

λες των ονείρων..

ΦΤΙΑΧΝΩ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ..

ΦΤΙΑΧΝΩ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ..

Ανάλαφρα κατρακυλάνε τα βουνά- το ένα πλάι στο άλλο.
Ένα σούρουπο τα μάχεται και σίγουρα
τα σκοτεινιάζει:
επάνω τους για να κουρνιάσει ο ημερινός θεός.

Εγώ κατηφορίζω πάντα προς το μέρος της ψυχής μου- σαν να ξέρω
ότι θ αφαιρεθεί από μέσα μου κάποτε όλη η αμαρτία
και θα προσανατολίσω την πορεία μου προς το ανατέλλον φως.

Οι φίλοι λίγοι μου έναν ρυθμό
μοναχικού ανθρώπου γύρω μου απλώνουν- πάνε
αγνότεροι μες το παρόν.

Και με παμπάλαια όστρακα ερημικής παραλίας
φτιάχνω ένα τραγούδι θλιβερό
που έρχεται από Ασία και σε άλλον κόσμο πάει..

15.3.2009 Θεσσαλονίκη

ΤΩΡΑ ΕΓΩ..

ΤΩΡΑ ΕΓΩ..

Τώρα εγώ
Έχοντας κάψει τον καρνάβαλο του χτεσινού γλεντιού
Κι έχοντας πάρει
Δρόμο άλλης σκέψης..

Και λυπημένος και χαρούμενος, και πολύς και λίγος-
Είμαι ένας κι είμαι όλοι-
Μέσα μου χωράν
Σύμπαντες κόσμοι- παιδιά
Που απαρνηθήκαν τις μανάδες
Και σκαρφάλωσαν
Ψηλά σε έναν δύσκολο ουρανό..

Τι είμαι τι δεν είμαι- μουσική
Διαπερνάει τα φρένα μου:
Ήχοι πουλιών
Που έπιασαν αντίφωνο τραγούδι ψάλλοντας
Για να συνθέσουνε το πρωινό ποίημα της άνοιξης..

Περπατώ κάτω από θεόρατα δέντρα,
Δίπλα στην παράξενη λίμνη.

Χελώνες κολυμπούν δυο-δυο ερωτευμένες-
Όπως θα έπρεπε.

Κι ένας στρατός από κάμπιες που έπεσαν
Από φρεσκοπλυμένα πεύκα που τα στόλισε
Μικρά διαμάντια η βροχή-

Πάει πάει πάει..

Πάνω στο χώμα που έφριξε από την βροχή κι ωραία μυρίζει..

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΑΣ..

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΑΣ..

Τα λόγια μας είναι σαν είδωλο που διαφεύγει απ’ τον καθρέφτη
και χάνεται στον σκοτεινό διάδρομο που πάει
από την κάμαρά μας της ψυχής
προς το αίθριο του χρόνου..

Κάτι φορές είναι σαν μια φωνή του λίθου που δεν θα κρατήσει η σκληράδα του γιατί
θα γίνει άμμος

Και ο αέρας
θα την σκορπίσει ολόγυρα-

μέχρι θανάτου..

ΤΟ ΠΙΟ ΩΡΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ..

ΤΟ ΠΙΟ ΩΡΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ..

Ζούμε σ’ έναν πραγματικά παράξενο κόσμο..
Πασχίζουμε να επιβιώσουμε με όνειρα δικά μας και μ’ ελπίδες
δανεικές.

Περπατώ πλάι στην ήρεμη θάλασσα.

Ένας ήλιος αστραποβολά στα νερά της.

Ένας γλάρος που γράφει φιγούρες
της εγωιστικής του πτήσης μες τον ουρανό-

Κι ένα παιδάκι που πετάει πέτρες στα ρηχά νερά
να γράψει με τους κύκλους τους που ολοένα ανοίγουν
το πιο ωραίο ποίημα της ημέρας..

ΘΕΑ..

ΘΕΑ..

Του μέλλοντος αιώνος ο λόγος που θα πέσει όπως ώριμο φρούτο
μες την καρδιά της μέρας,

Αυτό το σκηνικό από πόλεις που ρημάζουν
τα τρομαγμένα μας ουσιαστικά,

Έτσι όπως λαχανιάζουν και τα ατίθασα άλογα του νου σου-

Να σωπαίνεις πολυσήμαντα αγνοείς..

Φεγγάρι έξω στα ρηχά της νύχτας·

Και των μουσικών οι οξείες καρφωμένες κάπου εκεί, στην άδεια παραλία..

Μία θεά περπατάει γυμνή:

Όπως από τα κύματα να αναδύθη’-

Πάνω στην ξαφνική ώρα
των αρωμάτων
του δειλινού..

Πώς σε μαγέψανε!

ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΝΕΜΟΙ..

ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΝΕΜΟΙ..

Τα κεκτημένα μου όπως νερά του Άδη
κρατούν νεκρούς που απλώνουνε τριγύρω τους καυτές σοφίες

Κελαρύζουν πολυσήμαντα σα για να γίνουν
ψαλμοί ενός αλλιώτικου θεού..

Και σκορπούν πάνω μου τόσες αλήθειες…

Τόσο εννόησα τον ήλιο που νομίζω
θα καώ από αφέλεια δότη..

Έδωσα αίμα νιόκοπων
συλλαβών που μονάχα πουλιά τις μιλάνε

Και οι κρυμμένοι μες το διάβα των καιρών
αρχαίοι άνεμοι της νύχτας
πνέουν ξανά..

17 Ιανουαρίου 2010

ΓΡΑΦΕΙΣ ΝΟΤΕΣ..

ΓΡΑΦΕΙΣ ΝΟΤΕΣ..

Πίνεις το φως και σωπαίνεις, πίνεις
Το νέκταρ των θλιμμένων λέξεων
Πεταλούδα των άϋλων ανέμων, σκυλίτσα
Της φοβερής ερημιάς

Γράφεις νότες οξείες στα χρυσά νερά, πας
Αγέρωχης όψης λατρεμένη ιέρεια
Μέσα στα φλογισμένα ημερολόγια

Με κίονες του ανέμου ανεβαίνεις
Βουνά της χαρούμενης σκέψης, αντικρίζεις
Τις άλλες κορφές

Απ’ όπου ένας θεός μεγάλος Ήλιος θα φανερωθεί
Μες απ’ την φούρια φαινομένων να σου δείξει
Αιωνιότητα μιας πρόσκαιρης στιγμής..

Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου