...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

30 Νοεμβρίου 2009

Οι πολυκατοικίες λυγίζουν μιμούμενες τον πύργο της Πίζα-

Οι πολυκατοικίες λυγίζουν μιμούμενες τον πύργο της Πίζα-
οι ορθογώνιες γραμμές τους
καμπυλώνουν, σχεδόν ταλαντεύονται μέσα στον ενεστώτα Ιούλιο
και πάνω στα λαμπερά κεραμίδια τους βλέπεις
ν’ αντανακλά τα βράδια ένα παράξενο φεγγάρι.
Οι ασημουργοί κοιμούνται· ο άρχοντας
που έχασε την κεφαλή.Το κάστρο
κοιμάται..
Ένας θεός καρφώνει κεραυνούς στο σώμα των δέντρων.
Από το μεσημέρι ακόμη μία ζέστα
ξεφλούδιζε τους κορμούς.
Μια σκόνη σαβάνωνε τα πάντα γύρω στον χωμάτινο δρόμο
όπου πιο πριν έτρεχαν βιαστικά τα άλογα των επαναστατημένων.

Τώρα μες τα βαθιά μεσάνυχτα ακούω
φωνές από εκείνους που τους έπνιξαν στο αίμα
να στοιχειώνουν και να περιφέρονται μέσα στα σκοτεινά δρομάκια
όπως τα βήματά τους και ακόμα ακούγονται
πάνω στις πέτρες που τα μαρτυράνε όλα.

Και τα κλάματα των γυναικών, οι θρηνωδίες,
τα μοιρολόγια που ανατριχίλα σου φέρνουνε
έως εφτά η ώρα το πρωί, βαρύς χειμώνας,
όπως θυμάμαι κάπου εκεί να περιφέρομαι
θεατής του αθέατου, καταγράφον-
τας την σκοτεινή της πόλης μεριά…

Γιάννενα…

Ένα μακελειό χρωμάτων υποψιασμένων γύρω από το πράσινο του φυλλώματος

Ένα μακελειό χρωμάτων υποψιασμένων γύρω από το πράσινο του φυλλώματος των δέντρων-

Ένα νερό που από το οξυγόνο το μέσα του αναρρώνει-

Ένα εύρωστο απόγεμα γύρω από την ήσυχη λίμνη
που παρίσταται μέσα στην στρογγυλή ποίηση του απογέματος-

Ένας θρύλος που κόβει αξονικά το τοπίο
κι αφήνει μια ωραία γυναίκα να πλανιέται εκεί, πνιγμένη κι αμετανόητη-

Ένας δεσποτικός ακόμα γύρω μου ελάχιστος άνεμος
που αναρριχάται ως το ύψος που βλέπουν τα μάτια
επάνω από την αντίπερα όχθη ν’ ανάβουν ένα ένα τα φώτα..

Γιάννενα..

ΜΕΤΕΩΡΑ..

ΜΕΤΕΩΡΑ..

Τα βράχια που σε άλλες γεωλογικές εποχές υπήρξαν όρη του πυθμένα, τώρα σηκώνουν
πάνω στην ράχη τους τα μοναστήρια
ενθυμούμενα αυτήν την ομορφιά του βυθού που τα στεφάνωνε
αιώνες

Ενώ γύρω τους
περιέρχονταν κοσμοπολίτες θεοί
που διασκέδαζαν ανάμεσα στις κοραλλένιες πόλεις
θαλασσινών τοπίων..

Παρηγορούμαι που χωρίς περιουσίες πια εγγράφων

Παρηγορούμαι που χωρίς περιουσίες πια εγγράφων
και μόνο με τις εγγυήσεις πάθους,
γυρίζω
μέσα στον κόσμο σαν ένας απρόσκλητος
μοναχός από αυτό το μοναστήρι
που το ηγουμενεύουν οι αδέσποτοι άνεμοι.

Και δεν είμαι, δεν έχω ειλικρινά τίποτα που ν’ αξίζει να το πάω στο αύριο
με το άγχος που οι άνθρωποι να πάνε την κτήση τους έχουν.

Όλα μου τα υπάρχοντα μια ζωντανή πυρά,
ένα πάθος αινιγματικό που απ’ αυτό θα πεθάνω..

Ετούτο πια κατάντησε σαν δηλωθέν εισόδημα στην εφορία του ουρανού-
σαν μια δεκάτη που την αποδίδουν άμεσα τα λόγια μου
με κάθε μια θυσία..

Όμως,
ας παρηγορηθώ..
Γιατί το ξέρω ότι ένα φωνήεν
Ομηρικό αξίζει
όλα που κατόρθωσα
μέσα στων λέξεων την ασκητεία.
Κι ας γίνει επιτέλους άρχοντα
Χρόνε το θέλημά σου! Ας ταφώ
κάτω από τον τύμβο των ομοιοκατάληκτων
ιδεών που κάνουν μέσα μου
μια χαρωπή και απροσδιόριστη
χαμένη Ατλαντίδα..

29 Νοεμβρίου 2009

Ο αέρας είναι ένα διαφανής τοίχος που κρύβει τον έρωτα των πραγμάτων.

Ο αέρας είναι ένα διαφανής τοίχος που κρύβει τον έρωτα των πραγμάτων.

Εκείνα συνωμοτούν επίμονα στο να υπάρχουν:
πισώπλατη αυθαιρεσία..

Μόνο με το μολύβι μου ξυσμένο μυτερό
τρυπώ κάτι φορές αυτό το αφρώδες παχύ στρώμα που καθρεφτίζει
μέσα του όλες τις ζωές της ζωής αφήνοντας να είναι δεν το είναι..

Αλλά με όση ποίηση και να περιχυθεί η απουσία
πάλι απουσία θα φαίνεται..

Γιάννενα 29.7.2009

Κάτι φορές το φως αρνείται να πεθάνει

Κάτι φορές το φως αρνείται να πεθάνει
και συλλαβίζει τις υπέροχες διαφάνειες του ως αργά το απόγεμα

που οι κουρασμένες ψυχές των δέντρων
φιλοξενούν τα αρχαία πουλιά
που κουρνιάζουν επάνω τους νυσταγμένα.

Η ζέστα γράφει την επωδό
μίας ακόμη μέρας του καλοκαιριού-
μια ολοστρόγγυλη ζέστα
που χωράει του Ιουλίου τα ρήματα..

Η ζωή είναι εύκολη- επηρμένος είναι ο θάνατος
που κρύβεται πίσω απ’ την ασθενική ανάσα.

Και το βράδυ
αντηχούν τα βιολιά των παρά την θάλασσα δέντρων
αφήνοντας να εννοηθεί δύσκολη που είναι αλήθεια
η κάθε μια συντριπτικά νικηφόρα μελωδία
του έρωτα των όντων..

Αν με κρίνεις, κρίνε με σαν αληθινός δήμιος-

Αν με κρίνεις, κρίνε με σαν αληθινός δήμιος-
αποφασισμένος να καρατομήσει αδίστακτα..

Μην είσαι
άτολμος ν’ αποδώσεις την δικαιοσύνη της ευθυκρισίας
του πέλεκυ..

Όταν σιωπώ, γιατί οι λέξεις μου δεν φτάνουν να αγγίξουν όπως θέλω το νόημα,

Όταν σιωπώ, γιατί οι λέξεις μου δεν φτάνουν να αγγίξουν όπως θέλω το νόημα,

ένας αλαζόνας αέρας τις παίρνει να τις καταποντίσει
μες την ευφράδεια της ανοιχτής πεδιάδας.

Πρόσεξε! Όχι μες την στενότητα των πόλεων..

Μια λέξη είναι
άλογο πάντοτε δυνητικό!

28 Νοεμβρίου 2009

Τα φώτα σβήνουν κάτω από τον χαμηλό άνεμο του απογέματος.

Τα φώτα σβήνουν κάτω από τον χαμηλό άνεμο του απογέματος.

Στην παραλία έρχονται ξανθά κορίτσια:
τα μάτια τους
λάμπουν ηδονικά και φωσφορίζουνε
σαν γάτας
μες το σκοτάδι του καλοκαιριού.

Από τις φούστες τους ξεφεύγει ένα θαυμαστικό παρατεταμένο-

σαν έγχορδο που αποκρυπτογραφείται μόνο
μ’ ενός φαλλού το δοξάρι αν θες..

Οι γάμπες τους
είναι ζυμωμένα ψωμιά ροδοκόκκινα.

Τα στήθη τους
μικρά ολοστρόγγυλα ηφαίστεια που ο κρατήρας σφραγίστηκε
από ένα κεράσι υπέροχο που όλοι θελήσανε να πιπιλίσουν.

Και πέφτει το βράδυ..

Βαρύ, αποδεκατίζοντας
τις χιλιάδες προσευχές από ένα πλήθος ευλαβικά
και επιμένοντα ακόμη τζιτζίκια..

Ανακάλυψέ με σαν ένα μικρό άστρο που να χωρά σε μια τσέπη παιδιού-

Ανακάλυψέ με σαν ένα μικρό άστρο που να χωρά σε μια τσέπη παιδιού-

Ένα ζεστό λουλούδι που να αξιώνεται όλο το άρωμα
μιας καλλικέλαδης άνοιξης..

Ό,τι έχω είναι ένα τίποτα αναγεννημένο

και κάποτε αχρηστεμένο μέσα σ’ ένα βιοποριστικό ταξιδάκι..

Από την ήττα στο τι-ήταν;

Ξανά-
ας με διδάξεις τις μέρες:

Η Δευτέρα σου
ας επιθυμεί μιαν όμορφη Τρίτη-

που η Τετάρτη ν’ ακουμπά πάνω στο στήθος μιας γλαυκής Παρασκευής-

που ερωτεύεται μια Κυριακή παρθένα!

Το σκοτάδι της νύχτας δεν είναι άλλο από το μαύρο των απογοητεύσεων

Το σκοτάδι της νύχτας δεν είναι άλλο από το μαύρο των απογοητεύσεων
που γεμίζει ασφυκτικά τους αμφορείς των άστρων.

Πίσω του
κρύβεται ένας ντροπαλός θεός
που δεν πιστεύει πια στην δύναμή του.

Γιατί όμως οι εκδοχές του ονείρου μας είναι πολλές;

Αφού ό,τι ζούμε είναι σκληρά πολυπρόσωπο και μεις
που υπάρχουμε πάντα μέσα στις πιο παράξενες μανίες απορροφημένοι
δεν έχουμε άλλη των άλλων πια επιλογή
από το να ψευτίζουμε την χρυσοφόρα μας ανάσα..

Κάτι φορές, κοιτάζοντας έξω από τα πράγματα,

Κάτι φορές, κοιτάζοντας έξω από τα πράγματα,
ανακαλύπτω δισυπόστατα που είναι τα πράγματα –
όπως
ενώνοντας στις δύο πλευρές ενός νομίσματος
την ίδια αξία..

Λοιπόν, όπως το πίστευα είναι:

Η ευθεία ξανά καμπυλώνεται και ξανά γίνεται ευθεία..
Τόσο
που να την γράφει σαν πορεία του το φως..

Στις απαντήσεις που έφεραν οι ερωτήσεις

Στις απαντήσεις που έφεραν οι ερωτήσεις
ένα πιο φευγαλέο νόημα απουσίας
κι ο άνθρωπος που δεν το μπόρεσε ποτέ
να είναι αρμονικός στον εαυτό του.

Έτσι μέσα στα ποιήματα
απόμεινε ένας άδειος ήχος
από φως
επιθυμίας που και να ειπωθεί
πάντα κομπιάζει..

Γυμνάζονται στο φως τα δέντρα-

Γυμνάζονται στο φως τα δέντρα-
με φύλλα που στοχεύουν στο αύριο..

Ψηλά
ως εκεί που αρχίζει ο ορίζοντας
να εξουσιάζει.

Και που είμαι σ’ ένα δωμάτιο με λίγα έπιπλα υποψιασμένα
ότι κάπου αρχίζει να υπάρχει η φθορά.

Σ’ ένα μικρό τραπέζι γράφω..

Απόγεμα και ακουμπά η ζέστα επάνω στην ωραία λίμνη
με μια διάθεση ρομαντική.

Φέρε τα λόγια σου πάλι στ’ αυτιά μου- η διάθεση είναι καλή..
Λέξεις κρατούν έναν ρυθμό δικό τους-
εκείνον
που είναι μιας απρόσμενης και όμορφης επικοινωνίας.

Διαβάζω μέσα μου και γύρω:

αισθήματα ακριβά που εξαργυρώνονται
μέσα σε ένα ποίημα που κοστίζει
την ίδια μελαγχολική ζωή..

Κρατώ την ουσία του λόγου:

Κρατώ την ουσία του λόγου:
ένα φως από των λέξεων την μουσική που γλυκά κυριεύει
όλων των επιφωνημάτων που δεν άρθρωσα ποτέ την σημασία.
Και χαίρομαι!
Αληθινά χαίρομαι-
όπως ξυπνώ μετά από μια κουβέντα μ’ έναν άνθρωπο που μοιάζει να καταλαβαίνει
και της ανησυχίας μου να μοιραστεί το βάρος.

Τόσες που έχω μέσα μου ανθισμένες προσευχές – μην ακούγονται
παρά από το αυτί ενός παράξενου Θεού που παίζει
ζάρια
τύχες του κόσμου.

Και
είμαι μόνος…

Σαν υπερόπτης πελαργός καθισμένος
επάνω στο καμπαναριό μιας επαρχιακής εκκλησίας
που είναι απόγεμα και αργεί..

Κυριαρχεί η ύπαρξη ενός κουρασμένου στοιχείου του ‘’εγώ’’ μου

Κυριαρχεί η ύπαρξη ενός κουρασμένου στοιχείου του "εγώ" μου
που κάνει την συνείδηση άτολμη· και μετά
οι λέξεις
που βυθίζονται σαν πλοία
σ’ αυτό το βασανάκι μιας λευκής
θάλασσας που την λένε ωκεάνια σελίδα.

Σ’ όλον τον δρόμο γυάλιζαν στα δεξιά μου τα πετρώματα:
τα μεταλλώδη πετρώματα κοντά σ’ εκείνες τις μακρές γαλαρίες
ανοιγμένες μέσα στα σπλάχνα των βουνών:
σαν αρτηρίες που αιματώνουν τον όγκο τους με απρόσμενο αέρα..

Και το μέρος ανήλιο
πολλές φορές-
θέλει να σε σκλαβώσει.

Με θόρυβο απόφασης των τεσσάρων τροχών πάει το αυτοκίνητο.
Ψηλά- σχεδόν χαμένο μέσα στα βουνά-
πάνω από την κάτω πεδιάδα που επιμένει
να σου ξανά φανερώνεται.

Κι όταν που εμφανίζεται ο ήλιος
σου περιγράφει όλες τις απέναντι κορυφές των άλλων βουνών
που τις ξεπλένει το απολυμαντικό γαλάζιο.

Πόσου πολύτιμου χρόνου σκέφτομαι κατασπατάληση
που αν είχα ένα ρήμα μες τα χέρια μου
ζωντανό: ‘’χαίρομαι’’ ή ‘’κλαίω’’
θα είχα κάνει ένα ποίημα που να σπαρταρά
όπως εκείνα τα μεγάλα ψάρια που ασημίζουνε
ριγμένα έξω από το δίχτυ, πάνω
στο κατάστρωμα ενός γέρικου ξύλινου πλοίου.

Ανηφορίζοντας…

Ο ήλιος μελωδεί στην καρδιά μου και δύο καρφωμένες
λέξεις από ώρα που πολύ με παιδεύουνε
θέλουν να ορίσουν το περίγραμμα ενός λόγου που αυθόρμητα βγαίνει
όπως το ζώο έξω απ’ την φωλιά του..

κοιτώντας μακριά
και κατά τον πανταχού μεγάλο θεό του..

29.7.2009 (ταξιδεύοντας..)

Κατάγομαι από ‘ναν κόσμο μικρών γεγονότων και μεγάλων εκπλήξεων-

30.

Κατάγομαι από ‘ναν κόσμο μικρών γεγονότων και μεγάλων εκπλήξεων-
καμιά φορά,
νομίζω είναι όλα σκηνοθετημένα-
τόσο που παίρνουν την θέση τους μες το μυαλό αφήνοντας να αυτοσχεδιάζει η φαντασία..

Οι μέρες που περνούν, οι αδιάφορες μέρες
αφήνονται απλά να τις κατασπαράζει ο χρόνος:
είναι μια θλιβερή σειρά από το προηγούμενο που εξουδετερώνει το επόμενο-
όπως μοιράζει φύλλα πάντα
η βιαστική ζωή..

Και μεις
ζητάμε ελεημοσύνη ευτυχίας-
κουράζοντας κορμί, κουράζοντας
σκέψη που καταλήγει σ’ αδιέξοδο, γιατί
μαύρα μαλώνουν μέσα μας οι αισιοδοξίες.

Τόσο προσπάθησα να μάθω να γελώ- ο κόσμος μέσα μου δεν θέλει:
σπασμένα κομμάτια ανασυνθέτω τα τοπία μου σ’ ένα παράξενο και που γκρεμίζεται από το μέλλον πάζλ..

Όλο λέξεις όλο λέξεις και στο τέλος

Όλο λέξεις όλο λέξεις και στο τέλος
ένα τοπίο ψυχής που βράζει
σαν να το διατρέχουν αχνιστά νερά
από θερμές πηγές που από μεγάλο βάθος έρχονται
του ψυχικού φλοιού..

Και των νοημάτων η ουσία
πλευρά που χάθηκε
γιατί κανένας πια δεν θα ξαναδιαβάσει
ανθρώπους:

πώς ζούνε, πώς πονούν, πώς αγαπάνε-
μιας
και η εποχή μας προτιμάει
το άνθος να έχει αγκάθι..

Τόσο κουρασμένος που με πήρε ο ύπνος

Τόσο κουρασμένος που με πήρε ο ύπνος
χαμογελώντας
που νίκησε-

Τόσο κουρασμένος
που νόμισε ότι νίκησε.

Αλλά εγώ
τρύπησα ονειρευόμενος τον ουρανό του
και είδα από κείνον ψηλότερα:

μες την αιθρία των κουρσάρων ανέμων..

Θα σκάβω όλον τον Αύγουστο-

Θα σκάβω όλον τον Αύγουστο-
σκοτεινά λαγούμια εντός μου
για να προϋπαντήσω μέσα από κει
χαιρέκακο χειμώνα..

Δεν φοβάμαι πια
τις λακκούβες που άνοιξα, που
μου άνοιξαν- με φως
έχω οπλίσει το λίγο μου
για να μπορεί ν’ αντέξει
το οξύτατο πολύ..

Και μ’ έναν δύο φίλους
θα πάω έτσι:
ο πλουσιότατα φτωχός
στο αύριο..

Θέλει δεν θέλει
θα μου παραδοθεί σαν πόλη η ευτυχία…

Κούνια κάνουν κάτω από τους αψηλούς ευκάλυπτους πάπιες της λίμνης-

Κούνια κάνουν κάτω από τους αψηλούς ευκάλυπτους πάπιες της λίμνης-

Λευκές όλες και μ’ ένα ράμφος πλατύ, πορτοκαλί σαν κοχλιάριο.

Τα πέλματά τους
επάνω στην παρόχθια λασπουριά
διακρίνονται.

Όπως το απόγεμα έχει υιοθετήσει αυτές τις πυκνωμένες καλαμιές
που θα τους γίνουν σπίτι..

Οι ποντικοί της νύχτας τρώνε μία άκρη απ’ το φεγγάρι-

Οι ποντικοί της νύχτας τρώνε μία άκρη απ’ το φεγγάρι-
τα άστρα αναδιπλώνονται- επικρατεί ησυχία
που βαυκαλίζει τις σιωπές των ποιημάτων..

Κι ένα κόσμος ηθοποιών γλάρων
καμώνεται πως ξέρει να διαβάζει το πρωί
την κωμωδία της μέρας!

Το φως δείχνει την θάλασσα και μετά εμένα

Το φως δείχνει την θάλασσα και μετά εμένα
που τεντώνω μία φωνή υπερπόντια – λύρα
που αρμενίζει νότες πλεούμενα
μες τον γλαυκό αέρα..

Τα κυματάκια που παίζουνε
πάνω από της μέρας τα καλύτερα παραμύθια
γίνονται πιστευτά από της νοσταλγίας τα βλέμματα
που υιοθετούν αιώνια οι ερωτευμένοι..

Οι τσιγγάνες ψυχές των πουλιών
περιπλανώνται γυρεύοντας
ένα σώμα που ν’ αγαπά την βαρύτητα-

οι αχτίδες του ήλιου
γίνονται δώρα της άσπιλης θάλασσας.

Κι οι θηλυκές επιθυμίες οι μέσα μας
εξηγούν πως ο κόσμος ποτέ δεν πεθαίνει..

ΤΟΠΙΟ..

ΤΟΠΙΟ..

Πάνω από το εντυπωσιακό λιμανάκι που ο ήλιος σκουντουφλά το πρωί, πάνω
στα προπαροξύτονα βράχια
μια μουσική των πεύκων που καρφώθηκαν οι βελόνες τους
πάνω στο πρόσωπο της γης..
Και μετά μεσημέρι..

Που φρενιάζοντας ένας λαός τζιτζικιών εκδικούνταν
την απελπισμένη σιωπή
της προηγούμενης νύχτας..
Ιούλιος!

Περίτεχνα δεμένα τ’ ακρογιάλια μ’ ένα κύμα πια σιγανό
που, δοξάζοντας τα ύδατα, αφρίζει..

Και οι κοπέλες που πέρασαν με τα γέλια
και τις ευθυμίες του ωραία σταλμένου Σαββάτου
εφτά φορές ψηλά, μες τον αέρα τ’ ουρανού
οι ήχοι από την φλογέρα του θεού
να, έλαμψαν!

Και έγινε γυμνό παιδί που παίζει
με θάλασσα το απόγεμα..

Και το κοιτούν φιλόστοργα τα δύο μεγάλα μητρικά σου μάτια!

Πλέοντας κι από πού θα φτάσουμε μια μέρα

Πλέοντας κι από πού θα φτάσουμε μια μέρα
σε μέρη μακρινά απ’ όπου
κάποτε δανειστήκαμε ψυχή;

Τώρα η συμπυκνωμένη φωνή της είναι
σαν μουσική
ανάσα
μέσα μας
που τον σύμπαντα κόσμο χλευάζει..

Οι επικοινωνίες της αρχίζουν από τη διαπασών των αισθημάτων
και ως το αύριο απλώνονται-
πλοκάμια αόρατα ανθρώπινης ιστορίας.

Ο θεός χωρά σ’ όλα αυτά σαν μια σύλληψη του νου
που έχει ανάγκη
να λυτρωθεί
από τις δύσκολες σκέψεις του-

εκείνες που θέλουν
μετέπειτα ζωή
για το θνητό και φευγαλέο όνειρό μας..

Τινάζοντας την σκόνη των άστρων

Τινάζοντας την σκόνη των άστρων κι όταν εσύ δεν θα είσαι πια εδώ
στον πλανήτη με τις πάμπολλες χίμαιρες-

Έλα να σε ρωτήσω πως αποθεώνεται μέσα στην μοναξιά ένας άνθρωπος
που συνήθισε πιο απλά να κοιτάζει…

27 Νοεμβρίου 2009

Τώρα που ό,τι λέω είναι βότσαλο

Τώρα που ό,τι λέω είναι βότσαλο
ψηφίδα μιας αδιάβαστης θάλασσας
οι ουρανοί μου αγγίζουν το άπειρο,
γλαυκά γίνονται τα λόγια,
προεκτείνεται η ευθεία τους-
και είναι μία τεθλασμένη σκέψη μόνο που μου απομένει
όταν να συλλογίζομαι πατρίδα..

Θα γεράσω άραγε ποτέ; Έλληνας των αρχαιοφώτιστων ονείρων
και θα γίνω όπως παλιών λόγων μισό-
σβησμένη μουσική- αιθρία
μιας μέρας που την παρέδωσε αλλιώς στον κόσμο ο ήλιος..

Θα αναστατωθώ να ξέρω που υπήρξα
καβαλάρης ανέμων-
Εκείνοι με το πέρασμά τους
ανάμεσα σε όλα, αμαρτάνουν..

Το κόκκινό μου, το μπλε
το κίτρινο, το άσπρο
το βιολετί που έχω, το γαλάζιο
θα πλουτίσουν το βλέμμα μου- πολύχρωμα θα βλέπω
ως και τον θάνατο του όντος..

Και γίνονται
απόλυτα εφαρμόσιμες οι θεωρίες μου..

Από τα όνειρα προέρχομαι
παράξενων μυσταγωγών της νύχτας..

Από την πατρίδα των σκέψεων στην πατρίδα των επιθυμιών

Από την πατρίδα των σκέψεων στην πατρίδα των επιθυμιών
ένα πλοίο με ναυλωμένες ελπίδες-

Και η ψυχή σου
που κλυδωνίζεται
φερέφωνο της μέσα σου ερημιάς-

Τσιγγάνα που θα τραγουδάει κάτω
από την νύχτα των συμβολικών αστεριών..

Εγώ με τις μικρασιατικές αγάπες μου

Εγώ με τις μικρασιατικές αγάπες μου κι εσύ
με μια προσήλωση στην μουσική που απογειώνει.

Η έμπνευση του φεγγαριού το ίδιο κάνει
στην νύχτα..

Ανάβει
ζαλιστικό το αγιόκλημα-

Οι κλώνοι του εξέχουν απ’ το τώρα μες το αδιάβαστο
αύριο-

Κι ένα πουλί, κρυμμένο κάπου, περιμένει
ν’ αντιμετωπίσει την μέρα με κορυφαίο κελάηδημα..

Μετανάστης στης ίδιας μου πατρίδας τον κορμό

Μετανάστης στης ίδιας μου πατρίδας τον κορμό
(θέλω να πω: δεν χωρώ μες στο αύριο..)
έτσι που τάσσονται αντιμέτωπες πάντα οι εξουσίες..

Κι εσύ που αντιστέκεσαι μέσα σε τούτη την ολοένα αφυδατωμένη πατριδογνωσία.. είσαι
γνωμοδότης του σήμερα… αύριο ποιός ξέρει
αν θα σε υπερασπιστούνε οι αξίες σου…
Από ‘να φιλοσοφικό μελτέμι που επιδιώκεις θ’ απομείνει
ες αύριον
μια τραγική φωνή (όχι δική σου..)
που λέει ότι οι αληθινές πατρίδες
ρημάχτηκαν..
αχ αυτές της καρδιάς!

Τουλάχιστον αυτή η γλώσσα που υπηρετείς και έχει
θέση θρησκείας για όλους μας- ας λάμπει!
Καλορίζικη, απλή, γενναία,
με βάθος
σκέψης και αισθημάτων- πολυσήμαντου
και με πολλές εκδοχές ερμηνευμένου ουρανού!

Να είχα ένα μπαλκόνι κι εγώ

Να είχα ένα μπαλκόνι κι εγώ
να κοιτά ουρανό και μια αιώνια θάλασσα!
Αχ, να 'χα κι εγώ μία μνήμη
που να αιφνιδιάζει την όραση!
Να κοιτώ μέσα σε ένα γλαυκό μεσημέρι
που απολαμβάνει πια την κερδισμένη ευδαιμονία του!

Μετά
που το απόγεμα έρχεται ηγεμονικό να νανουρίσει
τα λευκά παπάκια μέσα στην παρόχθια λασπουριά-
δεν διαρκεί ο άοπλος χειμώνας..
Εμφύλια μάχη των υδρόβιων πτηνών..
Άπλωσε τα ρηχά νερά λιγάκι παραπέρα
από πού ορίζει η μαθηματική τους κοίτη..
Το βράδυ
πέφτει σαν εξισωτική προσευχή
που επιβραδύνει τους χτύπους της καρδιάς -και το αίμα
κάνει να σέρνεται νωχελικά κάτω από το δέρμα
που εμπιστευτικά γερνά..

Κάποια στιγμή εγκαταλείπεις τους τίτλους

Κάποια στιγμή εγκαταλείπεις τους τίτλους και βρίσκεσαι
να ζεις αποσπασματικά
να σκέφτεσαι
αποσπασματικά,
να μιλάς
αποσπασματικά-
σαν από αρχαία μάρμαρα που θραύσματά τους κείτονται κάτω απ’ τον ήλιο
έρχεται όλο και πιο σιγανή κι απόκοσμη η άμοιρη φωνή σου.

Δεν έχει τίτλο η μοναξιά.. Όλοι ζούμε
σε μία εσωτερική σιωπή
που ανατινάζει συνεχώς την ψυχή- κομματάκια της
πέφτουν και πάνω
στις σελίδες
ματωμένες των ποιητών.

Κι έτσι αποσπασματικά όπως να έχεις την μικρότερη ψηφίδα απ’ αυτό
το ψηφιδωτό της ζωής, έτσι
πας ν’ ανταμώσεις το αύριο-
ορκισμένα αθώος!

Η ζωή δηλώνει υποτέλεια στον χρόνο

Η ζωή δηλώνει υποτέλεια στον χρόνο, η ζωή
είναι ένας φωτεινός επίλογος που σκοτεινιάζει κάποτε,
αφήνοντας να φανεί ο αδύναμος χαρακτήρας της.

Η νύχτα είναι σιγανή, από-
τελεσματική- σαν φίδι
που συσπειρώνεται.

Τα μάτια σου
μάτια ενός ανυπεράσπιστου ζώου, ενός άκακου κουταβιού
που νομιμοφροσύνη αθωότητας ζητάει..

Αλλά πώς πέφτει πάνω σου ο καιρός; Πώς γερνάει το αίμα; Πώς γίνεται η μέρα μια ανάμνησης ουσία;

(Ούτε φιλοσοφώ ούτε και έχω την διάθεση..)

Είμαι αποταμιεύοντας λέξεων ιοβόλα άνθη
που τα μυρίσεις ναρκώνεσαι..

23 Νοεμβρίου 2009

Έχω ένα κομματάκι από θρυμματισμένο ουρανό

Έχω ένα κομματάκι από θρυμματισμένο ουρανό
μέσα μου- ένα θραύσμα από ποίημα
που το φιλώ σαν κόρη οφθαλμού- μην και ποτέ μου λιγοστέψει.

Εκείνο λάμπει σαν αστραφτερό ψάρι που ασημίζει
τόσο πολύ- ακόμα
κι όταν βρεθεί απ’ τα νερά του έξω..

Δεν θα με καταλάβουνε…το ξέρω.
Ξέρω που θ’ απομείνω μόνος να μιλώ
μια γλώσσα ανεμογενημένη-
που από ιωνικό παράλιο έρχεται
και καίει μέσα μου σαν λύχνος αναμμένος.

Και ν’ αποφύγω τις βολές, οι σφαίρες όλες θα με βρούνε-

έτσι δεν λέω να φυλάγομαι- ελπίζω
σ’ ένα τραγούδι μόνο
που το συνθέτουνε πουλιά
της προ-ανθρώπου
δημιουργίας..

Τιμωρηθείτε οι άνεμοι..

Τιμωρηθείτε οι άνεμοι..
Οι ρίζες της φωνής που απλώνει και γίνεται
οικουμενικό το τραγούδι..

Τα μαλλιά της μέρας λυτά μες το ευλογημένο αίθριο φως..

Ο ρυθμός μιας υγείας που τον διαβάζεις και στην μουσική του ξανθού πρωινού..

Η σχεδόν ορατή ψυχή των αθώων
που ψάλλει τα νικητήρια σε μια Παναγία του όρθρου..

Τα ζώα πιο ανυπεράσπιστα κι από σκέψη σου-
σταλίζουν κάτω απ’ τον μεγάλο ίσκιο του οξύμωρου πλάτανου-

και σηκώνουν την σκόνη μπουχός
πάνω απ’ την δορά ενός φλεγόμενου αιώνα..

Φερμένο από παλίρροιες που ποτέ δεν θα ξέρω

Φερμένο από παλίρροιες που ποτέ δεν θα ξέρω
και αινιγματικό ίδια το κάθε πρωί
το χέρι της ωραίας αυγής που αναμερίζει τις κουρτίνες του ήλιου.

Και η κόρη η θαλασσένια, με μία κορυφαία λάμψη επάνω της-
στεφανωμένη με ιριδίζοντα φύκια, με παριδέραια
κοχύλια στον λαιμό- γυμνή
κόρη του ανέμου.
Στα ρηχά της πιο μεγάλης μας έκπληξης..

(Το πρόσωπό μου
στραμμένο κατά τον ιερότερο ήλιο
που θα μπορούσα να δω..)
Βγαίνω από τα όνειρα:
βαφτισμένος το αδύνατον..
Οι πατούσες μου
αποτυπώνονται στην φιλέρημη άμμο..
Μια ηλιαχτίδα που πλέκεται όλο
στα μαλλιά μου:
απέραντα θρησκευτική!

Έχω ξεχάσει ποιός ήμουν - μιας και δεν έγινα
αυτός που ήθελα..
Ξεκαθαρίζει μέσα μου ένα τοπίο ευλάβειας.
Όπως πλάθω με λόγο ένα σκέλεθρο σώμα
παρατημένο εκεί,
απόμερα,
μέσα σε μία σφριγηλή αμμουδιά..

Μπήκα μέσα στον ήσυχο άνεμο

Μπήκα μέσα στον ήσυχο άνεμο
από το μέρος που κανένας δεν ξέρει·
περπάτησα
κάτω από τους φίκους με τα πυκνά λάμποντα φύλλα
που φλυαρούν
βαρύτονα μέσα στο κάθε απόγεμα.
(Ο ήλιος
ξέρει την χλωροφύλλη τους καλά.)
Και πήρα αυτόν τον δρόμο σκέψης που εναρμονίζεται
μ’ αυτό το φως του απογέματος
που θρυμματισμένο περιχύνει τις πέρα κορφές
των βουνών που γελάνε
σχεδόν απολιθωμένα.
Ήπια την σιωπή που τριγύρω μου απλώθηκε-
μέχρι την τελευταία γουλιά.
Είδα
τον χορό του μικρού σπουργιτιού
πάνω στις πλάκες
κρατώντας ένα ψιχίο πολύτιμο αγαθό.
Είδα
το χνάρι της μοίρας που γράφει
στις σελίδες του όρθρου
την ψυχή μου-
σαν μία πεισμωμένη φωτιά
που θέλει ν’ αγκαλιάσει όλον τον ορίζοντα..
Άφησα ελεύθερη την ταπεινή μου καρδιά!

Εκπαιδεύονται μέσα μου κακόβουλοι δαίμονες

Εκπαιδεύονται μέσα μου κακόβουλοι δαίμονες, αιμολάφτες ονείρων-
στοιχειώνουν
την κάθε μέρα που ζω..

Έτσι
από αφαίρεση σε αφαίρεση, στο τέλος
με πάν’ σε μια πρόσθεση θλίψης
που τα βαραίνει όλα μέσα στις συννεφιασμένες Κυριακές.

Μετά
που δεν θα είναι τίποτα και να ορίζω
εγώ ο λίγος που επιθυμούσε τα πολλά
θα είμαι έτοιμος να μην μου χαριστεί ούτε μια λέξη
όπως αυτή καρφώνεται σαν βέλος στην καρδιά..

Και
βραδιάζοντας
που περπατάνε οι ώρες πάνω σε μια προβλήτα σύννεφου που παραπαίει
κάτω από τον επιμένοντα ουρανό-
θα βρω το μέτρο της μουσικής που μου έλειπε-θα μάθω
πώς κατέχει κάποιος
μια χώρα αισιοδοξίας..

22 Νοεμβρίου 2009

Πίσω απ’ τις οθόνες κρύβονται οι μοναχικά μαχόμενοι άνθρωποι..

173.

Πίσω απ’ τις οθόνες κρύβονται
οι μοναχικά μαχόμενοι άνθρωποι..
Τα μυστικά τους
αποκρύπτονται
από κυκλώματα ηλεκτρονικά
που νικούν στο άθροισμα
την κάθε μέρα που έρχεται.

Τα πλήκτρα τους
επιμένουν λυρικά- κανένας δεν έρχεται
από τις χώρες του πουθενά
μέσα τους.

Ένα φεγγάρι κάθεται
αργυρό πάνω στις έπειτα σελίδες
που θα γραφούν κομίζοντας άφθονη θλίψη
κοντά στο απόγεμα.

Ψηφία που απομυζούνε θεωρία σχετικότητας
βαραίνουν πάνω σ’ ένα λεξιλόγιο επίκαιρα διαμορφωμένο
να, ομιλώντας το, ξενίζει.

Και η επικοινωνία χάνεται σιγά σιγά, επίτηδες
όπως την όρισαν οι μεγιστάνες του συσσωρευμένου
πλούτου
των ηλεκτρονικών θρησκειών..

Εκείνο το παράξενο συστατικό που διαφεύγει από την λήξη των ονείρων

172.

Εκείνο το παράξενο συστατικό που διαφεύγει από την λήξη των ονείρων
και πλανιέται στον αέρα ολόγυρα-
Την ώρα που το πρώτο λεωφορείο κουβαλά
αλλοδαπούς εργάτες στα μεγάλα ναυπηγεία-
και στις παλιές αυλές, μέσα σε μια ντενεκεδένια γλάστρα, ο βασιλικός
σκουντά με το άρωμά του
το διψασμένο σου ρουθούνι-

Τα πεύκα γέρνουν προς τον άκαρπο νότο-
η αυγή έρχεται-
το ποίημα υποδόρια μελανώνεται και πλησιάζει.

Ένα σπουργίτι αφήνει την φωλιά του και χάνεται
μες τον προστακτικό ουρανό-
Ένας αγουροξυπνημένος νοικοκύρης που ακούει
το φιλότιμο της ζέστας να στεγνώνει
στο σκοινί τα απλωμένα του πουκάμισα-

Μετά η μέρα προχωρά και η πόλη ξυπνάει αφήνοντας
απ’ τα σπλάχνα της έναν
θόρυβο μηχανών που ρονρονίζει
παθιάρικα
νικώντας κάθε ελπίδα ησυχίας.

Και στα μισάνοιχτα παράθυρα των σπιτιών, των γραφείων, των συνοικιακών
καταστημάτων, εισβάλει
ένας μπερμπάντης άνεμος, σιγανός, μειλίχιος, πράος
που τιθασεύει την σκέψη όλων ίσαμε εκεί που γίνεται
να αφαιρείται απ’ τον χρόνο ο θρησκευτικός του υπαινιγμός…

Ο χρόνος που φεύγει αφήνοντας καμαρωτούς τους παλιούς μιναρέδες

171.


Ο χρόνος που φεύγει αφήνοντας καμαρωτούς τους παλιούς μιναρέδες
είναι σκληρός: όλα είναι στυφά επάνω του- σαν
φρούτα που αναταράξανε της γεύσης σου τον ουρανίσκο.

Κι από τα πεύκα που τα κέντησε επιδέξια ο κεντρωτής,
ένα σάλιο ρετσίνι που κυλάει αργά και συλλέγεται
μέσα σε καρφωμένες στον κορμό λαμαρίνες-
ίσως για μια χημεία του κρασιού.

Ωστόσο
οι ρίζες είναι αιώνια οι ρίζες
που προχωρούν υποχθόνια, διασχίζοντας
το δέρμα της γης.

Αυτό το σμήνος από επίμονα νεύρα
που τρυπανίζει το γύρω πεδίο κι απλώνει
κάτω από το εύφορο χώμα, μέσα
σε μία μνήμη του τοπίου
παρόντος, του χθες…

Ακούγονταν όλη την μέρα σαν το τρέξιμο αλόγων

170.

Ακούγονταν όλη την μέρα σαν το τρέξιμο αλόγων πάνω στο απαλό γρασίδι·
μετά
χαμήλωσε ο ήλιος·
σκιές φάνηκαν πίσω απ’ τα μεγάλα τείχη:
ανθρώπων σκιές, νυχτερίδες.

Ο αέρας κούρασε όλη την μέρα τα δέντρα:
τους αψηλούς φίκους και τις μπηγμένες,
με πάνω τους τον ήλιο, λεύκες
που ξάσπριζαν, μένοντας νυσταγμένες,
μες το άσπρο φως.

Ένα ορμητικό, εμπνευσμένο ποίημα, ράντιζε, με φως, τα χαμηλά ετούτα πεζοδρόμια
όπου, κοπέλες, κούραζαν τα βήματα να πάνε
μέσα στην πιο ευτυχισμένη όψη ενός, που πέρασε, μεσαίωνα.
Θεά Αφροδίτη περπατούσε ολόγυμνη στην όμορφη ακρογιαλιά..

Και ο αόρατος
ύμνος που συνέθετε ένα ένα τα ψηφία του αρχίζοντας
να βαφτίζει την κάθε λέξη του στην μουσική
ευάλωτες παρά ποτέ έβρισκε τις αξίες
που δημιούργησε τριγύρω μας μία αρχαία που επιβίωσε θρησκευτική κατάνυξη.

Στο απόγεμα που δύει
φέρνοντας νύχτα-
άφησε γύρω σου να στερεώνεται σελήνης φως!

Τι όμορφα που μυρίζει αυτό το επίρρημα της θάλασσας!

169.


Τι όμορφα που μυρίζει αυτό το επίρρημα της θάλασσας!
Εκεί..
Σαν από αρχαίο θεό σταλμένο-
ποιητικής δοκιμασίας ολονύχτιας το κατόρθωμα..

Να μπορούσα όπως είσαι μακριά μου να σε κάνω να το αφουγκραστείς
όπως μαγνητίζει την σκέψη μου κι αφήνεται
να πέσει μες των λέξεων την σελίδα.

Κάποτε είμαι ένας θηρευτής που έχασε
τα σημάδια του
και χάθηκε σ’ ένα μεγάλο δάσος.

Κάποτε
είμαι ένας που όλοι,
μέσα του, είναι αυτός.

Πολύφωνος και όμως σιωπηλός-
όπως θαυμάζει αυτό το όνειρο αιωνιότητας..

Τα δέντρα ανθίζουνε αξιοπρέπεια

168.


Τα δέντρα ανθίζουνε αξιοπρέπεια και ο κόσμος
είναι απλούστατα αθώος.

Μπορεί με το θάλλον το μέσα σου
να μην κερδίζεις τίποτα εμφανώς ορατό που να είναι, αλλά
μήπως και έτσι δεν είναι η ίδια η ποίηση;

Αποσαφηνίζει το έλασσον
μυστικό κύμα που αόρατο συλλαμβάνεται
να βάλει εναντίον του δέκτη κάθε νύχτας..

Μισά τα φαντάζομαι και τ’ άλλα μισά τα κατακτώ

167.

Μισά τα φαντάζομαι και τ’ άλλα
μισά τα κατακτώ
μασώντας φύλλα δάφνης.

Πάνω από το τρίκλινο, καπνίζοντας
τους χρησμοδοτικούς ατμούς.

Τρέχει ένα νερό- αυθεντικά καθαρό:
λευκό σαν ο όρθρος της μέρας.

Αφήνει στα χέρια μου
μία σοφία περιττή
να είμαι ο νομίζοντας τα ξέρω όλα.

Στο τέλος της σταγόνας του
είμαι ένας αδιάβαστος ζητιάνος..

Μια σεβάσμια λιπόσαρκη γυναίκα

166.

Μια σεβάσμια λιπόσαρκη γυναίκα
εφτά φορές πιο σοφή από εκείνες που θα υπάρξουν
πίσω απ’ τις οθόνες καταβροχθίζοντας
γνώση τηλεοράσεων:

Έγερνε το φεγγάρι προς την θάλασσα· μιλούσαμε· μου είπε:
‘’Καθένας πληρώνεται με το νόμισμα που επινοεί
για να ξεχρεώνει τους άλλος..’’ Μετά
σιώπησε, την ήπιε η θάλασσα…Κάπου στην Ρόδο..

Κι εγώ το ήξερα ότι η νύχτα θα πέσει φέρνοντας την Άρκτο-
την μέσα και την έξω μας..

Οι νύχτες της Ρόδου μ’ ένα αστέρι να τρυπάει την καρδιά τους-

164.


Οι νύχτες της Ρόδου μ’ ένα αστέρι να τρυπάει την καρδιά τους-
πάνω απ’ τα κάστρα που εφιάλτες ιπποτών μας θυμίζουνε.
Ο διψασμένος πωρόλιθος που περιμένει ένα βροχερό φθινόπωρο·
ο κουρασμένος νοτιάς που ξανανιώνει την θάλασσα·

και ο ήχος
από τις οπλές των αλόγων που χτυπούν
επάνω στα στενά δρομάκια, πηγαίνοντας
σ’ ένα τίποτα τώρα.

Μια πανοπλία για να κρύβεται ο χρόνος:
λογχοφόρος που ποτέ δεν κουράζεται·

μια αποδημητική
μνήμη που μες σε άλλες εποχές θα έρθει να σε βρει
όπου θα είσαι ο εντεταλμένος των νέων ανοίξεων..

Πλάθει λέξεις αρώματος για να τις πούνε οι ορχήστρες των ήλιων-

163.

Πλάθει λέξεις αρώματος για να τις πούνε οι ορχήστρες των ήλιων-

μαθητής της συμπαντικής ομορφιάς-

δένει το ασημένιο με το χρυσό
φεγγάρι:

υμνητής της καρδιάς!

Τοξωτά παράθυρα, γρίλιες

162.

Τοξωτά παράθυρα, γρίλιες
που αφήνουν το φως να κομπάζει.
Και ο ήλιος
οκτώ η ώρα το απόγεμα..

Ο Ιούνιος
εγκαινιάζει την άλλη χαρά να έχει
ευαγγέλια μιας νέας θρησκείας
απρόσμενα οικουμενικής.

Στην Ρόδο που ευανάγνωστα είναι τα πελώρια δέντρα
και η ζέστη και ο απαλός
άνεμος που χαϊδεύει
τις παρά την όχθη ιτιές.

Μπαίνω στο νόημα: η γλώσσα απομαγνητίζεται·
η κάθε λέξη σηκώνει
ένα φορτίο μουσικές
που δεν ποτέ μεταφράζονται- είναι θεμέλιο
γι αυτήν την του απογέματος σονάτα
των ψυχικών αντανακλάσεων
και των ιριδισμών του θεϊκού..

Μια ακόμα ανάσα..
Και είμαι πάλι ο πρωτόπλαστος που εκμεταλλεύτηκε
κάθε οξυγονούχα διδαχή..

Απορροφούν τα μάτια μου τα χρώματα..
Σχήματα που το ηλιοβασίλεμα επινοεί..
Καθώς ανοίγουν οι ουρανοί και φαίνονται
άλλα παλάτια..

Το χέρι του Μιχαήλ που ζωγραφίζει ανάποδα μέσα στον τρούλο της αιωνιότητας

161.

Το χέρι του Μιχαήλ που ζωγραφίζει ανάποδα μέσα στον τρούλο της αιωνιότητας.
Λίθινη ερημιά του γαλάζιου.
Και ένας
κοσμοκαλόγερος που αγιογραφεί
το ανυπόταχτο τοπίο.

Από εκείνη την ουράνια στιγμή που ο θεός
βρίσκει το χέρι του Αδάμ και δωρίζει
ένα χάρμα οφθαλμών στης ευαισθησίας τους προύχοντες..

Ένα ποτήρι νερό που ξεδιψάει μια δίψα είναι μια ποίηση δροσερή

159.


Ένα ποτήρι νερό που ξεδιψάει μια δίψα
είναι μια ποίηση δροσερή
που την ευφραίνεσαι..

Ας αφήσουμε ένα παιδί να είναι παιδί κι ένα δέντρο
να είναι ένα δέντρο..
Γιατί φοβάμαι ότι μεγαλώνοντας τα πράγματα
παύουν να είναι αυθεντικά πράγματα
κι εμείς
παύουμε να είμαστε οι αληθινοί εμείς..

Γυμναστική των άυλων σωμάτων

157.

Γυμναστική των άυλων σωμάτων
των ανέμων
που δεν σημαίνουν τίποτα
γιατί
απορροφώνται
από το λεοντόκαρδο φως..

Διερευνώνται οι προθέσεις τους που μάλλον
είναι μία γραφή ξεχασμένη
πάνω σε πάπυρους που μούχλιασαν
απ’ την φθορά.

Μπορούν να διαβαστούν ωστόσο και ανάποδα
μέσα
στον θολό αποτυχημένο καιρό
που χαλιέται
σε παράξενες δίνες..

Ακούω την μουσική, με κυριεύει

156.

Ακούω την μουσική, με κυριεύει
όπως ιδέα θάλασσας ο ήχος,
με ποτίζει ολόκληρο, γίνομαι
νοτισμένα μελωδικός!

Νότες των πολυποίκιλων αντανακλάσεων, της ευφωνικής
ψυχής του σύμπαντος- μέσα μου νότες!

Ξιφομαχώντας μ’ έναν απελπισμένο άνθρωπο που εργάζεται
πάνω στον άθλο
να πει την καλικάντζαρη ζωή του…

Και δεν ξέρω αν θέλω να εξηγήσω τελικά
εμένα σ’ εμένα…

Η ρίζα της φωνής σου όπως ρίζα των δέντρων

155.


Η ρίζα της φωνής σου όπως ρίζα των δέντρων, όπως ρίζα
του ανέμου, της θάλασσας, της ψυχής
που αποκρυπτογραφείται
από τους μύστες των παλιών θρησκειών..

Η ρίζα της φωνής σου βιολέτα
ευωδιαστή, γυμνόστηθη, που επάνω στην επιδερμίδα της
περπατούν οι λιόχαρες ανταύγειες
από το μέσα μέρος
των λουλουδιών.

Η ρίζα της φωνής σου μια σιωπή
πολυδυναμική
που την απαρχή όλων των νοημάτων που κατορθώσαμε περιέχει..

Ρόδος. Ιούνιος 2009

ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ…

ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ…

Στον τοίχο σκαρφαλώνει η ανθισμένη γλυσίνα,
ζουζουνίζουν οι έγκυρες μέλισσες,
η χαρά της ημέρας
είναι μια λεβεντιά του ήλιου που γελάει
πάνω στην ώχρα του παλιού σπιτιού..

Καύχημα των ανέμων οι πολύχρωμες
φορεσιές των αρωμάτων
που τις κρατούν και τις διαδίδουνε πουλιά.

Καίει χρυσός ο ήλιος..
Λιβάνια της υπεραξίας του
σκορπούν τα ζαλισμένα δευτερόλεπτα
που ο κόσμος να μεγαλουργήσει πάλι θέλει..

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΘΑΡΡΟΥΣ..

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΘΑΡΡΟΥΣ..

Εκείνο που έχω κρατήσει εγώ από εσένα είναι η φωνή
λέγοντας ‘’ Καλημέρα ..’’ -μετά
που η μέρα συλλέγει λεπτομέρειες ασήμαντων πραγμάτων για να καταχωρηθεί
μέσα σε μία βιαστική βδομάδα..

Κι όσα δεν είπαμε γιατί ένα πείσμα ο καθένας μέσα του έχει
να υπερασπιστεί ένα φθαρμένο ‘’εγώ..’’

Μετά
ξοδέψαμε την παρέα των φίλων-
ανοίξαμε κουβέντες για την καθημερινή αγωνία
της ζωής των πόλεων και μείναμε πάλι εκεί
που ένας άνθρωπος συνειδητοποιεί την καυτή μοναξιά που και μέσα του έχει..

Με κοίταζες σαν παράξενο κάτι που εσύ δεν καταλαβαίνεις
γιατί καταλαβαίνεις μία αριθμητική που βγάζει πάντα σε αποτέλεσμα..

Όμως εγώ
ήμουν η απρόβλεπτη άλλη πλευρά των πραγμάτων, η άλλη όψη
του φεγγαριού.

Έχω πλαστεί να μου αρκούν οι ιδέες, αυτά
που δεν φανερώνονται αν εσύ δεν κοιτάς
κάτι με αφοσίωση..

Και πήγαμε μέσα στο απόγεμα όπως να ήταν η ζωή τόσο απλά γραμμένη
πάνω σ’ ένα πεσμένο πλατανόφυλλο, ριγμένο εκεί
που λες μονολογεί ακόμα ο παλιός νερόμυλος
τα περασμένα μυστικά του..

Δεν σε είχα και δεν με είχες- ήμασταν
οι αρνητές κάθε κτήσης.

Και μια ψιλή βροχή που γέμιζε με αισιοδοξία την φωνή
του καλοκαιριού, ακούγονταν
και μέσα στην καρδιά μου να υποβάλει
γλυκά την μουσική..

Μακρυνίτσα Σερρών..
Αύγουστος 2009

ΤΟ ΣΠΙΤΙ…

ΤΟ ΣΠΙΤΙ…

Να σου λέει ο ήλιος με την υπερούσια τόλμη του, να σου λέει το φως..
Και, κάτω από τον ίσκιο της μεγάλης καρυδιάς, ένας λωτός που επιμένει
να μυρίζει Όμηρο,
εκεί,
στα άνω-Πορόια..
Θερισμένα τα χόρτα και τα κακόβουλα ζιζάνια
που κλείσαν τότε την αυλή
του σπιτιού
που το έψελνε με ένα ήσυχο κελαρυστό
μούρμουρο ο απέναντι νερόμυλος..
Οι φίλοι ασήμι στην καρδιά!
Και ο καφές που άχνιζε μετά
που ήρθε σαν από τον στίχο το απόγεμα
να μας καλοκαρδίσει!
Αυτές οι ζωτικές περιουσίες μου
μίας φιλίας που λάμπει
και την κρατώ ευλαβικά σαν να μου γίνεται θρησκεία
μέσα σε τούτη την αλλόκοτη και που πικραίνει εποχή..

ΜΑΚΡΥΝΙΤΣΑ..
ΣΕΡΡΕΣ..

ΜΠΕΛΕΣ…

ΜΠΕΛΕΣ…


Κάλμα στα απογέματα των άνω χωριών που τα χωρίζει
μία ανάσα απ’ την ρίζα του βουνού.
Νερά που τρέχουνε σαν να χτυπούν το τύμπανο μιας ζωντανής καρποφορίας.
Και ήλιος κάποτε- δυνητικός, νόημα δίνοντας
στην μοίρα της γαλάζιας μέρας. Ωστόσο
χτες,
ο ουρανός μας ξάφνιασε, λύνοντας τα θηρία του να πολεμήσουν
τις ώρες του βραδιού.
Μείναμε μέσα, διαβάζοντας, ακούγοντας που τα πολέμαγε όλα η βροχή.
Και τα μπουμπουνητά που κάναν ν’ αντηχεί το μπάσο στο ηχείο τ’ ουρανού:
ώρα πολέμου..
Κρεμάστηκαν οι λέξεις σαν από το ύψος μιας σταγόνας που πίνει
το χώμα κι ανασταίνεται.
Έτσι όπως η νύχτα καταγράφει υποψίες και θέληση
των ζωντανών θεών ενός παμπάλαιου μύθου.

21 Νοεμβρίου 2009

ΘΡΑΚΙΚΟ… ΟΜΑΛΟ..

ΘΡΑΚΙΚΟ… ΟΜΑΛΟ..

Πέρα οι λεύκες, ψηλές, φυλακίζοντας
άνεμο. Και πιο εκεί
χωράφια με μαζεμένες αχυρόμπαλες, χωράφια
που καταγράφει στα υπάρχοντά του ο ήλιος
ξανά.

Και πλάι στον δρόμο η φτέρη με
τα σπαθάτα φύλλα της.
Τα άσωτα βατόμουρα, οι καρυδιές
που υπόσχονται την σύνεση του φρόνιμου που θα σε βρει
ο ίσκιος του, σαν δώρο, δέντρο.
Και των πουλιών οι συμμορίες να, εκεί:
ο τσαλαπετεινός που επιμένει
να βγει στο άγνωστο-
και το σπουργίτι που ‘ναι η φωλιά του
απεριποίητη περιουσία-
χελιδονιού το πέταγμα, αιφνίδια πτήση
λίγο πριν απ’ το εκάστοτε απρόσμενο..

Γυμναστικές ασκήσεις των φυτών
που θα λυγίσουνε μέσα στον τόσο αέρα
του επικού, σίγουρου απογεύματος.

Κι ο άνθρωπος, εκεί, με την σειρά του
που κατοικεί με προϋπόθεση αιώνιας ζωής τον ουρανό-
νάτος κι αυτός.

Καπνίζει και σκέφτεται πως μόνος του είναι
όλη η σπουδαιότητα ετούτης της δημιουργίας..

ΚΕΡΚΙΝΗ…

ΚΕΡΚΙΝΗ…

Οι οπλές των βουβαλιών σκάβουν το γόνιμο καταμεσήμερο-
και μετά ένας βούρκος
σαν απ’ την λίμνη που στα νότια εκτείνεται
του χωριού.

Οι μύγες του αέρα, οι μύγες του στάσιμου νερού-
εισβάλουν μες τις λέξεις μου, πεινασμένες, γίνονται
έντομα του βαρύτατου όρθρου-

του πρωινού που θα φέρει μετά
να μας διδάξει τον νέο θεό του..

Πλατάνια με τον αντηλιακό εγωισμό τους

154.

Πλατάνια με τον αντηλιακό εγωισμό τους
δεν αφήνουν την μέρα που ήρθε
επίμονη
και θέλει να νικά..

Στα φυλλώματά τους
είναι ένα θρόισμα γραφτό
σαν μουσική
που πλημμυρίζει το υγρό τοπίο
με χοϊκή αναστάτωση..

Κάτω από τον ουρανό ενός μακεδονίτικου τοπίου

153.

Κάτω από τον ουρανό ενός μακεδονίτικου τοπίου, μέσα
στον έξω χρόνο, εκεί
που συναντά σαν από μάγια το νερό την βλάστηση, πλατάνια
θεοτικά σκεπάζουν με στοργή το χώμα
που τα φιλοξενεί.

Και είναι έτσι πια ταυτόχρονα μέσα στην άλλη διάσταση
που αόρατη, υπάρχει, εκεί.

Νερά
που τρέχουν όπως από ύμνο μυστηρίων
σε έναν χοϊκό θεό.

Νερά
καθάρια, πλούσια, υποσχετικά
χύνονται ‘’μες την άβυσσο την μοσχοβολισμένη..’’

Την ψυχή μου βρίσκω, πρωί
που ο ήλιος τόσο μου μίλησε
μετά
που τον συνάντησα σε ένα ξέφωτο να θέλει μου δώσει
ξανά ελπίδα..

Παρθενώνα: αυστηρή γεωμετρία του ουρανού!

152.

Παρθενώνα:
αυστηρή γεωμετρία του ουρανού!
Ο αρχιτέκτονας ήλιος
ακόμη και στα ερείπιά σου αποκαλύπτει
ομορφιά που δεν πέθανε..
Έτσι που ακόμα απέθαντη η Αθηνά
είναι μια Παναγία όλων των αιώνων!

Τρέχουν οι άνεμοι του απογέματος, τρέχουνε πανικόβλητοι.

151.

Τρέχουν οι άνεμοι του απογέματος, τρέχουνε πανικόβλητοι.
Στην μορφή τους
ο ίδιος Αίολος που ένευσε να αναστατωθεί
η θάλασσα του Οδυσσέα.
Πάνω στην ράχη της γης οργώνουν
ακούραστοι από παλιά.
Σωστά διαμοιράζουνε το βακχικό
πνεύμα του μύθου
σε όλα τα κλωνιά των δέντρων.
Κάνουν να είναι ποίημα
η κάθε επιτυχημένη τους πνοή..

Ολημέρα ο ήλιος

150.

Ολημέρα ο ήλιος και στο ψηλό καρφί
του τοίχου ένα περίεργο κάδρο
που είναι ασπρόμαυρα γραμμένο:
Μια γυναίκα που χαράχτηκε γυμνή
να την τρώνε οι χρόνοι.

Τα μαλλιά της
κάστρα που δεν ποτέ και πάρθηκαν.
Τα στήθη της
γυμνά: πολεμίστρες του αδύνατου.
Τα χέρια της
λιμενοβραχίονες
που εκτείνονται
μέσα σε μία θάλασσα παρόντος.
Οι μηροί-
βουνά που θυμίζουνε:
αν τ’ ανεβείς
θα σ’ εξάψει η έκπληξη
του ηφαιστείου:
εκεί..

Γυρίζουνε τα μάτια προς το επικίνδυνο μέλλον.

Έζησε; Ή είναι πιο φανταστική
κι από το φως που τρίβεται επάνω στον λευκό μεγάλο τοίχο
αφήνοντας ένα άρωμα του παρελθόντος;…

20 Νοεμβρίου 2009

ΣΤΗΝ ANNE SEXTON.

143.

ΣΤΗΝ ANNE SEXTON.

Διαβάζω ξανά την θλίψη που είσαι, δοκιμάζω
να περπατήσω σωστά τους δρόμους που το μυαλό σου θα ήθελε..
Είσαι πιο πικρή κι από κουρασμένη φλογέρα
στα χέρια του μοναχικού βοσκού που η ψυχή σου είναι..
Σκοντάφτω στα ατέλειωτα άλφα σου-
όπως να θέλεις να μου πεις πως είσαι
ένα αλφάβητο που ποτέ δεν τελειώνει..

Για μια ακόμη καταφυγή μες το σωτήριο των λέξεων φαρμάκι
εσύ ξενυχτάς αναβοσβήνοντας τα γαλανά μάτια σου
που, παράθυρα της μοίρας, να φανούν οι θλίψεις που έχεις εντός σου, ανοίγονται..

Και κοιμάμαι…
Με σένα στο πλάι μου..
Πάνω στο παλιό κομοδίνο, σαν να μου λες πως αρχίζουν πορείες
κατάθλιψης μέσα
στην κάθε που έρχεται νύχτα..

Τι φορτία κουβαλάς

142.

Τι φορτία κουβαλάς, τι κόπους
αθροίζεις;
Για μία ακόμη ανεξαργύρωτη αναπνοή..
Πόσο θα σε φτάσει αυτή η ψυχή να την τρέχεις;
Στο τέλος
είναι σαν δώρο άδωρο κι αυτό το καταφύγιο στις λέξεις -
αφού
σε βυθίζει
σ’ ένα ανυπεράσπιστο μηδέν..

Από ψίθυρο σε ψίθυρο, από συλλαβή σε συλλαβή

141.

Από ψίθυρο σε ψίθυρο, από συλλαβή σε συλλαβή
η κάθε λέξη δικαιώνει τον έρωτα.
Σε κρατώ σαν ένα ήμερο ζώο στα χέρια μου.
Η καρδιά σου χτυπά.
Ο χρόνος είναι άκυρος τότε.
Εμείς είμαστε αλήθεια εδώ κι εκείνος πουθενά δεν υπάρχει.
Κι από φιλί σε φιλί δεν ξέρω
που μπορεί κανείς να οδηγηθεί πάνω
απόνα τέτοιο παράξενο των αισθημάτων ακρωτήρι..

Αιφνιδιάζω τις επιλογές ενός παμπάλαιου θεού.

140.

Αιφνιδιάζω τις επιλογές ενός παμπάλαιου θεού.
Σκέφτομαι μ’ έναν τρόπο εικόνων.
Εγκαινιάζω
απροσδόκητες επικοινωνίες.
Να κοιτώ έξω μου έτσι
που και μέσα μου να κοιτώ.
Αλιέας
που επινοεί, για να ψαρέψει, θάλασσα.
Νομίζω έτσι μου πρέπει τελικά.
Παίζω
ένα σκάκι αισθημάτων
σε μια σκακιέρα παραδείσου..

Τα πράγματα που μας περιτριγυρίζουν

139.

Τα πράγματα που μας περιτριγυρίζουν, ούτε
αρσενικά ούτε
θηλυκά, ούτε
ουδέτερα-

φυλάττουν, μέσα τους,
έναν απρόσμενο θυμό.
Εναντίον μας ίσως..
Έχουν
βεληνεκές που εφαρμόζεται
μαθηματικά: σκοτώνουν!
Και είναι
που μελετώντας τα, αδυνατείς να βρεις
συγχώρεση
πριν σε ξεκάνουν..

Φορτίζουν
την απληστία σου, είναι
ρημάζοντας ουσιαστικά που καταρρακώνουν
τα ρήματα.

Ξέρω
τώρα πια πιο σοφός ν’ απομακρύνομαι
σαν να γυρεύω να μονάσω μέσα
στην πολυδαίδαλή τους αγωνία..

Τα διαβάζω πάλι και πάλι..
Κρατάω την μνήμη τους..
Αφομοιώνω την χρηστική τους αξία..
Και τέλος
τα βυθίζω
μέσα σε μία θάλασσα ποιητική:
να εξαγνιστούν!..

ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ.

138.
ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ.

Όσο πατώ μες τον αέρα τόσο
ανασυνθέτω το εγώ μου φορτισμένο
από ψυχές της νύχτας.

Μοιάζω
απορροφημένος
από θρησκεία που θρυμματίστηκε εφτά φορές να γίνει
κάθε κομμάτι της μια ζωντανή ημέρα:

Δευτέρα- των ψυχών που μήποτε αναπαύτηκαν αφού
αγωνίας δρόμους ο άνθρωπος πάει-
έως τον θάνατο!

Τρίτη- της αποκαθήλωσης των ειδώλων. Ζούμε και δίχως δικαιώματα..

Τετάρτη- του στοχασμού:
Ξανασκέψου να μάθεις ποιός είσαι.

Πέμπτη- αυτής της μυστηριακής περιπέτειας των λέξεων που φτάνουνε τόσο μακριά
που δεν μπορείς να πας με τίποτε άλλο μες τον κόσμο.

Παρασκευή- της επικοινωνίας: εγώ, εσύ,
αυτός, αυτοί.
(Έχουμε ανάγκη πλάι πλάι να είμαστε..)

Σαββάτο- να ιδρύσουμε το κράτος των αληθινά αθώων.
Φτάνουν οι πυροβολισμοί. Ακόμη
και με τα μάτια.

Κυριακή- που αψηφά όλα τα τεκταινόμενα.
Φόρεσε τα παπούτσια σου και βγες στο δάσος.
Βρες τον θεό.
Πίσω από δέντρα και ποτάμια κρύβεται.
Σεβάσου!

ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ.

136.
ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ.

Αφήνω πίσω μου τον ζωντανό ψίθυρο του νερού, τον σωρό
της λάσπης που αποθέτει το ποτάμι πάνω στις ρίζες των παρόχθιων δέντρων

και γυρίζω προς την μεριά του βουνού ξέροντας
πως με την ποίηση στ’ αλήθεια θες
δεν θες περιπλανιέσαι έξω από την εποχή σου-
σαν να μην σου ανήκει αυτή που ζεις κι εσύ
πουθενά δεν ανήκεις..

Ξέρω πως αγαπάς τις λέξεις- κείνες όμως
με έναν τρόπο σου απιστούνε
και γίνονται αψιές.

Το επιγραμματικό τέλος που ορίζει η ποίηση να ειπωθούν
τα πράγματα κάποτε είναι πιο πικρό γιατί
νοήματα μιας θλίψης σφύζει..

Βαδίζω προς την μέσα μεριά: όρος Φεγγάρι!
Εκεί
που στα αρχαία χρόνια οι μύστες
αφήνανε τόση ψυχή πιο μυημένη
να περιφέρεται μέσα στο ιερατικό τοπίο.
Και σώζομαι!
Από εκεί που δεν το πρόσμενα
κιόλας!

Επιλέγω τα μάτια της νύχτας- βαθιά τους να δω
ποιό είναι το αβυσσαλέο μυστικό ενός καυτού στοχασμού..

Και αφήνω
μέσα στις ώρες που πλέοντας πάνε
το νήμα ενός ντόμπρου αέρα, παράξενα φτασμένου, που κλώθει κι υφαίνει-
μες την γαληνεμένη μοναξιά…

Τα πρωινά δέντρα είναι γεμάτα εξομολογήσεις πουλιών.

135.


Τα πρωινά δέντρα είναι γεμάτα εξομολογήσεις πουλιών.
Θεόρατα μες το γαλάζιο, τώρα
που αυτό το ροδίτικο φως ανάβει
τα φύλλα στα κλωνιά τους.

Ακούς την ομοιοκατάληκτη παρουσία τους που συλλαβίζει λίγο λίγο ο άνεμος
που γλυκά περνά ανάμεσα από τα πράσινα μαλλιά τους.

Και το πρωί
κορυφώνει τις καθαρογραμμένες μουσικές
αρχίζοντας απ’ την βαθιά μέσα στην γη χωμένη ρίζα
της έμπνευσης!

Οι μέρες που ζήσαμε γυρίζουν μες το μυαλό

134.


Οι μέρες που ζήσαμε γυρίζουν μες το μυαλό
σαν νωχελικά καραβάνια που σέρνονται μέσα σε ένα παρελθόν
έρημο τόσο που όαση είναι μόνο ο ανεκπλήρωτος έρωτας.

Κι εκείνα που πια δεν έχουμε, που μας σημάδεψαν, μας χαρακτήρισαν, απλά
σαν λίθος, καυτά
σαν ο ήλιος, λιγοστά
σαν μια ποιότητα ζωής που ψάχνεις..

Τώρα
τόσο φευγαλέα να τα κατανοείς που πλέουν πίσω,
σαν ένα καΐκι που το τρώει το μένος της θάλασσας..

(Επιθυμείς ελευθερία που είναι
άναρχο αγαθό..)

Κοχλάζουν τα βραστά νερά κάτω απ’ το θηρίο του ήλιου·

133.


Κοχλάζουν τα βραστά νερά κάτω απ’ το θηρίο του ήλιου·
οι κεφαλοδεσιές
στις νέες γυναίκες που ανεβαίνουν τα ψηλά
σκαλοπάτια του πολυμήχανου Ιουνίου
ανεμίζουν σαν χαίτη
όμορφων δίχως φύλλο θεών.

Φαίνεται άσπρο το στηθάκι τους-
όπως ξεκούμπωσε το πάνω
κουμπί φρουρός και άφησε
να φαίνεται το ζουμερό εσπεριδοειδές που ερεθίζει..

Στον δρόμο πάνω απ’ το χωριό οι καστανιές ιδρύουν
αυτοκρατορίες ίσκιου

και τα πουλιά ροδάκινα χρυσά
κάθονται ωδικά σοφά επάνω στα κλαδιά τους.

Ά, ρίμα του αγεριού, φωτάκι μακρινό, νύχτα του πέλαου-
πρωί πρωί που γράφονται οι γαρουφαλλιές τερτσίνες:

ένα μολύβι γράφει σκούρα τα νερά, όπως βουτάν
να παίξουν πάνω κει, στην ράχη μιας αρχαίας θάλασσας..

Όταν οι ραγισμένες αισθήσεις αποσυνδέσουν το κορμί μου απ’ το παρόν

132.

Όταν οι ραγισμένες αισθήσεις αποσυνδέσουν το κορμί μου απ’ το παρόν
θα είμαι η πιο πικρή απάντηση στο ερώτημα: "μέλλον;"

Ένα εναγώνιο "γιατί" που δεν θ’ απαντηθεί παρά και μόνο
από έναν θάνατο απλό- σαν η καλύτερη λύση
μιας τραγωδίας ζωής.

Τόσο σας εξομολογούμαι που νομίζω πως θα παρεξηγηθώ-
Ίσως νομίσετε πως μ’ έχετε
καταλάβει.. Ώ, όχι!
Αλήθεια και εγώ δύσκολα με μαθαίνω…

Ψυχή ανεμογγένητων υπάρξεων..

Προσδοκώ μια εποχή που δεν θα έχω χρεία να εκμυστηρεύομαι-

131.

Προσδοκώ μια εποχή που δεν θα έχω χρεία να εκμυστηρεύομαι-
μια οπωροφόρα εποχή που να συνεχίζει τις λέξεις μου
μέσα απ’ την οθόνη ενός μακρινού θρησκευτικού ουρανού.
Έτσι που δεν θα ξέρω αν είμαι εγώ ή είναι άλλος

εκείνος που αναπολεί καθήμενος πάνω σ’ ένα θαλάσσιο βράχο
την προ αιώνων πολυδαίδαλη
ηθική των ειδωλολατρών συνετών..

ΚΕΡΚΙΝΗ ΠΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΖΕΙ..

ΚΕΡΚΙΝΗ ΠΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΖΕΙ..

Εξάψεις των βουνών μέσα στην μέρα
και στην εξάχνωση του υπερβατικού νερού, δροσιά και λόγια
που θάλλουνε πολύχρωμα με τις διαμαντικές ανταύγειες
που έχει η λίμνη όταν που να ηρεμεί πλουταίνει..

Ένα ζουμί που τρέχει μέσα στα κορμιά των δέντρων
και ανεβάζει την ανθοφορία πιο κοντά
στην τρέμουσα από θερμότη ηλιαχτίδα..
Ασήμι φέγγος στα νερά..

Και τα τζιτζίκια που ευτυχήσανε ένα μακρύ κι ωραίο καλοκαίρι
ψηλότερα πηγαίνοντας το άσμα από οπουδήποτε γινόταν
να φτάσει σε ύψος η καρδιά..

Στο φως που υπερασπίζεται την Κυριακή, λάμψης το ύφος
που συγκινεί τα ερωτευμένα μελισσάκια
που πεταρίζουνε τρελά μες τον χαδιάρη αέρα..
Ασήμι φέγγος στα νερά..

Και το τοπίο που γεμίζει από ηλιόχαρες νεράιδες
τοπίο περισυλλογής, τοπίο του πόθου
να σμίξει η καρδιά με την αιώνιά της θεϊκή ουσία
που σπέρνει στις σελίδες τ’ ουρανού μια μουσική ευλογημένη..

19 Νοεμβρίου 2009

Όπως πέφτει το βράδυ, κατοχυρώνουν σκοτάδι τα ακούραστα τρωκτικά

130.

Όπως πέφτει το βράδυ, κατοχυρώνουν σκοτάδι τα ακούραστα τρωκτικά-
τρυπούν το κορμί της γης σαν ένας επιδέξιος μάστορας
που κάνει να υφαίνεται η σκέψη με το χώμα.

Κι εκείνο το χοϊκό αδέσποτο σκυλάκι του ανέμου, ολοένα
γαυγίζοντας, πάει
προς την πιο σκοτεινή μεριά
του δεκαπεντασύλλαβου.

Εγώ.. Που απορώ με την ζωή μου, εγώ…
Κι εσύ…
που είσαι βυθισμένη μες την περιπέτεια
μιας Κυριακής που απίστησε και θέλησε να μείνει
στον περασμένο αιώνα..

Αλλά ποιός γερνά; Και πώς;
Ποιός χάνεται
μες τις περιπλανήσεις του μυαλού και γίνεται ο καταδότης
του ίδιου του εαυτού;

Ποιός είναι; Πού τον πάνε οι δρόμοι του;
Και αν ο άνθρωπος είναι ο τρόπος
πού θα τον καταλήξουνε οι λυρικές οδύνες του;

Όχι που είχα ανάγκη να είμαι των νοημάτων που χαλούν την τάξη ο θησαυριστής

129.

Όχι που είχα ανάγκη να είμαι των νοημάτων που χαλούν την τάξη ο θησαυριστής-
αλλά-
μέσα μου-
γκρεμίζονταν όλα, τίποτα δεν έμενε
όρθιο όπως να το είχε
νομίσει ο βολεμένος..

Και πάσχιζα να κάνω την σκληράδα πιο γλυκιά και το όνειρο
δικαίωμά μου,
παραμυθένιο..

Εγώ,
ο τολμητίας των καθαρών, ο των δικαίων
πραγμάτων διψασμένος.
Γύρευα λέξεις που ν’ ακούγονται και κατ’ ευθείαν
μέσα στα μέλλοντα.
Να ωριμάζουν το άγουρο
φρούτο μίας ιδέας καθαρής,
να πληθαίνουν το ελάχιστο.

Και ήρθα,
είδα, έφυγα-
νικώντας όπως και εγώ δεν το περίμενα-
αφιερωμένος..

Έτσι που να μιλήσω κάποτε πιο γαλανά
κι από ουρανός
με δύο όψεις
γεμάτος άστρα

που σου μιλούν με φως πιο απαλό τις νύχτες και αγγίζουνε
την άλλη όψη
μιας ρέουσας ευαισθησίας..

Α! λόγια της
που δεν είπα και που μέσα μου με τόσους τρόπους να λάμπετε-

σιωπές που αγρύπνησα μονάχος καταστρώνοντας σχέδιο ένα φεγγάρι-

Μυστικά που δεν έμαθα, γήινες λέξεις
πιο αινιγματικές κι απ’ τον έρωτα- άστρα

που κρεμαστήκατε κι ως μέσα εκεί
στην κάμαρα που γυρίζει σε ρίμα η νύχτα..

Όλα που έμαθα- από επιμονή ν’ ασκήσω εξουσία πάνω στο κρυμμένο..

128.

Όλα που έμαθα- από επιμονή ν’ ασκήσω εξουσία πάνω στο κρυμμένο..
Τινάχτηκαν σαθροί οι γύρω μου ορίζοντες.
Άκουσα ήχων
του λουλουδιού που ανθίζει το ανάγνωσμα.
Είδα μέσα στο άβατο του αιώνα.

Τώρα
και που σωπαίνοντας μιλώ το ίδιο είναι-

σαν να καταλαβαίνω πως χρυσώνουν τα φεγγάρια μου
την πικραμένη νύχτα..

Ένα φως ρέει απ’ το ταβάνι στο πάτωμα, ένα φως αποκαλυπτικό

127.

Ένα φως ρέει απ’ το ταβάνι στο πάτωμα, ένα φως αποκαλυπτικό

και χώνεται μες το πουκάμισο του άντρα που έχασε το πρόσωπό του
κοιτάζοντας επίμονα τον ήλιο.

Η μουσική που το ακολουθεί είναι ο ύμνος
σ’ εκείνη την αρχαία θεά που πάνω της κρατιόταν
μια αινιγματική και άσπρη κουκουβάγια.

Η μέρα υποχωρεί και το χνάρι της μένει
πάνω στα φύλλα των δέντρων που εγκλωβίζουν
τον ποιητικό αυτόχειρα άνεμο.

Έτσι όταν πηγαίνει να βραδιάσει τίποτα δεν ξέρουμε
από εκείνη την παλιά μελωδία που συντροφεύει το νέο φεγγάρι

του Αυγούστου που κρεμιέται ανάποδα μες τον ουράνιο θόλο
όπου οι σάλπιγγες μιας μακρινής Ιεριχούς ρίχνουν ξανά τα τείχη..

Πόσο ακρίβυνες φεγγάρι απόψε

126.

Πόσο ακρίβυνες φεγγάρι απόψε και ο Αύγουστος
πόσο ομορφαίνει στην ποδιά σου!

Τα δέντρα χλιμιντρίζουν πορφυρά, οι λεύκες καίγονται
απ’ το σιρόπι των μαλλιών σου.

Οι ευχές της νύχτας σκίζουν την βαθιά σιωπή, οι ερωτευμένοι
αφήνονται και τίποτα άλλο να μην έχουν
από το φως της πυρωμένης τους καρδιάς.

Κι η μουσική σαν υπερυψωμένο κάστρο
μπολιάζει μ’ ευτυχία την νύχτα..

Τώρα που η τελεία είναι ο μόνος πρόλογος στις περιπτώσεις της ζωής

125.

Τώρα που η τελεία είναι ο μόνος πρόλογος στις περιπτώσεις της ζωής,
που τα γεγονότα τρέχουν τρελά, σαν να προλάβουν
την κουρασμένη μας διακυβέρνηση
από τους σαλτιμπάγκους του φαιδρού- τώρα
που πραγματοποιεί ακραίες περιπτώσεις του ασυμβίβαστου το όνειρο- τώρα

αφιερώνεται το κάθε ποίημα μου σ’ έναν σκεπτόμενο
μοναχικό, φιλότιμο, καλοπροαίρετο ανθρωπάκο
που τα ηνία στα χέρια του θα πήγαιναν αλλού το άλογο-ζωή..

Αποστήθισέ με

124.

Αποστήθισέ με, γίνε
σκαντζόχοιρος που επίμονα κεντά
αν του αφαιρέσουν έξαψη..

Απ’ την ζωή για την ζωή αναλώθηκα. Στις φλέβες μου
αινίγματα των λέξεων κυλάει το αίμα-
βουίζει
σαν ο αμετάφραστος εκείνος ποταμός
που υποδόρια της γης κυλάει.

Εντεύθεν της μέρας και εκείθεν του χρόνου
μετατοπίζω το όνειρο

που σκάρωσα για να υπερασπίσω την υγεία του μύθου μου..

18 Νοεμβρίου 2009

Κοίτα με: είμαι ψηφίδας ο θησαυριστής..

123.

Κοίτα με:
είμαι ψηφίδας ο θησαυριστής, ο αναχωρητής που σε άλλες
εποχές να ζει αλήθεια του έπρεπε..

Τα εργαλεία μου:
σφυριά, πριόνια, πένσες
τανάλιες, κι ένα τρομερό αλφάδι που επιμένει
όλα να στέκονται σωστά..

Περπατά βαφτισμένη στην άνοιξη·

Περπατά βαφτισμένη στην άνοιξη·
με ριγμένο στους ώμους της το σάλι των ανέμων..
Πολύχρωμα πουλιά κάθονται στα μαλλιά της·
ραμφίζουν το αίνιγμα·

εκείνη
κοιτάζει σκεφτική

κι απολαμβάνει τη υγεία της σκέψης και την θάλλουσα επιδερμίδα..

Φυλακίζω εμένα τελικά μέσα σ’ όλο ετούτο το κυνηγητό των λέξεων

121.

Φυλακίζω εμένα τελικά μέσα σ’ όλο ετούτο το κυνηγητό των λέξεων- ποιός να με σώσει;
(Αναφέρομαι στους επεκτατικούς
ολέθριους, πολεμοχαρείς,
φθόγγους που ανταποδίδουν
αγωνία στην αγωνία μου..)

Συνδέω το μαθηματικό εφτά με το ημερολογιακό ανάλογό του:
Κι από Δευτέρα αρχίζω
να κατανοώ αλλιώς τον ηγεμονικό ήλιο
που αντιπαλεύεται την ποικιλότητα των λουλουδιών.

Κι ένα οχτώ που κατόρθωσε να είναι νότα αληθινή
μετά που του σταθήκανε με αγκάθια τα τριαντάφυλλα-
στα αγκάθια τους
θα ζυγιστεί μην πέσει
ολόβαρο μέσα στην Πέμπτη μελωδία του..

Εξάλλου
από Σάββατο
γίνονται αθάνατοι οι ερωτευμένοι
που μπόρεσαν σ’ ένα κορμί που επιθυμεί το άλλο να χωρέσουν
το γίγνεσθαι της ποίησης!

Νυσταγμένος κι από όνειρο σε όνειρο

120.

Νυσταγμένος κι από όνειρο σε όνειρο- μετά
που ανοίγουν οι ουράνιες πόρτες

Έναν στίχο αλιεύω, λευκό που έρχεται
μέσα στα μάτια μου-
μετά από τα μάτια μου-
σαν άνθος της μανόλιας..

Προπαντός μην εμπιστευτείτε το πλάσμα που είστε

119.

Προπαντός μην εμπιστευτείτε το πλάσμα που είστε, προπαντός
μην θεωρήσετε εαυτόν καλόν
και άγιο- μη!

Πέστε πως σας επλάνεψε η αφέλεια, πως γίνατε
αφηρημένα άστοχοι, δεν ξέρετε
ότι από θνητού τομάρι μόνο
τοξίνη της σκληρότητας θα βγει..

Γιατί σ’ αυτές τις άθλιες
εποχές που ζει κανείς για να εργάζεται
πάνω στις αντιθέσεις, πάνω
στο οικονομικό κενό

ο άνθρωπος γυρίζει προς τα μέσα του το βλέμμα
και η συνείδησή του είναι που δαγκώνει οχιά..

Σοβαρά αξίζει να επαναλάβεις μιαν αναπνοή

117.

Σοβαρά αξίζει να επαναλάβεις μιαν αναπνοή
ίσως και βαθύτερη τώρα-
σαν
δώρο
στην ζωή την μέσα σου
που επιμένει
να καίει φωτιά!

Να ανταποδίδεις άφθαρτος στα εγκόσμια
λούστρο ψυχής που περιχύνεται κι επάνω
στα πράγματα και μοιάζει
τα κάνει θεϊκά.

Αυτή η περιπέτεια της ύπαρξης που κάτι
χάνεις, κάτι
κερδίζεις, όταν
θα καταλάβεις τελικά
μικρός που είναι αλήθεια ο κόσμος σου!

Δεν είμαι παρά ένας νωχελικός λέοντας που ξαναδιαβάζει την τόλμη του.

116.

Δεν είμαι παρά ένας νωχελικός λέοντας που ξαναδιαβάζει την τόλμη του.
Οι ορέξεις μου είναι
να κοιτώ μέσα στην άγρια βλάστηση
της σαβάνας, τις ιδέες της χλόης που εξέχουν
ακούραστες μέσα στον ενάντιο άνεμο.

Έχω κάτι εμπειρίες φωτιάς
που ανάβουν πλάι σ’ ένα νυχτερινό απόμερο ακρογιάλι
κάτι παράξενοι θαμώνες της φυσιολατρικής μοναξιάς.

Προϋπόθεση μέσα μου είναι τα αίθρια λόγια
όπως τα λένε οι παλιοί σοφοί
που γέμισαν μπαρούτι ιδεών τα λεξιλόγια.

Και είμαι
ο ίδιος που ονειροπολεί κι απ’ τον ηρωισμό του σίγμα πάει
προς την αισθητική του αντιφατικού ωμέγα του..

Επιτέλους, πίσω από τις σιωπές

115.

Επιτέλους, πίσω από τις σιωπές, οι κατορθωμένες
λέξεις του ποιήματος, τα ευθεία σύμφωνα, τα κρουστά
φωνήεντα- ενίοτε
καθόλου όμως φιλικά..

Που σε πικραίνουν ακόμα και όταν
απ’ το σκαλί που ανέβηκες του μανιφέστου ηλιογέρματος, βρέθηκες
ν’ αρμέγεις σαν απ’ τα μαστάρια των νεφών
το απαλό ρομαντικό ετούτο φως!

17 Νοεμβρίου 2009

Λειτουργούν οι λέξεις μέσα στο κορμί της γλώσσας όπως οι ενδοκρινείς αδένες

114.

Λειτουργούν οι λέξεις μέσα στο κορμί της γλώσσας όπως οι ενδοκρινείς αδένες, σφιχτά
ρυθμίζοντας το πώς σταλάζουν τα νοήματα,
τα μυστικά τους.
Και γίνεται
το κορμί καράβι
που ταξιδεύει
προς το άπιαστο:
σκαρί μιας άλλης εκδοχής,
χωρίς πανιά πλεούμενο – και όμως πάει..

Μπορεί και με τον νέο καπετάνιο του- να αρμενίζει πρίμα τώρα
μες τον στρεβλό καιρό
που πολεμά
να το αφανίσει..

Ανάμεσα σε μένα και σε μένα

113.

Ανάμεσα σε μένα και σε μένα
είναι μία καμπύλη λέξεων που δεν μεταφράζονται
γιατί ηχούν σαν μοιρολόγια οι έννοιές τους.
Είναι μια σημασία φωτιάς που κυνηγάει να γίνει
εγώ-εσύ κι εσύ-εγώ πριν πάψει
να είναι το ειπωμένο μου ουσία ερωτική!

Πολλαπλών αποχρώσεων σώμα που έχει η ζωή!

112.

Πολλαπλών αποχρώσεων σώμα που έχει η ζωή!
Ανάμεσα στο είναι της και το όχι
διαμοιράζεται η εξουσία που κατέχει..

Κατορθώνει να εκπλήσσει, κατορθώνει να είναι
του απρόβλεπτου πάντα παιχνίδι.

Δεν θα την μάθεις πουθενά… Σπούδασε
καλύτερα πως φιλούν μια κοπέλα
που σου παραδίδει το σκήπτρο της θνητής ομορφιάς..

ΠΙΚΡΑΜΕΝΗ ΚΑΙ ΜΟΝΗ..

ΠΙΚΡΑΜΕΝΗ ΚΑΙ ΜΟΝΗ..

Η ζωή προεκτείνεται μέσα στο αύριο και δεν έχει θέμα-
έχει μόνο συνέχεια που με τρόπους του έρωτα δίνεται·
εσύ είσαι οχυρωμένη πίσω απ’ τις εφτά πανοπλίες
σαν τα εφτά φεγγάρια που κρυφά θα μιλήσουνε-
πικραμένη και μόνη..

Άσε με να σε πλησιάσω σαν να κατακτώ την σιωπή
που τρωτή γύρω σου τοίχους υψώνει-
για να μαθαίνεις να αναδιπλώνεσαι
μες τον ίδιο εαυτό σου συνέχεια.
Άσε με να σου είμαι κοντά
ο τίποτα και ο κάποιος που αλλιώς σε γνωρίζει..
Ο κόσμος
αέρινος κι υποταγμένος στα γινάτια σου,
μυημένος στην θλίψη και αναδυόμενος απ’ την νύχτα
σε κρύβει και σε φανερώνει, εκεί
λυπημένη κι αγέρωχη
πεταλούδα της νύχτας..

Και τώρα πια δεν βρίσκω τίποτα άλλο άξιο να ειπωθεί
παρά το φως που πιο γλυκά θα τρυπάει
το μάγο πρωινό που έρχεται
πάνω από τις γλάστρες στο αντικρινό μπαλκόνι..

Εναντίον του φωτός που δεν κατόρθωσα ν’ αποταμιεύσω

111.

Εναντίον του φωτός που δεν κατόρθωσα ν’ αποταμιεύσω , κινείται
ένα απειλητικό σκοτάδι ιδεών –
σαν του φανατικού που το μυαλό του γεμίζει
αγκάθια και περισπωμένες ιδεολογίες ακραίες.

Κι εγώ
που κατορθώνω ένα άνθος με άρωμα αιθέριο, με καημού
λεβεντιά-
μέσα μου
περισσεύει απ’ το όλον το ελάχιστο
που έχω ανάγκη να ζήσω..

Φωσφορίζουν οι πέτρες, αναβοσβήνουν:

110.

Φωσφορίζουν οι πέτρες, αναβοσβήνουν:
σαν όπως στην ακρογιαλιά, χαράματα
να δεις ένα αρχαίο άπεφθο
βότσαλο την ασημαντότητά του να αφήνει
να την λειαίνει η αρχέγονη θάλασσα.

Ταπεινά το κύμα δουλεύει και δουλεύει:
μικρός επίμονος λιθοξόος που άοκνα εργάζεται
να φέρει αποτέλεσμα πιο στρογγυλό.
Με την ειλικρίνεια των λόγων του νερού, την λακωνική
ομιλία της θάλασσας
που αρέσκεται να είναι άλλου είδους η χίμαιρα.

Τι κρύβεται πίσω από εκείνο
το μούρμουρο που λες και έρχεται απ’ τους αιώνες;
Ποιός κρυφός καημός;

Από το να γνωρίζω την σκληράδα του λίθου
που με νοήματα ίριδας επάνω του αναπλάθεται ο μέσα του λόγος- έγινα
όμοιος ομοίω που ανάλογα σκληραίνει και αεί
την μοναξιά πελάζει του…

Όταν θα καταλάβεις ότι μ’ έναν τρόπο θα λείπω

109.

Όταν θα καταλάβεις ότι μ’ έναν τρόπο θα λείπω
πάρε τον δρόμο της επικοινωνίας που εγκαινιάζεται μες το απρόσμενο.
Ζήτησε να με βρεις μετά ‘πο την φωνή που στ’ αυτιά σου θα πλέκει
ξανά και ξανά τις συζητήσεις που κάναμε..

Και μην διστάσεις ν’ ανεβείς πιο ψηλά από εκεί που οι έρωτες
διεκδικούν μια χώρα
όπου φλογίζονται οι καρδιές των ξανά ερωτευμένων..

Πάρε με
σ’ αυτήν την χώρα της λήθης!

Κίρκη του εκατομβαιώνα μου!

Όσο ψάχνω μέσα μου απαντήσεις...

108.

Όσο ψάχνω μέσα μου απαντήσεις
μια πεισματική νύχτα με κι άλλα ερωτηματικά
επίμονα πάλι έρχεται.

Κι από το μάκρος πέρα των αστερισμών
λες κι απ’ το πνεύμα πρότερων αιώνων
ένα γεωμετρικό σινιάλο όπως να σφίγγει η ζώνη τον Ωρίωνα ή να είναι
η Άρκτος η μικρή που απειλείται από την μεγάλη..

Μάνα των συλλογισμών μου, νύχτα!
Πιο χρησμοδοτική από ποτέ, πιο τεθλασμένη
διασχίζοντας και τέμνοντας το άπειρο..
Νύχτα
που αγκιστρώνεσαι απ’ τις σελίδες μου- σαν να είμαι εγώ ο μύστης
του πολλά σημαίνοντος φεγγαριού..
Είναι διδασκαλείο της μοναξιάς οι ώρες σου..
Ρήματα φλόγας πάνε, έρχονται, δηλώνουν
προς τα άστρα πορείες..
Κι εσύ
μυρίζοντας λουλούδι αγιόκλημα, ιερή
πρωτόγονη, βαφτισμένη
στο ασήμι του μεστού φεγγαριού κομίζεις
των λέξεων την θλίψη, φυλάς
πιο καλά τα προικιά σου-
λόγια αιτίας που να γίνεται
η σιωπή χρυσάφι..

Κατάνυξη η μέσα σου, πριν
ανοίξει η γλαύκα τα μάτια της να κατοπτεύσει
ολόγυρα, γυρεύοντας
θύμα τον ζαλισμένο τυφλοπόντικα.

Και οι νυχτερίδες μαύρες, βραχνές, αρχίζοντας
έναν χορό του Βάκχου..

Θάλασσα
ιερή
που γιγαντώνεις φωνήεντα μακρά
κι όμως πιο εύρωστα στο πλάτος..

Και άνεμε:
λίγε, σημαντικέ-
επιγραμματικό ζουζούνι που κρυφομιλάς μες τα δέντρα.

Και άνθος:
ξανθό επίρρημα, σκληρό
θυμωμένο, ουσιαστικό, βαφτισμένο
στο άρωμα, άξιο
να γυρίσει στο μέσα του
την ευδία των λόγων.

Από τα μυστικά σας εγώ
συλλάβισα τα μυστικά μου.

Τόσο που τόσο κι άλλο τόσο νιώθω να μου επαίρονται
μέσα στα λεξιλόγια οι μελωδικές
των νοημάτων σας οι συμφωνίες..

Μέσα σ’ αυτό το υφάλμυρο νερό, παίζει η ζωή την διάρκειά της

107.

Μέσα σ’ αυτό το υφάλμυρο νερό, παίζει η ζωή την διάρκειά της
Με ήχους σιγουριάς που κάνει γενναίο το σύμπαν.
Ακριβά γίνονται τα λόγια
Γεμάτα κάψα ερωτική
Αγγίζουν το κορμί που λυγισμένο ζητάει
Την ηδονή..

Περιπλανιέμαι μες το μουσείο της νύχτας..

106.

Περιπλανιέμαι μες το μουσείο της νύχτας..
Τότε που οι ζωές συρρικνώνονται σαν για να γίνουν
μια διαλεχτή ασήμαντη πεταλουδίτσα του φωτός που όλο φλερτάρει
με τον ίδιο της θάνατο-
πυρώνοντας τα σπουδαία φτερά της.
Αφουγκράζομαι τις ζωές των άλλων που αντηχούν
σαν μια μακρινή θάλασσα.
Κοιτάζω ολόγυρα που είναι
οι επιθετικές δαγκάνες του σκοταδιού ένας απειλητικός τοίχος
που τον διαπερνά μόνο μια σκέψη..

Και σε βρίσκω στο τίποτα που αληθινά κατέχω:
σαν μια απουσία παρουσία που δεν σπουδάζεται
παρά με μοναξιά..

16 Νοεμβρίου 2009

Και που δεν σου λέω, σου λέω…

105.

Και που δεν σου λέω, σου λέω…
Κάποτε με τον τρόπο της σιωπής, κάποτε μες την βασιλεύουσα
ησυχία..

Επικοινωνώ μαζί σου δίχως
τα φορέματα των λέξεων που γυμνές
τρέχουνε να κρυφτούν μες την βαρύτονη γύρω μελαγχολία..

Ένα βασανάκι είναι οι ώρες· κρατιέμαι γερά
από του φεγγαριού το καγκελάκι να κατέβω μέσα
στα ορυχεία της νύχτας..

Και δεν βρίσκω παρά μόνο την ιστορία των λέξεων, το πικρό γράμμα
που γράφει αιμάτινες περιπτώσεις του πόνου
μες την καρδιά μου..

Αυτοστιγμής καταργούνται τα όρια

104.

Αυτοστιγμής καταργούνται τα όρια, οι φραγμοί
του να υποστηρίξει το σκοτάδι τον άσπονδο φίλο του,
το φως,
που δεν παλεύεται, καθώς
με την αστραφτερή του πανοπλία, ανεβαίνει
επάνω στις επάλξεις της ημέρας, να φανεί
που νικάει τώρα..

Ερωτευμένες οι λεύκες με τον αγύρτη άνεμο..
Ένας ερωτύλος τσαλαπετεινός που σιγά
αφουγκράζεται μες την πλατιά γαλήνη
όπου το ρεύμα του νερού ανθάκια βρήκε κι έθρεψε!
Έτη πολλά μετά που αψήφησαν οι άγγελοι τον θεό-
κι αυτός οργίλος τους κατέκαυσε..

Κι αυτός ο κήπος ο εκεί
ο γεμάτος των δέντρων ομορφιές
αόριστος
κι οριστικός μέσα στο σήμερα, μέσα στο αύριο..

Αυτοστιγμής
καταργούνται τα όρια, οι φραγμοί
να γνωρίσει η ψυχή τον αληθινό εαυτό της..
Κι αυτό
το μυστικό το κρυμμένο καλά
μέσα στην ψίχα του ψωμιού, που έχει
εκεί στο βάθος του αλέτρι
και στάχυ
και θεριστή
και Ιούνιο
που εμψυχώνει τις σπαρμένες ηλιαχτίδες του
ξανά και πάλι να καρπίσουν!

Του κουρασμένου μεροκαματιάρη ο ύπνος..

103.

Του κουρασμένου μεροκαματιάρη ο ύπνος..
Πιο άγιος απ’ ο,τιδήποτε άλλο.
Αγγιγμένος
μέσα στην κώχη των ονείρων απ’ τον πανταχού θεό
που ολοκληρωτικά δεσπόζει.

Και στις ρίμες πάνω της στρωτής παραλίας,
με ένα απαλό και σιντεφένιο κυματάκι,
η θάλασσα-
απλώνει τα ωραία κοράλλια της
να τα ζηλέψουν τα κορίτσια.

Αστοχίες του τοξοβόλου έρωτα-
κι όταν θα πέσει η νύχτα και ανάψουνε τα χείλια-
φιλιά θα είναι τα φιλιά και φως πολυπρισματικό στα μάτια
που αξίζουν για να δουν καλύτερης της μουσικής τον κόσμο..

Ιδού η Ρόδος!

102.

Η καμπάνα γεννιέται στον άνεμο. Ο ήχος της
κρουστός στραφταλίζει.

Πάει μακριά- όπου η αλληλεγγύη
των λουλουδιών που σφύζουν
από ζωή ξεκλειδώνει αυλόπορτες.
Επιγραμματικά το ένα γίνεται δύο:

Δύο καρδιές, δυο θάλασσες
Ένα ρήμα πελάγους: ‘’πλέω’’ ‘η ‘’ταξιδεύω..’’
με πρίμο άνεμο..

Η σκέψη
διορθώνει
τα πεπραγμένα της.
Επινοεί μία θρησκεία των γιασεμιών.
Τραγούδια λυρικά
ανοίγουν διάπλατα παράθυρα:

Ιδού η Ρόδος!

15 Νοεμβρίου 2009

Αν ραγίσει το στήθος μου

101.

Αν ραγίσει το στήθος μου
είναι ένα που θα ξεφύγει πιο γαλάζιο πουλί
προς τον ελεύθερο ορίζοντα.

Είναι η καρδιά μου που θέλει ν’ ανταμώσει το απραγματοποίητο
μέσα σ’ αυτήν την λάμψη της βασιλεύουσας απουσίας..

Σ’ αφήνω να δουλέψεις με το μυαλό μέσα στις συγκυρίες της φωτιάς

100.

Σ’ αφήνω να δουλέψεις με το μυαλό μέσα στις συγκυρίες της φωτιάς
του πάθους σου.

Σ’ αφήνω ν’ ανεβείς όλη την κλίμακα του ζωντανού μαρτύριου της
λέξης.

Τότε που οι μάγισσες μέρες επαναστατούν και γίνονται
μια ιστορία πονεμένη.

Σ’ αφήνω να νιώσεις ελεύθερη σαν ένα πουλί
που δεν έχει που ν’ απαγκιάσει.

Και γυρεύει το φως των κλαδιών να του πει
για την φωλιά των ονείρων του.

Σ’ αφήνω
να περάσεις από εμένα σ’ εμένα
σαν να με ακυρώνεις που δεν είμαι εκεί
που αρχίζει η πραγματική μοναξιά σου..

Ερμηνεύστε με όπως δεν θα με ξέρω ούτε κι εγώ εμένα..

99.

Ερμηνεύστε με όπως δεν θα με ξέρω ούτε κι εγώ εμένα..
Όπως δεν ξέρω ότι υπήρξα ανάμεσα σε γαλανά φωνήεντα και άφθαρτες νότες.
Κι εσένα που σου μίλησα σαν να ήμουν νερό που γάργαρο κυλάει,
κάνε με στο μυαλό σου μια μελαγχολική μουσική
που τρυπάει τον περίγυρο των λουλουδιασμένων σπιτιών..

14 Νοεμβρίου 2009

Διαβάζοντας κι άλλο μέσα μου

98.

Διαβάζοντας κι άλλο μέσα μου, κι άλλο, κι άλλο
κατέληξα πώς να με κάψει η θέληση και να είμαι
των ρημάτων ο ρημαγμένος-

που δεν μπορεί το δράμα του να συγκινήσει κιόλας.

Γιατί εκείνος που αφιερώνεται για να καεί
κι ας καίγεται δεν λέγεται
με λόγια ο πόνος του..
Κι αυτό που θέλησε να υπηρετεί
σαν από δρόμο μυστικό προς τον βασανισμό τον πάει
του ίδιου του εαυτού..

Πάντως φεγγάρια
πάνω μου σταθήκανε
και κάναν τις σελίδες μου γλαυκές..
Στην προκυμαία
καράβια αργούν και υπομονετικά
στοχάζονται τα μακρινά ταξίδια.

Βραδιές που περπατώ πλάι στον μόλο, με μυαλό
παρμένο απ’ τις έννοιες.

Και μου είναι μοίρα η θέληση- όσο κι αν θέλει κατορθώνω
μες από λέξεις και την τελευταία στιγμή, να σώζομαι.. Να επικοινωνώ
με θρύλους
άλλων καιρών..

Τότε που είναι το κάθε ‘να λουλούδι ωδικό
και στην καρδιά το άρωμά του απευθείας πάει..
Γιατί με φως κι από το φως θα ερμηνεύεται πάντα η ζωή..
Σαν τώρα που είναι από το άλφα να κατανοώ το ωμέγα μου
δίχως να λέω και μόνο να σωπαίνω..

Τα απαλά βαφτισμένα στον ήλιο νεροχρώματα

97.

Τα απαλά βαφτισμένα στον ήλιο νεροχρώματα
βάφοντας τον παμπάλαιο τοίχο- εκεί
που σκαρφαλώνει ένας κισσός, ψηλά
πάνω απ’ την μάντρα που χωρίζεται του Άη-Γιώργη το εκκλησάκι
απ’ τα περβόλια τ’ ουρανού..

Χνούδια και πούπουλα, φτερά
πουλιών που εμφυλιομάχονται ποιό να νικήσει..
Στην πόρτα του αυλόγυρου γυρίζει απ’ έξω
Μήτηρ Θεού ανασταίνοντας το θαύμα..

Και του Σικελιανού η ανάσα, πιο βαριά, πιο δυνατή, πιο νέα
μόλις και έχοντας ανηφορίσει μέσα στην κατάνυξη του όρθρου
ν’ ανάψει ένα κερί ο ποιητής στον έρωτα ετούτης της αρχαίας άνοιξης..

Α! φώτα
της ψυχής, προπαντός,
που τον ύμνο ψηλά, πιο ψηλά, εσηκώσατε!

Λατρείες παλιές, υμνώντας τον Άδωνη- με σώμα
που πέθανε ν’ αναστηθεί!
Και μύρο είναι που θα πλανιέται ολόγυρα..
Των λουλουδιών ημέρες που συλλαβίζουν οι πέρα βοσκοί
βουκόλοι της παλιάς ερημίας..

Και το φως κλείνοντας τώρα τον κύκλο του, πάνω
από την πρωτοξύπνητη μέρα- κρουνός
ενός ιαματικού, γελαστού νερού- πράο
ανεβαίνει αφήνοντας
νότες του ύμνου, του παλιότερου ύμνου
που έχει η γλώσσα του ιεροφάντη ανέμου να πει…

7 Νοεμβρίου 2009

Κρατώ τον λόγο σου σαν αξιωματικό λόγο:

95.

Κρατώ τον λόγο σου σαν αξιωματικό λόγο:
στο ύψος που πρέπει και μέσα μου
να τον καταλαβαίνω πιο πολύ τώρα που είμαι μόνος.

Α, πώς με ξάφνιασε η απουσία σου!
Όλη την μέρα έτρεχαν μες το μυαλό μου οι ιδέες
σαν φρενιασμένα άλογα που ήθελαν και να νικήσουν.

Πέφτει το βράδυ.. Ο νους μου γίνεται
ένα κλειστό δωμάτιο που κάποιος υποφέρει αναβοσβήνοντας το φως.

Εσύ,
σαν κάπου μακριά, τώρα θα πιάνεις την κουβέντα με τα άστρα.

Θα είσαι η νίκη επί των πάντων, μια θεά
που δάφνες δρέπει από τον πόλεμο των λέξεων..

Και θα παρίστασαι εκεί που κλείνει ο ορίζοντας σφιχτά
μία αγχόνη περασμένη στον λαιμό της μαύρης νύχτας..

Έχω ένα ‘’εγώ’’ που δεν μου ανήκει

94.

Έχω ένα ‘’εγώ’’ που δεν μου ανήκει-
όπως δεν μου ανήκουνε τα πανωφόρια
των ιδεών που φόρεσα.

Σκοτίστηκα αν είναι λυρικές οι οδύνες μου..
Πονάνε!

Πώς ν’ αποφύγω να είμαι στόχος αντεγκλήσεων;
Είμαι ένας κι είμαι όλοι..
Στρατιές των τεθλιμμένων μέσα μου
οργανώνουν βασίλεια.. Ποιός είμαι;

Οι παρομοιώσεις δεν μου υπακούνε..
Έτσι που τελικά στο τέλος είμαι ένας όνος που πεισμώνει μουγκανίζοντας
(ώ! Κύριοι καθωσπρέπει, μην φοβάστε!
θίγω μονάχα εμένα..)

Μετά
που οι νύχτες ακολουθούνε τις μέρες μου,
λευκές σελίδες κατορθώνουν ν’ αρμενίζουν
καράβια ποιήματα..

Κάνοντας άστρο κάθε γύρω μου τρεμάμενο λυχνάρι..

Είσαι μπροστά μου ανοιγμένη σαν μια ψυχή που δεν την πιστεύει ούτε κι ο άνεμος..

93.

Είσαι μπροστά μου ανοιγμένη σαν μια ψυχή που δεν την πιστεύει ούτε κι ο άνεμος..

Είσαι μπροστά μου ανοιγμένη σαν μία σκέψη αχιβάδα που αν δεν προσέξεις θα σ’ εγκλωβίσει..

Ακούγεσαι κόκκινη και λευκή
να ονειρεύεσαι πάνω απ’ τα κάστρα του ύπνου..
Ακούγεσαι να μιλάς σαν μ’ εκείνους που πια δεν υπάρχουν..

Είσαι
των επιφωνημάτων ο μίτος, η ζωντανή δροσιά
που αναστατώνει τα μεστά τριαντάφυλλα.

Είσαι ο ύμνος του Αυγούστου που υπερασπίζεται
μ’ όλο το πάθος του το καλοκαίρι..

Αφήνει το τοπίο να εισβάλει μέσα του

Αφήνει το τοπίο να εισβάλει μέσα του
σαν μία θάλασσα που έτσι γλυκά και λίγο λίγο κυριεύει:
Τα δέντρα
γίνονται χέρια του
όπως τα έπλασε η φαντασία ενός ζωγράφου, υπαρκτά-
Το χώμα
είναι το δέρμα του-
Τα λουλούδια
αναπνοές του-
η πεδιάδα
κοιλιά του γεμίζει αγριολούλουδα-
ο αφαλός του
μετά
γίνεται σαν μια λίμνη που
συγκεντρώνει το νερό μιας θεϊκής βροχής..

Τόσα μηνύματα, τόσες χρονολογίες

91.

Τόσα μηνύματα, τόσες χρονολογίες, τόσες χαμένες
κουβέντες που δεν καταλήγουν πουθενά, τόση ξεφτισμένη
ηθική που γερνάει, μυρίζοντας
κατράμι μαύρο της ψυχής..

Οι προθέσεις που αρκούν να σε χαρακτηρίσουνε, οι πράξεις
που σε βλάπτουν και αν ακόμα είσαι
μέσα σου αγνός-
Οι λέξεις
που δεν φτάνεις το ύψος τους-
όπως τις φέρνουνε οι νύχτες
μες το δωμάτιο να υπερίπτανται σαν για να δείξουν
το απέραντο κενό..
Και το σώμα που θ’ αγγίξεις στην κάμαρα
κάτω απ’ τα λευκά σεντόνια, μέσα
στην ζέστα του Ιούλιου:
πλοίο που φεύγει ύστερα
και δίχως γυρισμό..

Στα βαθιά των σύννεφων πάνε
των ερώτων σου οι θλιμμένες μουσικές..

5 Νοεμβρίου 2009

Η ψυχή που είμαστε συσσωρεύει άλλες ψυχές να επιβιώσει..

89..

Η ψυχή που είμαστε
συσσωρεύει άλλες ψυχές να επιβιώσει..

Η ζωή που είμαστε
συσσωρεύει άλλες ζωές να σταθεί..

Όποιος συνειδητά υπάρχει,
αθροίζει μέσα του άλλες υπάρξεις για να είναι υπαρκτός..

Έτσι κι η ποίηση είναι αξία
πολυποίκιλων μέσα της συγκεντρώσεων..

Κουβαλώ με επίγνωση την άγνοιά μου..

Ξέρω πως τα αγκάθια της κουβαλώ
όπως ο αχινός τα δικά του..

Και δεν είμαι άλλο από έναν που εκεί
που περνούν οι μέρες, εκείνος εξεταστικά
παρατηρεί τις συμπεριφορές των μοναχικών..

Ιωάννινα…29.7.2009

Μες το μυαλό μου η απουσία φέρνει τα πιο σκληρά της διδάγματα..

88.

Μες το μυαλό μου η απουσία φέρνει τα πιο σκληρά της διδάγματα..
Τίποτα δεν είμαι άλλο απόναν χαμένο σκύλο που ζητάει αφεντικό..
Οι χαρές μου συνέπεσαν με τις χαρές ενός αποδημητικού πουλιού
και πάνε..
Δεν έχω πλέον τίποτε
άλλο από πέντε ρημάτων φρόνηση και έναν καημό
που γίνεται πελώριος μέσα στις άδειες νύχτες..

Και είμαι
με θέληση ν’ ανοίξω πιο πέρα τα σύνορα
που με κλείνουν- να δω
στο βάθος του ορίζοντα που γίνονται εμφύλιοι
φιλόδοξων αγγέλων..

Και η γλώσσα με τα φωναχτά επιφωνήματά της- αιθέρια
όπως να την αγγίζει λίγο ο καιρός
γίνεται ίππος
πιο πραγματικός
κι απ’ τον πραγματικό οποιονδήποτε

να ανεβείς προς την μεριά των ουρανίων νοημάτων..

Πίσω από τον παλιό εθνικό δρόμο

86.

Πίσω από τον παλιό εθνικό δρόμο
είναι τα σπίτια με τις φθαρμένες προσόψεις, τα εγκαταλελειμμένα βενζινάδικα
και τα λουλούδια στις αυλές που κάνουν την αντίσταση θρησκεία.
Τα πρωινά
ο ήλιος καίει πάνω στις μισογκρεμισμένες μάντρες που κλονίζουν την ευθεία
της ερημικής, παρατημένης στην μοίρα του χρόνου, δημοσιάς.
Κάτι γερασμένοι άνθρωποι που σαν τα πουλιά θα κελάηδησαν
αλλά σε άλλους χρόνους.
Και ένας αέρας- λίγος πάντα- που παίζει
με των δέντρων τις σκονισμένες φυλλωσιές.
Τον χειμώνα
η ανάμνηση γίνεται βασανιστική-
η ανάμνηση της νιότης που δεν ξεχνάει τα προικιά της.
Τα παράθυρα ανοίγονται σπάνια και κάτι φορές
προβάλει πίσω απ’ το παλιό δρομάκι ο ουρανός
που τον έχει ο ήλιος πυρώσει –
λες να δεχτεί
να παίξει στην καινούρια της ζωής κωμωδία..

4 Νοεμβρίου 2009

Αποταμιευμένες μέσα μου οσμές ανθέων

85.

Αποταμιευμένες μέσα μου οσμές ανθέων και ένας παράξενος
κήπος - άλλου κόσμου το καύχημα..

Και από μία ραγισματιά τ’ ουρανού
της ψυχής, κάπου μακριά,
να φαίνεται που υπερβάλλει ο θεός..

Ιουλίου βοτσαλωτές παραλίες όπου παιδιά που παίζουν
κάνουν να αντηχεί αιώνια αμφιμονοσήμαντη η ελπίδα
καθρεφτισμένη μες τον εαυτό της..

Ένα φως που τρίβεται διαμαντικά πάνω στα πιο αρχαία βράχια
του ηλιοβασιλέματος- κι οχτώ
η ώρα δύουνε τα βάσανα των λουλουδιών
που ο περιβολάρης ίσκιος με δροσιά κατάβρεξε προτού αρχίσει να βραδιάζει..

Σαλέματα των φύλλων, μόλις απαλά, εκεί
που ο άνεμος, σχεδόν μηδενικός, γυρίζει
με ήπια παραγγέλματα
να δώσει το παρόν μέσα στην περιδιάβαση των κρίνων..

Σελίδων γραφόμενα που χαρά περιέχουν
όπως ο μάγος χρόνος θα την δει.

Και ορτανσίες αναμμένες –ξημερώματα-
μετά που έσκασαν τα ροδαλά πυροτεχνήματα
της κάθε αυγής..

Αλφαβητάρι των εντόμων που λες ξύνουν το άπειρο-
Πλήθος που χαριεντίζεται, αδηφάγο
για να κακοφορμίσει ο ουρανός..

Και αντένες του ήλιου- πυρρές, ολόξανθές, πιο άγιες
κι από χρυσάφι που την λάμψη του γεννά
μες της ματιάς την εικόνα..

Όπως και να σκεφτείς

84.

Όπως και να σκεφτείς- κάτι θρησκευτικό αληθινά σε εγκλωβίζει
(από τώρα, να ορίζει το μέλλον σου)

Κι εσύ
που ζεις για να φωτίζεις με ψυχή τις λέξεις
σ’ ένα διηνεκές που αποσαφηνίζει τα μελλούμενα
ανάβει, σβήνει, κυρτώνεται-
όπως για ν’ αποβεί μοιραίο πάνω σου
το παρόν.

Στηρίζονται οι νοητοί κίονες πάνω σου-
Οι ιδέες ελπίζουν σ’ εσένα..
Ποιό μανιφέστο γράφεις αισιόδοξα όταν περνάς
πάνω από τις πιο σαθρές ιδεολογίες που βγάζουν
ακόμα σπίθα απονιάς;

Με τα ιερογλυφικά σου αινί-
γματικά γραμμένα πονήματα
είσαι δεν είσαι- ένα και το αυτό..

Ο χρόνος γύρω σου
πυρπολεί κάθε ρίμα..

3 Νοεμβρίου 2009

Για μένα ας μιλήσουν οι θάλασσες:

83.

Για μένα ας μιλήσουν οι θάλασσες:
αυτές οι γαλανές αγκαλιές που έχουν
δική τους σοφία..
Πλέον
δεν με περιορίζουνε οι λέξεις· προτιμώ
αυτό το φλύαρο κύμα που απλώνεται
σε όλη την ακτή του νου.

Και το χώμα ας μιλήσει: το πολυδύναμο,
το σεμνά φιλοσοφημένο, το πρωταρχικό
το υλικό του σύμπαντος κόσμου..

Και τα λουλούδια που γνώρισα
σαν που το άρωμά τους σκορπώντας
μες την μνήμη μου μείνανε
παρουσίες θεού..
Και τα ύδατα
που ρέουν
πολυσύλλαβα
άοκνα
υπερούσια
αγγίζοντας τον πλανήτη
υπόγεια,
ουσιαστικά-

Και οι προσευχές που κατόρθωσα
πιστεύοντας κι όχι
στον θεό
που πιο επίμονα μου απίστησε
όταν να τον πλησίασα είχα μπορέσει..

Και εγώ
ας μιλήσω για μένα:
εγώ που με ξέρω από της μάνας μου τα νανουρίσματα,
εγώ
που είμαι τώρα πιο λιτός κι από ήχο
που απλώνεται έξω απ’ τις νότες- μέσα
στην γλυκιά μουσική!

Σκληραίνουν τα γραφόμενά μου

82.

Σκληραίνουν τα γραφόμενά μου και περιπλανιέμαι στις σελίδες τους-
σαν ένας μοναχός μίας που ίσως και ποτέ να μην υπήρξε
θρησκείας.
Δρόμους δεν έχουν βατούς.

Ανάμεσα από κακοτράχαλα μέρη πάω
σε ένα ανθισμένο πουθενά.
Ό,τι χρησιμοποίησα για να ανοίξω
την πόρτα του παράδεισου κλειδί
τώρα πιο άχρηστο ανάμεσα στα χέρια μου.
(μιλώ για λέξεις…)
Η ευκολία να αποστηθίζω ουρανό
μάλλον με έβλαψε.
Ξέχασα και στο χώμα να πατάω.

Ονειροπόλος όσο δεν θα ‘πρεπε.
Ανασταίνονται μέσα μου άλλες ευαισθησίες:
ορατού και αόρατου που θέλουν παραδομένο να με δουν..
Στήνω ένα σπιτικό ανέμων.
Οξύνονται μέσα μου όλες οι αντιθέσεις…

Μέσα στα χέρια μου λάμπουν οι ελευθερίες του τίποτα

81.

Μέσα στα χέρια μου
λάμπουν οι ελευθερίες του τίποτα, οι ελευθερίες των πουλιών.
Τα μικρά μυστικά λουλούδια που δεν τα μαρτυρώ γιατί
από το όνειρο έρχονται.
Οι ψιλές με νόημα βροχούλες που μόνο με αίσθημα καταλαβαίνω.
Οι απλούστερες σκέψεις που δεν ανήκουν πουθενά
παρά μόνο σ’ εμένα
που έμαθα να σχεδιάζω αύριο,
από το άρωμα ενός γενναίου λεμονιού..
Αν πεις που θα κατέχω ποτέ τι είναι η αγάπη, λαθεύεις-
Γιατί κι οι ποιητές πάντα θα απορούνε μην ξέροντας πότε αρχίζει και
πότε τελειώνει αυτός ο ουρανός..

Να κρυφακούς μες τα ουράνια

80.

Να κρυφακούς μες τα ουράνια και –προπαντός-
να μπορείς να μαθαίνεις ηθική που υπάρχει
στον κορμό ενός γέρικου δέντρου.

Διαβάζονται κι απ’ την ανάποδη τα περιβόλια.
Τα ζαρζαβατικά τους
προσδίδουν σπιρτάδα στον άνεμο.

Οι ευρείες τους
συνειδήσεις εκμυστηρεύονται γονιμότητα.
Ένας λεπτός
σιγανός, σχεδόν ήχος νερού που υπόγεια
τις ρίζες ανταμώνει..

Αρχαίο παμπάλαιο νερό.
Κορυφώνεται όντας κι αυτοκρατορικό και τρισάγιο
και ποιητικό και εμπνευσμένο
και βαθύ και ρηχό-
σκεύος της ζωής και σκεύος του πόθου..

2 Νοεμβρίου 2009

Ένα πουλί ανεμογεννημένο που αλήθεια ίδιο μου φαίνεται

79.

Ένα πουλί ανεμογεννημένο που αλήθεια ίδιο μου φαίνεται
με Μ πεπλατυσμένο.
Ανω-θρώσκει με την παράξενη θρησκεία του
της ελεύθερης πτήσης.
Δεξιά περνούν τα ψαροκάικα.

Ένας εσμός
από μπουκέτα άνθη- ορτανσίες
που ανάβουν στα μπαλκόνια- λίγο
πάνω από τον πλαϊνό δρόμο της θάλασσας.

Χτυπούν τα παλαμάκια του ζεϊμπέκη ανέμου.
Τεντώνονται όλες οι χορδές.
Ένα λευκός
Καλόγνωμος ήλιος λογχίζει το αβυσσαλέο μεσημέρι
που τα πλοκάμια του κρατούν καλά την αψεγάδιαστη ευδία.
Καλά νερά, νερά γαλάζια
κυλούν προς την ζεστή μεριά της γης.
Ο Ιούλιος
βαραίνει και στην γνώμη και
στην απόφαση.
Κρατάει τον ίδιο τον σκοπό που τραγουδούν τ’ αρχαία δέντρα
που πλάι στην παραλία γίνονται θεόρατες ευλογημένες προσευχές.

Από γεμάτο Ιούλιο κι από άδειο φεγγάρι

78.

Από γεμάτο Ιούλιο κι από άδειο φεγγάρι
αρχής και γενομένης από Κυριακή

και δύο ενιαυτούς μετά από την πρώτη σου ποιητική κατάθεση-

ίδιος δεν είσαι αλλά είσαι εσύ
παρασάγγας μακριά από τον προτεραίο σου εαυτό

Τώρα
που ομιλείς ελληνικά και είσαι
ταγμένος να βαθαίνεις στα μυστήρια των λέξεων

και

άμα δε τω Ήρι αρχομένω

θ’ αφήσουν οι σελίδες σου τ’ αρώματα
να κατακλύσουν το στερέωμα
που πάλλεται..

Στο ωδείο της μέρας μαζεύτηκαν τα πορφυρά κορίτσια

76.

Στο ωδείο της μέρας μαζεύτηκαν τα πορφυρά κορίτσια
σαν νότες
που επαναστάτησαν
με τόσα θαρρετά φωνήεντα·

Με τα λινά πουκάμισα που από μέσα
πυροβολούν οι ερεθισμένες ρόγες·
τα βαμβακερά μπλουζάκια
που ο ιδρώτας σύνορα να σχεδιάσει θέλει..
Ά! Φώτα,
νιάτα του καλοκαιριού, υπεροψίες
της νιότης!
Η καρδιά
παντιέρα που ψηλώνει και
παντιέρα που αρμενίζει..

1 Νοεμβρίου 2009

Κυκλοφορούν μες το μυαλό οι άσωτες παρομοιώσεις

75.

Κυκλοφορούν μες το μυαλό οι άσωτες παρομοιώσεις:
το πουλί να μοιάζει την ψυχή μου, η επιθυμία
μοιάζει αμνό..

Αρχίζει
το φως να γλιστρά επάνω στις αμόλυντες πέτρες·
τα δόντια του
μασουλάνε τα συμπεράσματα της διαφάνειας·
εντείνονται οι εξάψεις, μαθαίνονται όλα τα κρυφά- τι περιμένεις;
Αγκάθια έχει η κάθε εποχή.
Κι εσύ που αποταμιεύεις λυρικές φιγούρες
κάτω από των άστρων το ατμοσφαιρικό μαγαζί-
το ηλιοβασίλεμα σε βάζει στόχο-

εκεί να μείνεις..

Περικυκλωμένος από τον αφρό της γαρδένιας και το πεισματικό γεράνι
που ασήμωσε το αγέραστο φεγγάρι..

Από τραγούδι έχω μάθει να μιλώ

74.

Από τραγούδι έχω μάθει να μιλώ, από τραγούδι..

Πάρε με τώρα
άνεμε της ανατολής, πάρε με τώρα
και ξύπνα με μες τα περβόλια των αποκαλύψεων..

Εκεί που το φεγγάρι έχει σημασία πιο δυνητική
κι από ηθικό δεδομένο..

Και τράβα με, κομμάτιασέ με, μες το αύριο
όπου θα σκάζουνε οι σκέψεις των ανθρώπων σαν
παραγινωμένα φρούτα..

Να με πας και μην με φέρεις-
μίλια μες την δική σου καρδιά..

Αυτό που είμαι, παραείναι πορφυρό

73.

Αυτό που είμαι, παραείναι πορφυρό-
κάποτε
σαν φωτιά μαχόμενη..

Ξυπνώ
τις νύχτες και είμαι ερυθρότερος των αναμνήσεων:

Ένας λυσσασμένος για έρωτα σκύλος..

Εκείνοι είναι πάντα οι κήποι των ρόδων

72.

Εκείνοι είναι πάντα οι κήποι των ρόδων και αυτοί είμαστε τώρα εμείς
οι αιώνια ερωτευμένοι.
Τα χείλια μας καίνε και οι λέξεις που λένε
είναι σαν που των άστρων τις εποχές ξανα-
χρησιμοποιούν για ν’ ανοίξουν
καινούριο των αισθημάτων αλφάβητο.


Ά! να μπορούσα να σε πω όπως σε λένε
οι σιωπές οι μέσα μου που σκέψη
δική σου περιέχουνε..
Να σου κρατώ το χέρι κι έτσι ακόμα, όπως
κι από μακριά εσύ μαζί μου είσαι..

Βεβαιώνει ο κόσμος τα ανθισμένα λουλούδια μου
του λόγου, τα δικαιώνει..
Κι εγώ σε ψάχνω εκεί, στα μεστά σύννεφα
που ταξιδεύουν και πολυόμματα κοιτούν
πάνω απ’ την γη, τον έρωτα
τόσων θνητών ανθρώπων..

Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου