...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

29 Φεβρουαρίου 2016

Αποστάτες..


Ζητούν κουβέντες αλλά είναι μοναχικά διακείμενοι πίσω από κείνο που είναι οθόνη
και σουλουπώνει την ουσία του κάθε καημού.
Και πονάνε, ηττημένοι πίσω από ώρες που τους πολιορκούν, χλευάζοντας την ταπεινή τώρα ψυχή τους.
Παρακολουθούν την ζωή – η ζωή τους παρακολουθεί.
Νιώθοντας τον αιφνιδιασμό μιας απόφασης που δεν καταλήγει και πουθενά κι όμως
ωραία,
μόνοι τους,
από όλα,
αυτοί αποστάτησαν..

Ο αετός του εγγονού…


Όλο το παιχνίδι της γης…


Για να διασκεδάσει ο θεός
τακτοποιεί το χάος κάπου πιο ψηλά
απ' των βουνών τις κορφές
και τα δέντρα κρυφογελάνε ενώ
πουλιά ιλαρά μαστιγώνουν τον ουρανό με
τα πλουμιστά φτερά τους
ο ζέφυρος γέρνει απαλές νότες πάνω στην θάλασσα
το τόξο του ήλιου σημαδεύει αλάθητα
η τελετή του φωτός συντελείται
ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω
κι οφθαλμούς να τέρπεταί του η καρδία, αφού
όλο το παιχνίδι της γης πάνω σε μια ποιητική σελίδα
έχει νόημα έτσι και στέκει..

Συμβάντο…


Ψυχογραφείς κι ένα ίχνος από φευγαλέα σκέψη αφήνει το σάλιο της επάνω στα πλακάκια σαν
Ο γυμνοσάλιαγκας που αραδίζει ύστερα απ' την βροχή.
Τα άνθη κοιμήθηκαν κάτω απ' τις λεμονιές.
Ο μήνας τελείωσε.
Η χλωροφύλλη αγαπά τα στιλπνά φύλλα του δέντρου και ζεύεται το γενναίο φωνήεν της να βρεθεί κάτω από της έμπνευσης την ακρότητα.
Εγώ- σε διαβάζω σαν πάντα εγώ.
Ο χρόνος χλιμιντρά μες την ζωή μου σαν βουκεφάλας του αίματος και που αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση και ποδοβολητό..

Σχεδόν έτσι…




Αυτά που δεν καταλαβαίνω, δεν τα καταλαβαίνω
έτσι κι αλλιώς
αλλά και τα άλλα, αυτά που με εγκλωβίζουν σαν 
μία απόχη που με καθηλώνει σε ανίατες πραγματικότητες, αχ Θέε μου!
Ποιόν τρόπο βρίσκουν οι ονειροπόλοι να δραπετεύουν, ποιόν
να σκηνοθετούν ενώ όλα αφρόντιστα είναι
μες την ασυνταξία;
Και με την ποίηση-
τι δρόμους χαράζω;
Πού με απάγεις ντουνιά; Να τώρα
που αναρωτιέμαι και ξανά μεσημέριασε, αφήνοντας
μια μυρωδιά από θειάφι να σκουντουφλάει στα ρουθούνια μου, λίγο πιο πέρα
από τις Θερμοπύλες, στον ήλιο
μέσα που ζαλίζει και ανασταίνει
των πεσόντων την αγωνιώδη κραυγή..

Συνέβη…




Συνέβη·
Όπως συμβαίνουν τα πουλιά
Και ο άνεμος
Και μια ευθεία που καμπυλώνεται
Και το λουλούδι στον κάμπο
Και το μοιραίο δυστύχημα
Και μια θεότητα που συνεπικουρείται
Από έωλα πνεύματα·
Συνέβη·
Και η νύχτα το διαλάλησε
Στον κόσμο των άστρων·
Και μετά, όταν ήρθε η μέρα
Ξεθύμαναν τα γεγονότα και δεν είχαν κατάληξη
Μόνο ήταν
Ένα εγωιστικό παραμύθι
που ψεύδεται
Έως το τέλος των πάντων..

[Διαβάζω αστειευόμενος με τις απαγορεύσεις:]

Διαβάζω αστειευόμενος με τις απαγορεύσεις: θέλω να πω, διαβάζω ο,τιδήποτε μου προκαλεί το ενδιαφέρον, αποκλείοντας τον φανατισμό μου να ζητώ την ποίηση στα ρηχά της πεζότητας και στα βαθιά της ζωής.
Είναι μια πρακτική που οξύνεται όσο μαθαίνεις να συνηθίζεις το πιπέρι των γεγονότων, όσο η γεύση τους σε οδηγεί σε μια γαστριμαργία τολμηρή.
Μαγειρεύω με την φλόγα των ασήμαντων- και πετυχαίνω να με ξενίζουν τα χρώματα που ζητούν μια μπαχαρική συμπόνια για να δώσουν ένα πιάτο γεμάτο με το διαυγές ποίημα που καβουρντίζεται σε σιγανή φωτιά των παθών μου..

28 Φεβρουαρίου 2016

Τρέχον μέτρο…




Κάποτε ζητώ μια λέξη: σαν να αξιώνω να μου φανερωθεί ένα θαύμα, να γευτώ μια φανταστική αποκάλυψη, να στρέψω το κάτοπτρο προς το μέρος μιας άυλης μορφής, που περνάει από μέσα του και αφήνει μια σκιά τόσο έντονη όσο και το πιο μεγάλο και δυνατό Αίσθημα.
Αλλά, πάντα, ζητώ την Αλήθεια, την απαρχή του γεγονότος της Αλήθειας, την καυτή λάβα του Σκοπού. Εκεί στήνω την ποίησή μου, στο εμβαδόν μιας εξουσίας που δεν μου ανήκε κι ούτε θα μου ανήκει ποτέ, κι ας είμαι εγώ οαρχιτέκτονας ενός περιώνυμου χάους.
Όποιος κατάλαβε από αόρατο κάτι, καταλαβαίνει-
Ζητώ να φορολογηθώ για μια Αποκάλυψη που θα είναι και το σπουδαιότερο, για σας, κληροδότημά μου..

Πρωτεύουσα…




Πρωτεύουσα βαρύγδουπη σαν αγελάδα·
Κατεβάζει ένα γάλα παχύ, όπως
των καταθλίψεων το κατακάθι-
Στους δρόμους οργανώνονται σαρωτικά παρτάκια,
Χορεύουν οι νέοι σαν να τους κινούν αόρατα νήματα,
Μαριονέτες πάνω απ' την σκιά,
μαριονέτες πάνω από τον θάνατο-
Τι θα πράξεις εσύ που λαβώθηκες κι όση ευαισθησία σου μένει
Είναι σαν ένα κάρβουνο που ανάβει κλέβοντας την τέχνη του Ηφαίστου;-
Παρακολουθώ την ευδία που ανοίγει μια πόρτα στο φως·
Πίσω απ' την οθόνη ξέρεις πως σε παρακολουθώ όπως
κι εσύ το ίδιο κάνεις
Παρφουμάροντας την μοναξιά που κρατάμε, να
αποδοθεί μια δικαιοσύνη
Που κάνει τα ανθρώπινα λιγάκι πιο υποφερτά..

27 Φεβρουαρίου 2016

Τελευτώντας ο μήνας..




Ανάμεσα στα φυτά, ένα κάρβουνο ξεχασμένο από κείνα
που ο ζωγράφος θα ξέχασε αφού
ιχνογράφησε την σιγαλιά, νάτο

ντροπαλό και απομονωμένο, τελεσίδικο, μουντζουρώνει
την Στιγμή ώσπου εκείνη ωραία εχάθη'- και ύστερα

επάνω στην σελίδα της γης, εμφανίζεται
ένα κορίτσι
αγαλματένιο, μια κόρη
ξανθή,
λουσμένη
στο φως,
σιγοτραγουδώντας

κάτι του συρμού, ενώ
τα νέφη την στολίζουν με μια δόξα που
δεν είναι δικιά τους-
τελευτώντας
ο Φλεβάρης και του έτους οι συνδιαλλαγές
μάλιστα κι εμφανώς κάπου τελειώνουν..



Σκηνικό του σήμερα..




Υποβάλλονται λόγια και, μες την συνείδησή μου, κλαίει
ο κόσμος·
μανιασμένη θάλασσα, πόσο αίμα αντέχεις; Η Ευρώπη
μια δούλα που λασπώνει τα παπούτσια της
στο ξέφραγο χωράφι των ανέμων.
Πίπτουν οι διδαχές των νεφών εν είδει
σταγόνας
που μετεωρίζεται
και ύστερα ανάβει
πάνω από τα καμίνια των ουρανών.

Συλλάβισα τον ήλιο αλλά δεν ήθελε η εποχή.
Τώρα χτυπούν τον όνο και πονάει ως και το σαμάρι- τώρα
η απονιά βασιλεύει.

Πού πας, που σε έχω στα σπλάχνα μου, πόνε
των επαναστάσεων- πού πας;

Είναι φωνή των έσω, είναι
καμπύλη μες την ιστορία και αφύλαχτη
διάβαση- μια προσφυγιά
που την εντείναμε,
ένας ξεριζωμός
να χάσει η μάνα το παιδί και να χαθούνε
οι πατρίδες..






24 Φεβρουαρίου 2016

Ποίηση πίσω απ' την μαντρούλα..


Ψιχάλισε μες την καρδιά μας· έλα
Πίσω από το άλσος και το παρεκκλήσι, στον επάνω λόφο
Να δεις που αγαπώ την θάλασσα και το κορίτσι μου που πρόφτασε
Στο μπόι τα δεινά πευκάκια, μελαχρινή
και που γελάει τραγουδώντας
Αύρες της μέρας που σώθηκε
Πίσω από τις ασβεστοχρισμένες αυλές.
Τσαλιμάκια ανέμου λυγίζουν τα κλωνάρια που ερωτεύονται
Του σπίνου τον κελαϊδισμό και την δύση που έρχεται.
Γράφουμε πυρπολώντας κάθε φλέβα.
Τέτοια η ποίηση θέλει θυσία- τέτοιες
οι ρίμες που της δίνουμε..

23 Φεβρουαρίου 2016

Όνειρα θολών τοπίων


Με κατοικείς..



Με κατοικείς φαίνεται, με κατοικείς τω τρόπω που κι εγώ αγαπάω-
Είμαι οίκος μοναξιάς αλλά μέσα μου
έχεις υπόσταση ερωτική,
Μιλάς παρομοιώσεις που ούτε και ξέρω,
Γράφεις την αισθαντική ιστορία μου.
Φαίνεσαι κι όμως δεν είσαι,
Υπάρχεις κι όμως τροφοδοτείς μια ουσιαστική απουσία,
Ζωντανεύεις τον πλουραλισμό των επιφωνημάτων.
Από την θύρα μου εισέρχεσαι στο πουθενά μου-
Ατέρμονα, παθιασμένα-
Νικάς και όλον με διαχειρίζεσαι τον ερωτοπαθή-
Κορίτσι των ανέμων του στήθους μου…

Γραφή στην νύχτα…


Γραφή πέρα απ' την πρωινή πάχνη
Και πέρα απ' τον ψίθυρο των σαλιγκαριών
Στο σημείο που ένα φεγγάρι έβγαλε 
τα παπούτσια του
Και περπάτησε μέσα στην νύχτα·
Απ' το πηγάδι ανασύρονται
γαλανά φωνήεντα
Και ρίμες της θαλάσσης
Επικοινωνία υπόγεια των νερών·
Η γη μένει ευχαριστημένη
Και μνημονεύει ανθισμένες κερασιές και λιγούστρα
Που φτιάχνουν τον φράχτη τον ερμαφρόδιτο
της μέρας..

22 Φεβρουαρίου 2016

Η πίστη…


Αφουγκράσου την άνοιξη πίσω απ' τα αγριολούλουδα.
Σήμερα το πρωί μια μέλισσα πετάριζε μπροστά μου
Και βύζαινε τα άνθη μαλακώνοντας την λυρική θεωρίας τους· α καημέ!
Βλέπω πίσω από κείνα που μου φράζουν τον ορίζοντα.
Γελούν γύρω μου ευωδιαστές εξάψεις και η λιακάδα ντροπαλή ανασκευάζει την ειδή των αφρόντιστων χωραφιών- ως να φανεί
Που θρησκεύω σε μια πίστη που δεν έχουν οι άλλοι.

Επιθυμία…





Για μια λιακάδα, ο κόσμος παραχωρεί τις κυριαρχίες του·
Καλοτονισμένα πουλιά κουρδίζονται εκ νέου μες την μέρα που ωραία προχώρησε·
Ένας θάνατος γράφτηκε στην ιστορία: είναι τα τιμαλφή που ποτέ μας δεν χάνουμε-
Ο νεκρός είχε όμορφη μνήμη·
Τώρα τον ταξιδεύουν άνθη μέσα στο στερέωμα,
Μια μουσική αναθερμαίνει τον έρωτα- όλα ξακουστά και παθιασμένα τα ζούμε,
Η ψυχή μου ψυχή σου και έλεος μυρσίνης χαρίζει αφείδωλα ο θεός-
Αν φύγω να 'ναι μεσημέρι και ο ήλιος να λάμπει..

21 Φεβρουαρίου 2016

Από τα μύχια…


Κοιμήθηκαν στον αιώνα οι πασχαλιές:
άνθη που άλλαξαν κατεύθυνση- τώρα
διαβασμένα όμορφα είναι
μέσα στους κήπους με στεντόρεια φωνή
κι ενός αγγέλου η γνώση συντροφεύει
τα μωβέ άμφιά τους.
Του κοριτσιού το στήθος στενάζει·
Ένα τραγούδι που ακόμα δεν λυτρώθηκε
αφήνει τον κρυμμένο έρωτα να αποκαλυφθεί
γενναίος και ένδοξος.
"Έφοδος προς τον ουρανό" που έλεγαν οι άλλοι·
Τώρα υψιπετείς πόθοι γεμίζουν
την υδρία με λαγαρό νερό
των φιλιών σου το απόσταγμα..

Με έναν τρόπο, ερωτικό..


Λιγόλογος; Μπα· έχει ποντάρει πάνω μου η φλυαρία
Λόγους ρόδινους και τραχιές ανηφοριές των λεξιλογίων.
Καταλαβαίνετε; Εντεταλμένος να μην απουσιάζω
Από καμιάν ομήγυρη παραμυθιών· να κοίτα:
Με αγαπά ο άνεμος, τα φτερά του χτυπούν επάνω μου λέγοντας
Το κορυφαίο ψέμα των αποσκιρτήσεων· φεγγάρι
Που σε ήπια στο ποτήρι, σκυθρωπή πλεκτάνη
Της αράχνης στον εκμαυλιστικό ουρανό- φέρτην κοντά μου·
Ερωτεύομαι κι είναι ο πόνος μεγάλος· όλη η ποίηση
είναι μια λαίλαπα σκιά που καταπλάκωσε κι απόψε την σελίδα μου· και το κορίτσι
Είναι πάντα αλλού.

20 Φεβρουαρίου 2016

Στον Παντελή.. Καλό ταξίδι!





Παίγνιο του αέρα κι ας με ξένισε η φωνή
Στα ψηλά μόνο μετρήθηκε και του περίσσεψε το θάρρος·
Νόμοι που ανομούν κι η απονιά ας κατεργάζεται θανάτους
Σπουδή πάνω απ' την σπουδή- κλαίει γελάει, πάντα εκ των έσω
Μηδενίστε το κοντέρ της ευθύτητας- ίδιος που τον περίμενα είναι:
ήρωας λαϊκός που κήρυξε, με μια συνάφεια της μουσικής, έτσι πολέμους
Τώρα μετράει την ερημιά και είναι η ομιλία του αφιερωματικά άνθη
Δίνει το τάδε του παρόν στις τύχες που δεν θα παρασταθούνε
Στην χάρη του έτσι που αγαπημένος εκοιμήθηκε
μέσα στων λουλουδιών την αγκαλιά
Και ζει στην μνήμη καίοντας τα λυρικά παράπονά του..



Κανών ο Μέγας




κι αν πεις ο ιερατικός τόσο συνάμα. Πέφτουν τα σύμπαντα,
ο αέρας σκηνοθετεί λυρικές ωραίες δαπάνες,
η γλώσσα εγκαθιδρύει σύμβολα, κανείς δεν πεθαίνει
μέσα στον κήπο με τις λεμονιές και τα ανθισμένα
θερμά τριαντάφυλλα, αενάου
αποκαλύψεως τα οικουμενικά ποιητικά δώρα·
σε ασπάζομαι τώρα που φεύγεις και για άλλη πατρίδα βαδίζεις,
λυπημένος και μόνος, κρυμμένος
μέσα στην μοναξιά σου, ενώ το πλήθος
ζητωκραυγάζει τις λάμψεις των ονείρων σου, την ώρα
που όλη η απουσία σου είναι ένα ακόμα τραγούδι
που δεν είπες και ήρθε
μονάχο του, αυτοφυές να σταθεί
στο ύψος που ο ένας ουρανός μες τον άλλον εισβάλλει..

19 Φεβρουαρίου 2016

Ερώτηση εις εαυτόν…



Καιρός του σπείρειν…
Δαιμόνους όμως γούσταρε η εποχή..
Τους ξόρκιζα
επάνω απ' την ταράτσα του ορίζοντα
άκουγα τα αγκομαχητά τους
καθώς η ώριμη σελήνη έγραφε
πιρουέτες
μέσα στην νύχτα·

Εκείνοι χλεύαζαν την σιωπή μου και ασχήμαιναν
κάθε προσέγγιση που αγαπούσα εγώ:
είναι ο τρόπος του Κακού να διαφεντεύει·

Κουκούβιζα μέσα στην μοναξιά· ξέρω
να ζω έτσι
δα· μισός θνητός κι ο άλλος
μισός αλαφροΐσκιωτος,
σχεδόν πουλί
που όλα τα σημαίνει με το πέταγμά του·

Κάτι ψιθύριζα
πάντα- σαν να μου έδινε φωνή
και το άνθος ακόμα·
γελούσα από μέσα μου·
όλη η θλίψη μου μια μακρινή σκιά
που πολεμάω·
άραγε θα σταθεί ο κόσμος
στο ύψος που θέλω;





16 Φεβρουαρίου 2016

Ευλαβούμαι…


Μέρα γαλάζια τείνουσα
στο υπερσυντέλικο χάος, λιακάδα
και δέντρα εγγεγραμμένα 
στο ίσαλο φως του μεσημεριού·
Άτσαλος αέρας, μουρντάρης, σηκώνει
τις φούστες των γυναικών και
αχνοφαίνονται τα τσιριχτά φωνηέντα,
ποιητικό απόβαρο του πόθου·
Με φωνή νεράντζι, όλα ξεγυμνώνονται και όλα
στρέφουνε προς ανατολάς την κάρα τους
την αγιασμένη·
Είναι η Ελλάδα που ξέρω, είναι
ο τόπος που αγαπώ, είναι
ό,τι οργιάζει και ό,τι μένει μετέωρο
απ' την αυγή κι ως το ηλιοβασίλεμα·
Ένα δίστιχο, ενός ιάμβου αναπνοή, μια
διθυραμβική νότα, μια μουσική
που ευλαβούμαι να την συγκρατώ
μέσα στον νου μου κι η ψυχή μου
κι άλλο να θέλει..

Εικόνας το γέννημα…


                          Στην Εύα Νεοκλέους..


Η συννεφιά παρφουμάρει τον ορίζοντα με δρόσο·
Ταΐζεις τα πουλιά- σου υπακούνε·
Η τάξη τους είναι η τολμηρή αταξία-
Κι όμως έτσι πορεύονται χιλιόδοξα·
Στην καρδιά σου η πατρίδα θυμώνει και ξεθυμώνει-
Είναι το καλοκάγαθο παιδί που νομισματοκοπεί την λύπη του·
Στην ουσία όλα που πονέσαμε και μας άγγιξαν είναι:
Δόκανα λυρικά που μας γραπώσαν κι απομείναμε σε μία απαρασάλευτη φυλακή..

15 Φεβρουαρίου 2016

ΜΑΚΡΙΝΙΤΣΑ, ΜΠΕΛΕΣ


Χαρούμενος! Θέ μου πόσο χαρούμενος! Την ματιά μου
Σκίζει επιδέξια χελιδόνα..
Το παράθυρό μου ανοιχτό-
Παντζούρια καρφωμένα και ακούω
Τον θόρυβο του δρόμου:
Παιδιά που παίζουν με μια τύχη ποδηλάτου-
Το γενναίο νερό μια νίκη
Παγκόσμια. Και τα φυλλώματα απ’ το τεράστιο πλατάνι
Οσμές αιώνιας ερημιάς που
Θροΐζουν μες τα χρόνια.
Κι εγώ ησυχάζω πάνω στο στενό κρεβάτι
Και δέχομαι όλες τις διδαχές της εξοχής αυτής
Που μου μιλάει με τα πολυάριθμα φυτά της
Με δέντρα που έχουνε κλωνιά που βγαίνουν
Μες από όνειρα.
Κλείνω τα μάτια κι είναι δύο οι κόσμοι στην καρδιά μου:
Ο ένας μ’ ένα φως ροδιάς κι ο άλλος
Σταλάζοντας αργά σαν μια νεροσταγόνα
Που πέφτει απ’ τα φυλλώματα διάφανη
Μες την ματιά μου.
Δεν το πιστεύω που μια ανεξήγητη βροχή αναμερίζει
Τις κουρτίνες του μυαλού
Να χωρέσει περισσότερη λάμψη απογεύματος με τον ήλιο
Που δύει σαν έμβλημα
Πορφυρώνοντας
Τις κορυφογραμμές που απαλά
Σμίγουνε σαν κεφάλια σκύλων-
Αρχαία μνήμη.
Βροχούλα καλοκαιρινή, σαν δώρο ανεκτίμητο
Κάτω απ’ τα πόδια του βουνού αρχίζοντας
Να τραγουδά εκεί που εμείς απουσιάζουμε-
Στον ορίζοντα μέσα είναι το μάκρος της ματιάς.
Μακρυνίτσα σκαρφαλωμένη στο ύψωμα. Μπέλες.
Το σύνορο μια χώρας που αρχίζει με ναούς στο πέλαγο και τελειώνει
Εδώ
Μ’ αυτούς τους κίονες των δέντρων
Που είναι ναός και πάλι
Του αγεριού και του πουλιού για να προσεύχομαι
Σε τούτη την δική μου πράσινη εκκλησία!
7.8.2007

ΑΝΩ ΠΟΡΟΪΑ


Πόσο ξίφος του ήλιου να σπαθίζει τα φυλλώματα
Ένας θεός ξέρει πόση μυρωδιά
Τριαντάφυλλου που αγγίξαμε σαν δυνατό βελούδο
Και το νυσταγμένο αυτό υγρό αεράκι
Να δροσίζει την ματιά μας και πνευμόνια..
Ξέχειλες οι γούρνες στις βρύσες με τρεχούμενο νερό
Πάντα ανοιχτές σαν να θέλουν
Να μας διδάξουν κάτι για την αφθονία.
Πλατάνια θεοτικά που ξύνουν ουρανό
Και κάτι ψυχωμένες σιωπές με κατάνυξη
Και αλφάδι υγείας.
Ο ήχος απ’ το ποταμάκι που σου μουρμουρίζει έναν σκοπό
Που θα 'θελες για πάντα να αποστηθίσεις.
Το ξέρω ότι απ’ όλες τις περιουσίες μου
Μόνο αυτό θα είναι πάντοτε ανεκτίμητο
Θα φωλιάσει μέσα μου σαν απώτατο κύτταρο
Και θα σβήσει μ’ εμένα.
Κι αν κάποτε θα έχω μία ησυχία πιο δυνατή κι από την άσπρη πλάκα μου
Που θα κάνει σαν βωμό αρχαίας θλίψης το φεγγάρι-
Στο χώμα που θα διαφεύγει απ’ την εξουσία των λόγων μου
Ίσως φυτρώσει ένα λουλούδι αναίτιο
Ένα ανυπόταχτο της φύσης καμάρι
Που θα φέρει μέσα του το ρίγος που θησαύριζα
Τριγυρίζοντας μέσα στο αγιάζι των καιρών- μόνος
Μονάχα με την μοναξιά μου σύντροφο
Να αποδοθεί σε πράξη αυτό το φεγγοβόλημα
Του χρώματος
Σαν αγιάζοντας κάποτε
Ανάμεσα στις γήινες ουσίες έρχεται
Σαν δώρο η ευτυχία...

7.8.2007

ΣΠΟΥΔΗ ΕΑΥΤΟΥ





      

Δόκανο όλο που καραδοκεί
Λίγο ν’ αφήσω το τιμόνι, λίγο
Να αστοχήσω ξέγνοιαστα.             Και η ζωή
Γυρίζοντας την φτερωτή της σαν παλιός νερόμυλος
Με θορύβους, με αποτέλεσμα
Μοναξιάς και αγωνίας.

Τυχερός που ένιωσα το βαθύ τραγούδι του πουλιού
Τον όρθιο σκοπό
Της Φύσης
Το μεγάλο
Κάλεσμα:
Να μάθω δέντρα
Χλόη, νερά, αγρύπνιες
Μέσα στην νύχτα-    όταν
Το υνί με όργωνε σαν χώμα..
Το σπλάχνο μου που δέχονταν τον σπόρο
Της ζωής- σαν
Αξίνα αρχαιολόγου
μέσα μου
να σκάβει και
Ν’ ανακαλύπτει τα θαμμένα αυτά
Της γλώσσας:         
ρίζες, ρήματα-
Σαν παράθυρα ν’ ανοίγονται για να κοιτάξω
Ορίζοντα άλλον-  Ευαγγέλιο!
  

                                                 8.8.2007
                                        Μακρινίτσα, Σέρρες.





14 Φεβρουαρίου 2016

ΠΟΙΗΣΗ..

Ευτυχία..


Λειτουργούν μες την βροχή οι εκκλησίες· τα σήμαντρα γεμίζουν ήχο τις πτήσεις των πουλιών· μια πρωινή θλίψη συντρίβεται επάνω στο ντουβάρι του ορίζοντα· σκεφτικός ο Θεός κοιτάει κατά την θάλασσα.
Ο κήπος βεβαιώνει την ώχρα· όλα μιλούν την ευωχία των κήπων·
ένα γυμνό σαλιγκάρι αραδίζει πάνω στο cotto·
η φτέρη με
τα σπαθάτα φύλλα της γδέρνει τον τοίχο της αυλής· η σουσουράδα
χοροπηδάει· άνεμος πνιγμένος απ' το σάλιο του βήχει μες το μυαλό του τοπίου·
συντυχαίνω ωραίες υποψίες και μεστώνει το ποίημα μου από αρώματα που κι εγώ δεν ορίζω..

13 Φεβρουαρίου 2016

Όνειρα θολών τοπίων


Αυγινό…




Τώρα ήχος βραχνός, τανυσμένο τόξο που θα στοχεύσει
τον μπουκωμένο ουρανό, βροχούλα
Που πνίγει τον συλλογισμό μου, κοντά
στις τρεις τα ξημερώματα, άοκνο άστρο.
Βρήκα την σιωπή να μ' οδηγεί σε κείνα που δεν έχω·
Βρήκα του τέλους την αρχή κι από το τέλος ξαναρχίζω
Πορεία δύσκολη και που δεν την μετάνιωσα μετά
Ποτέ· βρήκα
Το απολωλώς βυζασταρούδι που πρωταγωνίστησε
Σε ιστορίες που με ξεπερνούνε· βρήκα
Τον ειρμό κι από κει που τον άφησα μ' άφησε
Ο αέρας να φυσώ σ' άσπρα μαντήλια
Λογάκια ρόδινα και που τα πήρε σύσσωμη η αυγή..




Μετάβαση…





Μυθολογίες σκαρώνει το φεγγάρι και γέρνεις στην αγκαλιά μου γελώντας
Πάνω σ' ένα αστείο του άστρου·
Παντού καημός:
Στα στιλβωμένα φύλλα, ύστερα απ' την βροχή, στις λαμαρίνες των αυτοκινήτων
Που επαίρονται μια λάμψη φευγαλέα, στις κουβέντες
Μετά απ' τον έρωτα, φιλί με φιλί, στο ποίημα
Που άγγιξε το αθέατο και μουντζουρώθη'..
Προάστιο βυθισμένο σε μια σαρωτική υγρασία·
Τα δέντρα μιλούν σιγά και, ως να ξημερώσει,
Τα πουλιά φοβούνται πάνω στα μουσκεμένα κλωνάρια τους
Να κινηθούν.
Όνειρο η ζωή ή εφιάλτης;
Ζαφειρένια ευδία μετά που ο ήλιος διαιτητεύει τους αγώνες των πλασμάτων
Εξαπολύοντας θεραπευτικές μουσικές επάνω στην γαστέρα της γης.




12 Φεβρουαρίου 2016

ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΑΞΙΖΟΝΤΑΣ..




Ο υπερθετικός μου είναι ένας ύμνος από γαλανό ορίζοντα
που δεν θα τον χωρέσω πουθενά
Θα καθαιρεθώ μέσα από όλες μου τις ανάγκες και θα μείνω
γυμνός όπως πρωτόπλαστος που να θρησκεύει δεν θα ξέρει
Θα έχω το ύφος που δεν θα διαβάζεται παρά μόνο
μέσα στα ευαγγέλια που θα χαθούν μετά
μες σε διδασκαλίες πουλιών και σε λόγια νεραΐδας.
Αναχωρητής από άποψη- της ερημιάς θα νέμομαι το χάος
Και θα ξυπνώ χαράζοντας τη μέρα μέσα στα ζεστά,
ωραία χρώματά της.
Της πολιτείας των ανθρώπων η βαριά βοή
θ’ αναστατώνει τα φρένα μου- σαν τρελός θα γυρίζω
μέσα στις μέρες που θα λιγοστεύουν τις ελπίδες μου…
Με έναν ποίησης θεό που θα λείπει..
Θα φλυαρώ κομίζοντας άχρηστα ρήματα και της φιλοσοφίας
λαμπερές γιρλάντες.
Αιρετικός του εαυτού μου ακόμα.
Αντωνυμίες εγωιστικής φαυλότητας
θα ακυρώνουν γύρω μου τα ξεφτισμένα ουσιαστικά
που θα πατούν το ένα πόδι έξω απ’ τον πλανήτη.
Των αγγέλων οι θεωρίες θα υπερασπίζονται αιώνιους απέθαντους θεούς-
Καθώς θα γράφουν σε ψαλμούς δοξαστικούς λιβανισμένο τ’ όνομά τους.
Και έτσι όπως θα γερνώ και θα γυρνώ
μέσα στο Τίποτα που θα μου χαριστεί ατόφιο
Θα φτάνω τον θνητό μου μύθο ως το τέλος του
και θα πεθάνω αξίζοντας μια ρίμα πικραμένη…

7 Φεβρουαρίου 2016

Περιουσία…


Προέχει η ορθογραφία των εντυπώσεων-
Σαν να κυνηγάς κάτι και να σου ξεφεύγει·
Έσω καίριος, επικεντρωμένος
Ανάμεσα σε πάθη και φωτιά-
από φιλί κι από κορμί χορτασμένος· πού
Ανήκουν οι τρανές σκέψεις σου, πού
σε ποδηγετεί η άνοιξη να είσαι;
Εύχαρις ανάμεσα στα ηλιοτρόπια και
Μανιασμένος μπροστά απ' τα φυτά που ενδύθηκαν
Πολεμικές δαπάνες να σου παραστέκονται όταν
οι άλλοι όλοι σε εγκαταλείπουν·
Ευτυχής που ενός ποιήματος η αξία
Καταχωρήθηκε στις άσβεστες περιουσίες σου..

Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου