...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

31 Ιουλίου 2015

Εικόνα…





Φυσικά και είναι ωραίος ο απόπλους
από το Τίποτα προς τον μεγάλο ωκεανό
της φαντασίας μου.
Ούριος άνεμος και τα πανιά όρτσα
τον όρμο εγκαταλείποντας των λέξεων.
Στεκόσουν στην πλώρη, άγαλμα συγκινητικό.
Μόνο τα μαλλιά σου ανέμιζαν όπως του ανέμου οι πνοές
βάθαιναν προς την θάλασσα που ακινητούσε.
Γυαλί καθρέφτης τα νερά.
Στων ματιών σου την ηδυπάθεια ο χρόνος σταμάτησε εφευρίσκοντας
κραταιά δυνητικά επιχειρήματα.
Κι εγώ σε αγαπούσα πάντα όπως θα σε αγαπώ!

Μολόχα ή ζέρμπερα


     


Μολόχα ή ζέρμπερα, ζωντανή, θρυλούμενη, μου μιλά απ’ το βάζο
Και από το οικόπεδο δίπλα στο σπίτι που μισογκρεμίστηκε, κρατώ
Το ηλιοβασίλεμα στον νου μου και το πιάνω
απ’ το μπαλκόνι μου
Κοστίζοντας πολύ να απολαμβάνεις
το ευτελές και το απλό.

Στολίδι ακριβό ανάμεσα στις πέτρες και τα αγριόχορτα
Κι εσύ στο βάζο λουλουδάκι που μιλάς αποστομωτικά-έι γεια σου!
Από τα παιδικάτα μου έρχεσαι εικόνα, από τον νου εκείνου του παιδιού που έπαιζε,
Με τα κοντά παντελονάκια του, πριν μαζευτεί να μάθει πώς δαμάστηκε ο Βουκεφάλας..

Κοριτσιών θέσεις…





Ω αινιγματική βιολέτα, το πρωί
Ξυπνάς θέλγοντας τον ουρανό και την θάλασσα
Χοϊκό πλάσμα που έχει υπερβεί την θνητότητα!


Ω παιδούλα που σκιρτάς σαν των λουλουδιών ο άκαμπτος ίσκιος
Επάνω στα πλακάκια των ονείρων.


Ή με τα φθαρμένα μπλουτζίν σου μοσχοβολάς επανάσταση
Και αμήν των ερώτων.


Κι άλλοτε, στολισμένη φωτιά δύνασαι πάθη που μπορούν οι άντρες να αντεπιστέλλουν στις γυναίκες, πριν αγαπηθούνε.


Ω θηλυκό ορμέμφυτο, ευγενικό φωνήεν που σαρκώνεις μέσα μου τις διδαχές της ταραχής…

Έλλειμμα ανθρώπινης φωνής θέλουν να έχουν, πάντοτε, τα καθεστώτα…




Αυτός που δεν έχει ακροατήριο ευτυχής -κι ας μην το ξέρει.
Δρέπει σιωπή και σκέφτομαι
θερίζει στάχυα ηρεμίας σαν
τέλη Μαΐου εντείνεται η ωρίμανση και
οι υπεκφυγές βαρούν στο δοξαπατρί τις αβρότητες
του συνόλου,
νωπά σαθρά επιχειρήματα,
βουλήσεις που ξεπερνούν τον μέσο όρο μιας σακατεμένης
λογικής,
που είναι αποδεκτή από την νόθα κι έρμαια δημοκρατία,-παιδιά
ενός κόσμου που αρνιέται τα παιδιά του-
για να ‘ναι ο αιματολάφτης πάντα ισχυρός…
Αυτός που σκύβει μέσα του να δει το ξέρει:
έλλειμμα ανθρώπινης φωνής θέλουν να έχουν, πάντοτε, τα καθεστώτα…


Γυναίκα…



Έναν καφέ στο πόδι και ναι, ντύσου το χαμόγελο,
η πεμπτουσία όλων η συμπάθεια
αγάπα και ν’ ανήκεις μοναχά σε σένα-
στο πριγκιπικό αίμα σου
η θηλυκή αψάδα χοχλακίζει
πασίδοξη  
και του μυαλού σου η κοφτεράδα
κλέος
vivere pericolosamente
Γυναίκα αξεδίψαστη,
συμπαντική ομορφιά
στα μέσα και στα έξω σου!


Κάτι σου κλέβω.




Να στολιστείς τους κήπους και να στολιστείς την αγιότητα
της μανόλιας
Το σάλιο της μαντζουράνας και τον βήχα του δυόσμου
Το θράσος του πανσέ και την ευθύτητα της τριανταφυλλιάς
Να στολιστείς την νύχτα..
Στην κλίνη σου με τα εμπριμέ σεντόνια, στάζουν αίμα οι πόθοι-
Σοκολατένια μου..
Το εσώρουχό σου βοερό έντομο ζουζουνίζει
γύρω από την ταραχή.
Τελεσίδικα.
Του ανέμου το φίλντισι στολίζει τον πευκώνα
με περιρρέουσα αμήχανη σιωπή.
Νυκτός μεσούσης.
Κάτι σου κλέβω.
Αλήθεια κάτι σου κλέβω κι απόψε εγώ!

Κατά βάθος…





Κατά βάθος, είσαι σκιά, μια ακαθόριστη σκιά που παίζει με την αντοχή μου.
Χορεύουμε διαδηλώνοντας τον έρωτα που πάντα θα διεκδικεί.
Πουθενά το κορμάκι σου δεν ομιλεί την όμορφη δημοκρατία.
Με θρυμματίζει αφήνοντας τα κομμάτια μου στο χώμα του ποτέ.
Και σκαλίζω με τον σουγιά μου ένα ξύλο που φωνάζει λυρικές αγχόνες.

Αχ πότε πια νυχτώνει!;







Το μεσημέρι αντανακλά τις πεποιθήσεις της μέρας και ενθουσιάζεται μες την υπερθετική του λιακάδα.
Μαλώνουν οι μουριές με τους ευκάλυπτους και η φιλοσοφία του αέρα σπανίζει.
Όλα απηχούν ένστικτο
και πάθος που δεν συμμαζεύεται.
Εσύ ντύθηκες εκπλήξεις του εγωισμού σου και ήρθες κοντά μου:
Ιέρεια με βαθυκύμαντη αρχαία φωνή.
Ένα στρουθίο παίζει πάνω στο φουστάνι σου-
Τα χρώματα σε διεκδικούν και σε αφήνουν μεθυσμένη κάτω από τον βέβηλο ήλιο.
Λαχταρώ να σε φιλήσω μελαχρινέ πειρασμέ που έχεις την βροντή του πάθους κρεμασμένη πάνω στο ανοιχτό μπλουζάκι σου.
Αχ πότε πια νυχτώνει!;


Μετά την νύχτα τί;




Ποιός είμαι και τί έχω, περιστασιακό
απόκτημα που ουσιαστικά δεν μου ανήκει, αφού
μόνο τα κελαηδίσματα να ευχαριστιέμαι θέλω
των πουλιών και το αρχέγονο
πρώτο φως της ημέρας;

Μια αρχαία λαχτάρα, ένα σκίρτημα προτού να ανακαλυφτούν
οι συλλαβές,
λόγια, λόγια,
και όλο αυτό το πλέγμα των σχέσεων που διαλύονται
αφού ο καπνός των γεγονότων ξαναφέρνει φωτιά
και λάθος στο λάθος.

Ο ύπνος μου λιγόστεψε τα βράδια.
Περπατώ πάνω κάτω μέσα στον εαυτό μου
γυρεύοντας λύση στις αγωνίες μου.

Ο Ιούλιος πεθαίνει στα χέρια μου.
Ξετρυπώνω από τηλέφωνα ευκτικής λογικής.
Μουτρώνω- ξεμουτρώνω.

Αλλάζουν τα φεγγάρια, γεμίζουν, αδειάζουν, κινούνται
σε τροχιά- δορυφόροι ενός ουράνιου ψεύδους.

Κι εγώ μπαλώνω την σκέψη μου, μένω ακίνητος ώρες πολλές στο μπαλκόνι
επιδιορθώνοντας τα πεσμένα άστρα και
το σεντόνι, το ελαφρύ, του ουρανού..


Σαν ένα παγωτό…




Σαν ένα παγωτό λαχταριστό
Το σύμπαν λιώνει, κι η φλογάτη κρέμα του
Χιλιάδες απελευθερώνει πεφταστέρια να χαθούνε
Στην άβυσσο·

Επάνω στο χωνάκι του φρυγμένου Χρόνου μια σκηνοθεσία
Ζέστας και αϋπνίας, κάνει αυτό το γευστικό σορόπι να γλιστρά
Λερώνοντας με γεύση την ανάμνηση.

Έλα εδώ και κοίτα: σαν παιδί που το απολαμβάνει και χαμογελά
Στα χέρια του όταν κρατά την ίδια του επιθυμία, έτσι
Κι οι μέρες πια περνούν, αφήνοντας το καλοκαίρι να αποφασίζει
Για την θρησκεία των ανέμων και τον έρωτα.



30 Ιουλίου 2015

Αναμνηστικόν…




Θα μοιράσω την ύλη στους ανέμους και
θα καρπωθώ μόνο το ψήγμα μίας φλόγας που πέφτει
ιερόσυλη
μες την λιακάδα του καλοκαιριού,
αέναα εντρυφώντας
μες τα πολλά.

Θα επιμείνω να διαρκέσουν οι αισιοδοξίες-

Του προσανατολισμού μου οι αλήθειες
θα φύονται πάλι στο παρτεράκι του παππού-

Σωρεύσα καλοκαίρια στην καρδιά μου·
το παιδί που είμαι
θέλει πάλι να παίξει με τα ολισθηρά πατίνια του
στην κατηφορική άσφαλτο.

Κι η σάκα μου απ' το σχολείο
κάπου εκεί θα περιμένει
που στρίβω στην γωνιά να κόψω κάτι σύκα
απ' την συκιά και η Σοφία
με περιμένει για φιλί και για συμπάθειες..


Σιωπηλή καταγγελία…



Τί είπα, τί όχι;- Αλήθειες
μηρυκάζοντας, μπουκωμένος
πόνο και θλίψη…

Μην μου δείχνεται ένα θάνατο, δείξτε μου
μια γέννηση, μια ελπίδα.

Στην στυπτική ατμόσφαιρα μίας μελαγχολίας, στον μαύρο
ουρανό των κοινωνιών, - τα καθεστώτα
ευδοκιμούν αποθεώνοντας
τον παρά, τα καθεστώτα
κινούνται στα όρια μιας δίψας
για αίμα
ο βίος των πολλών να γίνει
ανυπόφορος.

Λύπη μου, λύπη μου φύγε τώρα, μπορεί
μια μέρα να ξυπνήσει ένα φωτεινό μυαλό και να αποτινάξει
τον ζυγό που βαραίνει επάνω μας και ποτέ δεν τελειώνει:.- όταν
κι εμείς θα έχουμε συνείδηση
από πατρίδα που άλλα της πρέπουν..


Το παιχνίδι…




Στο ερώτημα δεν υπάρχει απάντηση, στο ερώτημα·
στην ζωή δεν υπάρχει σενάριο, στην ζωή
όλα είναι ανοιχτά
τα ενδεχόμενα·   
                         κερδίζω ένα φλύαρο πουλί που κάθεται
                         πλέον στον ώμο μου
και λέει λέει όσα
δεν θα μπορούσα να πω.
Πριονίζω το ξηρό κλαδί, η λιακάδα
μαστίζει τις ουσίες·
αντιμέτωπος με τα έσω μου, λυρικό
παιχνίδι που παίζεται
ερήμην μου, και όταν,
ό,τι και αν αποφασίσω, άλλα θα λουστώ..



Η θνητότητα..




Στο μάκρος της μέρας, πλανιέται ευγένεια των λουλουδιών·

Της γλώσσας θησαυρίζω φωτιά,
Στην πένα μου έχει υπόσταση
παράξενη·

Γύρω διαβάζω: ζουμερό λίπασμα των χοϊκών επιμονών:
Ανθισμένα τριαντάφυλλα, γνωμοδοτήσεις του θαύματος·

Στον κήπο των αγαλμάτων, το ευχόμενο εγώ μου,
συναντά και ξανά τον θεό·

Σε όλη την ανάπτυξη του αετώματος,
μία τριγωνική καλαισθησία αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο
να ξεπεραστεί η θνητότητα.



29 Ιουλίου 2015

Ζωφόρος..







Μετά που θα καείς και θα γίνεις
ο ήρωας του ηδονικού ανέμου,

Ας σε κρίνουν τα φεγγάρια, των λουλουδιών
οι στρατοί, οι επαναστατημένοι
καρποί των δέντρων,

Όλα στην Φύση τα θυσίασες,

Προσδοκείς ανάσταση νεκρών, και οι βδομάδες
με συμπεράσματα εσπέρας σε πλησίασαν,

Έως τις επικράτειες των ανοικτών θαλασσών,

Υπαρκτός ο Εφέσιος
υπαρκτή η πένα μου, οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι
μέσα σε μια κακοπροαίρετη εποχή,

Στην ζωφόρο τ' ουρανού δεν λείπουν οι Αθώοι,
κι αυτοί που με αλληλεγγύη τους αισθάνθηκα
παντού παρόντας κι αδέρφια μου..



Νοσταλγία των νεφών..



                                                                                    έργο Παναγιώτη Τέτση


Λες να νοστάλγησα τα απολωλότα σύννεφα που μου μιλούν
Περικλείοντας μια ζωγραφική τολμηρή και σπουδαία; Εδώ
Που με καθήλωσε η ζέστα, μπρος σε μία άγονη
Λύπη, ένα ακόνιστο μαχαίρι, ένα
Σπίτι που μελαγχόλησε και το σηκώνω
Με βία στους ώμους μου;.. Ιουλίου δομές, προσκολλημένες

Στην ζέστα·
καίγονται έως το μεδούλι τους οι ώρες·
Ο ήλιος δεν ξαφνιάζει, ο ήλιος είναι προσταγή,
Μία προστακτική φωνή που είναι πάνω απ' τα λουλούδια.

Μέρα Τετάρτη, παραγεμισμένη με τις αγωνίες μου,
Μέρα θρυψαλιασμένη, μέρα που καινοτομώ
σαν ένα νούφαρο που επιπλέει λαβωμένο
Στην λίμνη που την χώρισαν,  σαν κληροδότημα, οι ηλιαχτίδες.





Βαβυλώνα του Ιουλίου…


Κοντινή μου και μη
νυχτοπεταλούδα
υπερβαίνει τα όρια
κάτω από το αναντίρρητο άστρο
και το κιννάβαρι
της σελήνης.

Μια γαλαρία φωτός
όπως να βγαίνεις προς τον θάνατο
απελευθερωμένος..

Α αεράκι περιπαιχτικό, πολυδύναμο
κάτω από τον ουρανό της Βαβυλώνας,
η ατίθαση όψη σου
αφήνει το μπαμπάκι της συμπεριφοράς των φυτών
να γίνει αίνιγμα
τα ανήσυχα βράδια του Ιουλίου,
και ο χασισοπότης καιρός
πατά στα σκοτεινά, βρωμίζοντας
το παραμύθι του καλοκαιριού..


Η χώρα..






Οτιδήποτε δεν μιλήθηκε από τ' άστρα
το βράδυ, έγινε μια φλύαρη μουριά,
έξω απ' το σπίτι μου,
που παίζει ομοιοκαταληξίες ήλιου με
τα άτακτα κοτσύφια.

Ζέστα· κι αν πεις
να φανταστείς πως θα έχουνε φτάσει
στην πόλη κάτω τα γυαλιστερά λεωφορεία
θυμήσου τις κολλημένες αφίσες, πάνω τους, το τσίριγμα
των φρένων, το αλλοδαπό ασκέρι που πηγαίνει για δουλειά,
τον θόρυβο ήχο
της ξύπνιας συνοικίας.

Ζωγράφισα. Σκέφτηκα. Είπα.

Το μελάνι άπλωσε επάνω στα χαρτιά, ήσυχο, αργό, φτιάχνοντας
μια χώρα ανύπαρκτη, από εκείνες
που βασανίζοντα από τις κακοδαιμονίες που γεννά η σκέψη μας και
των κακών ενστίκτων ο βόρβορος..





28 Ιουλίου 2015

Νύχτιο δράμα…



Βουλιαγμένα και σιωπηλά
Τα ανθάκια της πικροδάφνης μπάζουν την νύχτα στο παιχνίδι- τα κοιτώ
Και κλέβω την ροζαλί απόχρωσή τους
Την διοχετεύω
μες τις αγωνίες της νυχτερίδας
Που χορεύει άτσαλα στα χαμηλά και
Δίνει την αποκρουστική θεωρία της
Στην ησυχία του βραδιού.
Συμφωνώ με την πραγματογνωμοσύνη του ουρανού
Που φωτογραφίζει τα αυτοκίνητα των τρακαρισμένων άστρων και δίνει το δυνατό φλας της
Στις ενοριακές γειτονιές
Επαγγέλλομαι έναν οραματιστή που λαθεύει και του είναι τούτο γνωστό·
Όμως δεν δίνω σημασία στον θρεμμένο εγωισμό μου,
Πια· προφυλάσσω την ενάργεια του μεσονυχτίου από το αδίσταχτο απόψε φεγγάρι
Που ζητά το μισό του, έως μια ώρα να συμπληρωθεί
Το άρτιο φωνήεν της μελαγχολίας..



Να μην υπάρχεις μα να σ' έχω ξαναδεί..





Έφερα το όνειρο ως τον ξύπνο και
με μεταχειρίστηκε με επιφύλαξη η μέρα· ο φόβος μου
κόμπος από τον εφιάλτη
που ένιωσα: έσφιγγες το κεφάλι ενός μωρού και
σαν δήμιος που ήτανε να το καρατομήσει
ψύχραιμα,
κοίταγες έξω από το παράθυρο, στο μέρος
που φύονταν μία ελιά
αέναα απ' τους χειμώνες ταλαιπωρημένη.
Τα μάτια σου βαθιά και αποφασισμένα, δεν άκουγες
τον αποτροπιασμό μου, ήσουν
μαινάδα που ζαλίστηκε από την μέθη του θανάτου· κόμπιαζες
μόνο μπρος στα φωτεινά σκιρτήματα.
Τι να σημαίνει
άραγε όλο αυτό; Ποιό φρικαλέο
μυστικό θα μου φανερωθεί;- να μένω
αποσβολωμένος κάτω από την φοβερή μου αποκάλυψη
κι εσύ να είσαι ανύπαρκτη μα, κι όμως κάπου, να σε έχω ξαναδεί..


Ορμέμφυτο..



Συνέχεια μεταμορφώνονται οι εποχές και
κρατούν τόσο πόνο που
παθιάζονται επί το πλείστον οι σελίδες μας
για να τις περιγράψουν.

Μικροσκοπική ψυχή και τιτάνια λύπη.

Πεταλούδες αχνές, τρεμάμενες μες τον άνεμο, λίγες
και αιθέριες
οι χαρές που τις ζήσαμε.

Παράξενα ωραία πράγματα: ποτέ μου δεν καταλαβαίνω-

Ακολουθώ τα μονοπάτια που μου έδειξες, μα
με τα πληγωμένα πόδια μου
πουθενά δεν θα φτάσω
αλλού από τις αγωνίες μου..




Της γειτονιάς…








Δεν ξεχνώ τίποτα    όλα αποτυπώνονται
επάνω στις γραμματοσειρές της χλόης
που αλαλάζει κάτω από τον αδυσώπητο ήλιο.

Στεντόρειο φως, υπερμέγεθες.

Στο μεσημέρι που  το καθετί υπεραπλουστεύεται
έως θανάτου

Και η "Φραγκοσυριανή" στο δίπλα συνεργείο
δίνει και παίρνει.

Δεν φαντάστηκα τίποτα, όλα ήρθαν
να καταλήξουν μες τον επίλογο
μιας μέρας ζεστής.

Και οι λύπες που με πλησίασαν,
τακτοποιήθηκαν σαν αναμμένες καμέλιες
που δυσκολεύονται να γίνουν πειθήνιες
κάτω από τόσο επίμονο φως.





Εποχικόν ανάλογο…



Σκληρός κόσμος· κάπου τον μαθαίνω και, κάπου,
η γνώση του με ξεπερνά·
Αναγνώθω τη λύπη του, την τραχιά του απόγνωση- στο θέατρό του,
ο πόνος είναι ισοδύναμος θάνατος·
Οι μέρες βαρυγκωμούν, σέρνουν ένα φορτίο
Από πόνο· δεν διακρίνω πουθενά προοπτικές
Για ευαγές κερδισμένο χαμόγελο.
Κουράστηκε η ψυχή μου· διαβάζω
Σέρνοντας το βλέμμα μου πάνω στο ψέμα των ειδήσεων- ποιός τις κατασκευάζει;
Συζητώ με την ψύχρα της λογικής, αναζητώ
Μία κουμπότρυπα να εφαρμόζει το μοιραίο κουμπί που
Ή το κουμπώνεις και ξενοιάζεις, ή
Αφήνεις έκθετη την γύμνια σου, τολμηρό ρόδο
Που αποκαλύπτει της συνείδησης τον πυρετό.

Δύσκολα θα με πολεμήσει η εποχή.
Η πατρίδα αποφλοιώθηκε.
Γάργαρα τολμήματα διατρανώνουν τα λάθη της.
Αντίπαλε νου, δώσε μου το σύνορο όπου δεν είμαι δέσμιος
Σε καμιά τυραννία..


27 Ιουλίου 2015

ιδρώνεις





Μπαίνουν οι σκέψεις σου ενέχυρο; Με τον τρόπο
που στην παραλία περπατούν οι παραθεριστές ή
το μικρό κολυμπρί αδειάζει
το κενό από το κενό του.

Μασάς φύλλα παραισθησιογόνα,
φύλλα της μοναξιάς, αλέθεις
μες τις μυλόπετρες των ήχων,
μουσικές που συνθέτουν το λαγαρό κονσέρτο του Ιουλίου· καθόλου
άνεμος
να πνεύσει· ιδρώνεις

σαν μεγάλο ζαρζαβατικό που ντύθηκε δροσιά να υπερασπιστεί
την ορθοδοξία των κήπων..


Το λεξιλόγιο..







Η ζέστα προδίδει την φερεγγυότητα του καλοκαιριού·
Εφτά σκαλοπάτια πιο ψηλά, μες τον ουράνιο θόλο
Το ψάρι ιριδίζει και σπαρταρά
Πάνω στις ασημοπράσινες πέτρες
Τελειώνοντας τον ύμνο της δημιουργίας.
Η γεωλογία φανερώνει τις ιαχές της·
Κάθε κύκλος μαστίζεται από το καθαρό αλάτι
Των αλυκών· κι ο καπετάνιος
Αέρας ζεύει τα πυρρά άλογά του
Σε μια παράφορη πιλάλα.
Σκέφτομαι με εικόνες. Καταγράφω.
Η λιακάδα αποκληρώνει τις αντοχές.
Όπου είσαι θα είμαι, μεγαλώνοντας
τις αποστάσεις, αφήνοντας πρόδηλο
Το λεξιλόγιο το βουβό των ερώτων..


Το καβούκι..


Τα χαμήλωσα όλα: τον ήχο
Την ψυχή μου, τις απαιτήσεις· και μπήκα
Πιο συμβιβασμένος σε οτιδήποτε·
Άλλαξε βλέπεις ο καιρός, γύρω μας
Πέφτουνε άγρια πιστολίδια·
Πρέπει να προφυλαχτείς, οι ευαισθησίες
Απαγορεύονται·
Όσο θα ζεις να παραμένεις με καβούκι
ανθεκτικό
κι ας είσαι
Όχι και τόσο ανθεκτικός εσύ από κάτω..


ΕΝΑ ΚΛΩΝΙ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ..




Εμπιστεύτηκα αυτό το φως, το είδα
σαν ένα βιβλίο που μου άρεσε η κατάληξη-

χλωρό και απιθωμένο στο χόρτο που συλλαβίζει
μ’ ευλάβεια την χλωροφύλλη του..

Την στιγμή που παν’ να καταλάβουν άνεμο τα χελιδόνια
και ξέχασε το άστρο τι του είπε η νύχτα
σαλεύει το πριν μέσα στο φευγαλέο μετά-

όπως άκυρος είναι ο χρόνος και η αριθμητική του
ξεπερασμένη-
πράξη ενός θιάσου που περνά..
Είμαι εκείνος που ήμουν και εκείνος που έγινα..

Διψούσα την ματιά σου, το μυστηριακό σαΐτεμα που βρίσκει
την δική μου ματιά ανυπεράσπιστη και μόνη·

ξεριζώνω την θλίψη των ημερών και μια γιορτή κάνω
με βότσαλα και φλοίσβο και νύχτα
και κορμί που απλά ερωτεύεται και πάει
ξεκλειδωμένο μες την αισθηματική σελίδα
που γυρεύει ολοένα παράδεισο!

Κι ανακαλύπτω μες τα λίγα μου υπάρχοντα
ένα κλωνί βασιλικού
μέσα σ’ ένα παλιό βιβλίο
που το σημάδεψε η αγάπη μου και ο καιρός!..


http://lefkoilykoi.blogspot.gr/

APXAIKO ... A. - 29.

Α.

Συγκαταβαίνει η νύχτα να σε ξέρω που μιλάς με φωνή μιας νεράιδας.

Μαγικά τα μάτια σου ανοίγονται σαν οι απόκρυφες σελίδες ενός
λουλουδένιου ευαγγελίου!

Τόση αποκάλυψη που και ο έρωτας δεν την αντέχει πια!

Γίνεται κάτι άλλο από φωτιά που δεν πασχίζει να φωλιάσει μόνο μες τα στήθη!


Με τις λέξεις τι κατορθώνω να πω;
Που ο άνεμος λαύρος το παίρνει
και το σκορπά στις εσχατιές του μελαγχολικού ορίζοντα!

Βόσκει αγρύπνιας χλόη το φεγγάρι!

Ιερή μουσική μες απ' την ποίηση που καιροφυλαχτείς να κλέψεις τα προικιά σου!

Πιο πέρα από τα άστρα οι φασαρίες ενός νήπιου θεού
ακούγονται να είναι φοβεροί επίγειοι κρότοι.

Εσύ διαβάζεις όνειρα.

Μες το μυαλό σου ταξιδεύει
ένας θρύλος αρχαίας θεάς που φέρνει τα διαμάντια της
δάκρυα μες τις παλάμες της ημέρας!

Λουλούδια ανάβουν.
Δέντρα που σπαταλούν ρετσίνι του κορμού!

Ανθάκια
που φυλακίζουν μ' αίσθημα τις μέλισσες!

Επάνω στην νερόχαρη επιδερμίδα σου δροσοσταγόνες
αργά κυλούν όπως να ψάχνουν μονοπάτια ομορφιάς!

http://lefkoilykoi.blogspot.gr/

ΕΠΙΘΥΜΙΑ




ΕΠΙΘΥΜΙΑ.

Πάνω απ' το μαξιλάρι ο ύπνος αχνίζει..

Τόσο ήλιο ενστερνίστηκα που τώρα
σε τέτοιες μοναξιές που είμαι τρομάζω!

Πρέπει να τα 'χεις βρει καλά με σεαυτόν
αν είναι να αναζητάς θεό..

Υποθέτω αξίζει περισσότερο ένας επίμονος τζίτζικας
από μια κακότροπη μύγα..

Κατακαίγομαι από δικές μου φωτιές!

Αν είναι να σιωπήσουν γύρω μου όλα,
ας μου χαριστούν καινούρια μάτια
που ν' αφουγκράζονται σωστά μέσα στην μουσική!


2007



ΖΩ..


ΖΩ..

Σε μια μικρή πατρίδα όλο φώτα σήμερα σβηστά
ζω.

Ένα σπίτι ξύλινο ανάμεσα στα δέντρα
του βουνού·

Ένα ναυάγιο της στεριάς που στέκεται εκεί που είναι
μπουκωμένοι με υπεροψία οι άνεμοι.

Με άνεμο φίλο δεν μπορείς
να ημερώσεις την θάλασσα- ξέρω..

Που μετά θα κρύβεται άστρο
την νύχτα θέλω που έρχεται.

Οι καημοί της
λαμπαδιάζουν τους πόθους μου-

Καθώς σε κρατώ κάτω απ’ τα φτενά σεντόνια, γυμνή
κόρη του άνεμου..



LEFKOI LYKOI



26 Ιουλίου 2015

Υπάρχει μια κακοτυχία- τίποτα δεν γίνεται όπως πρέπει


Υπάρχει μια κακοτυχία- τίποτα δεν γίνεται όπως πρέπει
Γερνούν μαραγκιασμένοι πρόωρα οι άνθρωποι
Μιζέρια άθλιας μοναξιάς
Ωστόσο
Αν δεις την μέρα όπως εξαπλώνεται υπάρχει
Θηλυκό συμπέρασμα ένα
Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά;
Υπάρχει μια δικαιοσύνη που θα ρθει από το μέλλον
Επιμένω
Ξιφομαχώ για να διώξω τους δράκους μου
Κάτι έχει αποσιωπηθεί
Μέσα σ’ αυτήν την διάρκεια της εξουσίας
Που αφελληνίζει τον τόπο και τον κάνει ολοένα πιο γυμνό
Δες τους!
Αστεία πολιτευόμενοι- χωρίς
Οράματα ούτε ήθος
Έρπουν
Χαμογελώντας- δεν τους ενοχλεί
Που είναι οι του τίποτα βασιλιάδες!
Δικάστε!

(Μωρές παρθένες...)


Μωρές παρθένες, συνεσταλμένες, άγγιχτες
από χέρι ανδρός ή φαλλό δοξασμένο-
Και άλλες
κυρίες μεσόκοπες, ταλαιπωρημένες
από την εμμηνόπαυση, τις ορμόνες
που δεν ελέγχονται και τσιρίζουν, που κάνουν
το σώμα παιδωμή, το μυαλό
εργαστήρι της τρέλας.
Τις Κυριακές
πάνε μια βόλτα για καφέ, κουτσομπολεύουν
την γειτονιά νομίζοντας ότι δικάζουνε σωστά.
Και παρακολουθούν
ρηχές αηδίες από οθόνες των τηλεοράσεων- ενώ
κάποια στιγμή χτυπά το κινητό που πήρε
μια φίλη να τους πει ότι αλήθεια αξίζει ο Αύγουστος
σε κάποιο ελληνικό νησί.
Κρατούν ένα βιβλίο βαρετό
στην παραλία, κάτω απ’ την ομπρέλα- βάζουν
μεγάλου δείχτη αντηλιακά, φιλοσοφούν
επί ματαίω.
Τρέμουν
την κυτταρίτιδα,
ντρέπονται
που έγινε στο σώμα τους κακό σαράκι.
Οικογενειαρχούμενες και μη
δίχως τα εμφανή πολύπλοκα αίτια που οδηγούν
στην κατάθλιψη κάποιον- γυρίζουν
πάνω κάτω σε μια κάμαρα αυξάνοντας
κάτι φορές τα ντεσιμπέλ για να νομίσουν
ότι και κάποιος άλλος κατοικεί
την μοναξιά που κατοικούνε..

Ύμνος αέναος των υδάτων…





Περιμένετέ με νερά, περιμένετέ με,
βρέξτε με με την Αλήθεια σας, ξεγυμνώστε
με, ζουπήξτε με, δαγκώστε
τα κόκαλά μου,
ακουμπήστε με στα παρόχθια βράχια,
αποσυνθέστε με και επαναδημιουργήστε με,
μαλώστε με και συμβουλέψτε με,
κάντε με να ντραπώ, να κοκκινίσω,
να στεφτώ την ιερή υγρασία σας, να
κελαηδήσω γαλάζια.
Πεθάνετέ με νερά, αναστήστε με,
χορέψτε επάνω μου
με την κάθε φιλέρημη δροσοσταλίδα,
λατρέψτε με
και ακυρώστε με,
περιφρονήστε με,
θρυμματίστε
την αμαρτωλή επιδερμίδα μου,
νιώστε με
και αδιαφορήστε για μένα-
Όλος είμαι εσείς και όλος,
μέσα στην ποίησή σας, στεφανώνομαι..





Της εικόνας η αντήχηση…



Στολίδι της μέρας ανώνυμο δέντρο,
κορυφωμένο στον μεταφρασμένο ουρανό,
Αντωνυμία εγωιστική, αψυχολόγητη,
φερέφωνο μιας φωταγωγημένης μοναξιάς,
Στο μεσημέρι στέκονται οι φωλιές των πουλιών
επάνω στα κλωνάρια
Και τα σπουργίτια ραμφίζουν την άσφαλτο,

Μια λειτουργία φωτός πράττει ιερότητες στο άστυ
Και δίνει φόντα ανάστασης πάνω σε όλους τους καθημαγμένους θανάτους.

Στον δρόμο φεύγουν αυτοκίνητα.
Στις αυλές των σχολείων, προαυλίζονται τα  κοτσύφια.
Η σημαία των επιφωνημάτων τελαλίζει την αθωότητα και
την αφέλεια του πλήθους.
Ζω πλέκοντας βοστρύχους στον φωτεινό ευκάλυπτο..




Λες να κουρδίσω πρέπει αλλιώς τα βιολιά μου;




Κάποτε θα τελειώσει αυτό που νομίσαμε ότι ήταν το Όραμα·
Οι τύχες των ιδεών θα σκουριάσουν,
Όποια ενότητα ονειρευτήκαμε θα διασπαστεί,
Η κοσμοθεωρία μας θα γίνει εκκρεμές φαινόμενο που
Πουθενά δεν μας πάει.

Φτώχυνες ποτάμι που σε αγαπούσα
Που ακολουθούσα την κοίτη σου, που λαχτάριζα πλάι στα φευγαλέα νερά σου, ξεκουράζοντας
Το πνεύμα μου, τις εσώψυχές μου αλήθειες.

Τώρα κατεβάζεις θολό νερό, δηλητηριασμένο.
Μπερδεύτηκαν στις όχθες σου τα δέντρα με τις καλαμιές, και τονα
Έπνιξε το άλλο.
Κι ακούω έναν ψίθυρο μιαρό που υποκλέπτει
Το καθαρό μάρμαρο της ησυχίας και
Κάνει τον κάθε ήχο άτσαλο να φαίνεται, ακόμη
Κι αυτόν τον κελαηδισμό του πουλιού.

Μες το μυαλό μου είχα αλληλεγγύη
Τώρα ζητούν τον κανιβαλισμό οι γύρω μου- προσέχω·
Αλλά, Ευρώπη τι θ' απομείνει από σένα όταν
Σκοτεινιάσει η πολιτισμένη μέρα σου και μόνο
Ένα ταμείο ύλης απομείνει;

Μετρώ και ξαναμετρώ: δεν βγαίνουν
Τα κουκιά που έλεγε η γιαγιά μου.
Μετρώ και ξαναμετρώ: πρέπει να επέμβω μες την κατσαρόλα
αυτής της αριθμητικής που βγάζει
ένα μαγείρεμα που λίγοι θα γευτούν και χορταίνουν-
Πρέπει να δω αλλιώς τι θ' απογίνω παίζοντας
με κείνα που ξεπέρασαν εις τους αιώνες τα υλικά.
Λες να κουρδίσω πρέπει αλλιώς τα βιολιά μου;





Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου