...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

30 Ιουνίου 2015

ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ



Α’

Ντέφι θρυμματισμένο του ήλιου
πως να χορέψει ο κόσμος με αυτόν
τον κομματιασμένο ρυθμό σου;
Ηχείς παράταιρα
πάνω απ’ τις επάλξεις των χελιδονιών 
που υπερασπίζονται ένα τσαρδί από κρύσταλλο.

7.7.2007




Β’

Ζόφε ιερέ που με έχεις
μανιασμένο αεράκι της ψυχής
η θέληση έρχεται νικηφόρα
μες την ζωή επάνω στην ζωή!
Μου υπακούνε όλα: κι ο βυθός 
που κατέβηκα σαν ένας άλλος 
ουρανός να εξαγνιστώ-
και το άλλο μέρος της ζωής μου
που άναψε ξαφνικά όταν τέλειωσαν όλα-
μάντεψε το αύριο
μετά από την πίκρα που αφήνανε οι μέρες
στις αυλές με τους βασιλικούς και τις μαυροφορεμένες 
γερόντισσες, στις πλάκες πάνω
ακούγεται το τόπι του μικρού παιδιού.
Κάποιος νικάει τον θάνατο….
κάποιος το ξέρει ότι η ζωή θα συνεχίζεται-
όπως άπαρτο κάστρο….





Γ’

Μέρες ξανθές οπώρες
Διανοίγοντας ένα Ιούλιο πέρασμα
Ιούνιος Ιούλιος Αύγουστος
Ξαναγραμμένες ομορφιά και ανέμους
Βότσαλα παραλίας ερημικής
Που ασκήτεψαν οι επιθυμίες μας
Νερά πρασινωπά μνήμες
Από την παιδική σου ηλικία 
Στην Λέσβο ανάβοντας τα φώτα εξοχής
Ατσάλινες κλωστές της ζέστας
Που ράβουνε το ύφασμα λάβρων μεσημεριών
Χοροί χελιδονιών στα χαμηλά 
Μάτια έκπληκτα ανάσες
Λαχανιασμένες πόδια
Κουρασμένα απ’ το τρεχαλητό επάνω στην χαλικωσιά
Κάτω απ’ τις καρυδιές ο ίσκιος παίζει 
Με μια δροσιά νερών από μπαρούτι.
Στο περιβόλι με τσαχπίνικα 
Ζαρζαβατικά της θεία Σταυρίτσας έγνοια
Ντομάτες κόκκινες σαν υποψίες
Καρπούζια ριγωτά σαν πιο παράξενα άλογα
Και μελιτζάνες-
Φαλλοί ταλαιπωρημένοι.

Ξυλόγλυπτες κονσόλες με καθρέπτη πάνω τους
Φωτογραφίες προγόνων με μουστάκι
Παππούς, προπάππους, τα ασημικά 
Που μαραγκιάζουνε στην θλίψη του μετάλλου.

Εκεί οι φίλοι οι παιδικοί σαν τα λιμάνια
Που τα καράβια αγαπούνε νάρχονται 
Αλητείες στην ηλικία των δώδεκα
Κι όμως αγιότητα όλα
Και τα τετράδια σου με τα ποιήματα
Που τα έσκισες για ν’ασκητέψεις
Κι οι θυμωμένες μέρες σου όλα
Να σε διαμορφώνουν σαν παλίμψηστο
Μεριές μεριές να γράφεσαι την μοναξιά
Κι όλες οι ύστερα σιωπές να σου την αναιρούνε….

Κι ο φούρνος στην παλιά αυλή με μια οσμή 
Από βωμού θυσία και τσίκνα
Κι οι λιγοστές ελιές όπου τα τσοπανόσκυλα
Προσέχουνε το αμέριμνο κοπάδι.
Όπως οι Παναγιές τις νοιώθεις σαν γειτόνισσες 
Και βλέπεις τες ν’ ανεβοκατεβαίνουνε τα καλντερίμια
Τοπία ψυχής παιδιού τα καλοκαίρια ύστερα από το σχολείο
Πρωτόγνωρες χαρές και ζωγραφιές
Του ματιού που μαθαίνει χρώματα.

Και οι κοπέλες ρόδινες σαν αινιγματικά ελάφια
Με χυμό σαν αναμμένα φρούτα, απαλές
Λαβωματιές σκιρτήματα
Πρώτα κι αξεδιάλυτα
Σκοτάδια
Με φουστάνια
Παρδαλής μαγείας 
Που κρύβουν αποκάτω ένα θαυμαστικό
Με χείλια 
Που σου ανάψανε φωνές που δεν θα σβήσουν….


8.7.2007

Θέλουν συμπέρασμα οι καιροί.







Θέλουν συμπέρασμα οι καιροί. Να δαγκώνεις
Την σάρκα του τρυφερού μήλου δεν είναι τίποτα, να κοιμάσαι
Αμέριμνος μες τον χαμό
Είναι το ίσον του, εν τη ζωή, θανάτου.
Σε πάνε όλα στο φαρμάκι
Της αδικίας. Φυλακές μοιάζουν τα όνειρα.
Κι ο ποιητής.. Πώς έγινε σκιάχτρο που διώχνει 
τις οξείες ιδέες
Και στόμωσε η κάμα του και δεν κόβει σωστά;
Φλόμωσε η ατμόσφαιρα ατασθαλίας ντουμάνι.
Είναι δακρύβρεχτα τα φωτεινά περιβόλια μας.
Θέλω μια λέξη αιχμηρή να κόβει σαν διαμάντι
Και να μυεί τα πάντα γύρω μου σε ανάταση..

29 Ιουνίου 2015

Αχ βρε λογοτεχνία μου




Έφυγα από τα θαυμαστικά μου. Θα ζήσω
Απλά με μία υποψία
χαράς. Ο κόσμος
Δέθηκε (και δεν λύνεται)
σαν γόρδιος. Εκεί
Που πήγα κάτι να καταλαβαίνω
από νομίσματα
Ακυρωθήκανε όλες οι ανταλλακτικές αξίες.
Σαρώθηκαν από ανέμους απληστίας
τα χρηματιστήρια.
Ο καιρός στενάζει. Η εποχή
Βρέχει μαντήλια.
Κλαμένα μάτια και η αγωνία τρώει την καρδιά.
Παντού αποτύχαμε;
Τίνος συστήματος η επιβολή κάνει τον δούλο να ξαναγυρίζει
Μες του αιώνα μας τον πυρετό;
Με την ποίηση πάω πού πάω- αθώος και αβλαβής·
Αλλά είναι άλλα εμένα τα πολλά μυστικά μου.
Μια κοσμοθεωρία θέλω που να αφήνει να ανασαίνει
και του πικραμένου η ζωή.
Πολλά σιχτίρια βάλαμε στο ίδιο καλάθι και
θα μας τινάξουν στον αέρα τα μυαλά.
Αχ βρε λογοτεχνία μου, πόσες λακκούβες κλήθηκες
αιώνες να γεμίσεις:
Μπαλωματής που πάσχισε να σώσει τα
καταφθαρμένα υφάσματα.

Συμμετρία των επιφωνημάτων…





Ένας κόσμος που αλλάζει, ένας κόσμος που αδιαφορεί
για τις ιδέες μας- μια ανοικτή εξίσωση
όπου ο χ με έναν άγνωστο ισούται
εαυτό μας.
                   Αγαπάς τα σχήματα
και την τάξη- αυτή
που σε πάει σε ένα όνειρο οργανωμένο- ίσως από εκείνα
που ζητούν να εδραιωθούν στην χαρά.
                                                                Γι αυτό λέω
άσε τις επαναστάσεις των χρωμάτων να λειτουργήσουν
ευεργετικά στην ψυχή μας,
να αποτιναχτούν
τα τελευταία ψήγματα
της θλίψης·
Τόσα πολιτεύματα κατ' όνομα μονάχα
διαφορετικά
και στην ουσία
ίδια
       που ως προς άξονα κινούνται
κι αναπτύσσονται-
σαν τα φτερά
μιας πεταλούδας
που σε αχανές πεταρίζει
διάστημα..


Ανησυχώ…





Τίνι τρόπω μ' ακούς;- αφού
συνδιαλέγομαι
μόνο με τον φθαρμένο εαυτό μου
πια..

          Μπορεί να έγινα ένα άγαλμα, από εκείνα
που αργούν μες του μουσείου τις αίθουσες, ή περιμένουν
κουβέντες δίπλα τους να ακουστούν
από ένα πλήθος που θαυμάζει την κατατομή τους.

    Δύσκολος ακανθώδης ο αιώνας.
Κλωτσούν αέρα ουτοπίας τα παπούτσια σου.
Ο έρωτας για μια πεντάρα παίχτηκε και πάει πια.
Ένα φιλί σου έκλεψα μια μέρα και το έχω στο μυαλό μου θησαυρό.

Ανησυχώ πού και πώς αλήθεια υπάρχεις
μέσα σε μια πατρίδα απλουστευμένη
από τον διαιρέτη
της φτώχειας της..



28 Ιουνίου 2015

Πάω…


Κι ανάποδα να με κοιτάς, ίδια θα σκέφτομαι-
Είναι που ευσταθώ και εμμένω πάντα
στους προσανατολισμούς μου·
Αν παραστεί η ανάγκη,
έχω τα αρχαία φτερά μου, μπορώ
Να διαχειριστώ τα ύψη με την τόλμη που έχω-
Έζησα δύσκολα, αλήθεια είναι-
Έχω ενστερνιστεί φωτιές και τσούζει βγαίνοντας
η αναπνοή μου-
Ακολουθώ την πιο καυτή Αλήθεια μου και πάω
Την ιστορία όπως της πρέπει μεριά..

Η θεία κωμωδία…






Άσε το κίτρινο δάκρυ της τουλίπας να ποτίσει το χώμα,
Η νύχτα γέρνει, το φεγγάρι σου λιώνει σαν από πάγο να του ήτανε η φωνή,
Τα άστρα δεν σου μιλούν, η θρησκεία των γιασεμιών συμπληρώθηκε
Με εκατό οσίων ροδοπέταλα, το αεράκι τα καρφώνει
Πάνω στην ρέμβη, η ποίηση είναι μια ελαφίνα που δεν στάθηκε λεπτό..

Τι πρόζα πρόσφερε το φεγγάρι μετά; Η νύχτα ήρθε
Στον μυχό που γέμισε η αγκαλιά του πλοιάρια της νοσταλγίας·
Έπιασα τα ξέφτια της δύσης και ο ορίζοντας καρφιτσώθηκε στο λευκό πέτο μου-
Η τραγωδία που απέφευγα αγάπησε την θεία κωμωδία..


27 Ιουνίου 2015

Παρακαταθηκών και δανείων…




Τα πάντα φύλαξα· σαν μια αποταμίευση
ιερή, που με πάει
σε άλλους θησαυρισμούς.
Και ήρθαν οι μέρες που είναι γραμμένες
στις σελίδες τις άλλες·
εκείνες που κοιτώ λοξά μέσα στον ουρανό κι ένα μπαρούτι βλέπω
έτοιμο να αποσαρθρώσει κάθε οίκο
οικουμενικό.
Στυλώνω αυτί: τίποτα δεν κινείται
όπως σχεδίασα.
Ούτε ο καιρός μου υπακούει: -
Ιούνης μήνας και να παίζει με δροσιές και μπόρες.
Μην απελπίζομαι
όμως!
Ας ακούσω καλά:
πάντα κρυφό θα είναι το μήνυμα
κι είναι διδασκαλία να το καταλάβω.
Έχω εσένα που επάνω μου κυλάς
σαν το νερό
ιαματικό.
Από παντού με αθανατώνεις.
Έχω το πείσμα να μείνω εδώ, κοντά
στην θαλερή Φωτιά- εδώ
όπου κι οι πρόγονοί μου αντίκρισαν τον ήλιο
ξεδίψασαν
πίνοντας ύδωρ
λάλο
και προσευχηθήκανε
στων στοιχείων της Φύσης την φωνή- να γίνει
ο βίος τους ασκηταριό
μέσα σε αρχαία Νάματα και Όρκος
μην παραδώσουνε μια σπιθαμή
από το χώμα που πατούσανε οι λεβεντιές τους..


Θέλω τα ποιήματά μου να έχουν σημασία ξαφνικής νεροποντής-





Θέλω τα ποιήματά μου να έχουν σημασία ξαφνικής νεροποντής-
να ξεπλένουν τον αόριστο χρόνο μιας πράξης που ίσως ποτέ δεν συντελέστηκε
μα έσφιξε τον πνιγηρό κλοιό της γύρω
από μία ελευθερία σθεναρή. Θέλω
αυτό που χάθηκε από μένα μες σε άλλους να βρεθεί
κι αν το σπατάλησα νομίζοντας σε ένα ύψος θα σταθώ
περίοπτου θανάτου. Για την πατρίδα μιλώ
όπως την σταυρώνουν οι φαρισαίοι της παγκόσμιας συμφοράς
παίζοντας στο χρηματιστήριο των διεφθαρμένων τους αξιών
ανθρώπους στα ζάρια..

Η Ελλάδα πάντα θα είναι η υγεία ενός ονείρου…





Όταν όλα πάρουνε σχήμα θανάτου
Η Ελλάδα θα είναι ένα μπαλκόνι που αντικρίζει καθαρό ουρανό.
Το νερό είναι η έξαψη της γης.
Ρέει παγκοσμίου φήμης ζωογόνο φαινόμενο.                   
Είδα τα ποτάμια που κυλούσαν κάνοντας μαγική την κοιλάδα.
Πυκνά δέντρα έστρωναν τον χορό τους γύρω από την απροσέγγιστη όχθη.
Η Ελλάδα πάντα θα είναι μια όχθη.
Ό,τι ταξίδια μου έδωσε η ζωή
έτσι λαμπρά εικόνες φορτώθηκα.
Νύσταξα ανάμεσα στις ξένες πραγματικότητες.
Με πήρε ο ύπνος ψάχνοντας το επικουρικό της ψυχικής υγείας όνειρο.
Η Ελλάδα πάντα θα είναι η υγεία ενός ονείρου…

                                                             3.6.2012 Βουδαπέστη.

26 Ιουνίου 2015

Γεωμετρία αισθημάτων…




Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω- λοιπόν

Και πώς να μείνεις
να διαβάζεις τα ευανάγνωστα; Ο ποταμός
Κυλά
Και είναι τόσες οι αξίες του, τόσος
Ο μόχθος της ροής, οι συναντήσεις
Κάτω απ' την επιφάνεια, ο ψίθυρος,
ο παφλασμός, ο ήχος-

Το εμβαδόν ισούται… αποταμίευσα πολλά, συγχρονίστηκα
Με τις μέρες, τις εβδομάδες, τους μήνες, τα χρόνια-
Στον που με έπλασε καιρό
Οφείλω
και άλλα τόσα οφείλω-

Βάσανο, ντέφι βασανάκι μου, άσε με
εδώ που ξαποσταίνω
Και κοιτώ
που είναι μόλις που βράδιασε:
πουλιά πετούν μέσα στον σκοτεινό αέρα
Και έρχεται μια μπόρα καλοκαιρινή-

Θα κλέψω την γαρδένια τ' ουρανού, θα κλέψω
σύννεφο
Και στον αιθέρα μέσα θα παραχώσω
Τις κουρασμένες ιδέες μου- να μου μείνει
μόνο ένα μαρτύριο
Να αγαπώ
και να με βρίσκει η σφαίρα κατάστηθα..


25 Ιουνίου 2015

Λάρισα 24.6.2015



Λάρισα δόντι πονεμένο στο τοπίο- οι καφετέριες
όλες γεμάτες-
κι άδεια
μαραζωμένα μαγαζιά-
οικονομικό σύννεφο
πάνω απ' τα ταμεία- ποιός πονά
τοκίζοντας την δραστηριότητα
της πόλης κερδοφόρα;
Κυρίες
απροσδόκητα λαμπρές,
τονισμένες
στα χείλη- κυρίες
προκλητικές
σβήνοντας το επιδεικτικό τσιγάρο τους
επάνω στα πλακάκια της πλατείας- ζουν
με μια ψυχολογία κραγιόν, ζούνε
κάτω από την απειλή του πόθου- εσύ ποιός είσαι
που τις κοιτάς και πουθενά δεν αράζεις; Οι λέξεις σου
όλες σαν δηλητήρια
καπνίζουν
κι αυτές
όπως χαλάσματα
ενός σπιτιού που γκρεμίστηκε
αφήνουν γύρω σου
μιαν ανάμνηση
ελπιδοφόρα..




                        

Διδάσκομαι την γλώσσα των δέντρων που φυλλορροώντας μου λένε τόσες αλήθειες..



Πόσο καλοκουρδισμένο αυτό το βιολί των έσω επιφωνημάτων
που ακούγεται σχεδόν ως το απόμακρο άπειρο!

Και ο πρωινός κότσυφας που λαλεί και γίνεται πιο υποφερτό το να πάνω στον πλανήτη γυρίζεις..

Διδάσκομαι την γλώσσα των δέντρων που φυλλορροώντας μου λένε τόσες αλήθειες..

Και είμαι ένας που είναι όλοι εντός του..

Σαν από μοίρα γίνεται:      
ακουμπώ την παλάμη στην κουπαστή των ονείρων

και ο κόσμος γράφεται μέσα μου
να ελπίζει και ρόδινος..

22 Ιουνίου 2015

Είπα να ζήσω λευκά και έγινα θεέ μου κατακόκκινος!




Συμβαίνω:      όπως συμβαίνουν τα πράγματα-    συμβαίνω.
Έχω μοίρα φθοράς.
Κατανοώ και απελπίζομαι. Κι αν
Μπορέσω να αυτοχρησιμοποιηθώ προς τέρψιν
Εμού του ιδίου
Ίσως μείνει ένα ατελέσφορο κάτι
Που δεν μου ανήκει
Περισσότερο απ' ότι αυτός ο άχροος στίχος
Που καλπάζει
Στ' αυτιά μου φαιδρά.
Είπα να ζήσω λευκά και έγινα θεέ μου κατακόκκινος!

                                                     14.8.2010

Έλα και πάρε με την νύχτα



Πώς φεύγει απ' τα γλαρά σου μάτια
Σαΐτα που με πλήγωσε
Κι εγώ απόμεινα με ούτε
Φιλί που με τελείωσε.

Έλα και πάρε με την νύχτα
Να πάμε σ' άλλους ουρανούς
Είχα πιστέψει άλλους κόσμους
Κι εσύ δεν είσαι απ' τους θνητούς.

Πίσω απ' το παλιό σου σπίτι
Τρείς μέρες έχω καρτερώ
Κι όταν σε δω ας αποθάνω
Να 'χεις το κρίμα στον λαιμό.

ΕΠΙΠΛΩΣΗ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ..





Τα πλοκάμια των ανέμων πλεγμένα κι ακίνητα κοιτούν προς τον νοτιά. 
Το φορτηγό απόμερα και αραγμένο ξεφορτώνει
Βαριά έπιπλα που κουράζουν τα χέρια μου
Πια. Οι τζαμένιες βιτρίνες
Του φαρμακείου, ο πάγκος
Που πάνω του συμπάθεια θα σερβίρει
Ο φαρμακοποιός και ασπιρίνες.
                                  Σχεδόν
Είναι απόγευμα. Ξεκίνησα
Την μέρα μου πολύ πρωί.
Μάζεψα τα χιλιόμετρα κάτω απ' τις ρόδες·
Ισορρόπησαν οι ταχύτητες κι ήρθαν όλα στο ζύγι·
Και κάπου κάπου βρέχει αραιά.
                                   Τώρα
Που φτάσαμε ο πληθυντικός μας δουλεύει
Για το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Σφυριά, τρυπάνια, κατσαβίδια
Ούπατ, ξυλόβιδες, σκαρπέλα που ακονίστηκαν για το να κόβουν
Το σώμα το γυμνό του ξύλου, ώσπου να γίνει
Η εμφάνισή του μια παραδεκτή αξία.
Ιδρώνω, ξεϊδρώνω, πράττω-
Ακούω τον τριγμό που δεν μ' αρέσει-
Διορθώνω την κίνηση.
                        Και το βράδυ
Απ' όσες εικόνες σφηνωθήκαν στο μυαλό μου την μέρα
Φτιάχνω εκείνο το ψηφιδωτό των λέξεων
Που καταλήγει σαν παλιά κομόδα, ποίημα
Που φέρνει κάτι απ' τα παλιά.

                                 13.10.2010
                                  Κέρκυρα.

Τα κόκαλά μου είναι ένας αργαλειός που κουρασμένα δουλεύει.




Τα κόκαλά μου είναι ένας αργαλειός που κουρασμένα δουλεύει.
Πονούνε πια φθαρμένα από τις καταπονήσεις.
Κουβάλησαν βαρέα βάρη των βαρών.
Τώρα τρίζουν αλάδωτα κι επιθυμούν επισκευή.
Γελώ με την φθορά τους- δεν την περίμενα.
Είναι σαν να μου βάζουν όρια. Κι ακολουθώ
Την ιστορία που μ' αφήνουνε να πράττω.
Τα σέβομαι στις δυνατότητές τους, τα προσέχω.
Μ' αυτό το άλογο πρέπει να πάω ως το τέλος· πρέπει
Να το καβαλικεύω πιο σωστά..

                                      15.10.2010
                                      Κέρκυρα..

ώ Τίποτα που κατορθώσαμε να σε αναγορεύσουμε σε νικητή των πάντων!



Κάτι χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα
ο ήλιος επιμένει να είναι αιώνιος
και τα πράγματα
επιμένουν να είναι εφήμερα

τα βουνά δύουν το ένα μέσα στο άλλο
σαν περισπωμένες που γιορτάζουν την οξεία τους θλίψη.

εγώ δοκιμάζω ένα ύφος του λόγου που εξέχει από την συνείδηση

είναι μέσα μου αποδεκατισμένα της χαράς τα στρατεύματα

η επαρχία χίμαιρες βρίθει

κορδακίζουν τρελά οι επώνυμοι άρχοντες
προσκομίζοντας έναν που φρίττω πια να τον ακούω λόγο

καθώς η πατρίδα τρώει με ευχαρίστηση τις σάρκες της
μην έχοντας την τόλμη ούτ' έναν αίτιο να τιμωρήσει
του μάταιου που πέτυχε και ολοφύρεται γυμνή αποτελέσματος..

ώ Τίποτα
που κατορθώσαμε να σε αναγορεύσουμε σε νικητή των πάντων!

εσύ μας άξιζες λοιπόν; για σένα εμείς παλέψαμε;
αν είναι έτσι μες το Κούγκι μας ξανά ας ανατιναχτούμε!

Γιατί χάνω τον χρόνο μου μ' αυτό το εγώ που φθείρεται τόσο




Γιατί χάνω τον χρόνο μου μ' αυτό το εγώ που φθείρεται τόσο
και ξενίζει και γίνεται κακοτράχαλος τρόπος του λέγειν που δεν θα συμπλεύσει ποτέ με κανέναν θεό;

Ήθελα να του αφαιρέσω δύναμη αλλά, εκείνο που ήταν,
ήμουν εγώ
πάντα
και φλυαρούσα περίεργα τονίζοντας
την τρόπον τινά καλλικέλαδή μου ψυχή

Μα πήγα
να γράψω λόγια μες το συνεχές
αόριστο βράδυ που οι κατακτήσεις μου
ήτανε λίγες
υπεροπτικές νυχτερίδες
που παίζοντας μες τον σκοτεινό λίγο αέρα
κάναν την νύχτα μελαγχολική μου διάρκεια.

Φιλοξενώ φωνήεν που τσιρίζει τώρα
μέσα μου
καγχαστικά
και καίγεται
όπως απ' το εγώ το τελευταίο ωμέγα
και δέομαι που των λουλουδιών οι ανάσες
φέρνουν σε μένα τον που αγαπάω παλμό..

τα νερά



τα νερά τρέχουν τα νερά είναι μια έκπληξη υφιστάμενη
παίρνουν την λάμψη που έχει το ατόφιο γυαλί, υπόσχονται
βάθος της ρέουσας σκέψης
                                      και το πουλί
πριν ξημερώσει ακόμα τραγουδάει
κοτσύφι που λατρεύει τον Μάιο.

γενέθλιε μήνα των ερώτων, δυνατέ
αναίσχυντε ερωτύλε
πούλα κι αγόρασε την απλωμένη επιθυμία μου, έλα
να μην έχουν οι λέξεις μου ήχο,
να μην είναι το ποίημα μια τέτοια φωτιά
που πυγμαχεί με την είδηση
του ακμαίου φωτός..

μες την παλάμη μου η ζεματιστή νεροσταγόνα της ψευδαίσθησης
εξαερώνεται, τινάζει
το αναίτιο βάρος της - γίνεται
μια μπουρμπουλήθρα που δεν θα υπάρξει να: λίγο μετά..

αντιγράφω το πάθος, σκαλώνει επάνω μου, με σκλαβώνει
τα μάτια μου συλλαβίζουν την εκτυφλωτική πυγολαμπίδα
μιας μεγάλης υπόσχεσης.

και γράφω
σαν κλινήρης σ' έναν πιο συμβολικό ουρανό
απόναν μύθο που ανατινάχτηκε και με την ανθρωπότητα όλη περιπαίζει..

                                                     11.5.2010

Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου