...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

29 Ιουνίου 2014

Πεινάω για συμπάθειες αστεριών…





Κλείσε λοιπόν-νύχτωσε. Έπεσε κι ο λίγος αέρας.
Η φιέστα σε λίγο θ’ αρχίσει.
Άρτον λοιπόν και θεάματα. Ω νεοέλληνα!
Κι όπως δεν ήμουνα ποτέ ποδοσφαιρόφιλος, μπορεί
Να μείνω με ετούτο το βιβλίο στα χέρια, να διαβάζω
Πώς χώρεσε η ποίηση μες το λεμόνι.
Απ’ τα παντζούρια στην κάμαρα
Ένα αμυδρό εναγώνιο φως.
Τρύπιο ταβάνι-ο θεός ευτυχώς χωρά.
Πετά μια νυχτερίδα-την αφουγκράστηκα.
Πεινάω για συμπάθειες αστεριών..

Μικρόν ελέω Θεού…



Δούλεψε στο φως με τις ορέξεις σου.
Πιο ταπεινά τα ειωθότα, πιο αναμενόμενα-
Μπορεί κι εμείς πια να προβλέπουμε
Την μελαγχολική σελίδα που ήρθε.
Κλείσε τα μάτια- αποχαιρέτα την υπεροψία σου.
Στις πικροδάφνες τα κοτσύφια διαλαλούν ένα πολύτιμο μυστικό.
Μεσημέρι. Πλατειάζει το φωνήεν.
Οι τοίχοι αναμασούν την ώχρα τους.
Ο καιρός μια δούλεψη που θησαυρίζει βοήθειες.
Γράφω.
Τα μολύβια μου λασπώνονται και το απόγευμα θα φέρει τον Ιούνιο
λερωμένο στο τέλος του.





Σε ακούω και σε βλέπω όπως σε παραδίδει μες τον κόσμο μου το φως…





Το καλοκαίρι ορθόπλωρο κι εσύ
αναπαυμένη κάτω από τον κόντρα φλόκο..
Ήλιος αντένες στα νερά- στην μαγική ανατολή
η θάλασσα τρεμίζει σαν το σπλάχνο της αιωνιότητας..

Γυμνή.
Επιστρέφουσα από τον ιερό
κάματο του έρωτα. Εχτές
από τα μακρινά πελάγη.

Οι ανταύγειες του νερού στα μάτια σου
δόρατα φοβερά για την καρδιά μου.

Σε ακούω και σε βλέπω όπως σε παραδίδει μες τον κόσμο μου το φως..


28 Ιουνίου 2014

Τοξεύεις νυν…





Την αρχιτεκτονική της σκιάς επάνω στα πλακάκια, την ασυδοσία
Των φωνών, όλες ν’ ανακατεύονται κι ο ήλιος για νύχτα να γέρνει
Πίσω από των βουνών τις εξάρσεις-

Νομιμοποιώ το αεράκι που πνέει μειλίχιο
Γονιμοποιώντας το νυν και το πάντα καθαρογραμμένο

Αναθεωρώ την υποταγή – στα ψηλά κοιτάω

Τα νύχια μου ξύνουν τον τοίχο – το αρχαίο μένος είναι πάντα νωπό

Οσμίζομαι αίμα –κατευθείαν η αρετή είναι κι αυτή μια σκιά
Που ρέπει προς το ηθικό αρχέγονο χάος.

Και στο σκοτάδι που ήρθε σε βρίσκω ανερμάτιστη και άτρωτη να διαβάζεις
Το ντέφι των αστεριών και της δορκάδας τα καταφύγια.. Τότε

Που ξέρω πως τοξοβολείς μες την βαθιά κοιλάδα και ένα πουλί αήττητο σου κλέβει
Τον νου, να πας πιο κει από της φαντασίας σου κι ακόμη την τόλμη..




Σαββάτο…




Εξαρτημένο από την ζέστα Σαββάτο.
Ιδρώνω ξεϊδρώνω- όλα τ’ αντιπαρέρχομαι.
Το ρολόι μου είναι μια τάφρος απροσπέλαστη.
Γυαλιά ηλίου και λεκιάζει από τ’ αλάτι, το μπλουζάκι μου.
Πληρώνω, πληρώνομαι – αλισβερίσι να γίνεται.
Στο τέλος μου μένουν μόνο τα φεγγάρια
Κι οι στίχοι που βαρούν ταμπούρλο όπως και ο άτσαλος αέρας που
Τρέχει κατά την όραση και κατά την γλαφυρή απουσία..


27 Ιουνίου 2014

Το νιώθω, αλλά…




Νιώθω αλλά, από αυτά που νιώθω, κάτι αποκόπτεται
Και προσκολλάται στην ανάγκη..  Έτσι
Που δεν βαστώ, γίνομαι άθελά μου οφειλέτης στο μυστήριο
Της νύχτας. Να ακούω
Την μουσική όπως και ούτε την αποκρυπτογραφώ, ούτε
Και απ’ το ήθος μου εκείνη τρέφεται – μπορεί
Να μην μπορώ με λόγια και αυτό να το εξηγήσω
Σφίγγει κλοιό η μελαγχολία, η κάθε λέξη σταυρώνεται
Και ζει τον καθαρό Γολγοθά της – το νιώθω λοιπόν,  δίκαιος είναι ο θάνατος
Γιατί εδράζεται σε ακλόνητες και τελεσίδικες ισορροπίες- εδώ
Που το έχει σου δεν είναι τίποτε άλλο από μια αλχημεία που γλυκαίνει
Την πίκρα της ζωής και παροτρύνει στον τζόγο της…



Είδα ότι ουδέν ο δόλιος οίδα· πώς να σας το πω;..




Μην με βαθμολογήσεις, δεν το επιθυμώ·
Ακούω παράξενα και μεταστοιχειώνονται στα ώτα μου τα γεγονότα-
Είναι γιατί υπέροχες αγαπώ ίριδες
Πάλλευκα ρόδα και άλικες ακύμαντες παπαρούνες
Δεν δίνω διάρα για το μάρκετινγκ της ποίησης - εγώ αλλιώς την λάτρεψα·
Αγάπησα τις κοπελιές που γελούσανε
Κι είδα βαθιά βαθιά μες την θλίψη τους
Της σελήνης την σοβαρή τεκμηρίωση-
Είδα ότι ουδέν ο δόλιος οίδα· πώς να σας το πω;


26 Ιουνίου 2014

Το καλοκαίρι είναι εποχή εγκυμονούσα...



Το καλοκαίρι είναι εποχή εγκυμονούσα.
Εκεί όπου ακούγονται τα μακρινά αλυσοπρίονα, στον πέρα κάμπο κι οι βελανιδιές
Λογχίζουν του ουρανού το ταβάνι.
Γαυγίζουν τα σκυλιά.
Αδέσποτες ευχαριστίες τονώνουν το μεσημεριάτικο φως.
Ο άνεμος βοά –
λιγόπνοος.
Οι ορτανσίες γιορτάζουνε.
Βλέπεις την παραλία αφ’ υψηλού κι από κοντά ο ύμνος σε έχει.
Στο φόρεμά σου
Χωρούν τα ψέματα όλα και τ’ αληθινά.
Διαστέλλονται οι ειδήσεις μέχρι που γίνεται το πιστευτό απίστευτο.
Μια σφυρίχτρα ξυπνά της μουσικής το σκοράρισμα.
Στην σάρκα ανήκει πάθος.
Στην νύχτα ανήκει φεγγάρι.
Κανένα φρένο εκεί όπου λατρεύτηκαν δοξαστικά οι ύψιστες ταχύτητες.



Η σκευωρία της απουσίας…




Ένα σημείο σκοτεινό που λάμνει μες τον χρόνο καταβροχθίζοντας τον εαυτό του
Ένα σημάδι ολοστρόγγυλο ωραιοποιημένο απ’ την αγρύπνια κι απ’ την προσμονή
Μια υποταγή να έχω αλλά και όλα να μου λείπουν
Μια σκευωρία της απουσίας

Και στα μέρη που κατοικώ, μεθώ με το αποψινό φεγγάρι
Αδυνατώντας να ζητήσω τίποτε άλλο
Ο Θεός με συνδράμει με τα γαλήνια άστρα
Ιερότητες που δεν ήξερα με ηύρανε

Αν το πάμε απ’ την αρχή, αυτό το ελάχιστο που δεν περιγράφεται
Ζυμώνει την μελαγχολία μου ως τον μυθικό ουρανό
Κατοικώ μια χίμαιρα κι είμαι ευτυχισμένος ωστόσο
Το σκοτάδι με βυζαίνει με γάλα των λυρικών αποκαλύψεων…

25 Ιουνίου 2014

Αγαπώ να μιλώ..


Είναι ωραίος κι ο κίνδυνος κι ο θάνατος κάτι φορές..
Να τον βλέπεις σαν σε παραμονεύει να σε δήξει ανεπανόρθωτα.
Ωραίος ο πόνος κι ο καημός, ωραίος ο μπήξας και ωραίος
ο δείξας- Ανάθεμα!
Όπως το σκέφτομαι το γράφω-δεν
κρατώ διορθώσεις για μετά..
Μετουσιώνεται το παν· πρέπει
να έχεις καθαρή καρδιά για να μεταλαβαίνεις.
Τις παραγράφους μου πήρα και συντελέστηκα.
Ορθόπλωρος μέσα στο λεξιλόγιο. Ειλικρινής.
Αγαπώ να μιλώ γι αυτά που φανερώνονται μεσάνυχτα
όταν η νύχτα προχωρά και όλα ευωχία μυρίζουν…


Κατέφυγα στην καρδιά σου Γυναίκα…


Κάθισε εκεί,
ανάμεσα στα άψυχα πράγματα και ξέχασε με..
Σαν μια ανάμνηση που ατονεί.
Ήσουν ένα τρυφερό φως που άλλαξε τις επιταγές της ζωής
και έφυγες όταν οι στιγμές έγραψαν αυτό το οξύ ιντερμέδιο
του έρωτα που λύγισε κάτω από την αστραπή
του πόνου και του πόθου.
Οι συμπάθειες τέλειωσαν..
Ήρθε η δύση.
Δεν κατάλαβα τίποτα από απουσία-
Την απουσία την κάνουν ασπίδα τους οι γράφοντες.
Ο Λόγος είναι ένα νερό που πέφτει από ψηλά και αναζητά την θάλασσα.
Το νερό είναι μια κτήση άκτιστη. Το καταλαβαίνω.
Εγώ που έψαξα τα όρια του μηδενός ανάμεσα στο Τίποτα και το Κάτι
Εγώ που αγάπησα τις εκμυστηρεύσεις
Που θέλησα να φιλήσω αυτό που δεν είχε καν πρόσωπο
Εγώ που ζήτησα το Αόρατο μέσα από την άρρητη φυλακή μου
Εγώ που κατέφυγα στην καρδιά σου Γυναίκα
Αναζητώντας την θαλερή Στιγμή μου της Ιδανικής Ανυπαρξίας..




Η κηδεία…



Πίσω απ’ τα ευτυχισμένα γεγονότα, υπάρχει μια κηδεία ιδεών, που αναστατώνει τα πάντα.
Δεν ξέρεις πού να κατατάξεις την θλίψη σου.
Ο νεκρός πυροβολεί με συγγένεια –είναι αγενής, δεν σ’ αφήνει
να τον ξεχάσεις.
Το χώμα αντιδικεί με τις απόψεις σου· το χώμα
ξεθάβει τον θάνατο και τονίζει τον εγωισμό που επιστρέφεται ( έτσι κι αλλιώς)..
Κάποιες φορές, το αίμα έχει μια βουή που μαρτυρά διεκδικήσεις.
Κάποιες φορές, τα σκεπάζει όλα, καταπραϋντικά, η νύχτα.
Τότε, η σελίδα είναι μια υπόσχεση και στον ουρανό διακρίνεις
το χαμόγελο των αστεριών…



Η κοπέλα…




Δεν σκοτώθηκε κανείς – αυτοί που πέθαναν, πέθαναν από θλίψη.
Είναι πολύ μελαγχολική αυτή η ώρα του δειλινού-
λίγοι την αντέχουν.
Οι άλλοι κλείνουν βιαστικά τα παράθυρα.
Το θέατρο φωταγωγείται.
Όλα καταλήγουν στο θέατρο.
Ωστόσο οι κομπάρσοι δεν μπορούν να συμμορφωθούν με τον παλμό και απελπίζονται.
Μια κοπέλα δείχνει τα τατουάζ της.
Είναι μια άλλου είδους ιέρεια.
Που καπνίζει, ανασκευάζοντας την ιστορία και τον πόνο.
Της μιλώ.
Την λούζει το φεγγάρι.
Τα μαλλιά της είναι λιγωτικό γιασεμί
και αυτή είναι μια μυθική γοργόνα που,
αν την κοντράρεις, σου χάνεται…


24 Ιουνίου 2014

Δεν έχω καιρό για άλλες αντιρρήσεις…



Το δωμάτιο διαστέλλεται ως το υπερπέραν.
Χλευάζω τους λεπτοδείχτες.
Η κάθε σκιά γίνεται γίγαντας που με τρομάζει.
Με σώζει η θάλασσα σαν ένας στίχος που κρύβει την ελεημοσύνη του Θεού.
Ο ήλιος δύει.
Με βεβαιότητα.
Δεν έχω καιρό για άλλες αντιρρήσεις…

Οι στίχοι πονάνε…






Γέρνω το βιβλίο· χύνεται από μέσα του η θάλασσα.
Δίπλα στα βράχια, τρέχει έρημη η παραλία.
Ο χορός των γλάρων έχει κάτι από νερό που κατάφερε
Ν’ αναιρέσει το βάρος του και να γίνει αέρινο Τίποτα,
Μυστική Στιγμή ενός ουράνιου παραμυθιού.
Η αγάπη είναι όμορφος συλλογισμός.
Το κύμα σκάει στην ακρογιαλιά.
Σε άλλες εποχές μέσα στα χέρια μου σε κράτησα
Κορίτσι των φιλιών κι ολόκληρος φωταγωγήθηκα
Από την ομορφιά σου.
Το απόγευμα έρχεται.
Οι στίχοι πονάνε.
Το λυρικό ξόανο του φεγγαριού θ’ απομακρύνει την ουσία του πόνου
και θα κοιμηθούμε διψασμένοι για όνειρα…





23 Ιουνίου 2014

Κορίτσι της μιλιάς της έσω…




Στις νύχτες αναλογεί το μεθύσι σου κι αυτός
ο ωραίος σου εκτροχιασμός, να χαμογελάς
μαρτυρώντας κραιπάλη και να ξεκλειδώνεις
να μπεις στην πολυκατοικία, ξημερώματα ακόμη, τραγουδώντας
ένα τραγούδι που κυλάει όπως αίμα της χαράς.

Ποιός να κατανοήσει το μπαρούτι που έχει το αίμα σου, ποιός
να κατανοήσει φυσεκλίκια που έχεις
κρεμασμένα επάνω σου, πόσες ιλαρές ιδέες και πόσες
της φουρτούνας φαιδρότητες;- Σε μελετώ

σαν φαινόμενο άλλου πολέμου· ξέρω
πού στρέφουν τα μάτια σου
πού αφήνεσαι και πού,
κουμπωμένη ολότελα, κρύβεις
την επανάσταση κάτω απ’ τα σκισμένα μπλουτζίν σου.

Ταξιδεύεις με την φωτιά που δυναμώνει ο αέρας
ταξιδεύεις με τον ρυθμό που λαχανιάζει η αναπνοή
κορίτσι πράμα που τον Χάρο προκαλεί κι ο Χάρος δεν τo έχει
κορίτσι των ανοίξεων κορίτσι της μιλιάς της έσω και του θάρρους
του απώτατου..



22 Ιουνίου 2014

Κυνηγώντας το όνειρο σε μια τοξική αφιλόξενη πόλη..



Φωνάζω και μου επιστρέφεται η φωνή.
Ξέρω: είμαι μέσα σου- σαν συκώτι, σαν σπλήνα, σαν αίμα σου
Σαν η σκέψη σου που εξανεμίστηκε και την πήρε ο αέρας.
Επιστρέφω από την έρημο των αισθημάτων σου..
Μεταφράζω τον ψίθυρό σου, τον πόθο σου, το φλερτ σου
με τον άκαμπτο θάνατο
Όταν μου δείχνεις πως σ’ αρέσει το λιβάδι Ανυπαρξία.
Κοιτώ τα χαμηλά παπούτσια σου, το φόρεμα
Που άφησες ανάλαφρα πάνω στην πολυθρόνα.
Στον χρόνο που δεν υποψιαζόσουν συγκλίνουνε
Τα δευτερόλεπτα που, πριν το καλοκαταλάβω, ένα φιλί
Μου πήρες και σου πήρα.
Στο μπαλκόνι οι γλάστρες μυρίζουνε. Το πάθος του βασιλικού μεθά την οικουμένη.
Είδα τα ανθάκια της μέρας να αγωνιούν να μιλήσουν ευφρόσυνα
Επάνω στης σελίδας μου την αμεσότητα.
Ανάμεσα στο τραπέζι και το μολύβι
Χωρά ένας θάνατος παρακμασμένος
Ένας θάνατος που θα τον σπουδάσουμε
Καταστρώνοντας σχέδια για την επόμενη μέρα
Κυνηγώντας το όνειρο σε μια τοξική
αφιλόξενη πόλη..

Η Κυριακή πάλι βελάζει…





Σαν όχημα της γλώσσας δεκαπεντασύλλαβο
ο χορός επιάστηκε της πεταλούδας
πάνω απ’ τα φυτά-
οι εξάψεις της άφησαν ένα ίζημα χαράς
μέσα στα ρείθρα του Ιουνίου-
των παιδιών οι φωνές μαζέψανε
όλη την οικουμένη ολόγυρα
αστραπιαία το κάθε χρώμα γέννησε από αρχής τον εαυτό του και στην δίνη αυτή
ψυχή με ψυχή καταφεύγουν όλα μες το χωνευτήρι
το χοϊκό των αξιών,
κορύφωσαν κι άλλο το δράμα-
και οι αναστάσεις που δεν περιμέναμε
συνέβηκαν-
έτσι που εγώ αναμετριέμαι με τον εαυτό μου τώρα
και γράφω μία λειτουργία από κείνες που η ώσμωση σε κάνει να εμπνευστείς
κάτω απ’ της μελαγχολίας το μαρτύριο..







Το φεγγάρι..



Το φεγγάρι που δεν ασπάστηκες, κρέμεται κάτω απ’ τις μαρκίζες, λιώνει ανάμεσα στα σύννεφα, φοβερίζει την νύχτα των ξωτικών.

Όταν χαράξει, θα απομακρυνθεί γινάμενο ένας λύκος που δεν θέλει με το φως άλλα μπερδέματα.

Ο αέρας θα πληροφορεί τα δέντρα για τις γόνιμες φαντασιώσεις.

Από την Κυριακή που έρχεται, θα εισβάλει μες την εβδομάδα ένας καημός που τον γνωρίζουν και τον σέβονται όλοι – ένας καημός ερωτευμένων..






21 Ιουνίου 2014

Σύνθεση μιας λέξης που αποδομεί το συντηρητικό καλοκαίρι..



Η μέθοδος φέρει αποτέλεσμα, ποσοστό
που επιστρέφεται από μια σειρά αναζητήσεων
που κάνουν τρανό το μικρότατο.
Το καλοκαίρι αφήνει την μαντζουράνα του μες το παρτέρι·
η γιαγιά μου είναι ακόμα εκεί
προτού ο θάνατος την πάρει και την δω σε στάση προσευχής να με κοιτά με μάτια στυλωμένα
ως την ζωή μου την όλη.
Η Αττική μια κουρελού αισθημάτων και προσήλωσης.
Εσύ ο πρώτος έρωτας μου ο πιο φλογερός.
Άφησα τα τετράδια και την παλιά μου σάκα πίσω από την πόρτα και έφυγα να παίξω
στην γειτονιά.
Στο διπλανό οικόπεδο με τις μολόχες και τα τολμηρά αγκάθια.
Πάνω απ’ τις φωλιές των μυρμηγκιών, κοντά στην στοίβα τα παλιόξυλα που τον χειμώνα τα έτρωγε η βροχή. Τώρα
μια σαύρα πράσινη γλιστρά με μαεστρία τρέχοντας
κατά τον πέρα δρόμο.
Τα μακρινά κοντινά και τα χρόνια που φύγανε
τα συναντώ με την ορθοδοξία μου, στην τσέπη μου
ένα σημείωμα
πάντα για να στο δώσω
-αν βρω την τόλμη- κι ο ουρανός
από τότε βιβλίο,
ευανάγνωστο
κάτι που με ακολουθεί
να μάθω πώς θα ξεκλειδώνω την ψυχή μου
το μπόι της
και το ψυχικό
συμβολικό καλοκαίρι..
Μια λέξη ουαί     
και, για την μελαγχολία, αλίμονο!







Η φιλία κι εσύ…




Η νύχτα διακοσμεί τα μάτια σου με ιερότητα θλίψης.
Γύρω απ’ το φως οι πεταλούδες μαγεύονται και χορογραφούν σε μια δική τους γαλήνη.
Στο παραμύθι διαδραματίζονται όλα.
Το καρπούζι βοά την δροσεράδα του επάνω στο τραπέζι και το κρύο νερό ανήκει στην αιωνιότητα.
Η φιλία ζει και προστατεύει τα ιερά μας σωστά..


Αγύρτης της Κυβέλης …






Στον ύπνο ιδρώνουν τα κορμιά και αγκαλιάζονται τα λουλουδάκια.

Αναστεναγμοί ερωτικοί, πέφτουν στο διάκενο
ζέστας και μνήμης.

Ο ήλιος χρυσόμυγα που παίζει με το μεσημέρι αφήνει χρυσό άρωμα στο σύμπαν των επιθυμιών.

Οι λέξεις μου ζητούν παρομοιώσεις και το κατορθωμένο σώμα του απογεύματος είναι μια μουσική καλά σπουδαγμένη.

Στο λίγο χώρεσε το πολύ και η όρεξη για, κι άλλα, τεχνάσματα σε κάνει πολυμήχανο και αγύρτη..

Το δάσος θα σε καταπιεί καημένε μου, θα σε αφανίσει η φρυγική Κυβέλη…




Αυτοφυλάκιση στο όριο του καλοκαιριού…






Το καλοκαίρι επιβάλλεται σαν ένα στενό παπούτσι που σου σφίγγει το πόδι.
Δεν μπορείς να αργοπορήσεις πολύ, δεν μπορείς
Να τρέξεις πολύ, είσαι
Σε μια ακαθόριστη εγρήγορση.
Ο βηματισμός σου εκτροχιάζεται μέσα στην κάψα του ήλιου και
Οι παλμοί σου μαρτυρούν το ερωτικό φως που είσαι πλασμένος να έχεις.
Τι είδες μες την ποίηση και δεν το είπες πουθενά; Ποιά ορκωμοσία τήρησες και είναι καθαγιασμένα από τότε τα λόγια
Μέχρι θανάτου;
Παράξενος είσαι…
μια φιγούρα που έκλεψε απ’ τον ορίζονται απόλυτο φέγγος και
το μεταστοιχείωσε σε μοναχική εθελούσια φυλάκιση..


Ο φίλος.





Είχα έναν απέραντο φίλο από εναγώνιο άστρο.
Οι δαγκάνες των ματιών του τυραννούσαν την αλήθεια.
Μέσα στην χημεία του λόγου υπέφερε
τόσο πάθος.
Ο πόνος τον κούρασε.
Στέγνωσε το αίμα του-
Πάνω σε τόσες σελίδες,, σχέδια
Περίτεχνα μουντζουρωμένες.
Αγαπούσε τον Σεπτέμβρη..

Γέρασε μέσα σε μιαν ιδιοτέλεια ολότελα των ανθρώπων που τον μίσησαν
Πάνω σε έναν οβολό
Για την αθανασία..

Στα νιάτα του βουλήθηκε να φτιάξει ένα αστείο για δική μου έκπληξη..

Πυρπολήθηκε λοιπόν περιχυμένος από εύφλεκτους λόγους..

Άκουσα την σάρκα του να τσιρίζει φωτίζοντας
Καγχαστικά την νύχτα…

Χωρίσαμε μετά…

Υπόγειοι σιδηροδρομικοί σταθμοί για υπόγειους
Ανθρώπους.
Η ζωή μου έγινε σβηστήρας..
Τόσα λάθη!

Άκουσα να τρελάθηκε φωνάζοντας «Αμήν!»
«Αμήν!»- Το αίμα του
Είχε πιει πολύ μελαγχολικό ουρανό και είπαν μελάνιασε καθώς
Τον κέντησαν με την λόγχη
Για να πιστέψουν στο θάρρος του!


Αυλίδα 1983

Στο πληκτρολόγιο οι κραυγές δεν λείψανε ποτέ τους…





Χαρισμένο το έχειν μου – κι, ευτυχώς, ακυρώθηκε.
Τυχάρπαστο μες τον αέρα της αιωνιότητας
που τίποτα δεν θα του αντισταθεί.
Σκέφτομαι κι είναι η σκέψη μαρτύριο.
Ήρθε το Σαββάτο
με τις οξείες του.
Ο ουρανός ελάφρυνε.
Στο πληκτρολόγιο οι κραυγές δεν λείψανε ποτέ..
Η οθόνη ως εμεγαλύνθη’! 
Τους ψιθύρους ακούω που υπερβαίνουν την γλώσσα
Και θυμιατίζουν από κοντά μια βαθιά προσευχή
Απ’ άκρου σε άκρο…


Εικόνα…




Με το φτυάρι της η νύχτα πετά το χώμα του φεγγαριού επάνω στα πλατανόφυλλα.
Το αηδόνι πια σώπασε, το σκοτάδι πέφτει κάθετο πάνω στα χόρτα και τις φτέρες.
Δεν υπάρχει γύρω κανείς-στο παραμύθι ξετυλίγεται η ιστορία.
Οι σιλουέτες των δέντρων λικνίζονται φοβιστικά μες το αχνό φως.
Η γεωμετρία του λόφου αναζητά το εμβαδόν της κάτω από του πεύκου την αψάδα.
Το αίμα των φυτών κινεί του οξυγόνου την περιουσία μες της γης τα χρηματιστήρια..







Εκεί που έχασες μια ξαφνική ευχή….




Κάπου εκεί ξύπνησα. Έβρεχε. Τόση χειμωνιάτικη έμπνευση
μέσα στο καλοκαίρι. Άκουσα. Τίποτα δεν ακούγονταν.
Κάθε στάλα μεγάλωνε το μαρτύριο του ευκαλύπτου.
Κάθε στάλα μια αιώνια επιστροφή
Σ’ αυτό που θα ‘λεγες, ανυπαρξία.
Νομίζω, σφάλλουν οι ψυχές μας να λυπούνται για όλα.
Νομίζω πρέπει να δουλεύει υπερωρίες η γομολάστιχα.
Είναι ελάχιστο αυτό που ανήκει στην χαρά
Άκουσα. Τίποτα δεν ακούγονταν ίδιο.
Πήγαινε για ξημέρωμα.
Ο τρύπιος ουρανός, όπως μια τσέπη του παντελονιού ενός γίγαντα,
άφηνε σταθερά να πέφτουν
νομίσματα άστρα πάνω στο βρεγμένο χώμα.
Εκεί που έχασες μια ξαφνική ευχή….







20 Ιουνίου 2014

Χαμογελάω κι εγώ.




Κάπου το αγγίζω αυτό που δεν έχω και κάπου μου ξεφεύγει αδιάκοπα-
Παιχνίδια παίζει ο Χρόνος – πατώ την ουρά του.
Είναι ένας μαύρος γάτος μοχθηρός
και μυρίζει μελάνι.
Όλα καταγράφονται.
Όλα θα αναιρεθούν.
Σφυρίζω αδιάφορα.
Ο πόνος είναι η μόνη ανάγνωση της ζωής.
Χλιμιντρούν τα όνειρά μου, σαν άλογα που κανείς δεν εξημέρωσε.
Πρωί πρωί οι ιδέες μπερδεύονται με τις ηλιαχτίδες και ο κόσμος περιγελά τον αφελή που ακόμη πιστεύει σε ελπίδες.
Χαμογελάω κι εγώ.
Κι όμως, έχουμε ανάγκη μια στολή αισιοδοξίας, για να παραστούμε σε αυτό το καρναβάλι που σε θέλει να ζεις, μέχρι να σε καλέσουν απόντα..


Κρεσέντο του ηλιοβασιλέματος…





Πώς κεφαλώνει μες τις μέρες η ανασφάλεια κι εσένα
Τι σε κάνει κακό και μην μπορείς
Να καταλάβεις
Των άλλων τον συλλογισμό;
                                               Τότε
Που μια ρίμα δεν είναι τίποτα άλλο
Απόναν κόμπο που δεν λύνεται, μια θλίψη
Η ταλαντευόμενη όψη του κόσμου
Που διαρκώς δοκιμάζεται…
                                               Για τις τελείες μου κόπτομαι.
Θα κοπεί ωραία το νόημα· η ευθεία θα χαρεί την έσωθέν της τεθλασμένη·
Ωραία θα περιγραφεί ο κύκλος- οι αβροδίαιτες εταίρες
Θα σηκώσουν το ερωτικό μπαϊράκι τους
Στην κάθε γειτονιά. Στις ταράτσες
Ανάμεσα από τα σύρματα και τις απλωμένες μπουγάδες
Ανάμεσα από τις κεραίες των τηλεοράσεων, θα φανεί
Ένα φεγγάρι φιλντισένιο, ένα επίγραμμα
Ενστίκτου του φωτός, να υπερασπιστεί
Την μαγεία του ηλιοβασιλέματος
και την αιώνια θάλασσα..


Από ποιές αγκαλιές βγήκε ο Ιούνιος; ..




Από ποιές αγκαλιές βγήκε ο Ιούνιος;
Κάτι γατιά που  νιαουρίζουν
κάτω στον κήπο,
πάνω στην χλόη,
κάτι ψίθυροι
που δένουν το απόγευμα με την νύχτα, όταν αγκυροβολεί
το φεγγάρι πάνω στα κυκλώματα των άστρων και ο ουρανός
αυτά που έχει τα σέβεται γιατί
η μέρα του κλέβει τα πιο επιβλητικά
φωνήεντα και τα αποθέτει μες τον κήπο
με τις τριανταφυλλιές. Κάτι νομίσματα
που ακυρώθηκαν, κάτι λόγια που πια δεν έχουν σημασία
γραπώνουν το καλοκαίρι από τα μαλλιά και βουρλισμένα μελανώνουν
την σελίδα αυτή που μέσα της
φαντάζει αλήθεια ο κόσμος λίγο πιο υποφερτός…




19 Ιουνίου 2014

Συννέφιασε πάλι..



Πιο κοντά στην απάντηση αλλά η ερώτηση
είναι ένα πεδίο που πολλαπλώς μας αφορά.
Συννέφιασε πάλι.
Ο ουρανός ζει τις αντιφάσεις που του αναλογούν.
Όλη η διαλεκτική σχέση του με την γη,
είναι ένα λουλούδι που ζει απομονωμένο
στην σχισμάδα ενός βράχου.
Η κάθε στάλα της βροχής θερμό επεισόδιο.
Ο κάθε τίτλος στην εφημερίδα, αγωνίας τέχνασμα.
Στον καφέ η κάθε γουλιά πικραίνει και νομίζεται η μαντική του σοφή.
Αλλά εγώ και εσύ το ξέρουμε… εις μάτην…




18 Ιουνίου 2014

Η πραγματικότητα…





Με το λίγο της επιβάλλεται η μελαγχολία.
Ο ήλιος διαθλάται και καταλήγει μια αποκαθηλωμένη προσευχή
που πρόφεραν οι σαμάνοι πριν πέσουν για ύπνο. Παράξενο:
τα πουλιά μόνο πετούν πάνω απ’ το κεφάλι μας
και αποδημούν προς τα ζεστά μέρη του νότου.
Η πρωτεύουσα σκλαβώθηκε απ’ τους αλλοδαπούς.
Οι αλλοδαποί σκλαβώθηκαν απ’ το κεφάλαιο.
Το κεφάλαιο σπέρνει χολέρα και πανικό.
Η πρωτεύουσα σκλαβώθηκε από τον πανικό της.
Περνούν τα τρόλεϊ ζωγραφισμένα απ’τα όνειρα των νέων.
Η φαντασία πάντα ήτανε χρωματική.
Μια αλλήθωρη νεολαία, που έλεγε κι ο ποιητής,
χειρουργεί νομίζοντας όλα τα ξέρει.
Η πραγματικότητα τους πάντες εκδικείται
και αφήνει ένα κατακάθι κατάθλιψης μες την ψυχή που βαλτώνει
σε ήρεμα θολά νερά..



17 Ιουνίου 2014

Τα μιλημένα σου μια κλίμακα μελαγχολίας..





Κλείνεις τα μάτια αλλά ο κόσμος είναι ακόμα εκεί,
αεικίνητος, αγχωμένος, μια θυελλώδης αγέλη
που κινείται προς ένα σκοπό
Κι όπως οι μέρες περνούν και οι νύχτες που πέφτουν
τρυπούν το τσόφλι του ουρανού και –αν μπορείς
να δεις αλλιώς- οσφραίνεσαι την πανδαισία.
κλεισμένος σε ένα γραφείο ή βιδώνοντας την πιο κρυφή δομή
των υλικών που επαναστάτησαν, -σ’αυτό το ύφος της ανάγκης και μ’αυτές
τις στεναχώριες, γινάμενος
φίλος πια με τον πόνο, ένας καημός
από ανθρώπινη απαντοχή σε πλημμυρίζει..
Κλείνεις την πόρτα. Δεν είναι φίλος πάντα ο εαυτός.
Η ζέστα μαστιγώνει τον μήνα κι ας είναι άστατος ο ρημάδης καιρός.
Τα μιλημένα σου μια κλίμακα μελαγχολίας..



Ο εγώ ο εσύ και οι όλοι μας..





Κι από διαίσθηση τα έπιανα όλα
( μικρές λυρικές καθυποτάξεις στον ρυθμό ενός μουσικού παραδείσου)
η πραγματικότητα όμως πάντα είναι αλλιώς.
Το σκηνικό, πολέμου –
όπου σταθείς κι όπου κοιτάξεις
έχει σκληρό κουκούτσι το φρούτο του κόσμου
ποτέ η ζωή δεν ήταν χαρισάμενη.
( Δεν ειρωνεύομαι) Ο πόνος
είναι ο μέγας σκηνοθέτης των θνητών
είναι τα βότσαλα που μάζεψα και μου διέφυγε η παραλία
Μα πάντα έτσι
γίνεται… Μένει η ανάσα, μα, δες: σώνεται η ζωή-
Πού γράφει παρουσία το άρωμα και πού ο θάνατος τα κατακλύζει όλα και απλώνει θλίψη;
Με την σειρά μου και εγώ τα σπούδασα.
Κομπάρσος ενός θιάσου που οργανώνει παραστάσεις σε επαρχιακές σκηνές.
Ο εγώ ο εσύ και οι όλοι μας..
Τώρα φιλοσοφώ ή τι δεν ξέρω γίνεται
και ο καιρός που περνά είναι ο λίθος που αποκτά το σχήμα του
από τις μοναξιές του συνόλου.
Έτσι όπως και αυτοί που ιδιωτεύουν έχουν μοίρα στα κοινά κι έτσι
όπως οι τολμηροί βουρλίζονται και μπρος από την ματαιοδοξία πάντα οδηγούνε
τις μάζες τις υποταγμένες τις εύθραυστες…





16 Ιουνίου 2014

Να…





Να γυρίζεις ανέστιος μες τον κενό χρόνο και να σπάει στα χέρια σου κομμάτια ο πολιτισμός
Να θρυμματίζεται όπως σε μικρές αδιάφορες ψηφίδες
Που ρέουν ιριδίζοντας προς το Άπιαστο-
Να μην ασχημονείς…

Οι τελεσίδικες αποφάσεις των λουλουδιών να κάνουν πολύτιμο πιο ακόμα τον κήπο
Να είσαι ο αθώος περιβολάρης του-
Να σε μεθούν οι παπαρούνες με το πορφυρό τους θυμιατό
Να κλέβει ερωτηματικά από το υπερπέραν η μέρα
Να αποκτάς κι άλλο φωνή κι άλλο ψυχή…

Με το μολύβι λόγχη ν’ αποδεκατίζεις τα φουσάτα των ανέντιμων
Να ζώνεσαι τα φυσεκλίκια των ανέμων
Ήρωας της μελάνης επικός βασιλιάς Ιδεών
Να είσαι ο Ποιητής του νέφους και της αστραπής ο Νεφεληγερέτης
Που χάρισε σ’ ένα παιδί νηφάλιος την δύναμή του όλη…



Καθ’ οδόν…





Και η Κόρινθος να απομακρύνεται.
Με έθρεψε
με μητρικό του ήλιου της γάλα.
Τώρα τα αμπέλια της καψωμένα μες το βαθύ μεσημέρι
Νυστάζουν και στέκονται κοντά στην αλληλεγγύη των χωραφιών.
Ένα τρένο πέρα γυαλίζει
Σαν κάμπια σιδερένια που τρέχει χρωματισμένη
με το γκράφιτι της νιότης.
Η εθνική οδός αχνίζει με την κόλαση της ασφάλτου.
Οδηγώ καταπίνοντας σκέψεις και βαρετά χιλιόμετρα.
Επετεύχθη το μεροδούλι κι απόψε…



Σαντορίνη…








έργο της Χρυσούλας Μαυροπούλου




Έσταξαν μέλανα θυμό τα δευτερόλεπτα

στο ρολόι της γης

έσπασε τσόφλι το αυγό του τρόμου

η πέτρα γέννησε απρόσκοπτη θύελλα

θρυλικές θάλασσες γεννήσανε αύρες

πιο κοντά στο κονάκι του πόντου.

Ο αυτοκρατορικός ήλιος μαστίγωσε το πέλαγο

με πορφυρή φωτοχυσία

Τόσο ύψος τόσος θάνατος

τόση προσμονή τόση εγκατάλειψη

η μέρα έγειρε αβέβαιη κατανοτιά.

Μελανό γινάτι θεού που κοχλάζει

ψυχή αψιά

ένα πετροχελίδονο

αφήνει σώα τα μωρά του

στου γεροΠοσειδώνα την γενειάδα-

Καταβυθίζονται οι σβιλάδες των ανέμων

μες την κοιλιά της θάλασσας

κι αναγεννώνται

πενταπλάσιες

στο δυναμόμετρο της άνοιξης-

Αναμερίζουνε πειθήνια τα νερά

να βρει εστία ο μακρινός Προφήτης..

Ανταλλάσω τον θρύλο σου μ’ έναν μύθο αρχαίο

ζεύω την λάβα σου στο αλέτρι των αρχαιολόγων

τινάζω την παμπάλαια σκόνη σου

πάνω στις άγραφες σελίδες μου, υπομένω

την θλίψη των βράχων σου

αδηφάγα ορθώνεσαι

πάνω από τα κύμβαλα της μέρας

να διαβείς με βήμα εξουσιαστικό

την μέγγενη των εποχών που σ’ εγκλωβίζουν.

Συσκεπτόμενη μες την αυγή του πελάγου

με γλάρους εξουσιαστές

αινιγματική είσαι σαν κοχύλι

που δεν λειάνθηκε ακόμη και δεν έπαιξε

τον στιλπνό ολοστρόγγυλο ρόλο του..

Εθελούσια θυσιάζοντας πλάτος

αποκόμισες οφέλη ηλιοβασιλέματος

ναυαγισμένη μες την θάλασσα που περισπάται

απ’ του ουρανού την ζήλια..

Ποτέ δεν πάτησα τους όρκους μου

ποτέ δεν παρέκλινα απ’ την ευθεία ματιά

μέσα μου αναστήθηκες ηφαιστειακό κέρας

που ξεσηκώνει αντιρρήσεις

καυτή και αγέρωχη

με μνήμη που ζητάει τα ρέστα

απ' το ταμείο του εφησυχασμού.

Πάλι εκεί που σε γονάτισε ο καημός της λάβας είσαι

κουρντίζεις την κιθάρα των ανέμων

μισοφαγωμένη από την λαίλαπα του κρατήρα σου.

Εκεί που είδα την χρυσόμυγα να πιπιλάει τα ζουμερά μεριά σου

και μετά είδα το ατσάλι της θάλασσας να σκίζει

πρωραίο αιδοίο της οικουμενικής Μεσογείου.

Ο γκρεμός της νοτιοανατολικής πλαγιάς σου

φοράει το μπανιερό του και βουτάει

στα βαθιά

που ο ήλιος

δαγκώνει την επιδερμίδα σου

και τα ·μη· σου κάνει ·άντε προχώρα·

επάνω στον αφρό που γαργαλάει

τα ακρογιάλια σου-

Σκάνε πυροτεχνήματα του γέλιου σου

λιγωμένα-

στο αντιμόνιο της αναπνοής σου

ευδοκιμούν λίθου τομάρια..




9.7.2012

Η μοντέρνα τέχνη των δακρύων..



Ο υπνοβάτης νάρκισσος ακολουθεί τα αμαξάκια με τα άλογα και έρχεται στην παραλία δίπλα στο παλιό λιμάνι που τα ιστιοφόρα
κεντούν τον ουρανό σαν με βελόνες ξύλινες καλοακονισμένες.
Τα άστρα αυξάνουν σε συναγωγή για προσευχή.
Τα μεσάνυχτα η παράγραφος των κυμάτων είναι θρησκεία
που κάνει να τρέμουν από φόβο οι αδαείς συμπολίτες του ύπνου.
Νανουρίζονται τα ορθόβουλα πλοία και συντελούνται οι μαγείες των φωτεινών
δυνάμεων της ψυχής..
Οι γυναίκες δακρύζουν σε μια σύγχρονη εκδοχή του μύθου της παλιάς πολιορκίας
και μες τις αγκαλιές τους κρατούν μωρά που πίνουν γάλα θεϊκό.

15 Ιουνίου 2014

Η Δευτέρα έρχεται πίσω από τα ηχηρά μπαλκόνια



Η Δευτέρα έρχεται πίσω από τα ηχηρά μπαλκόνια
Των πολιτικών και δεν σημαίνει πια τίποτα
Ουσιαστικό -μόνο μια θλίψη
Για τις αξίες που χάθηκαν.

Ντόμπρα απευθύνσου στης ιστορίας τον δραγουμάνο·
Αν δεν μεταφραστεί σε λόγια το θάρρος σου
Θα σήπεσαι ανάμεσα σε τσόφλια αυγών που για να μείνουν τζούφια εκκολάφτηκαν.

Ίσως και μες από την ποίηση να πρέπει πια να τα κοιτάξουμε όλα διαφορετικά- αλλάζει βλέπεις το τιμόνι.
Ερωτοτροπούν με την σκληρότητα οι εποχές
Δημοκρατικές αντιφάσεις γυρίζουν λάθος να σε οδηγεί η πυξίδα
Η κλεψύδρα μετρά τον χρόνο παραγεμισμένο της κατάθλιψης ουφ
Κι η γλώσσα μου,
ακόμη κι αυτή που την φρόντιζω η γλώσσα μου
Είναι ένα σάπιο μήλο που σκουλήκιασε και σε προδίδει ο λιλιπούτειος  όφις του..

                                                                                          2012




ΣΩΜΑΤΙΔΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ..



Μόνος και μ’ ένα λεξιλόγιο δια βίου έντονα πυρακτωμένο!
Ίσως και ψάχνοντας κάτι σαν σωματίδια του θεού- ή πάλι 
ορθογραφίες αλήθειας που σου την στερεί το φως που υπεράφθονο
θαμπώνει κάθε μάτι..

Δουλεύει ο χρόνος γύρω μας. Ανταλλάσει 
τον άνθρωπο με τον χαμό του.

Από φωνές εντός μου έφτιαξα ένα παράξενο τραγούδι
που ούτε τακτοποιεί το χάος ούτε με λυτρώνει.

Τρεις μετά τα μεσάνυχτα.. Αδειάζει ο ουρανός..

Φορτία ψυχής πάνω στις πλάτες τους
κουβαλούν κάτι παράξενοι άγγελοι.

Άδικος ο θάνατος.. Όμως πιο άδικη η ζωή..

Όπως δεν καταφέρνουμε να έχουμε
μέσα της ούτε μιαν ανάλαφρη ανάσα.

Οι περιουσίες μας (τώρα ή ύστερα) 
με έναν τρόπο καταργούνται..
Και μόνο του μυαλού η όποια παραμένει.

Με τις ιδέες μου υπήρξα σαν σ’ ερειπωμένο κάστρο φάντασμα
που το θρυλούν οι χωρικοί και να το πλησιάσουνε φοβούνται.

Κροταλίζουν οι λέξεις..

Τα βράδια ακούς τις αλυσίδες τους
όπως χτυπούνε στα πλακάκια πάνω
που λίγο πριν περπάταγε ένας σκληρός θεός…

2007

Παρέες…




Συναναστρέφομαι ένα φάντασμα που φοβίζει τους πάντες.

Μιλώ ξεκληρίζοντας επιθυμίες.

Στο λίγο αρκούμαι
σύννεφο κι όταν του ουρανού του λείψαν τα φεγγάρια του.

Δίπλα στο πορτατίφ, το δωμάτιο πληρούται ζέστα και φώσφορο.

Μετά απ’ τα μεσάνυχτα, το έπος γράφεται με εξαπτέρυγα νύχτας και χορούς νυχτερίδων..






ΤΕΛΙΚΆ ΠΟΤΈ ΔΕΝ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΤΉΚΑΜΕ;



ΤΕΛΙΚΆ ΠΟΤΈ ΔΕΝ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΤΉΚΑΜΕ;  

Περάσανε τα χρόνια και κατάλαβα ότι δεν ανακάλυψα δα και τίποτα σπουδαίο. Τα συστήματα έχουν εγκλωβίσει τον άνθρωπο στις λογικές τους κι όσο πιο ακραία είναι τόσο πιο πολύ ακονίζουνε τα πρωτόγονα ένστικτα του.
Είναι η πλευρά του ανθρώπου η σκοτεινή που είναι πρόσφορη για να εφαρμόσει αγριότητες, είναι η ακατέργαστη πλευρά του που, επάνω της, επενδύει το Ποταπό τις επιταγές του.
Το νιώθω: στον ζόφο της ψυχής στερεώνονται οι Γολγοθάδες των άλλων..
ΤΕΛΙΚΆ ΠΟΤΈ ΔΕΝ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΤΉΚΑΜΕ;
Απλά, μπαίνοντας στον κόπο της Ποίησης, βρίσκεις ένα μέρος από την αθωότητα που, μάλλον, κάποτε είχες: αυτή των παιδιών.
Κι εκεί στηρίζεται όλη η μαγεία του εγχειρήματος..
Να μπορέσεις να ανακτήσεις αυτό το χαμένο έδαφος μες τους αιώνες που η ψυχή δεν γδάρθηκε από κανένα κοφτερό απόρριμμα, ούτε έχασε την ωραία λάμψη της,- απλά, χρειάζεται ένας καλός τυμβωρύχος, να σκάψει με τα νύχια του, προσεκτικά, και να ανακαλύψει το φως της και το χρυσάφι που κράτησε!



Ο ουρανός…




Στο κουπάκι του καφέ, έλεγε η γιαγιά μου, στο κουπάκι του καφέ
Βρες μια λύση που δεν είναι μυστήρια.
Πέρασαν χρόνια. Ποιος πιστεύει σε τέτοια πια;
Τώρα σχηματίζω μια αγρύπνια πάνω σε πλήκτρα σαν να συνθέτω μουσική και πάλι κατακάθι μένει
Που δεν το όρισα ποτέ μου εγώ.
Απ’ την κουρτίνα μπαίνει μία φεγγαροαχτίδα.
Η πόλη κοιμάται.
Ήσυχα όλα – βάζει ο ουρανός τους πάντες στην θέση τους..






14 Ιουνίου 2014

ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ..




Τα άστρα της νύχτας δεν άφησαν ανοιχτό ουρανό..

Είχα αθροίσει μέσα μου χιλιάδες φωνές·
από παντού
με έτρωγε η μουσική
και η απελπισία του θανάτου.

Ένα πουλί σηκώνεται και καλοζυγισμένο
τρυπά με ράμφος εγωιστικό τον άνεμο.

Ήλιος που πετυχαίνει διάνα την καρδιά των λουλουδιών!.

Αιφνίδιο χτύπημα μια πρόθεση ανέμου ν’ ανεβεί ως πάνω.
Αλλάζει σχήμα,
πηδά μες το νερό,
αστράφτοντας
όπως η θέληση ανάβει φώτα
ξανά.

Σύριζα στο παλιό ντουβάρι οι μαργαρίτες μ’ έναν τρόπο που φιλοσοφούνε..

Στα κράσπεδα της ιστορίας οι λαοί που υποφέρουνε..
Τρώει το ξύλο ο άνεμος.

Έκρυβα μέσα μου των αισθημάτων την πυρίτιδα..
Μπαρούτι αψύ.

Ειλικρινά δεν ξέρω αν  με λέξεις θα νικήσω…


  


ΤΑΦΗ.


                    
Όταν μιλάς κι απούσα είσαι
      Όταν σ’ ακούω κι ας μην φτάνω εδώ
            Οι μέρες μου είναι που αντάμωσαν τις μέρες σου-

Σαν μια παρέλαση του θρήνου που ακολουθεί νεκρό
Κι όσοι μοιρολογούνε ξέρουν την παλικαριά του!

Η θλίψη αόρατη σαν αίμα
   Καταλαμβάνει όλο το σώμα υποδόρια -νικάει.
      Και ένα δάκρυ κάνει
        Τον διαιρέτη του κοινό   
           Πάνω απ’ την γραμμή του κλάσματος που όλοι χωράμε-

Σαν πράξη από απλές ζωές που κάνουν
Μία σπουδαία.


 Με ψυχή- νικήστε!

(Έστω κι αν είναι μία πρόσθεση που καταλήγει αφαίρεση η ζωή!)








ΠΙΕΡΊΑ…





                           Στην Μίνα Παπανικολάου…


Πιερία αντίσκηνο οικουμενικό
Πιερία δώρο ροδάκινο
Πιερία λόγχη αιχμηρή Πιερία πάπυρε του Ολύμπου

Προχωρημένη στα απώτατα φυλάκια του ουρανού, Πιερία με την πλειάδα των άστρων

Στις παρυφές των σύννεφων, στις κοιλάδες της σκέψης
Θεϊκή γη τεντωμένη απ’ άκρο εις άκρο
Κάτω από το φως της μέρας

Ο Μάρτιος με βρίσκει να σε ζω σαν πληγωμένος μα έχοντας
Συναίσθηση της πληθωρικής λευτεριάς σου
Πιερία ορμέμφυτη Πιερία κεχριμπαρένια
Σαν ρετσινιού το δάκρυ και σαν  έλατου η αψάδα

Πιερία πάνοπλη Πιερία Παλλάδα
που μυρίζεις τραγί
Του Δία Πιερία του Ήφαιστου οι εξάψεις

Νίβω τας χείρας μου στο ύδωρ σου και κοντοστέκομαι
Εκεί που ανάβει η θρησκεία προσηλώσεις σε μένα
Πιερία με το τσαγανό σου Πιερία παιδούλα
Όσα και χρόνια αν περάσουνε- μαθήτρια του φεγγαριού

Η νύχτα με προχώρησε έξω απ’ την αρρώστια
Οι συναθροίσεις των ταπεινών με καθήλωσαν
στον ρυθμό που αγαπά η καρδιά μου
Πιερία οργασμική με τις θηλές της λέαινας Πιερία
χοϊκή Αφροδίτη!

                                                                                 9.3.2013 



Σεβάσου Χρόνε την σεμνή ελπίδα μου…







Όλη την φιλολογία που ήπια όλη την φιλολογία που έθρεψα,
ένα μακρύ τραγούδι κάτω από χρόνο υπερσυντέλικο,
ένα λουλούδι που αγάπησε να το κρατούν αθώα χέρια
μέσα στην καταιγίδα των καιρών.

Τώρα που βρίσκω την καρδιά μου να φτεροκοπά, τώρα που θέλω τα ψηλά αγέρωχα διαστήματα
σεβάσου Χρόνε την σεμνή ελπίδα μου, δες
με καλοσύνη της μικρότητάς μου το ευαγγέλιο και άσε με
σ’ αυτόν τον κήπο της συντέλειας να καλλιεργώ
ουτοπίες και θάρρητα, από αυτά που βρίσκει ο καθένας μόνο μια φορά…


Μνημόσυνο είναι ο χρόνος που άδειασε…





Υγρό μαυσωλείο του φεγγαριού..
Στον αέρα πάνε τα νωχελικά φυλλώματα και κλέβουν
Την μελαγχολία του δάσους.
Οι σκιές είναι μια αποκρυπτογράφηση της ειμαρμένης.
Οι νυχτερίδες κρατούν τα εδάφη όπου λίγο πριν
χαριεντίζονταν τα χελιδόνια.
Τα αυτοκίνητα με τα επιθετικά φώτα τους ξεσκίζουν
το σάβανο της νύχτας.
Πονώ έναν πόνο εσώτατο –
κανείς δεν καταλαβαίνει·
Όλοι είναι έτοιμοι να ποτίσουν την γλάστρα μα κανείς
δεν νιώθει πόσο έσκυψα πάνω απ’ το φυτό
Της ευαισθησίας αυτής ποτού μεγαλώσει.
Όταν οι ώρες σκύβουν πάνω από την κούνια των αστεριών
Ο χρόνος είναι ένας καμβάς γεμάτος μουσικές και φλέγοντα επιφωνήματα..






Λαίλαπα τάφου…





Ήρθες από μια αφήγηση. Η μοίρα;
Πάντως γράφτηκε
φτηνή απομίμηση θεάτρου το τοπίο.
Το άλλο πρωί,
ο ήλιος βάρυνε.
λες και χτυπούσε ταμπούρλο
τονισμένο κάτι λίγο πριν την Ομορφιά.
Σε πλησίασα.
Όλοι κάποιον πλησιάζουν.
Μύριζες θάνατο και απομόνωση.
Τα μαλλιά σου είχαν πια αραιώσει.
Περπατούσες σκυφτός.
Μια λαίλαπα τάφου σε ήθελε εσώκλειστο στην σθεναρή φυλακή σου.
Εκεί όπου το κάθε ρήμα της αισιοδοξίας
είναι φθαρμένο και απρόσβλητο..


13 Ιουνίου 2014

Θα αρνηθώ όλες τις καταφάσεις…




Αυτά που ήξερα απομακρύνονται..
Τίποτα φεγγάρια φαιδρά και το ποδοβολητό των άστρων πίσω από την τζαμαρία μέχρι να ‘ρθει το πρωί
Και να σκεφτώ γαλάζια ή να μείνω με τις σκέψεις μου, στο διπλανό παρκάκι, πάνω στην αιώρα και να με σκουντά ο καιρός.
Ξεράθηκαν οι αντοχές και τα φύλλα.
Το συκώτι μου πλήγωσε.
Λαχανιάζω και ιδρώνω οξυγόνο και άζωτο.
Επισκέπτομαι την αφετηρία σαν δρομέας που έχασε τον σκοπό και την θέληση.
Το μεσημέρι βάφει ένα μαβί το τοπίο που είμαι.
Θα αρνηθώ όλες τις καταφάσεις που είχα και θα έχω αντιφάσεις κραταιές που με κάνουν να φαίνομαι αλλόκοτα μόνος..





Η μεγάλη Αυταπάτη…




Πίσω από τα ερειπωμένα ντουβάρια εκκολάπτονται οι άνεμοι και σφυρηλατούνται τα κρίσιμα ερωτήματα που ποτέ δεν θα απαντηθούν.

Ο χρόνος ρέει, οι μνήμες ζητούν σκηνοθέτη, η πόλη γυμνώνεται και πέφτει μες της ιστορίας το κενό, όλα ανάστατα ζητούν μια τάξη που λείπει.

Τα δέντρα ζητούν την σπατάλη του φωτός, μέσα στα απαλά χέρια της ερωμένης
ο κάθε άντρας γίνεται ευάλωτος, απροστάτευτο σώμα που ξεχνάει την έχθρα και κάθε από πόλεμο τι.

Η μεγάλη Αυταπάτη διαλύεται στον αέρα, σαν πυροτέχνημα· προφανώς όλη η ζωή είναι μια πλάνη που αξίζει πάντοτε να την γευτείς πριν προλάβει ο θάνατος να σε ακυρώσει, -
απαξιωτικά..




Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου