...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

30 Νοεμβρίου 2013

τι σκοτεινό που είναι τελικά το ρήμα της επιβίωσης


Της μάχης, που δεν ορίζω την έκβαση, η νίκη, ω!
Το πριν απ’ το πριν
και αυτό που ενώ το έχασα
και πάλι κερδισμένο το’ χω…
Ακμαίας της ψυχολογίας – δεν λύγισα
γιατί με γέννησε η Aστραπή – Α λεχθέν
για να μην πάψει η τρικυμία,
της καρδιάς μου
μπάλσαμο, α δώρο
του Θεού για μένα
Αγαπώ να δίνω αχτίδες και του φωτός
που ανακάλυψα να σκορπώ
τις εκφάνσεις
τι σκοτεινό που είναι τελικά το ρήμα
της επιβίωσης, τι δύσκολο
να υπάρχεις!
Κι ενώ εγώ με τα στιχάκια καταπιάνομαι και αγωνίες έχω
των λέξεων να δρέπω τον ανθό, το μακρινό αστέρι σου
για μιαν αγάπη που σου έχω απρόσμενα με προσεγγίζει
και με αναστατώνει..







Ροντάρω την μηχανή σου κοινωνία




Ροντάρω την μηχανή σου κοινωνία
επικουρικά πάθη αφήνουν γυμνό τον νου μου να πλεύσει  γι’ αλλού
αλλά δεν με παραπλανάς πια τώρα- απόχτησα κρίση
και τονίζω το άλφα σου ως το απώτατο ωμέγα

Κατακρημνίζω τους αριθμούς της δόλιας συμπεριφοράς σου
είμαι ο λαός που αντιστέκεται
είμαι ο λαός που στην δικαιοσύνη ελπίζει
των φτωχών

Δεν είμαι φιγούρα λόγιων ματαιόδοξων που κορδακίζουν
είμαι αντιρρησίας στα πραχθέντα σου
και θέλω να επιβάλω ηθική που να λαμποκοπά

Βλέπεις αυτός που σκλάβωσε σκλάβωσε
στον υπερθετικό τους ανθρώπους
κι ήρθε η ώρα των ανατινάξεων
η ώρα που οι βουρλισμένοι θέλουνε το δίκιο τους
και που γι’ αυτό μπορούν να πεθαίνουν

Νέα οράματα ζητώ, ακολουθώ ελευθερία κατόπι
και απ’ των λέξεων την φωνή
φτάνω στον ουρανό της οικουμένης..

                                                                           2012

ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ




Α’

Ντέφι θρυμματισμένο του ήλιου
πως να χορέψει ο κόσμος με αυτόν
τον κομματιασμένο ρυθμό σου;
Ηχείς παράταιρα
πάνω απ’ τις επάλξεις των χελιδονιών
που υπερασπίζονται ένα τσαρδί από κρύσταλλο.
                                                            
                                                     7.7.2007




Β’

Ζόφε ιερέ που με έχεις
μανιασμένο αεράκι της ψυχής
η θέληση έρχεται νικηφόρα
μες την ζωή     επάνω στην ζωή!
Μου υπακούνε όλα:       κι ο βυθός
που κατέβηκα σαν ένας άλλος
ουρανός να εξαγνιστώ-
και το άλλο μέρος της ζωής μου
που άναψε ξαφνικά όταν τέλειωσαν όλα-
μάντεψε το αύριο
μετά από την πίκρα που αφήνανε οι μέρες
στις αυλές με τους βασιλικούς και τις μαυροφορεμένες 
γερόντισσες, στις πλάκες πάνω
ακούγεται το τόπι του μικρού παιδιού.
Κάποιος νικάει τον θάνατο….
κάποιος το ξέρει ότι η ζωή θα συνεχίζεται-
όπως άπαρτο κάστρο….


Γ’

Μέρες ξανθές οπώρες
Διανοίγοντας ένα Ιούλιο πέρασμα
Ιούνιος Ιούλιος Αύγουστος
Ξαναγραμμένες ομορφιά και ανέμους
Βότσαλα παραλίας ερημικής
Που ασκήτεψαν οι επιθυμίες μας
Νερά πρασινωπά μνήμες
Από την παιδική σου ηλικία
Στην Λέσβο ανάβοντας τα φώτα εξοχής
Ατσάλινες κλωστές της ζέστας
Που ράβουνε το ύφασμα λάβρων μεσημεριών
Χοροί χελιδονιών στα χαμηλά
Μάτια έκπληκτα ανάσες
Λαχανιασμένες πόδια
Κουρασμένα απ’ το τρεχαλητό επάνω στην χαλικωσιά
Κάτω απ’ τις καρυδιές ο ίσκιος παίζει
Με μια δροσιά νερών από μπαρούτι.
Στο περιβόλι με τσαχπίνικα
Ζαρζαβατικά της θεία Σταυρίτσας  έγνοια
Ντομάτες κόκκινες σαν υποψίες
Καρπούζια ριγωτά σαν πιο παράξενα άλογα
Και μελιτζάνες-
Φαλλοί ταλαιπωρημένοι.

Ξυλόγλυπτες κονσόλες με καθρέπτη πάνω τους
Φωτογραφίες προγόνων με μουστάκι
Παππούς, προπάππους, τα ασημικά
Που μαραγκιάζουνε στην θλίψη του μετάλλου.

Εκεί οι φίλοι οι παιδικοί σαν τα λιμάνια
Που τα καράβια αγαπούνε να 'ρχονται
Αλητείες στην ηλικία των δώδεκα
Κι όμως αγιότητα όλα
Και τα τετράδια σου με τα ποιήματα
Που τα 'σκισες για ν’ ασκητέψεις
Κι οι θυμωμένες μέρες σου όλα
Να σε διαμορφώνουν σαν παλίμψηστο
Μεριές μεριές να γράφεσαι την μοναξιά
Κι όλες οι ύστερα σιωπές να σου την αναιρούνε….

Κι ο φούρνος στην παλιά αυλή με μια οσμή
Από βωμού θυσία και τσίκνα
Κι οι λιγοστές ελιές όπου τα τσοπανόσκυλα
Προσέχουνε το αμέριμνο κοπάδι.
Όπως οι Παναγιές τις νοιώθεις σαν γειτόνισσες
Και βλέπεις τες ν’ ανεβοκατεβαίνουνε τα καλντερίμια
Τοπία ψυχής παιδιού τα καλοκαίρια ύστερα από το σχολείο
Πρωτόγνωρες χαρές και ζωγραφιές
Του ματιού που μαθαίνει χρώματα.

Και οι κοπέλες ρόδινες σαν αινιγματικά ελάφια
Με χυμό σαν αναμμένα φρούτα, απαλές
Λαβωματιές σκιρτήματα
Πρώτα κι αξεδιάλυτα
Σκοτάδια
Με φουστάνια
Παρδαλής μαγείας
Που κρύβουν από κάτω ένα θαυμαστικό
Με χείλια
Που σου ανάψανε φωτιές που δεν θα σβήσουν….

                                                              
                                                      8.7.2007

29 Νοεμβρίου 2013

Πουθενά το αμάρτημα




Δοκιμάζω τις αντοχές σου – ο τρόπος μου
είναι μια βελόνα με περασμένη κλωστή

Δοκιμάζω την υπομονή σου – ο τρόπος μου
είναι μια πολιορκία αδυσώπητη

Δοκιμάζω τα όριά σου – ο τρόπος μου
είναι μια θάλασσα που φοβάσαι και κλαις

Πόθοι καράβια αποπλέουν από την κατάφαση της πραγματικότητας και
αγκυροβολούν στο μακρινό λιμάνι των αισθήσεων

Θεός μου ο Έπαφος, αυτό το χαρίεν παιχνίδι της αφής
είναι η άμετρη συλλαβή της ποθητής αυτογνωσίας

Πουθενά το αμάρτημα – σε κερδίζω
με τον τρόπο που έχουν οι θύελλες:
ένα ζωντανό σώμα που λατρεύει του πάθους την εφαπτομένη..


Για ένα φιλί σου τέτοιο




Αναφώνησε πάνω από τα κάθετα βράχια τον ύμνο που θέλει να νικά και να μην καταβάλλεται η καρδιά.
Η μέρα σκορπά αφειδώς ηλιαχτίδες.
Το υπογεγραμμένο σου νομίζεις πλέει μες το γαλανό και η τριήρης του μυαλού ωραία πάει.
Σκαρώνω κάτι γλαφυρό και το κορίτσι που χτενίζεται κοιτά έξω απ’ το παράθυρο πολλά ωραία.
Οι γλάστρες μ’ ένα τσικ σκουντούν τα κεφαλάκια των βασιλικών και οι μικρές μου πιπεριές φλέγουν με κάψα τον αέρα.
Για ένα φιλί σου τέτοιο εγώ και τσουρουφλίστηκα και από όλα ξεχάστηκα..


28 Νοεμβρίου 2013

Είσαι εκείνο που δεν εξηγώ και που με προλαβαίνει




Από το ανάκτορο της σελήνης ο ουρανός κλέβει μια ασημί απόχρωση που τρέμει.

Δώσε τον οβολό σου εδώ που οι ηλικίες δεν έχουν κανέναν πια λόγο
και τα αστέρια παφλάζουν μες τον παλιρροιακό απύθμενο ουρανό.

Είσαι εκείνο που δεν εξηγώ και που με προλαβαίνει
και κάνει τα ταλέντα των πουλιών σαν μεταγλωττισμένες εικασίες.

Βάλε το πιο καλό φουστάνι σου και έλα μες τους κήπους των οράσεων, έλα
πίσω από την μάντρα που θα περιμένω εγώ
να εκφωνήσω μες το σύμπαν του ερέβους λόγια ιλαρά..


Οι μάζες είναι χειραγωγήσιμες, μην ακούς





Ο πόλεμος των ημερών δεν τέλειωσε και οι κρατούντες
διψούν για αίμα αθώων.
Οι μάζες είναι χειραγωγήσιμες, μην ακούς, οι μάζες
αγαπούν το κουτόχορτο
και μεθούν με ξεθυμασμένο κρασί.
Διαβολικό τραγούδι του χρήματος, συ που παρασύρεις τους πάντες
στον μιαρό χορό σου, πες μου
ποιός είναι πάλι ο Ιούδας και ποιός
προδίδει τον Αθώο για των πολλών τα κρίματα εκ νέου, να θυσιαστεί;
Ακάνθινα στεφάνια στο κούτελο, πονάει η καρδιά, δεν είναι θέμα θρησκειών η εντιμότητα..
Κι εγώ κι εσύ που πάμε με τον έρωτα επιφορτισμένοι και με την βαριά κληρονομιά
ενός εντίμου βίου και μιας ρημαγμένης τραγικής ζωής;


Κι αν γράφω είναι που παρηγοριές ζητάω


Ας κρυφτώ μες την παλάμη της νύχτας
Την κοίλη, η ζωή
μου χάρισε
κι αυτήν την αναπνοή
Και ο θάνατος
είναι ένας μακρινός εφιάλτης
Που γράφεται ψηφιακά επάνω στα ντουβάρια.
Βήχουν οι περαστικοί, κάποιος
καπνίζει
Πάει να ξημερώσει, το σκοτάδι
δεν άντεξε
Έχεις και έχω ακόμα ελπίδες.
Από το πληκτρολόγιο ένας ήσυχος ήχος
Σαν που τρίζει του παρόντος η χαλαρή λιθοδομή
Αφήνει επάνω στην οθόνη
έναν ατμοσφαιρικό καημό.
Η πόλη θα ξυπνήσει, οι άνθρωποι
θα τρέχουν στην δουλειά τους
Θα είναι λυπημένος πολύ και
απαρηγόρητος
ο άνεργος.
Απέτυχε ή πέτυχε ο πολιτισμός;
Ποιός να το δει όταν πως τρέχουμε ξεχνάμε
Πως η αγέλη μας εμφύλια βαδίζει και ο ένας
δεν κατανοεί του άλλου
Το φοβερό μαράζι και τον πόνο;
Κι αν γράφω είναι που παρηγοριές ζητάω
Κάτω από το στατικό, με το αμυδρό του φως, πορτατίφ
που πολεμά κι αυτό με την σειρά του
Σε κάποιον χρήσιμο λιγάκι ν’ αποβεί..





27 Νοεμβρίου 2013

Ας τα σκεφτούμε τώρα όλα από την αρχή..







Ας τα σκεφτούμε τώρα όλα από την αρχή..
Τώρα που νύχτωσε και είναι
πιο σίγουροι όλοι οι λογαριασμοί
Τώρα
που το πικρό είναι πικρότερο και το τέλος
Τελειότερο- ω Θεέ μου
Δεν βγάζει πουθενά αυτή η ανεμοδαρμένη αριθμητική.
Το πείσμα που έχω να μην με νικήσει η απονιά
Με κάνει να φορώ την τιμημένη λεοντή μου
Κυνηγός φαντασμάτων έχω φαρέτρα που τα βέλη της
χτυπούν αλύπητα το καταθλιπτικό φαρμάκι-
αγαπώ μια πατρίδα που πάντα
πληγώθηκε
αγαπώ το κορίτσι που έτσι απλά και καθαρά
το λέει η καρδιά του
και το τιμώ
αφήνοντας να μου το κάνουν επικό
οι τριανταφυλλιές και οι αβρές βιολέτες..


Πού θα κρυφτούμε καρδιά μου να μην μας απειλεί το ξίφος της καταστροφής;




Φόρεσα ένα χαμόγελο και την φωνή μου που αψήφησε ο ευρύς θαμπωμένος Νοέμβρης.
Του εαυτού μου το σκέλος το ένα επάνω στον αφρό της ερημιάς και τ’άλλο
καταρρακτώδικα μιλάει με σιωπή και λυρική καταιγίδα.
Ενισχύονται της μέρας οι στυλοβάτες και το πουλί που αγνόησε όλον τον αέρα
πετά για το καθήκον του
φτιάχνει ελευθερίας διδαχή.
Με τα μάτια μου είδα: στον κάτω χείμαρρο
οι απίστευτες θεομηνίες του νερού
την δύναμη αύξησαν του τρομερού.
Πού θα κρυφτούμε καρδιά μου να μην
μας απειλεί το ξίφος της καταστροφής;
Στο απάγκιο που διάλεξες μ’ ένα βιβλίο στα χέρια κάθεσαι και αναγνώθεις
πώς η μοναξιά, αν την πριμοδοτείς με φως ψυχής, ανθίζει..





26 Νοεμβρίου 2013

ω μαργαριταρένια μου, εσύ



Από το τίποτα ξεκίνησα και στο τίποτα καταλήγω-
Απλά το ξέρω περίτρανα
                                          Οι σημαίες μου
Ξεσκίστηκαν και αναζητώ νέες ιδέες
Στην κοσμοθεωρία μου για να παρασταθούνε.
Απογοητευμένος από το σκέλεθρο άνθρωπος
Και πιο αναχωρητής από ποτέ μου
Εγώ ο μονήρης και ο τραχύς
Κατευνάζω της μοναξιάς μου την θύελλα
Και σε μια σκήτη λουλουδιού καταφεύγω.
Κι εσύ που με διαβάζεις μια απ’ την καλή και μια
Απ’ την ανάποδη, ω μαργαριταρένια μου, εσύ
Σκουντάς το δέντρο τ’ ουρανού και οι καρποί του πέφτουν μες την νύχτα
Φωτίζοντας την με των αστεριών τον άπεφθο εγωισμό..


Η υγρασία αποζημιώνει την γη με φλύαρο μένος.


Ο ουρανός είναι σαρακοφαγωμένος από τραχιά συννεφιά
Μια κλωστή ξεραμένη
απ’ το ουράνιο τόξο
αφήνει την ύφανσή του μισή  
κρέμονται οι μαραμένες αντένες του
σαν αποφύσεις νεκρές και τιποτένιες
που λες ποτέ τους δεν έζησαν..
Πίσω από τις καλαμιές
το θολό ποτάμι βαρά το ταμπούρλο του
σκάβοντας κι άλλο την κοίτη.
Ένα παιδί πετά μια πέτρα λεία
με την σφεντόνα του που έκρυβε
στην μισοσκισμένη κωλότσεπη.
Η υγρασία αποζημιώνει την γη με φλύαρο μένος.
Τότε βλέπω τα ερειπωμένα σπίτια που στέκουν σαν σκέλεθρα θανάτου πιο βαριά
από μια θλίψη που σκηνοθετεί η καταιγίδα του μεσημεριού και που μορφάζουν κλέβοντας
το γκρίζο χρώμα της μέρας – ράκη
αφιλόξενα που τρομάζουν
ως και των πουλιών τις φιγούρες..
Η βροχή συμφωνεί με τον αέρα και το παρόν
συγκρατεί την μνήμη στον ενεστώτα της
εφτά δαρμένα πεύκα τρέμουν μες το σύθαμπο και βλάπτουνε αόριστα τον χρόνο..



25 Νοεμβρίου 2013

η ουτοπία που αγαπώ είναι σαν δόκανο ιερότητας


Μου απιστεί το αέρινο   
λείπει του αίματος η συλλαβή
η μέρα
είναι βροχερή και κάθε πλάσμα της
μελαγχολεί
ο χειμώνας γεφυρώνει τις αποστάσεις
από τον ουρανό στον Θεό
η γη σαρώνεται από μνήμες και αφρούς
στην κάμαρα που γδύνεται η κοπέλα,
ανάμεσα στους μηρούς
το φωνήεν τόσο τσιρίζει
που του πόθου τα ιδεατά χρηματιστήρια
πεινούν για δόνηση εμφαντική
η ουτοπία που αγαπώ είναι σαν δόκανο ιερότητας
ανάμεσα στους αντιμαχόμενους προέκυψε ανακωχή
φιλί κρασί τραγούδι
θυσιάζονται όλα στον χρόνο
κι εγώ που σ’ αγαπώ μοιράζω τα επιφωνήματα
στις σελίδες του μύθου για σένα..



24 Νοεμβρίου 2013

Είναι ο έρωτας που υψιπετεί


Κουρασμένος κι η δουλειά ποτέ δεν τελειώνει-
γράφω
για να ξορκίσω το Κακό-
οι χοϊκές σκέψεις,
νηφάλιο των οικτιρμών νερό.
Είναι ο έρωτας που υψιπετεί, είναι
το φιλί που καθαίρει
είναι η τάξη των πραγμάτων η απαρασάλευτη,
τοπία, ψυχολογίες, ουρανός
και η στρωτή σου αναζήτηση που θάμπωσε
τον ήλιο.
Ζεις για τα πάθη, η καρδιά σου
ιδεατό στάδιο
κάνει πιο τρανή την φωτιά-
Α μελισσάκι μου
μικραίνω για να παρουσιαστώ μπροστά σου
ο αθωότερος
των εραστών κι ο πιο
υποταγμένος..








Χτύπα λοιπόν τα πλήκτρα



Συμμετέχουν οι αμφιβολίες μου στο αποτέλεσμα της μουσικής που βαδίζει αρχαϊκά πάνω στην παρτιτούρα του αιώνα.

Βολεύομαι να ξέρω ότι κερδίζει πάντοτε ο τολμηρός.

Το λεπίδι που σκότωσε τον θεατρίνο άφησε του θεάτρου την σκηνή κενή και θεατή απορημένο.

Πικρά γελά η ζωή και αν την πάρεις σοβαρά νωρίτερα απ’το κανονικό πεθαίνεις.

Χτύπα λοιπόν τα πλήκτρα και ακύρωσε τα εντεταλμένα σύμβολα της παρακμής.

Δεν θα γεράσουμε ψυχή και ούτε στην αφάνεια που θέλουν να μας ρίξουν θα χαθούμε.

Ακούτε βρε τους ποιητές: είναι
ο τρόπος τους πιο τολμηρός απ’ όλους και σας λένε
για έναν  έρωτα μεγαλεπήβολο και επικό να ζείτε..




23 Νοεμβρίου 2013

ΡΑΨΩΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΛΞΙΟΠΗΣ



Όψη του θήτα, σαν
Θελξιόπης γυναικείο όνομα.
Ομηρικό. Κι ανάλυσέ το:
Θελκτικό κάτι κι από μυρωδιά
Λουϊζας αν την τρίψεις στ’ ακροδάχτυλα.
Και όπ-μα, όμμα, μάτι του βοριά
Πάνω απ’ την θάλασσα των μπλε παράθυρων
Που ανοίγουν να κοιτάξουμε ευτυχισμένα.
Γιαγιάς της Λέσβου μιας μαμής
Βαφειό Λεπέτυμνου. Ράχτα
Κι ελιές. Μποστάνια

Της θεία Σταυρίτσας, θεία Λένης:
Κόρες αιολικές. Δώθε κρατάει η σκούφια μου
Κι εκείθε: Ιωνίας διωγμών ανθρώπων
Άστεα. Διηγήσεις
Μάνας της μάνας μου για το ΄22.
Αδέρφι του παππού που χάθηκε για πάντα
Αίματος φόρος της φυλής
Ξεριζωμός πικρός. Μοίρα;

Αν κρατάω κάτι από μνήμες παιδικές
Έναν παππού που μπόλιαζε τα δέντρα.
Σίγουρος. Αυτή ήταν η φτιαξιά του.
Αγάπαγε τις λεμονίτσες και τα τριαντάφυλλα.
Μού 'μαθε μια κηπευτική ολόχυμων ονείρων.
Κάπνιζε κάπνιζε ολοένα. Σαν
Να 'θελε να μην ξεχάσει εκείνον τον καπνό που έπνιξε
Την προσφυγιά του. Πονούσε.
Πονούσε πάντα.

Και ένα χωριό λιγάκι πάνω από την Μήθυμνα
Σαν άλλης εποχής ναυαγισμένο μου κονάκι. Ήλιος
Και χρόνος σύμμαχοι. Με το χέρι
Πρωτόκοψα απίδια, σύκα. Άκουσα τα νερά.
Βρήκα τον πλάτανο ασπίδα για την ζέστα του μεσημεριού
Είδα την ποίηση
Ζωντανή- σαν να 'πιανε ένας σπόρος
Μέσα μου.
Κούρνιασα μες την φύση σαν να μ’ άγγιξε
Μ’ ένα ραβδάκι μαγικό νεράϊδα…

26.7.2007




Κοιτάξτε τώρα:
Θελξιόπη ήταν το όνομα της γιαγιάς μου, από του πατέρα μου μεριά..
Δες τώρα την γλώσσα πως έρχεται μέσα από τους αιώνες..
Θέλξη…. Δεν χρειάζεται ερμηνεία: κάτι που με θέλγει, κάτι όμορφο!
Και όπμα- όμμα (μάτι)..
Αυτή που έχει ωραία μάτια δηλαδή!
Α, Όμηρε!
Πόσο υπάρχεις και αντέχεις για να είναι αυτή η γλώσσα φωτισμένη με τους δομικούς σου λίθους!
Και όλο το ποίημα δεν είναι άλλο από μνήμες στην Λέσβο, καλοκαίρια που χάρηκα την φύση και ανακάλυψα τον ποιητικό εαυτό μου..
Ναι ..
Κούνιες από τα δέντρα,
Θάλασσα μαγική,
Ξαδέρφια, φως πρωινό 
Φως το ηλιοβασίλεμα
Κάστρο της Μήθυμνας
Ερωτικά σκιρτήματα
Και
ΦΥΣΗ
ΦΥΣΗ όπως γράφτηκε ανεξίτηλα μέσα μου!
Και μέσα σε όλα αυτά να δένει η προσφυγιά από το σόι της μάνας μου από το Αϊβαλί και όλες οι διηγήσεις που κρατώ από την γιαγιά μου.


* ράχτα λένε στο χωριό μου, τα βράχια, τα απόκρημνα βράχια..

Η νύχτα σε κρύβει πίσω από του νου μου σκιές



Η νύχτα σε κρύβει πίσω από του νου μου σκιές και μικραίνει τα φώτα
που δραματουργούν ως το τέλος κάθε παράστασης.

Μετά τα μεσάνυχτα, οι ώρες αγκαθερές ποτίζουν με θλίψη το αρρωστημένο κορμάκι του εγωισμού τους.

Οι πυροτεχνουργοί του χρόνου ανατινάζουν το σκαρί αυτό στο βάθος τ’ουρανού και που ο καπετάνιος του αυτοχειρεί και φεύγει.

Η αγάπη που σου’χω δεν σώνεται ούτε τότε που οι τελείες διεκδικούν το τέλος των παραγράφων.

Κρυφογελούν πίσω από τις μάντρες των κήπων τα κορίτσια που σε όλα τους είναι παρθενικά και ντροπαλά.

Τολμώ με τις λέξεις μία νεόκοπη και να την πεις λειτουργία θρησκείας που δεν ξεκαθαρίστηκε για τον προσανατολισμό της ακόμα.

Τείνω το χέρι μου μες τα βαθιά που η αισιοδοξία ρέει.

Είμαι εγκλωβισμένος μες τον μύθο που δεν έχει χειμωνιάτικες αμφισβητήσεις και που ζωντανεύει το κορμί της Άνοιξης..





ΟΙ ΟΞΕΙΕΣ ΜΟΥ..






Σαν παλιοί φθαρμένοι ηθοποιοί, οι στίχοι μου κρέμονται από πελώρια δέντρα κι από-

κεφαλισμένους τους αφήνει το ηλιοβασίλεμα.



Δεν είμαι

εκείνος που ήθελα και περισσότερο

δεν θα γίνω εκείνος που πρέπει..



Οι οξείες μου πάνω στις λέξεις αλλάζουν το νόημα κατά το δοκούν.



Ηθελημένα η ζωή δεν προφυλάσσεται και έκθετη είναι

μπροστά σ’ ενός θανάτου το αίνιγμα..




ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΑΞΙΖΟΝΤΑΣ..






Ο υπερθετικός μου είναι ένας ύμνος από γαλανό ορίζοντα
που δεν θα τον χωρέσω πουθενά

Θα καθαιρεθώ μέσα από όλες μου τις ανάγκες και θα μείνω
γυμνός όπως πρωτόπλαστος που να θρησκεύει δεν θα ξέρει

Θα έχω το ύφος που δεν θα διαβάζεται παρά μόνο
μέσα στα ευαγγέλια που θα χαθούν μετά
μες σε διδασκαλίες πουλιών και σε λόγια νεραΐδας.

Αναχωρητής από άποψη-        της ερημιάς θα νέμομαι το χάος

Και θα ξυπνώ χαράζοντας τη μέρα μέσα στα ζεστά,
ωραία χρώματά της.

Της πολιτείας των ανθρώπων η βαριά βοή
θ’ αναστατώνει τα φρένα μου-       σαν τρελός θα γυρίζω
μέσα στις μέρες που θα λιγοστεύουν τις ελπίδες μου…

Με έναν ποίησης θεό που θα λείπει..

Θα φλυαρώ κομίζοντας άχρηστα ρήματα και της φιλοσοφίας
λαμπερές γιρλάντες.

Αιρετικός του εαυτού μου ακόμα.

Αντωνυμίες εγωιστικής φαυλότητας
θα ακυρώνουν γύρω μου τα ξεφτισμένα ουσιαστικά
που θα πατούν το ένα πόδι έξω απ’ τον πλανήτη.

Των αγγέλων οι θεωρίες θα υπερασπίζονται αιώνιους απέθαντους θεούς-

Καθώς θα γράφουν σε ψαλμούς δοξαστικούς λιβανισμένο τ’ όνομά τους.

Και έτσι όπως θα γερνώ και θα γυρνώ
μέσα στο Τίποτα που θα μου χαριστεί ατόφιο

Θα φτάνω τον θνητό μου μύθο ως το τέλος του
και θα πεθάνω αξίζοντας μια ρίμα πικραμένη…

22 Νοεμβρίου 2013

Προφυλάξτε τον άνθρωπο από την θλίψη



Συσσωρεύει ύφος η βροχή και ξαπολάει επίθεση νεροσταγόνας
κατατροπώνοντας τα μαύρα νέφη.
Σκούριασε όπως και να θες
να το πεις η ώριμη αυτή Παρασκευή.
Κρύψανε τα πουλιά τα κελαηδίσματά τους.
Προφυλάξτε τον άνθρωπο από την θλίψη, προφυλάξτε τον πολύτιμο εαυτό του
που κλονίζεται μόλις πέσει το βράδυ και οι ζαλισμένες κουκουβάγιες ελαφροπετούν
με τσαλιμάκια μέσα στον αέρα.
Η Σοφία διαβάζει ένα βιβλίο που είναι άπαρτο οχυρό.
Τα χέρια της μοιάζουν με εύπλαστες και λουλουδένιες ενσαρκώσεις.
Η Μαρία κοιτά κατά την θάλασσα.
Η Ελένη ζητά πιο αφηρημένο ορίζοντα
για να τον προσθέσει στα ποιητικά ντοκουμέντα της.
Εγώ-
γέρασα να ψάχνω κάτι εγώ
που δεν ποτέ αποταμιεύεται και
δεν το νιώθουν οι άλλοι που χλευάζουν οτιδήποτε
είναι νερένιο και αστράφτει..

                                              22.11.2013



21 Νοεμβρίου 2013

οι ιδέες μου απειλούνται κι αίμα ζητάνε..




Είναι στον ξύπνιο μου ή ονειρεύομαι; Τοπία, φώτα
Μεθυσμένες εικόνες, νταλίκες
που καταπίνουν χιλιόμετρα
Επαρχιακές πόλεις, παράδρομοι
Η χρεοκοπημένη πατρίδα
που στενάζει
Αδηφάγοι τοκογλύφοι και οι παρατρεχάμενοι
προδότες 
Η σκιά ενός ολέθρου
ολότελα πια εθνικού.
Ανεμίζουν σημαίες αδιάφορα και τα αποκαθηλωμένα
Είδωλα δεν βοηθούν στην φιλοσοφία ούτε
τον κριτικό νου που αναλύει
Το πέταγμα στα ύψη μίας ουτοπίας
και για σκοπό
μιας ευανάγνωστης υπεκφυγής.
Σκοτεινιάζω σκεπτόμενος-μπορεί επειδή
Ο αχινός της αγωνίας σ’ απειλεί απ’ το νερό
Η δηλητηριώδης έγνοια έσωθεν
σε κατατρώει
Πού να φυλαχτείς και τι λόγο να ορθώσεις
Όταν οι μάζες εύκολα πωλούνται
Λες μπιρ παρά.
Τελειώνω αναλογιζόμενος το ακονισμένο ξίφος
Της ποίησης, την κρυφή χαρά
Ενός συλλογισμού που πάντοτε στο ίδιο σημείο καταλήγει:
Να μένω απόλυτα εκεί
Που οι ιδέες μου απειλούνται κι αίμα ζητάνε..



οι άνθρωποι αγαπούν τα πάθη



Ύλη ανέμου που πονά, μετέωρη ύλη
γυρίζει μες τα μέρη του Νοτιά και
μες την αγκαλιά της πρωτεύουσας.

Η νύχτα φέρνει τον γαλάζιο ουρανό της
χαμηλά
να καλύψει τον χαρακτήρα της γης.

Κοσμούν επιφωνήματα των πουλιών
το φως
σαν έρθει το πρωί
μουσικές τρυφερές αφήνουν
την δημιουργία καθαρά να επιτύχει
στους ιερούς σκοπούς της

ο ποιητής
πάλι ποιητής θα είναι
ο Θεός
πάλι Θεός
οι άνθρωποι
αγαπούν τα πάθη και εγώ
αγαπώ να μονάζω κοντά σου
κατατροπώνοντας
τις κακεντρέχειες..


Ζω για των έρωτά σου και μόνο!





Κάτι φορές που ακούγομαι σαν ξεκούρδιστο έγχορδο
ξαπλώνω πλάι σου και περιμένω να τελειώσει την ανηφόρα της η ψυχή.
Εσύ δεν μιλάς- είσαι μια νότα που δεν ήξερα, με φορτίζεις
με ιόντα ιαματικά και που τα στέλνει η θεσπέσια σιωπή.
Αφηρημένος αφήνω τα μάτια μου να ψάχνουν στο ταβάνι αδασμολόγητες σκιές που έφτιαξε ο πλούτος απ’ το πορτατίφ και η κορμοστασιά των επίπλων.
Αλλάζω ύφος, αλλάζω αναπνοής ρυθμό, μια λέξη
πλανόδια μου δίνει το νόημα:
Ζω για των έρωτά σου και μόνο!


20 Νοεμβρίου 2013

ξέφτισε η ούγια του βροχερού Νοεμβρίου



Στεγνό αλουμίνιο και πεντακάθαροι υαλοπίνακες
αστράφτοντας στις προσόψεις των κτιρίων
μεσημεριάτικα που χειμωνιάζει   αλλά
η βαθιά οδύνη των φυλλωμάτων
αφήνει έναν κόμπο άλυτο
να μαρτυράει
πόθο για άνοιξη. Τότε
που η αποκοτιά των λίγων γίνεται
σπίθα που επηρεάζει το φρόνημα
των πολλών- 
ξέφτισε η ούγια του βροχερού Νοεμβρίου
το ελάχιστο που μένει μέσα μου
διδασκαλικό ψηφίο με αποδομεί
κι η ραχοκοκαλιά μου
κυρτώνεται σαν ενός δέντρου ο κορμός που εδάρει
απ’ του βοριά τα τσαλιμάκια.
Παρακολουθώ της βροχής τον εορτασμό επάνω
στην λουστραρισμένη άσφαλτο
τα αυτοκίνητα που είναι παρατεταγμένα
σαν ένας λες λαμαρινένιος συνειρμός
που οι φανοστάτες ανακόπτουν
διαβάζω τα γραμμένα σου σαν να ‘ναι
να μην φτάνουνε οι αγωνίες να με θρέψουν-
διαβάζω το πλάσμα που είσαι και έτσι
απομακρυσμένη και ημεδαπή
σε παραδίδει μες τον έρωτά μου ο ορίζοντας..


19 Νοεμβρίου 2013

Μακάρι




Μακάρι γαλάζιο το βράδυ
και το φεγγάρι γεμίζει
σιγουριά και απόφαση
μακάρι οι σαρωτικές επελάσεις
της μνήμης φωτιάς
μαράζια λυρικά και τονισμένα
σε μελωδία παράπονα
του γιασεμιού η άχνα τρέμει
μες τον αέρα
και η ωραία που είσαι
είναι βελόνι στην καρδιά μου
μακάρι η γνώμη μου που δεν υποχωρεί
η συνείδησή μου που με απόλυτη ρότα
δρόμο χαράζει
η ειλικρίνειά μου, η θερμή αγάπη που σου ‘χω
εσύ που με ακολουθείς θέλοντας
κι άλλο ουρανό και εθελούσια
για το φιλί θυσία
η νύχτα που κρατεί ένα ντέφι και βαρά
έναν σκοπό σαν από μακρινό πλανήτη
η μουσική
τα γέλια μας τα ρόδα τα τραγούδια
τα νέα πολύτιμα που εμείς θεσπίσαμε, οι εξελίξεις
των εποχών που μας εγκλώβισαν
αλλά ποτέ δεν θα αφήσουμε
να μας λυγίσουν!








18 Νοεμβρίου 2013

Μια λέξη με προοπτική αισιοδοξίας που βρήκα



Σε τι λογαριασμούς υπάγονται οι πράξεις και οι χαρακτήρες μας
ολοένα δυσκολεύουν;
Στους καιρούς οι ατολμίες έχουν προβάδισμα και είναι
φοβισμένος για όλα ο άνθρωπος.
Εύθραυστος και μελαγχολικός κρατά την σύγχυση ψηλά.
Συμβαίνει να ανοίγει η πόρτα και να εισβάλλει το κάτι που κάνει εντός μας κατάληψη.
Γραμμένο πολλαπλώ τω τρόπω ακόμη και στις αφερέγγυες εφημερίδες.
Διαρκούν οι άξεστοι και επιβάλλονται μες τον καιρό
που τους μεγεθύνει και πολύ τους προβάλει.
Θρυμματίζονται οι ιδέες και οι ακέραιοι πληρώνουνε το τίμημα-
Ζεις απ’ αόριστον κι απείθαρχα μες το κενό-
Όπως να πρωταγωνιστείς σε άκαιρο βουβό
κινηματογράφο.
Τόσο εύκολα ξεπηδούν απ’ το κεφάλι μου οι αντιρρήσεις που
δεν είπα τίποτα που να μπορεί να μείνει
στην μυθολογία μιας ζωής.
Μια λέξη με προοπτική αισιοδοξίας που βρήκα είναι
το αναλλοίωτο δαχτυλικό μου αποτύπωμα και,
αν η ποίηση το θέλει,
είμαι ένας αμνός που, όταν βελάζει, η αθωότητα
έχει έναν λόγο ύπαρξης
σπουδαίο
μέσα στις καρδιές των αύριο παιδιών..
Τότε σε αγαπώ χαρά μου, τότε που
σε αγγίζω σαν μια κορυφαία οπτασία που του πέπλου της
το εξαγνιστικό λευκό
κάνει τα μάτια μου
ξανά να κλαίνε..


Μου έδωσε σύμβολα η ζωή, ‘υχαριστημένος είμαι






Μου έδωσε σύμβολα η ζωή, ‘υχαριστημένος είμαι
εν τούτω πολέμησε    όλοι κερδίζουνε μια νίκη αιματηρή
στάθηκα απέναντι στα λουλούδια πανέτοιμος
προσκυνάω την χάρη τους.
                                   Γιατί
αν δεν ξοδέψεις ανάσα δεν θα βρεις χαρά οξυγόνου
εκεί που ο θάνατος συναντά την ζωή   
σαν χάδι
που θα ηρεμήσει τον άρρωστο  
εκεί  
η πρωινή πάχνη αφήνει έκθετο το σώμα της νύχτας κι ο ποιητής
βουλιάζει ανεμοδαρμένος μες την σκέψη
ο περιρρέων όλων το ανάγνωσμα..

Προφητεία


                             
Έλα λοιπόν καλοακονισμένο μυαλό να μας τα πεις εσύ
ποιος υπακούει και σε ποιόν
η ζωή είναι μαγιά που φουσκώνει
μια μέρα θα πληθύνει η ποιότητα λέω
και εγώ θα είμαι πολύ χλόινος  τότε πολύ χωματένιος
μέσα σ’ ένα μνήμα βαθύτερο την άνοιξη
θα μ’ ενθουσιάζουνε οι εξάψεις…


                                                  19.3.1983
                                                   Ηράκλειο

17 Νοεμβρίου 2013

Επετειακό…






Τραγανό φως αλλά και ψύχρα
του Νοεμβρίου σαν που η τελεσίδικη απόφαση
του καιρού θέλησε τους πολλούς να παρακάμψει
και να ευεργετήσει τον Έναν
που έζησε με μια καρδιά αλύγιστη και που
όρθωσε ανάστημα παλικαριάς απέναντι στα καθεστώτα-

Ντουφεκίστε λοιπόν το στέρνο του, η καρδιά του
είναι αδούλωτη, δεν λυγά
κάψτε τις σκέψεις του- θα ξανακαρπίσουν
τα μαλλιά του
ανεμίζουν σαν ενός ήρωα που αψήφησε
τον θάνατο και δεν υποδουλώθηκε
ποτέ σε κανέναν

Η μέρα θαμπώνει από ιδιοτέλειες θλιβερές, η ζωή
σκληραίνει αλλά εκείνος
ανέρχεται κατά τους ουρανούς
κι όπως να οργανώνει λαμπαδηφορία
Ιδεών και ερώτων
λαμπρύνουν τα οικουμενικά λιβάδια
που ο νους του αγαπάει να έρχεται...











Ιδανικό ή το φάντασμα του Μαγιακόφσκι..




Μέσα στα λεκιασμένα σεντόνια ενός ύπνου εφιαλτικού με φροϋδικές προεκτάσεις και κερατωμένη κυρά- ψυχή

απόναν γιό του αρχαίου Διόνυσου που βαριέστησε μέσα στην λάμψη του αρχαίου κάλλους και σαλτάρισε μαστουρωμένος στον "απάνω κόσμο"

ντυμένος τον ζουρλομανδύα της ύπαρξης 

μ’ένα σκουπιδαριό αστικό που οι κομουνιστές το κοροϊδέψαν μέσα από μία αυτοκτονική φιλολογία -

με μια πρόστυχη libido μεταεφηβική -

στο μαλλιαρό κεφάλι της απόγνωσης..

αυτό το ζαρωμένο παλιόπραμα από εμάς τους ίδιους μες την σύμπτωση της λογοκριμένης ποίησης:

Ήταν αυτή που σηκώθηκε μέσα στην ερημωμένη εγκατάλειψή της  
της είπα "σ’αγαπώ Ελένη"-
Ένας τοίχος αντήχησε,        
μετά άλλος        
κι άλλος ..         
στη σειρά έπεσαν όλα :

Πατώματα φασιστικής ιδέας, καναπέδες έσπασαν τα πόδια τους
από χοντρόκωλους αστούς αδιαφορώντας για την πείνα του πατέρα μου.

Αυτό που κραταιώθηκε με το ζόρι γιατί έπρεπε το είχε θρέψει η παρέα μου
-μια σειρά νέοι –
τα βράδια γυρίζαμε στο σπίτι αργά
μεθυσμένοι ψάχνοντας για το φεγγάρι μες τις τσέπες μας μ’επιμονή!...

Μέσα σ’ αυτήν την βίβλο όλο ανθισμένες τριανταφυλλιές και περίτεχνα εξώφυλλα από δέρμα καρδιάς- με βαρύγδουπη λαλιά ευαγγελιστή που σου μιλάω ξημερώματα Κυριακής γεια σου, γεια σου γυναίκα με το σμαράγδι της ωραίας καρφιτσωμένο στα μάτια σου.

Γυρίζω από την νύχτα μιας ρεμπέτικης μυθολογίας.
Περιθωριοποιημένος .
Από άγνοια βαφτισμένος μέσα στον σκοταδισμό της πολιτικής ουσίας των πραγμάτων σέρνοντας μαζί μου αυτούς που σ΄αγάπησαν σ’ ένα κιτάπι όλο στίχους κλούβιους που φυτοζωούνε-
άλλοτε δημητριακοί και  άλλοτε απέραντα στείροι:
Κανένας ρυθμός.
Μόνο πέφτει λίγο χιόνι              
ίσως πάνω στα μαραμένα λόγια ενός ποιητή που είναι φτωχός και τηγανίζει αυγά.
Κάπως έτσι δεν πρόκειται να τον θυμηθεί η δόξα.
Και γιατί υπάρχεις;
Μια τάξη πραγμάτων σε αποδέχεται επαναστατικά
μέσα στο βλέφαρο του αιώνα σου να παίζεις φυσαρμόνικα

πρωί  

ένας ήλιος διαλαλεί την ευτυχία του μέσα στα μακριά μαλλιά σου-

υπάρχει

ξεφλουδισμένη ψυχή θρησκευάμενη που τσούζει από απραξία και συνείδηση φιλολογική -


η ελληνική δημόσια ράτσα του μύθου χαροπαλεύει
στα δικαστήρια άορκων μαρτύρων
που ισχυρίζονται ένοχο τον "απαίσιο γείτονα".    Θυμάσαι;
Είχε μια μικρή κορούλα αξιολάτρευτη όλο φακίδες και χαμόγελα

τ’ απογέματα έβγαζε τα βάσανα βόλτα -

σε μια ηλικία κατόρθωσε να έχει υπαρξιακά προβλήματα τεντωμένα:
καπνός, καφετέρια, κακός εραστής…             αυτοκτόνησε
μέσα στο όρθιο πρόβλημα της μοναξιάς της.
Βούισαν ξέφρενα  μέσα στο λερωμένο μυαλό μου από αλκοόλ
και ψυχικά απωθημένα τα προβλήματα του κοσμάκη

άγχος

η ανεργία τσιρίζοντας
μια κόλα χαρτί έχοντας μας τυλίξει 
είμαστε χέρια πόδια και κουτσό μυαλό
μέσα στα μακρινά εργατικά οράματα ωριμάζει
ο ορυμαγδός της αίσθησης -
η συνείδηση που καγχάζει -
μια μεροκαματιάρικη  ηθική
συνοψίζεται με θρησκευτική ευλάβεια στον άρτο και τον οίνο -
η οικογένεια πεινάει…
Όχι θεάματα..,

‘Ελα λοιπόν:
βολτάρουμε στο σκοτεινό αλσύλλιο του μυαλού με
ένα άγριο βλέμμα φονικό τονίζοντας τις λέξεις "μου λείπει" -         
γίνεται φασαρία
αδειάζουν τσέπες και η εξαγριωμένη όψη του συνδικαλιστή
φωνάζει "Αμερική ώ Αμερική απαίσια.." 
φρεναρισμένη ευτυχία πάνω στην καρδιά μου.
Ο θεός κοιτάζει απορημένος.
Καυτηριάζονται  από τον πόνο οι φταίχτες του σήμερα -
καφενέδες υπερτοπικοί  με απέραντους μάγκες που καπνίζουνε σέρτικα -
έλα λοιπόν έλα λοιπόν Ελενίτσα…
το σπίτι μας κρυώνει -
ποιος πληρώνει το νοίκι;
είμαστε αφιλόξενοι οι άγγελοι της πιο ψυχοπονιάρικης θρησκείας μωρό μου…


                       24.2.1983
                       Ηράκλειο

Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου