...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

30 Σεπτεμβρίου 2013

Τρύπιο συμπέρασμα που μπάζει



Τρύπιο συμπέρασμα που μπάζει  
και εποχή των ακραίων ιδεών    και των δολοφόνων·
Θέατρο παραλόγου, ουρανός αναποφάσιστος
Άκοπα νύχια
Γρατζουνούν την μέρα στα τρυφερά της οπίσθια
Στο ρολόι γκρέμισε τοίχους η στιγμή
Ζωγράφισες επάνω στην απώλεια- δεν σ’ έχω ανάγκη,
είμαι σκληρός
Και τρέφομαι με άπεπτη ματαιοδοξία·
Η άθλησή μου είναι εμένα οι τρόποι μου,
οι δίκοποι τρόποι μου που κεντούν
την ησυχία παντού·
Ακουμπώ το κεφάλι επάνω σε προσκέφαλα ερωτηματικά,
τι να το κάνω το φεγγάρι;
Η θλίψη με αποδεκατίζει- μα αντιστέκομαι·
Πονάει το αίμα μου, άκου περίεργο! Πονάει το αίμα μου·
Από τελεία σε τελεία ένα τσαμπουκαλεμένο νόημα
Που σφαδάζει·
Πώς φτώχυναν οι άτιμες οι κοσμοθεωρίες
Και σκούριασαν επάνω στην πολιτική σκηνή
Αποδομώντας κάθε λάμψη που είχαν;
Διαβάζω τους ανθρώπους· πώς να μάθεις τι αντιπροσωπεύει κανείς;
Κατέληξαν σύμφωνα τα κάποτε λουστραρισμένα φωνήεντά τους.
Γράφω γιατί με πλήρωσαν οι αγωνίες με χρυσάφι σκέψης. Και κρατώ
Ένα μυστικό που όταν θα ταφώ μαζί του θα το μαρτυρήσω
μόνο σε μια αδέσποτη ανεμώνα
Που κλαίει έξω απ' τις πόρτες του παράδεισου..


Σε βρήκα ανέλπιστα και με βρήκες





Τι κάνει το σώμα να ζήσει αυτή την αναστάτωση; Φιλιά
Να περισσέψουν πάνω στα σεντόνια
Αναστεναγμοί και ένα άγγιγμα
που και νεκρούς ανασταίνει;
Μείναμε
Όλο το βράδυ αγκαλιασμένοι σαν
Να κοροϊδεύαμε τον χρόνο- εμείς
Που τρέξαμε ανέμελοι μες τα λιβάδια
του έρωτα- τώρα
Σε βρήκα ανέλπιστα και με βρήκες
Εκεί που δεν υφίστανται οι ηλικίες-
και μες απ’ την αγρύπνια και την μυσταγωγική στιγμή
Εξέχει το γυμνό ποδάρι σου- σαν
Να κλωτσάει όλες τις αγωνίες μακριά να πάνε. Ναι,
Δεν ξέρουνε πώς να το πουν τα πληκτρολόγια-
Μια νύχτα ζούμε που μπορούνε μόνο οι μύστες
μίας παράξενης αθανασίας..


29 Σεπτεμβρίου 2013

για ιδέες ματώθηκα·


Ό,τι εξαπλώνεται γρήγορα είναι μια προδοσία· εννοώ
τα μελτέμια
που δεν αφήνουν χώρο για κανέναν ελεύθερο λόγο-

στην εξοχή,
κοντά στην παλιά προβλήτα,
ο ήλιος βυθίζεται κάθετα μες το νερό και το χρυσάφι του
εμπνέει το ύστατο φως
να γράψει αλαζονικά ιριδισμών ποιήματα

θα το ομολογήσω : φοβάμαι
τον πλου που δεν με πάει πουθενά·
για ιδέες ματώθηκα·
ακρίβυνα τα οράματά μου·
είδα το Θηλυκό στην ιερότητα που του αρμόζει
με σεβασμό κινήθηκα ανάμεσα στα άνθη τα μυριστικά

γυμναστική για την υγεία που αποτρέπει ενοχές·
ναι στο φιλί και ναι στο χάδι που τραντάζει·
λατρεύω το ρίγος που ξυπνά την ψυχολογική μου αυγή·
εικόνες συλλέγω και ζω με καρδιά και μυαλό..





το απατάσθε είναι ρίζα τρόπου της ζωής..



Τίποτα πιο δύσκολο απ' την αναπνοή
Σπατάλησα πολύ χρόνο να ανακαλύψω ότι η γη δεν είναι φιλόξενη
Κλέφτης των ιδεών κατέφυγα σε τεχνάσματα παντί τρόπω
μεροληπτώ τελικά υπέρ μιας καθαρής ανάγκης
Δεν έφτασα κοντά στον θρησκευτικό εφησυχασμό
Πολιτικά ανένταχτο πούπουλο που μηδενίζει το βάρος του
Με μάθηση ελλιπή μιας και δεν τελειώνει ποτέ ο κόσμος
να η παγκόσμια φιλοδοξία μου
Και πολυάκανθος σαν αχινός
που μαυρίζει από το πείσμα του να βαφτιστεί σε αναγεννησιακά νερά
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα κάτι που με αγγίξανε στίχοι
ανακουφίσαν την καρδιά μου
Μεταφράζω τα συμβάντα αλλά σκουριάζουν οι επιθυμίες αν δεν πληρώσεις με φως τα σκοτάδια σου
Μετά είναι αυτές οι ελληνικές αράγιστες ιδέες που απομένουν
αιώνες βαθιά ριζωμένες στο οικουμενικό Αγαθό
Και ξέρω, πια ξέρω
ότι το απατάσθε είναι ρίζα τρόπου της ζωής..

Να με φοβάστε οι ήσυχοι!




Να με φοβάστε οι ήσυχοι! Ξεπηδώ
Από την πλευρά του εαυτού σας την σκοτεινή
Ποτισμένος αίμα ενστίκτου.

Φτάνει πια η ρίμα που υμνεί τα νυχτολούλουδα
Η ερωτική νότα των φλύαρων νερών
Το φιλί που δεν έχει αντίκρισμα.

Κρατώ μια δωρική ρομφαία και σπουδαία γίνονται όλα.
Σαν ένα έντομο τσιμπώ που εκνευρίζει.
Αφήνω το σημάδι μου βελόνα που κεντάει το δέρμα
Επάνω στο κορμάκι σας και-
Θεέ και Κύριε! - εγώ 
είμαι αυτός που δεν έχει ταυτότητα
αλλά είμαι εκείνος
που είσαστε όλοι..

Θηλυκό που αγαπά και Αρσενικό που φοβάται


Το κατόπιν της μέρας ευανάγνωστες μικρές κουβέντες
ανάμεσα στο Θηλυκό που αγαπά και στο Αρσενικό που φοβάται
Ένα σχέδιο που κλονίζεται από κάτι
αβρότητες που δεν είναι πια των καιρών
Τίποτα δεν εξηγείται με μόνο την καλή παρατιθέμενη πρόθεση
Κάνω τον χρόνο να με ακολουθεί- ουσιαστικά είμαι
σε μια ταριχευμένη στάση
Διττής υπόστασης που δεν χρειάζεται επικουρία θρησκευτική
Τα πεπραγμένα όλων αναλύονται κάτω από το πρίσμα μίας αισιοδοξίας
Που έχουμε ανάγκη όλοι τελικά
Η Γυναίκα παραμένει Τρανή
μες σ’ όλους τους αιώνες
Θηλυκό ιερό μου αντίκρισμα
Μάνα και θυγατέρα, ουράνιο τόξο
Που τέμνει τον ουρανό σε δύο θάλασσες που διαπλέονται
από θαλασσοπόρους τολμηρούς και νεφεληγερέτες..



Τρέμουν παραθυρόφυλλα απ’ τον αέρα




Τρέμουν παραθυρόφυλλα απ’ τον αέρα και της Λήμνου
το φως ξουραφίζει τον κάμπο
μέχρι γιαλό.
Στο σπίτι κάτω απ’ την κληματαριά που έγειρα να κοιμηθώ και με πήραν
χίλιες οι σκέψεις-
Τσαμπί σταφύλι και μεσημεριού η αντηλιά
Και της παρέας των φίλων η ευχαρίστηση-
Έγραψα τα εμβλήματα του ήλιου στην καρδιά μου,
Ήπια μέχρι μεδούλι μουσική,-
Τρελό παιδί μου πού με πας που είναι θεσπέσιες οι ανοικτές οράσεις
Και ένα τοπίο ρέμβης κάνει κάθε λέξη που θα γράψω να γιορτάζει λυρική!..


Ανιχνεύοντας πεδία


Ανιχνεύοντας πεδία
και πάντα μυστικά- όπως
να κυβερνάς μία τριήρη
που
αναμφίβολα πια δεν υπάρχει·
αλλά και τι υπάρχει άραγε; το νερό
που σβήνει την γη και την κάνει
κατεστημένο που απορροφά
όλες τις δεξιότητες; - ή
η μοναξιά σου
μελαγχολικά φιλοσοφική
σαν ένα αγκάθι που αγκυλώνει
την κνήμη σου ενώ ανάμεσα
από το μονοπάτι πας
του βουνού της σκέψης τον δρόμο.
Βγάζει ένα είδωλο στρεβλό η ταγμένη κατακερματισμένη φωνή σου·
ο καθρέφτης γεμίζει τελείες ατελέσφορες·
μια αντωνυμία που ξέρω πεθαίνει από φιλαυτία και πληθωρική εγωπάθεια-
έτσι που όλοι μας αγαπάμε να διάγουμε ασύνετο βίο..
Ψήγματα ενός χρυσού κανόνα ψάχνω που να ανασταίνει τις Ιδέες που θα προσηλυτιστώ-
τεκμήρια ενός ονείρου που θα απορροφήσει όλη την θλίψη του καιρού μας-
με την ποίηση πήγα παντού – και πού αλήθεια δεν πήγα;-
ξεκάνοντας τις κακεντρέχειες και του αιώνα τον χειμώνα..





28 Σεπτεμβρίου 2013

Οι σιωπές..





Οι σιωπές είναι σχόλια πάνω
στην επικαιρότητα της αγωνίας.
Καθαρά λόγια,
βαραίνουν επικίνδυνα
μέσα στον κόσμο της πραγματικότητας
ανταμείβουν την μοναξιά
με συνείδηση
κι αποκεί
προκύπτει το ποίημα
που μελαγχολεί.

Αέρα που με γέννησες     πίνω
νέκταρ του Μάη
ζουν οι πεταλούδες
τον μεγάλο έρωτά τους,
Άσε με να κοιτώ την θάλασσα κι ανέμιζε
τους μίσχους απ’ τα τριαντάφυλλα
στης ομορφιάς τα παραμύθια-

Και κάνε με
να ακούω τις στιχομυθίες
απ’ την γη των θεών
καθώς τρυπώνουν των πουλιών οι φωνούλες
ανάμεσα
απ’ τα ραντισμένα με ήλιο φυτά
και φτάνει
στον ουρανό η ευωχία!



Ήσυχη νύχτα, αρχαϊκή.





Τραντάζει το σύμπαν της φωνής μες το αξημέρωτο
διάστημα και οι σκιές
των δέντρων κονιορτοποιούν την κάθε υποψία.
Οι λέξεις μουρμουρίζουν τον χρόνο αλλά εκείνος
πάντα νικά.
Σπαθί της φτέρης το φύλλο λαβώνει
το ασήμι που γεννά το φεγγάρι.
Ο θάνατος πουθενά απόψε δεν είναι κοντά.
Ήσυχη νύχτα, αρχαϊκή.
Ο θόρυβος της πόλης
κάνει γκελ επάνω στο αμυδρό φως των δρόμων
κι ακούγονται ανάρια που περνούν τα αυτοκίνητα.
Μιαν άλλη εποχή, κάτω από μια τέτοια συστοιχία
αστεριών, ο μύστης που αγρύπνησε για μια δικιά του προσευχή,
θα αφουγκράστηκε κατά τον ουρανό και έπειτα θα στύλωσε
τα μάτια να δει που του θεού το μένος τότε εξευμενίστη’
σαν πάνω στον βωμό
κύλησε
λαύρο το αίμα κι ένας στεναγμός
από το τώρα ως το ύστερα γέμισε
την νυχτιά κομμάτια θρύψαλα και, μιας
ψυχής που φεύγει, αθωότητες..









27 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν συμμαζεύεται ο παλιάτσος της πατρίδας μου





Δεν συμμαζεύεται ο παλιάτσος της πατρίδας μου
Με κυνηγά ρέστα να πάρει
Α να αρπάξω μια μαγκούρα και να τον χτυπώ
Ίσαμε που να γίνει τούμπανο πρησμένος..





Ας σταματήσουν να συνωμοτούν οι απαξίες εναντίον
των ιδέων που υιοθέτησα
Οι ναύλοι των νοημάτων αφήνουν στερημένο τον εαυτό μου από αίμα
Εξαιρετικά δραπέτευσα
Από μένα απ’ όλα
Με δυο λέξεις τι θα απομείνει από το συνονθύλευμα των στιγμών
Έτσι που ο καιρός αδιάλειπτα μας εκβιάζει;
Ο τραπεζίτης διψάει άγουρη αποταμίευση
Ο καρπός του λαού είναι μόχθος
γλυκύς
Και η εποχή χρειάζεται πολιτικό νεκροθάφτη
Εδώ που φτάσαμε ας ακουστούν καμπάνες
Κι ας αφυπνίσει κάτι το μυαλό..

Κάθετα όλα




Κάθετα όλα: οι πολυπληθείς πόλεις και οι πολιτικές συμφωνίες
Τα φερέφωνα της εξουσίας και οι δημοσιογραφίσκοι
Που γελούν τους πάντες με τα τεχνάσματα των ειδήσεων
Οι νυχτωμένες συνειδήσεις, οι καπηλευτές των οραμάτων, οι φαιδροί
Οι νόμιμοι, οι άνομοι, οι υπερψηφισμένοι και οι κατά
Του κοινοβουλίου, δράκοντες
Όλοι με δόντια τρομερά- ιδεολόγοι απ’ το πουθενά, που μασούν
Σαν τσίχλα την πατρίδα- οι αγράμματοι,
Που αναπτύσσουν θεωρίες- βαρέθηκα τις θεωρίες- ας
Σταθούμε σ’ ένα ύψος αποφάσεων κι ας τολμήσουμε
Πράξεις καυτές και πράξεις που αλλάζουν
Τον κόσμο όπως η ιστορία τον αποθεώνει
Της προ θανάτου εποχής, φορολογούμενης
από την κάστα των ταμιευτών ανθρώπων..



Καλό ταξίδι Πόλυ!


Άπατρις κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό που η οικουμένη όλη ανασαίνει


Έτσι όπως μας κυνηγάει ο πόνος, η φιλοπατρία έγινε ακάλυπτη επιταγή.
Άπατρις κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό που η οικουμένη όλη ανασαίνει
πλουραλιστικά. Εννοώ το φως και τον σπόρο που ακόμη δεν βλάστησε.
Εννοώ την μελαγχολία για όλα.
Αναζητώ την λογική που κάνει να μεταμορφώνομαι
σε σκιά που αγαπά το ψήλωμα ενός δέντρου.
Αγαπώ να αγαπώ.
Έμπιστος βαθιά για τους πρίγκιπες των φιλανθρωπικών ιδεών.
Και απευθύνομαι πάντα στην θάλασσα, την ιερή όρθια θάλασσα
Να εξαγνίσω τις σκέψεις μου, να δω
Πέρα απ’ του ορίζοντα τον φράχτη.
Ένιωσα την ρωγμή, ένιωσα το κατακλυσμιαίο ράγισμα
Της προσωπικότητας, τον βαθύ καημό
Που αφήνει μπλάβο σημάδι μέσα στου ματιού την ίριδα.
Και βλέπω, σαν σε μια ακουαρέλα που λικνίζει το τοπίο της μες την πραγματικότητα,
Το σκοτεινό φως των δυνάμεων που θέλουν να γίνει η αισιοδοξία
έμβλημα
Και σκάφος ριζικής διαφυγής..

Πολιτικοί βρικόλακες πίνουν της μάζας το αίμα.



Ένρινες απολήξεις μέσα στο τίποτα που μπορώ
Και οδοντικόληκτες
Σκαμπανεβάσματα φωνή με φωνή, ουσίες
Πεισμωμένες
Αντίλαλος του εγώ μες το εσύ
Απώλεια-
συνειδήσεων
απώλεια
Αποταμιευμένων
Τετριμμένες κουβέντες, πλήξη κι ανία, μιζέρια
απέθαντη..
Ρηχά αλιεύει ο ντουνιάς και έχασε επιτυχίες το αγκίστρι του..
Σκουριάσανε οι προθέσεις κι έμειναν
στο προ τους.
Λόγια επί λόγων, φυλακή στην φυλακή
Κι απέτυχε η κοινωνία κραυγαλέα.
Νομοθετούνε στο παράλογό τους κέρδος
οι λιγδιάρηδες των τραπεζών.
Πολιτικοί βρικόλακες πίνουν της μάζας το αίμα.
Νεφελώδεις άξεστοι χαρτοπόντικες
Μολύνουν οικουμενικά τον αέρα. Ντροπιάζουν
Την φάρα τους.
Βούλεται ο κόσμος ένα δίκαιο μαχαίρι..

Θέλω πάντα να σκέφτομαι




Παλιά ήτανε το στυπόχαρτο και κείνο
το μελανοδοχείο- τώρα
Είναι τα ξυσμένα μολύβια μου και η πένα
Που γράφει αδειάζοντας τις μελανές αμπούλες της – σαν
Μια ενέσιμη μορφή
φαρμάκου που καταπραΰνει
Τον πόνο και γεννά λησμονιά.
Αλλά
Παρ’ όλα αυτά,
Θέλω πάντα να σκέφτομαι
Να αναλύω καθετί και η κριτική
να με κατασπαράσσει. Δεν είδα
Σε κανέναν καιρό ησυχίες-
τρώγεται με τον άνθρωπο ο άνθρωπος· πάντα
Ζώνεται τα βαρβάτα του εκρηκτικά και τινάζει
Την αφεντιά του στον αέρα. Και οι θρησκευτικές του προσηλώσεις
Γεννούν μπαρούτια δυνατά που θα τον αναγκάζουν
πάντα
να μην οπισθοχωρεί
και να πίνει φαρμάκια
εκδικήσεων ενώ
για μιαν αγάπη ευαγγελίζεται ότι να φέρει, θέλει..




26 Σεπτεμβρίου 2013

Στην Θεσσαλονίκη του ’81





Σημαδεύονται με το μελάνι του πάθους τα κορίτσια και στα αγόρια
αντιστοιχεί ένας ρυθμός φωτιάς.
Στην Θεσσαλονίκη του ’81- η θάλασσα μουρμουρίζει κάτι ακαταλαβίστικα λογάκια
Κι απ’ τον Λευκό Πύργο εκβάλλουν κάτι κατάδικες ψυχές
Που ζητούν την μοναχική τους υγεία.
Ωραία που είναι στα στενά δρομάκια να το νιώθεις
Ότι το ψηφίο που έχασες στο πάζλ των λέξεων που συρράπτονται για να σε μυστικό βγάλουν νόημα
Προσάπτεται-
εκεί που η αξία του πράγματι μέγιστη είναι.
Κάπου στην Τριανδρία που σε ενός φίλου φοιτητή το σπίτι ανακατώνω
Τα χαρτιά τα βιβλία τις σκέψεις μου και φτάνω
στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα έχει οξύμωρη αγκαθερή ειμαρμένη
Όλους να μας πονά και τελειωμό αυτό μην έχει..



Βαρύ τίμημα για όλους της ζωής η φωτιά..

Γέρνουν τα δέντρα νυσταγμένα κι ως το ξημέρωμα
Οι αντεκδικήσεις των πουλιών έχουνε πάψει
Καθώς τα σαβανώνει όλα πηχτό βαθυκύμαντο σκότος.
Μια γυμναστική του αέρα πιέζει τον μακρινό θόρυβο του δρόμου κατά τον ρου
της ιστορίας και κατά την νίκη
Της παρακμής.
Το πρωί καφενεία ανακινούν τις κουβέντες των εργατών
Και τα περίπτερα πουλούν παρήγορα τσιγάρα.
Απαρέμφατη θλίψη και νωχελική αισιοδοξία. Τότε
Που τα πρωινά λεωφορεία ξεκινούνε για το κέντρο και οι αλλοδαποί
Αφήνοντας στην μακρινή πατρίδα τους το γέλιο της ψυχής
Πάνε για μεροκάματο.
Βαρύ τίμημα για όλους της ζωής η φωτιά..


.


25 Σεπτεμβρίου 2013

Αθώος κανένας δεν κρίθηκε



Να είναι η όραση ακοή κι ακόμα
Να είναι οι διπλανοί μας άνθρωποι, θνητοί και κλειδωμένοι
Από τις στεναχώριες-
Μια τέτοια μέρα που οι ναυαγοί ξεβράζονται απ’ το κύμα
Σε μια παράξενη στεριά, σχεδόν
Μια χώρα του παραμυθιού που απηχεί
όλη την οικουμένη.
Στις αιφνιδιαστικές πρωτεύουσες και τις λεπτεπίλεπτες κωμοπόλεις
Όπου οι άνθρωποι κουτσομπολεύουν καθετί
Ο κύκλος κλείνει της αφήγησης· τοπία
Που μόνο με την φαντασία αγγίζεις, τραβούν
Το μπλε έως να το μαυρίσουν-
Όπως
Συμβαίνει στην κατάθλιψη..
Απεργίες σφίγγουνε τον κλοιό γύρω από την χώρα
Που χρωστά τα βρώμικα δεκανίκια της
σε φαντάσματα της πεντάρας.
Συνεργούν οι προύχοντες σε ατέρμονη βία
Για να φοβίζουν τις ορδές των μαζών-
Αλλά
Ποιος οπλίζει και πυροβολεί μέσα στην χρεοκοπημένη οικονομία, ποιος
Βελάζει
Σαν να ήταν αμνός, αφού
Αθώος κανένας δεν κρίθηκε;…
Στην κάθε μέρα κάποιος νεκρός
Στην κάθε νύχτα πολλοί λυπημένοι
Ένα πούπουλο έγνοιας κάθεται απόψε πάνω στο φεγγάρι
Και συντονίζει τις κεραίες του κατά τον δέκτη του αυξανόμενου πόνου..
Όταν ζητώ έναν καθωσπρέπει επίλογο
Τα τριζόνια ροκανίζουν το αφράτο ξύλο της νύχτας
Και μου αντεπιστρέφουν το φοβερό φωνήεν μιας χαράς
Που ποτέ μου δεν είχα..

                  25.9.2013 



στο χαμηλό ήσυχο Λέχαιο..




Έδωσε ο Θεός κι από τα ποιήματα ανάβλυσε νερό
Σαν από πηγή,
κρουσταλλένιο·  καθαρά

Διαβάστηκε το απολυτίκιο της Πέμπτης και
νόμιζες
Της Κορίνθου ένας ήλιος που είδα
Μεστός και ατσαλένιος, καρδάμωσε
Τα λουλούδια και παντού τα φυτά..

Χοχλάκισε το κραταιό σταφύλι κι η μέρα
Με τις ιαχές του θριάμβου της, νότες
στολίστηκε και
Ευφρόσυνο λιανό αεράκι.

Και πού δεν πήγα- στο βουνό μιας σκέψης και
στην ιερότητα της θάλασσας.
Το παλιό λιμάνι είδα να έχει βυθισμένες τις πέτρες του και
Τα αγέρωχα ωραιόπλωρα ιστιοφόρα.
Για έναν ντόρο φιλίας που με έφερε
στο χαμηλό ήσυχο Λέχαιο..



Ένα φως



Ένα φως σχηματίζει την δίνη του έξω από τον δρόμο που ορθώνονται οι πολυκατοικίες.
Μες το βαθύ σκοτάδι όλα είναι παγωμένα
Και στεγνά. Οι θόρυβοι
Σώπασαν και μόνο του αέρα ο διασκελισμός
Επάνω από τα δέντρα ακούγεται και το λαχάνιασμα
Της νυχτερίδας.
Τα ρολόγια σταμάτησαν. Ο χρόνος είναι μια άδεια φυλακή
Που περιμένει τον ονειροπόλο κρατούμενο.
Η γραφή μου τσαλακώνεται και τρίζει
σαν ένα σκαρί που υπερφορτώθηκε και δεν αντέχει πια
Το βάρος του και την υπομονή…





24 Σεπτεμβρίου 2013

το φεγγάρι



Φορτώνουν το φεγγάρι πάνω στο παλιό κάρο και το μεταφέρουν
πίσω απ’ τα βουνά,
Εκεί που η νύχτα είναι πιο άγρια και ακούγονται,
που ουρλιάζουν, αγρίμια.
Το φεγγάρι νίβει το πρόσωπό του στα νερά του ποταμού και τραβά
κατά τον ουρανό.
Στα πρώτα σκαλοπάτια κλαίει η έρμη η μάνα του.
Τόσο σκλαβωμένο πρόσωπο και ούτε μια καρδιά να αισθανθεί
την παντοτινή του θυσία.
Ένα ασήμι απλώνεται ολόγυρα. Και ένα συννεφάκι
Τελαλίζει το νυν το αεί.
Ζωγραφίζω την σκηνή που ο έρωτας βρίσκει την κοπελιά με λυμένα μαλλιά της
και του παλικαριού η όψη μοιάζει
τον Χριστό       όταν εκείνος λυτρωμένος από όλα,
αναλήφθη’..


Εμμονή…





Θα φύγω από τα πράγματα θα φύγω από τις αισθήσεις
Θα φύγω από τον κόσμο, τα φώτα, θα αγαπώ
την σκιά
Η την μεταφρασμένη ειδή των λουλουδιών- θα γίνω
σκοτεινός και θα αποτελώ
Μέρος ενός προβλήματος που δεν λύνεται, θα προστατεύσω
την άσημη φήμη μου
Σαν ο ταχυδακτυλουργός του Τίποτα, θα νομοθετώ
Επί το χάος που με περιβάλλει, θα αναζητώ
Το τέλος που δεν γράφτηκε, θα έρθω
Κοντά στον Θεό
Και μακριά του, θα αποτελώ
Φαινόμενο μιας φιλαυτίας που την επισκίασε
η κατάρα
Των πολλών ειπωμένων, θα δικαστώ
Γι αυτά και για όλα τα άλλα- αλλά όμως εγώ
Αμετανόητος θα εμμένω στην φλύαρη φύση μου
Που αγαπά τους μπελάδες και λαξεύει
το μυστικό κρυμμένο γλυπτό
Σώμα του Λόγου..


23 Σεπτεμβρίου 2013

η τραγωδία είναι μια αντεστραμμένη κωμωδία..







Αν αποφασίσω τιμωρίες      θα σκουρύνουν κι άλλο τα πράγματα. Αλλά
ποιός πιστεύει πια αυτούς που τον πούλησαν;
Σαν να ακυρώθηκαν οι συνθήκες και οι Σκοτεινοί
έγιναν δήμιοι που πρέπει να τους υπερφαλαγγίσουμε
Και οι πολιτικάντηδες
Άχρωμοι και καθόλου τολμηροί να βρούνε λύση που
να χωρά την πατρίδα
Δίνουν τα πάντα
Στους ξένους που τοκογλυφούν
αδέσποτοι
Κρατώντας του ταμείου τις απολαβές..
Πρέπει
Με γομολάστιχα να σβήσεις
τους μοχθηρούς
Απ’ την ζωή σου-
Πρέπει
Να ειρωνευτείς δυνατά τους αλήτες
Και να σταθείς
στην αψηλή κερκίδα
Απ’ όπου γίνεται πιο κατανοητό
Ότι η τραγωδία είναι μια αντεστραμμένη κωμωδία..


αγάπη μου ο χρόνος που δεν μας λυπήθηκε από εμένα τιμωρήθηκε



Τα σόΐα ήρθαν της μέλισσας και των κουνουπιών οι ενοχλήσεις
Και του νυχτολούλουδου οι εξάψεις και του δειλινού η σκοτεινιά
Βαθιά έξω απ’ τον ύπνο και στο σπίτι πλάι στην θάλασσα
Που σ’ αγαπούσα τότε και μας ένωνε η φτώχεια μας και η χαρά. Τώρα

Η ζωή ακρίβυνε και δεν προλάβαμε να ζήσουμε τις απομυθοποιήσεις
Όπως αυτές μας ξέγραψαν το όνειρο και μας πικράναν το φιλί
Στην αγκαλιά μου κούρνιασες σαν λαβωμένο περιστέρι αγάπη μου
Κι ο χρόνος που δεν μας λυπήθηκε από εμένα τιμωρήθηκε με έναν στίχο που
για πάντα θα σου ανήκει..




Της εικόνας τω τρόπω..






Πώς αφανίζεται ο χρόνος πίσω απ’ τις οθόνες κι όμως
πόση μοναξιά αλήθεια συμβαίνει!
Γράφω γιατί με παραξένεψαν της θλίψης τα αγγελτήρια.
Κι ο άνθρωπος
τόσο αδέξια μόνος, τόσο πικραμένος
που αμαυρώνει τον ωραίο που του χαρίστηκε, ουρανό.
Τσακισμένες πόλεις, δρόμοι που απάγουν σε μια τιποτένια
ψευδαίσθηση- φώτα νυσταγμένα, φωνές
παιδιών από το γερασμένο σχολείο, μνήμες
βαριές που άνοιξαν ένα πηγάδι αβυσσαλέο.
Ένα γατί σκαρφαλώνει στο πεύκο, ο άνεμος
είναι μπερμπάντης και καταφερτζής.
Οι φίλοι μου
απόμειναν μ’ έναν σκοπό που δεν τελειώνει η χροιά του
και άνεργοι γερνάνε εγκαταλείποντας
τις νεανικές θεωρίες τους μες το οικουμενικό ατέρμονο χάος.
Κάτι ρακένδυτοι που θέλουν να θυμίζουνε στην κοινωνία ότι απέτυχε
γυρνάνε πάνω στα βρεγμένα πεζοδρόμια, έξω
από τα σουπερμάρκετ, και επαιτούν
λίγο ψωμί και, αν μπορείς, λίγη συμπάθεια
τώρα που ο κόσμος έγινε φτηνό λαχείο που για όλους
άτυχα κληρώνει..




22 Σεπτεμβρίου 2013

της θάλασσας το υδάτινο κορμί νοτίζει σιγανά τις σελίδες μου..





Πίσω από τον άξεστο χρόνο, η ζωή λαχανιασμένη αγωνίζεται να πάει όπως όπως μπροστά.
Με τανυσμένες φλέβες και με νεύρα τεντωμένα από την προσπάθεια.
Δεν κρατά αλίμονο το λούστρο της- η παιδική ηλικία αφήνει
Την ωραία γεύση της να πικρίσει και, όταν
νυχτώνει, της μελαγχολίας είναι πιο κοντινά τα εμβατήρια.
Τότε ακούω τα πουλιά που όλη μέρα κατοικούσαν το μυαλό μου.
Τότε ακούω το κελαηδιτό εκείνων των ερωτευμένων σπουργιτιών
που η ανεμελιά είναι της ευτυχίας το δώρο τους.
Και της θάλασσας το υδάτινο κορμί
νοτίζει σιγανά τις σελίδες μου..





Στην άβυσσο θα πέσει η κουβέντα μας



Στην άβυσσο θα πέσει η κουβέντα μας και στα κλεφτά
Κάτω από τα σύννεφα και τον ραγισμένο ουρανό
Αφιλόξενα απογεύματα κραδαίνουν
επάνω μας
μία μελαγχολία.
Δεν είμαι αυτός που ήμουνα-
Κανένας δεν είναι.
Στο πάρκο ακούω τα τραγούδια
Αντιλαλούν ως εδωπέρα
Μουντζουρώνω ένα τετράδιο με γράμματα και σημειώσεις.
Σφιγμένη Ελλάδα ξεβρασμένη σαν από τον εμετό της υδρογείου..
Σαπίζει τις ρίζες της και ξύνει τις παλιές της πληγές.
Ακροβολίστηκαν τα θέλω μας και όπως έφτιαξαν στον ουρανό μια αγκύλη
Αυτά που ακολουθούμε είναι με τον έναν τρόπο ή με τον άλλο
Κοσμοθεωρία..
Όταν νυχτώσει η ηλικία μου είναι ένα αγκίστρι που γαντζώνεται
πα’ στο φεγγάρι
και με προκαλεί
Για μια σωρεία αναρριχήσεων..

                      19.9.2013



Μιλούσαμε ώρες






Οι διαδρομές ανάμεσα στα τιποτένια και τα ακριβά, οι μικρές πορείες προς μια τελείωση που θρέφεται με πείσμα να μην αφεθεί τίποτα πια στην τύχη-
Μιλούσαμε ώρες για εκείνα που άλλους καιρούς θα τα έλεγες οράματα,
Μιλούσαμε τόσο απλά και τόσο ευχαριστημένα
Που ξημέρωσε και τα ρολόγια μας δεν το πήραν χαμπάρι-
Μετά που οι κοινωνίες βγήκαν με αποστήματα
Και το δολοφονικό χέρι τσάκισε την κιθάρα των παιδιών-
Ο χρόνος, που λένε, εκάμφθη’-
Ένας ήλιος φάνηκε πίσω απ’ τα βουνά
Και ήταν μόλις ο ήλιος σου –
Ζεστός ιαματικός και ολέθριος
Αν δεν σεβαστείς της καρδιάς του την φλόγα..


21 Σεπτεμβρίου 2013

Προάστιο μέσα στην συννεφιά



Προάστιο μέσα στην συννεφιά, δρόμοι απ’ την βροχή γυαλισμένοι
Φώτα ασθενικά και παρακεί,
στο πάρκο,
η νεολαία διασκεδάζει μηρυκάζοντας
το κομματικό της κομπόδεμα.
Όλα γρανάζι του ιδίου καθεστώτος. Πού η διαφορά, όταν
Καρπώνονται άλλοι το φαΐ και άλλοι τρέχουνε και δεν σχολάνε
Από αυτό το μεροκάματο που φτώχυνε; Τι λέω
Δεν έχει πια σημασία-
ο παπαγάλος μου καταλαβαίνει (ειλικρινά!)
Η ποίηση είναι χωράφι που για να καρπίσει πρέπει
να σταθείς δίπλα στα στάχυα της προσήλωσης, ν’ απαρνηθείς
Του εαυτού σου την μικρότητα
Και ό,τι σημειώνω απόψε είναι ενός φεγγαριού το φως
Που κοιμάται επάνω από των πολυκατοικιών τις στέγες..






Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου