...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

30 Ιουνίου 2013

Να η ευαισθησία μου






Ξεφορτώνομαι υλικό βάρος, κλαίω
γιατί απ’ όσα αποκτάει ο άνθρωπος
μόνο του αισθήματος μένει
το δάκρυο
ειλικρινές
καθαρό.
Να η ευαισθησία μου: αγαπώ τις φουντωμένες λεμονιές
σαν που με έμαθε ο παππούς μου και των τριαντάφυλλων
το πολυσέλιδο άρωμα. Πόσες αναγνώσεις επιδέχεται
η φωτιά; Κι η πατρίδα
πληγωμένη από τους καταπατητές της, η πατρίδα
φοβάται την γεωγραφία της σαν να ‘ναι κάτι που αλλάζει
γιατί το θέλησαν οι ισχυροί.
Μυρίζει σήψη αυτοκρατορίας και υπερσυντέλικο
σάπιο πολίτευμα.
Μυρίζει δολερή κατ’ όνομα δημοκρατία. Προσπαθώ
μην χάσω τα μυαλά μου μες την παρακμή κι αφήσω
να μου πάρουν τον ντορβά όπου συνάζω όνειρα και ευτυχίες γαλανές..




Εγώ θέλω να κοιτώ επίμονα τ’ άστρα-




57.

Οι εφημερίδες έχουν μια είδηση από φωτιά·
Έτσι το καλοκαίρι πάντα γίνεται·
Το συνηθίζεις, συνηθίζεις να ζεις χωρίς αντιδράσεις·
Και που εναντιώνεσαι η γη το ίδιο στροβιλίζεται η τρελή.

Στις οθόνες παλεύουν ίδια τα πρόσωπα
Σαν να λένε κάτι με μηδενική σημασία.
Εγώ θέλω να κοιτώ επίμονα τ’ άστρα-

Μ’ ένα φεγγάρι που μου χάρισε η Σαπφώ
Τώρα έχω ολάκερη περιουσία!

Όταν προχωρά η νύχτα έρχονται τ’ άλλα όνειρα
Εκείνα τ’ απραγματοποίητα των ποιητών.

Μου αγγίζεις το χέρι, προχωρούμε μαζί
Μες την ζωή και μέσα στην έμπνευση.

Ο Ιούλιος φρενιάζει· η σάρκα καυτή
Δεν κάνει οικονομία στους παλμούς της!

Μόνο το αίμα βασανίζεται κι υπάρχει
Σαν μέσα στο κλουβί πουλί!

                                                                                   Ιούλιος  2008

Όταν αρχίζουνε τα λόγια να λυγάνε


65.

Όταν αρχίζουνε τα λόγια να λυγάνε
Φωνές πουλιών διώχνουν μακριά την νύχτα

Και ο Ιούλιος που ξεκρεμάει τ’ άρματά του
Για να παλέψει όπως ήξερε παλιά:
Για την μεγάλη ζέστα.

Γυναίκες ερωτεύονται στον κήπο
Δίπλα στα θρασεμένα τριαντάφυλλα

Τα στήθια τους σαν παφλασμός την ώρα που οι αγαπητικοί
Μπαίνουν μες το κορμί τους!

Ένας ήχος από αδέσποτο άνεμο τρώει
Μένος και μοναξιά-

Γαλάζια θάλασσα!

                                                                                   Ιούλιος  2008

Ιούνιος τελεύτησε








Το φαρμάκι του χύνοντας το φίδι
κι απ’ τα μάτια, 
ανάμεσα απ’ τα χόρτα που παραμονεύει,
μοχθηρό-

και τα δέντρα σε διάταξη στίχων
Κλωνάρια και κορμοί με ευγλωττία, πρωί
Που αυτά που είναι να γίνουν θα ομονοήσει
Κι η Κυριακή που μόλις εξημέρωσε-

Ακούγονται τιτιβισμοί που ξεκλειδώνουν το στερέωμα
Καθαρές μουσικές, διαφάνεια
Ψυχής τε και σωμάτων-

Ιούνιος τελεύτησε, ένα πένθος
Λουλουδιών να ακουστούνε που μοιρολογούν
Μακριά στην χώρα των παραμυθιών-

Κι ο γράφων
Λόγια φτενά κι αέρινα, παρασυρμένα
Από του γαρμπή την άψα, ζητά
Να του δοθεί η χάρη να τα ζωγραφίσει
Όπως του χρώματος η ευπρέπεια αφήνει την σκιά της
Πάνω στο σώμα του μηνός που τέλειωσε..





29 Ιουνίου 2013

Εκεί που σου κρατώ το χέρι





Μικρές σπίθες πως ο ήλιος ανάβει  και μαγκώνει αθανασία το νερό

Και, στην επικράτεια της αισιοδοξίας, ένα ελληνικό λιβάδι, μες το φως που κανοναρχεί με ελέησον και Δόξα Σοι

Πουλιά σμήνη ιλαρά     σαν άπεφθα φωνήεντα
Στην γλώσσα αντικατοπτρισμένα που εφθάρη’

Και των σύννεφων οι παρομοιώσεις, παιδιόθεν γαλανές και υπόλευκες
Που τις κρατούμε μες τον νου και τραμπαλίζονται εντός τους
οι σκέψεις μας

Μικρός κολπίσκος και η θάλασσα αινιγματική

Εκεί που σου κρατώ το χέρι και η αμνησικακία που κομίζουν οι ελιές
Τραντάζει τα παράλια της φαντασίας..





αγαπούσα να βλέπω τα μάτια σου



Η γη μου χάρισε την ύλη και την κραταιά τέφρα
Της κοσμογονικής στιγμής που σ’ ένα απόγευμα,
κάτω απ’ τον ήλιο της Σαντορίνης πέρα κοίταξα
Καταπελάγου και η νηνεμία καλά κρατούσε.

Οι ορτανσίες φλέγονταν κι εγώ αγαπούσα να βλέπω τα μάτια σου
Περιώνυμα μυστικά αβρότητες πλημμυρισμένα.

Οι παλίρροιες των στίχων πλάταιναν την σιωπή σαν μία οδό και μόνη
Που απ’ αυτή μες την καρδιά σου θα σταθώ
Ευτυχής κι αν απέραντα μόνος.

Ώσπου το ποίημα που είσαι να καταγραφεί
μες τον αέρα που ανασαίνω και να γίνει
Κύτταρο των κυττάρων μου, κρυφός παλμός..






Το Σάββατο κρεμασμένο μες τον ορίζοντα.



Πρωινή γυαλάδα, καθόλου αέρας, σπουργίτια που τσιμπολογούν, σπουργίτια
είναι κι οι σκέψεις μου
Γρήγορες όσο ενός ταξιδιού οι αποφάσεις.
Το Σάββατο κρεμασμένο μες τον ορίζοντα. Κόσμος
που ζει την καταθλιπτική αίγλη της πρωτεύουσας, κόσμος
για όλα αδαής.
Και νυσταγμένες γλάστρες λουλουδιών που τέρπουν με φωνήεντα
τις πίσω αυλές και τα μπαλκόνια.
Στο πληκτρολόγιο με φτάνουν όλα αυτά καθώς
Τα παρατηρώ και η επική γαλήνη της μέρας αφήνει
μια γέλη καθαρή επάνω στα φυλλώματα
Των δέντρων που τα έκανε πλοία της νύχτας ο θεός.


28 Ιουνίου 2013

Ελλάδα πικραμένη γωνιά του κόσμου




Ελλάδα πικραμένη γωνιά του κόσμου
Ελλάδα κληρωμένο λάθος λαχείο
Ο βουκεφάλας του αίματος 
ατίθασα γυρεύει την θυσία σου
Ένας κίονας υποβαστάζει ακόμα το φως 
που ανέσπερα υφίσταται
Στα καλντερίμια ο άνεμος φυσάει
Θαρραλέος άνεμος ζωοδότης
Η γη είναι αβρή και την στοχάζεσαι
Σαν για να κάνει αυτούσια την αρχαία γεωγραφία σου
Σε απομνημονεύω ψηφίδα ψηφίδα 
όπως να γράφω την έρημο του αιώνα 
μέσα στην όαση της καρδιάς μου..


Σου δίνω δικαιώματα φωτιάς






Σου δίνω δικαιώματα φωτιάς κι απ’ το φιλί σου
καίγομαι.
Η αστραπή που είσαι όλα από κοντά μου τ’ αναρπάζει
Και μένει η σκακιέρα μου αδειανή.
Δεν ξέρω τι να πω.
Βραχυκυκλώνω τις αισθήσεις μου κι ενώ
Σιωπώ, κι όμως μιλάω
Τα λόγια σου. Έλα σε μένα
Πιστεύοντας εκείνα που θα πω κι εκείνα που ποτέ δεν είπα.
Ο χρόνος κλείνει
Τον κύκλο του για να γραφτεί μια ιστορία έρωτα και διστακτικής
φοβισμένης ζωής.


27 Ιουνίου 2013

στην γλυκιά λησμονιά των Αβδήρων.




Δαπάνη ονείρων να σταθεί ο κόσμος στα πόδια του-
Κραταιά ζυγοστάθμιση
ο νους να μην παρεκτραπεί, λεπίδι αδυσώπητο που κόβει
Και αποσυμφορεί το μηδενικό την αξίαν..
Τελετές κάτω από το ζεστό φεγγάρι, ρήματα γαλανά, ευθύβολα, εκμυστηρεύσεις
Και το πρωί μου σώνεται η φωνή
Μες τα κοχύλια που στην Ξάνθη ξέβρασε το κύμα
Αφήνοντας τα στην γλυκιά
Λησμονιά των Αβδήρων.
Άμμος στα πόδια, περπατησιές πλάι στην ήσυχη θάλασσα, γυμνές ώρες
Σπαρμένες χωρίς καμία αρχιτεκτονική σκιά,
κοντά στο παλιό λιμάνι με τις λίγες ψαρόβαρκες
Και τον ήλιο που καίει.
Σ’ ακούω έλασσον μυστικό που τρυπάς όπως του πεύκου η βελόνα την σιγή
Και νανουρίζεις την αγάπη μου όπως ο τζίτζικας το αυτί
Του μεσημεριού που λιγώθηκε
Από μέλι και κάψα..



Γυναίκα.






Νύχτα μεγάλη αστροφεγγιά κι αιθρία συλλαβίζοντας
Στ’ αλφαβητάρι ενός άστρου την γαλήνη.

Τοπία που μέσα τους σε ήπιανε
Τοπία που με κομμάτιασαν κι εσύ ήσουν μακριά
Ανάγνωθες την ζωή μακριά από την ζωή μου.

Γυναίκα, δεν υπήρξες ή υπήρξες
Καλουπωμένη μέσα σ’ ένα όνομα όταν ανέβαινα
Βιαστικός τα σκαλοπάτια της ηλικίας σου
Να σε φιλήσω στα χείλη;

Σε βρήκα θεόρατη να πάλλεσαι από φωτιά
Δίπλα μου
Μέσα μου
Γρατζουνώντας με απομέσα
Να ξεφλουδίσω να βγεις…
Πού να πας;
Η θλίψη καραδοκεί παντού..

Εσύ λαξευμένη στην πέτρα στο στεγνό τούτο τοπίο
Την άνυδρη έκταση
Από βουνό και αμπέλια

Με τα βέλη των ματιών σου αναδύεσαι από την πέτρα
Κοιτάζεις ολόγυρα και φτιάχνεις
Ένα φωνήεντο χαράς!
Ζουζουνάκι τρελό που παίζοντας μ’ άγγιξε!

Όχι η αυγή που γαντζώνεται με μανία στις βουνοκορφές
Που σου χτενίζει τα μαλλιά διαμαντικά- όχι
Η ώρα του μεσημεριού
Που λιγώνονται μυριάδες τζιτζίκια
Σε τετέρισμα μονότονο- όχι

Στο ύψος ενός λουλουδιού που τσάκισε
Η ζωή σου στέκει
Εκεί
Γίνεται καθρέφτης
Μέσα του αναγνωρίζω
Το άδικο και τον αδικημένο..

Ξέρω να πω την εύρωστη καρδιά
που θα μιλήσει κάποτε αρθρώνοντας
το φοβερό μυστικό
της αλήθειας!


1983

Υπάρχει πάντα μια σοβαρή νύχτα



Υπάρχει πάντα μια σοβαρή νύχτα
που ακολουθείται από τους αστερισμούς και ραγίζεται
απ’ τα δικά μας φιλιά.
Συμμετέχουν της σελήνης τα κρυμμένα πουλιά
στο παλεμένο μαξιλάρι σου.
Σε κρατώ με λογάκια και σε κάνω δικιά μου
φιλί με φιλί.
Τελεία δεν έχει ο έρωτας.
Θα ‘ρθω μες την γόνιμη φαντασία του ουρανού και θα σε κλέψω
Ζητώντας σου κι άλλη κι άλλη καρδιά.
Το ερωτικό τραγουδάκι που θες
μόνο η ψυχή μου για την ψυχή σου το έχει.


26 Ιουνίου 2013

Πέρασε η ίδια πάλι κοπέλα




Ό μόνος τρόπος είναι το σιγάν
Ή το διαλέγεστε με την αιωνιότητα της στιγμής..
Πέρασε η ίδια πάλι κοπέλα
Με το ωραίο φόρεμα και το μικρό σκυλάκι της.
Καλοπλασμένη κι όμορφη σαν
Να της χρωστάει αθανασία η νιότη.
Στην λακκούβα του δρόμου πίνουν νερό κάτι δεκοχτούρες και κάτι σπουργίτια.
Η ζέστα ακόμη κρατεί.
Ξεφλουδίζεται επώνυμος ο Ιούνιος.
Ιδρώνει.
Πέφτει αργό το  βράδυ και λες σχηματίζεται μια μουσική
Από ψιθύρους ανάμεσα στα δέντρα και που την ακολουθούν
Χορεύτριες ημίγυμνες με πέπλα παλ. και ρόδινα..


Πάζλ με ψηφίδα άπεφθη από ανάθεμα-




Μην έχεις προσδοκίες- θα γκρεμιστούν όλα
Δεν έφτασε το τέλος βέβαια, θα ανακάμψουμε
Ταπεινωμένοι κι ευτυχείς
Που ακόμα ζούμε-  αυτά
Που ειπώθηκαν θα ξεχαστούν
Θα δώσουνε τους πίστης όρκους οι πολιτικάντηδες
Θα ζαρώσει κι άλλο η πατρίδα
Πάζλ με ψηφίδα άπεφθη από ανάθεμα- ωιμέ!
Καρατομούν τις ιδέες, παίζουνε άτιμα
Κι αν δεν τους σταματήσουμε, ο αμνός θα βελάξει
Προ της θυσίας,
Καταματωμένος
Πάλι και πάλι…


τι κόσμο θα κληροδοτήσεις στα παιδιά …


 
 
 


Τα σημερινά βουλιάζουν μες τα χτεσινά - ήσυχος μικρός χαμός
Μαύρισε η οθόνη, η δημοκρατία
Γέρασε και της λείπει η μασέλα –
Διαδίδεται η ανακατωσούρα των ημερών και καθώς
Παρακολουθείς το γαϊτανάκι των ειδήσεων, κάτι
Που δεν προλαβαίνεις, καθορίζει
Κρυφά τις εξελίξεις. Τότε
Που κάπως πάει να ξυπνήσει το μυαλό…
Πηχυαίοι τίτλοι των εφημερίδων, βάσανο της στημένης προπαγάνδας να σου επιβληθεί-
Ατέρμονα πειραματίζονται με σένα κι έτσι
Περνά η ζωή μα όλων φοβερότερο
Είναι τι κόσμο θα κληροδοτήσεις στα παιδιά…


25 Ιουνίου 2013

βίρα Ελλάδα!





Από το πληκτρολόγιο ως την οθόνη η στίξη επαναστατεί, ζητάει την ελευθερία της
Η οξεία επαίρεται για την σαφήνεια που έχει
Η τελεία κωλυσιεργεί την απόφαση, το κώμα καγχάζει
Μια παύλα είναι η ανάπαυλα του ημιθανούς
Νοήματος που δεν χωράει μες την πρόταση που αυτομολεί
Προς την κοιλάδα της κατάθλιψης- βίρα Ελλάδα!
Ξεπλένω τα μαχαίρια μου από το αίμα της πνιχτής φωνής
Που σκίζει την καρδιά των βράχων.
Καθαιρώ τις ανάγκες μου- μένω
Μ’ ένα αμυδρό γενναίο φως του εαυτού μου που αρνείται να υποταχτεί
Στους τσαρλατάνους της φαυλότητας..

Πολιτικοί βρικόλακες πίνουν της μάζας το αίμα.




Ένρινες απολήξεις μέσα στο τίποτα που μπορώ
Και οδοντικόληκτες
Σκαμπανεβάσματα φωνή με φωνή, ουσίες
Πεισμωμένες
Αντίλαλος του εγώ μες το εσύ
Απώλεια-
συνειδήσεων
απώλεια
Αποταμιευμένων
Τετριμμένες κουβέντες, πλήξη κι ανία, μιζέρια
απέθαντη..
Ρηχά αλιεύει ο ντουνιάς και έχασε επιτυχίες το αγκίστρι του..
Σκουριάσανε οι προθέσεις κι έμειναν
στο προ τους.
Λόγια επί λόγων, φυλακή στην φυλακή
Κι απέτυχε η κοινωνία κραυγαλέα.
Νομοθετούνε στο παράλογό τους κέρδος
οι λιγδιάρηδες των τραπεζών.
Πολιτικοί βρικόλακες πίνουν της μάζας το αίμα.
Νεφελώδεις άξεστοι χαρτοπόντικες
Μολύνουν οικουμενικά τον αέρα. Ντροπιάζουν
Την φάρα τους.
Βούλεται ο κόσμος ένα δίκαιο μαχαίρι..



Άπατρις κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό που η οικουμένη όλη ανασαίνει



Έτσι όπως μας κυνηγάει ο πόνος, η φιλοπατρία έγινε ακάλυπτη επιταγή.
Άπατρις κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό που η οικουμένη όλη ανασαίνει
πλουραλιστικά. Εννοώ το φως και τον σπόρο που ακόμη δεν βλάστησε.
Εννοώ την μελαγχολία για όλα.
Αναζητώ την λογική που κάνει να μεταμορφώνομαι
σε σκιά που αγαπά το ψήλωμα ενός δέντρου.
Αγαπώ να αγαπώ.
Έμπιστος βαθιά για τους πρίγκιπες των φιλανθρωπικών ιδεών.
Και απευθύνομαι πάντα στην θάλασσα, την ιερή όρθια θάλασσα
Να εξαγνίσω τις σκέψεις μου, να δω
Πέρα απ’ του ορίζοντα τον φράχτη.
Ένιωσα την ρωγμή, ένιωσα το κατακλυσμιαίο ράγισμα
Της προσωπικότητας, τον βαθύ καημό
Που αφήνει μπλάβο σημάδι μέσα στου ματιού την ίριδα.
Και βλέπω, σαν σε μια ακουαρέλα που λικνίζει το τοπίο της μες την πραγματικότητα,
Το σκοτεινό φως των δυνάμεων που θέλουν να γίνει η αισιοδοξία
έμβλημα
Και σκάφος ριζικής διαφυγής..




Εσύ είσαι όμορφη, Θεέ μου πόσο όμορφη!




Με το μολύβι χαράσσω δυο λέξεις,
θα μου συμβούνε τιμιότητες του λόγου.
Αν κρατηθώ από κάπου από ενός λουλουδιού θα είναι
ο μίσχος.
Εσύ είσαι όμορφη, Θεέ μου πόσο όμορφη! Πετάς
με την χάρη μιας ανέμελης πεταλούδας
και γίνεσαι άφαντη
ιερή
κοιτάς
τον πλανήτη πίσω από τα μελαγχολικά φεγγάρια
που ο έρωτας πάντα θα έχει..


Τα πολιτεύματα απέτυχαν να εξανθρωπιστούνε.


Επιστρέφει η ζέστα και τα ζωηρά
Μάτια των κοριτσιών πάλι ανάβουν.
Του φιλιού τους η ώρα,
μυστική κι ολοφάνερη,
καταγεγραμμένη
Στης ιστορίας τα κατάστιχα.
Ιούνιος των εκπυρσοκροτήσεων..
Ένα πουλί κάθεται πάνω στα τηλεφωνικά καλώδια
Αμέριμνο.
Μια λύπη επιστρέφει.
Αυτοκίνητα κινούνται προς το κέντρο της πόλης
Που λες και αλώθηκε.
Η ποίηση δεν είναι πόσιμη.
Είναι σαν μια γουλιά που σου μεγαλώνει κι άλλο την δίψα.
Αφίσες σε πληροφορούν για τα κομματικά συνέδρια.
Διαφημίσεις, βιτρίνες, φώτα.
Η μέρα κλέβει φως και άποψη απ’ τον αιώνα της.
Τα πολιτεύματα απέτυχαν να εξανθρωπιστούνε.
Της ύλης δέσμια, ουρλιάζουν..




24 Ιουνίου 2013

Ξέγραψα τις αβρότητές μου


Ξέγραψα τις αβρότητές μου κι απ’ τις συμπεριφορές των ανθρώπων
δεν πιστεύω πια τίποτα,
απέκτησα καβούκι
σκληρό.
Η αγάπη σου ιοβόλα, του ψεύδους ανάγνωσμα..
Φοράς κατακλυσμό και παίζεις 
με τυφώνες αλλοπρόσαλλους-
Είσαι η αφαίρεση των αριθμών.
Αποδιώχνω την σκιά σου από την ησυχία του ύπνου -
Είσαι το αργά της ζωής μου.
Αποσχηματίζω τις εντυπώσεις που κρατούν όσο η ζαρωμένη ευαισθησία σου θέλει
Και ζω με την αμνησία των υποβλητικών λουλουδιών.
Στο σημείο που έχουμε διαχωριστεί κι όλα τα έχω πετάξει
Στο πλέον της απουσίας σου βάραθρο.
Αγκαλιάζω την προσευχή που λυτρώνει τους γλάρους που πετούν στον ορίζοντα και αφήνομαι
Να με ταξιδέψει η θάλασσα με τα ποικίλα βοτσαλωτά μυστικά της..


Ό,τι γεννιέται απ’ την αλήθεια μας δεν είναι ποίημα, είναι φουσκοθαλασσιά


Υπάρχει αυτό το ασθενικό σώμα του γερασμένου σκύλου
μες το απόγευμα και η λιακάδα που μας κούρασε όλη την ημέρα.
Παιδιά κάνουν ποδήλατο και πάνε.
Νυχτώνει με αξιοπρέπεια.
Αφήνομαι στο ασφαλές λιγόστεμα που έχει το φως και κάνω εδώ τις τελευταίες σκέψεις μου.
Πνίγει τα πάντα η ζέστα.
Μ’ ένα βιβλίο στα χέρια μου και περπατώντας δρόμους που αγαπούσε ο ποιητής.
Κοντά στην Κόρινθο το πρωί κολύμπησα λαχταρώντας γλυκά μες της θάλασσας την ωραία δροσιά.
Βότσαλα άψυχα στην παραλία και ψυχούλες λουλουδιών που αντέχουν την πυρά.
Στην πίσω αυλή.
Ήπιαμε έναν καφέ κουβεντιάζοντας και χάρηκα που η φιλία επιβιώνει
Ανάμεσα στην θλίψη των καιρών και της ζωής το μαρτύριο.
Ό,τι γεννιέται απ’ την αλήθεια μας δεν είναι ποίημα, είναι φουσκοθαλασσιά
που παρασέρνει ήσυχα το καταθλιπτικό αεράκι που εμπνέει η εποχή.
Για έναν και για χίλιους λόγους θα αντέξουμε..


                                                         2013

Η ποίηση είναι μεγάλο μακροβούτι-





Χρωστώ κάτι σαν η φλόγα του κεριού στον άνεμο. Καρφώνονται οι λέξεις τόσο στέρεα μες την ερημιά που, ειλικρινά, και που το καταλαβαίνω, τρομάζω.
Είπα: η πεζογραφία είναι κολύμπι με το κεφάλι έξω απ’ το νερό.
Η ποίηση είναι μεγάλο μακροβούτι-
Πρέπει να γεμίσεις τα πνευμόνια σου αέρα και να κολυμπήσεις κάτω απ’ το νερό, κοντά στον βυθό, εκεί που βλέπεις κοράλλια και ψάρια πολλών λογής – και ζεις ανασύροντας εικόνες και κάποτε ξεκεφαλώνεις έξω απ’ το νερό και σε χτυπάει ο αφρός του κύματος και σε θρέφει ο μύθος του κόσμου.
Είναι ταλάντευση επάνω από το χάος, το τόλμημα του συνταιριαγμού των λέξεων.
Αρχέγονα ωραίο και σαν πάντα, μυστηριακό..




23 Ιουνίου 2013

Για τα μάτια σου είναι ο κόσμος μέσα μου τόσο δικαιωμένος.



Το χώμα είναι μια πλάση από πνιχτά φωνήεντα..
Υδαρές γεμίζει ατέρμονες ρίζες
Που κληροδοτούν στο ξημέρωμα, το άπειρο.
Ένα φλάουτο πληροί τις νότες του με λεμονιάς οξύτητα.
Ο ενικός των εντόμων γίνεται ακραιφνώς ο μέγας πληθυντικός.
Το ποίημα είναι ένα αντικλείδι γανωμένο.
Κάποτε
Στον τσίγκο της αυλής
ψιχαλίζει.
Αυτοκρατορική βροχή, ατμοσφαιρική κι επουράνια.
Μελαγχολούνε τότε τα μάτια σου.
Έχουνε την αυθεντική όψη της θάλασσας.
Τα’ αγαπώ, τα’ αγαπώ πόσο Θεέ μου!
Για τα μάτια σου είναι ο κόσμος μέσα μου τόσο δικαιωμένος.
Για να ζητώ να μην υπάρχει για τα λόγια φυλακή..




Έχουν καβούκι οι ψυχολογίες μας- τίποτα δεν ανακαλύπτω



Το απόγευμα δεν σκαμπάζει από σύνεση, το απόγευμα είναι ένα φιδάκι που ανακαλύπτει το έρπειν.
Στον κόσμο του θεάτρου της ζωής οι άνθρωποι φοβούνται και δεν τολμούν ματιές πέρα από τον ασφαλή εγωισμό τους.
Για μια συνήθεια ζούμε όλοι.
Έχουν καβούκι οι ψυχολογίες μας- τίποτα δεν ανακαλύπτω
Νέο και σίγουρο.
Έζησα με φιλίες που ξεθύμαναν
Όπως ξεθύμαναν τα αρώματα
Και των τριαντάφυλλων οι λαγαρές κρύες φωνές.
Τώρα κοιτώ την πόλη που σου μοιάζει.
Στερεώνω το σκοτάδι γύρω μου.
Με βόλεψε η τεντωμένη του φαρδιά σκιά.
Θα ζήσω μ’ ένα ποίημα και μ’ ένα ποτήρι
Νερό που μέσα του θα μου φανερωθεί η ουσία
Η αρχέγονη της ύπαρξης..




Όταν θα αναρωτηθούμε κάποτε



  

Κλείνω τα πάντα – ο χρόνος μόνο με καταπιέζει.
Όταν θα αναρωτηθούμε κάποτε για όλα,
θ’ ανακαλύψουμε την προδοσία μα θα είναι αργά-
βελάζει, αν είναι πονηρός πολύ, ο λύκος.
Κι εκείνοι που συνέργησαν για το κακό,
έπραξαν την αγχόνη μας και άντε πιάστους..
Μόνο το αποκαΐδι μένει απ’ την φωτιά που έκαψε τα πάντα
και το χρώμα της οργής
που δεν εκφράστηκε.
Πέθαναν μέσα μας οι εκμυστηρεύσεις.
Ιδιωτεύουν οι σκέψεις μας   
και πουθενά δεν βγάζει.
Αντέδρασε μυρίζοντας το δεντρολίβανο και με νηφαλιότητα. Αν θα βρεθείς
Στο πεζοδρόμιο της ιστορίας, έχε κατά νου ότι
για μία πίκρα πάντα θα σε προορίζουν-
Και θα σε θυσιάζουνε ασύστολα..



αρχαίο λιμάνι της Κορίνθου





Κάτι στεγνά φωνήεντα που τα αποξηραίνει κι άλλο ο ήλιος
Κυριακής δρώμενα, στο αρχαίο λιμάνι της Κορίνθου, παίγνια
Της σκιάς με την σκιά.
                                    Και ο φίλος που κολυμπώντας κουβεντιάσαμε για της ζωής
Το πανηγύρι· και ο φίλος που κάναμε τα ίδια όνειρα με τα παλιά,
Κυνηγά την χίμαιρα σαν μια ωραία πεταλούδα.
Αντιλαμπίσματα και τα νερά που στραφταλίζουν γαλανά
Και πράσινα- χορός των τερπνών μου οράσεων.
Βρίσκω τον άκυρο χρόνο και τον προσθέτω πάνω στον κορμό της νέας ροδιάς
Που με τα ρόδια της γυαλίζει ευχαριστημένη.
Κάνει την προσευχή του ο αέρας. Μια γάτα κυνηγά την ουρά της.
Η σελίδα γεμίζει καπνούς απ’ τις ταβέρνες και λουόμενους..

                                                                     Λέχαιο 23.6.2013 


                                                                       


Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου