...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

30 Μαΐου 2013

Ποιός επιβιώνει μες τον δαιμονικό τσουχτερό αέρα του κόσμου;




Σβήνω όλες τις συμπάθειες- οι αντιπάθειες που απομένουν
Με κρατούν ζωντανό, πρέπει να αμύνομαι
Πυροβολώντας κάποτε και στα τυφλά
Φτάνει του ενστίκτου μου το φως να διασώσω
Που θέλει δικαίωση.
Των οστών το τρίξιμο, της ηλικίας η υποταγή
Χέρια και πόδια κουρασμένα· και να γίνεται
Βράδυ πρωί μια αγωνία πάλι πάλι,
Ποιός επιβιώνει μες τον δαιμονικό τσουχτερό αέρα του κόσμου;
Η πένα γδέρνει το χαρτί, η λέξη μπουσουλάει
Τρέμει το νόημα και χάνεται
Έαν δεν βρει ευήκοο ακροατή.
Απ’ την αγρύπνια φώσφορο έχουν τα μάτια, οι ώρες συνθλίβονται
Κάτω από την επήρεια του φουρκισμένου καιρού.
Βλέπω την εικόνα που με λυπεί: οι κοινωνίες αποδιοργανώθηκαν
Ξεχνώντας τι είναι μουσική και τι απλά μόνον θόρυβος.
Ονειρεύομαι μια λεπτή σιγή που ο ήλιος θα ανατέλλει σαν νόμισμα που εξαργυρώνεται
Απ’ όλους.
Ονειρεύομαι δίνοντας βάση στις πολλές ουτοπίες μου.
Ονειρεύομαι τεντώνοντας κι άλλο το τόξο που σημαδεύει
μες το μέλλον και ζητά
στεντόρεια φωνή του ποιητή που λείπει..







Και η ψυχή μου, πατρίδα μου προδομένη, Σου αφιερώθηκε!



Της αρμάδας του γιαλού τίποτα οι μπομπάρδες
Και η πολιορκία που δεν ακόμα ελύθη’
Τίποτα-
              Μέσα στον ύπνο μου έζησαν όλα:
Και οι ακριτικές γωνιές όπου πολέμησα και νίκησα ο καταπληγιασμένος
Και το μαχαίρι που με βρήκε στο πλευρό και η καρδιά μου έσκουξε-
                        Τίποτα.
                                     Μόνο το φιλί σου με κράτησε- κι ήμουνα
                                     ο δύστυχος μόνος
                                     Σαν αστροπόρος στο νεφέλωμα- ήμουνα
                                     ο δύστυχος μόνος
Και η ψυχή μου, πατρίδα μου προδομένη,
Σου αφιερώθηκε!


        

Είναι που η φτώχεια μυρίζει όπως η φωτιά






Είναι που η φτώχεια μυρίζει όπως η φωτιά κι αν δεν προσέξεις

καίει τα σύμπαντα που είναι γύρω σου, δεν θα προλάβεις

να πεις ούτε "ε" , θα σου αφήσει

τον πόνο της

ως και στις λέξεις,

όπως γράφεται

στα μάτια ενός παιδιού που του στερήσανε

οι εργολάβοι της πλεονεξίας το μέλλον..

Εκεί βρήκα την λέξη που ο άνθρωπος συνάντησε τον ουρανό




Τι συγκινεί το μαχαίρι και τι η μελαγχολία μου απόψε κόβει
Ντυμένη ιέρεια και να σιώπησαν όλο το βράδυ
Όλα τα πλάσματα του ουρανού και τα άστρα
Και του φεγγαριού η λάμψη και τώρα
Πρωί που ακόμη κι όμως δεν ξημέρωσε καλά, του πουλιού
Το τιτίβισμα ξεκαλουπώνει το χάος μιας στιγμής που σε κανέναν δεν ανήκει;

Και το φως ακριμάτιστο, ή σαν
Ένα αδιάβαστο ιερογλυφικό που κρύβει τόσα,
Το φως ανατινάζει την πραγματικότητα ως το σημείο
του ορατού και να:
Του θεού οι υποσχέσεις σ’ όλα και
Με το παραπάνω πραγματοποιήθηκαν.

Εκεί βρήκα την λέξη που την έχασε το ορυχείο των μυστικών-
Εκεί και την πήρα στα χέρια μου, ψαύοντάς την
με προσοχή, κοιτώντας
Τους ιριδισμούς της, καταλαβαίνοντας
Τις και άλλες αναγνώσεις που έχει-
Εκεί βρήκα την λέξη που ο άνθρωπος συνάντησε τον ουρανό- κι εκεί
Λαχανιασμένος απ’ τον κόπο,
αποκοιμήθηκα..





29 Μαΐου 2013

Αγαπώ την ποίηση γιατί ξεσκλαβώνει την μοίρα



Καυτό ατσάλι που παύει την κίνηση των ειωθότων..
Ισόρροπο μες τον κύκλο των αποφάσεων·
Καυτό πυρ που καγχάζει γευόμενο την δρόσο το πρωί-
Η γενιά μου μαραζώνει γιατί το αποφάσισε ο άρρωστος
Καπιταλισμός. Κοστίζει ψυχές το κι άλλο κι άλλο στημένο λεμόνι του.
Πού καταφεύγει η παρόρμηση και πού οδηγεί η απόγνωση τον κόσμο;
Αυτό που ανέρχεται κατέρχεται φθαρμένο κάτω από τον ήλιο των εποχών.
Η σκέψη αγαπά το διαλεκτικό που τρεμοσβήνει λυχνάρι της.
Αγαπώ την ποίηση γιατί ξεσκλαβώνει την μοίρα και οδηγεί
Στην αντίρρηση των αντιρρήσεων, σ’ αυτό το υγιές
Σύμπτωμα να παραφυλάς ν’ αρπάξεις λίγο
Ψωμί απ’ τον υποσχεμένο παράδεισο..




Ενημερώνονται οι καταιγίδες για του σύννεφου τις αποφάσεις.





Επιστρέφουν οι θόρυβοι της πόλης και τα φιλόδοξα απογεύματα που στηρίζουν το δόγμα μιας παρακμής.
Υπό προϋποθέσεις, ο θάνατος ενεργοποιείται με μέγιστη θλίψη.
Ευπάθεια των ντελικάτων – δεν θ’ αντέξουν.
Ας μην έλειπε ποτέ η απόφαση του ξίφους κι η πανηγυρική χαρά των ενστίκτων ..
Η καρδιά δεν αποτέλεσε ποτέ εμπόρευμα.
Ενημερώνονται οι καταιγίδες για του σύννεφου τις αποφάσεις.
Θ’ αναβληθούν τα αθροίσματα της αισιοδοξίας.
Το πνεύμα θα περιφέρεται διάπυρο επί των υδάτων.
Μια μέρα, αυτός που εξεμάνη’ για πολλά, θα καθορίσει
καινούριο πρόσωπο της αστραπής.




Παρασέρνει τα πάντα η νοτισμένη αγρύπνια μου.



Σείεσαι μες τον ύπνο σου κι αγαλλιάς
σαν ένας κισσός που ψηλώνει
πάνω στον βορινό τοίχο.
Από μέσα σου φεύγουν μικρά σαμιαμίθια
Που κυνηγούν ένα όνειρο ουτοπικό.
Φευγαλέα, από τις αποστάσεις που θρέφεσαι, λόγια
Που παρασέρνει ο άνεμος, γυρίζουν μες τ’ αυτιά μου,
σχεδόν ασχημάτιστα.
Παρασέρνει τα πάντα η νοτισμένη αγρύπνια μου.
Και όταν πάει να ξημερώσει κι οι σκιές
μεγαλώνουν σαν ψίθυροι
του φεγγαριού που βγάζει τον χιτώνα του και κολυμπά στην θάλασσα
είσαι σ’ ένα μεταίχμιο πραγματικότητας κι ανυπαρξίας
πασχίζοντας να το πιστέψω ότι σ’ αγαπώ και είμαι
ζωντανός ακόμα…





28 Μαΐου 2013

Εύσχημος είναι ο αέρας και λιγοστός.



Κόβω μ’ έναν σουγιά γαλάζια νέφη ταραχής κι ο ουρανός
μου παραδίδεται.
Συνεννοούνται οι ψιχάλες
να μου παρασταθούν.
Ένα περιστέρι πετά στον συγκλονισμένο ουρανό.
Ψάχνει το λίγο σουσάμι του.
Γυαλίζουν τα φύλλα.
Εύσχημος είναι ο αέρας και λιγοστός.
Συντονίζονται οι δράσεις της μουσικής να μείνουν αθέατες πίσω
από την αγάπη που σου ‘χω.
Τα φιλιά σου με πηγαίνουν παντού.
Σύσσωμη η μοναξιά μου σε θέλει.
Άτυχες λέξεις χάνονται σε μία μη επιτυχημένη στο μυαλό καταγραφή.
Τις άλλες σώζουν τα χαρτάκια μου.
Όταν γεννιέται του ποιήματος η σπίθα
ένα μολύβι αναλαμβάνει την υγεία των αισθημάτων που έχουν διάρκεια.










Η επικαιρότητα της σιωπής…



Το κρασί χύθηκε από το φλασκί κι ο άνεμος
το ράντισε στην οικουμένη.
Τα πουλιά διαβουλεύτηκαν με το φεγγάρι κι η νύχτα
Ήταν κατάσταση φθίνουσα.
Μουσική επική και κράτος του πόθου.
Λεμονιές σαν φλογέρες οι κίτρινες.
Όξινα ζουν και όξινα πλέον βελάζουν.
Τότε ανακαλύπτω την σιωπή σαν μια χελώνα που έρπει ανάμεσα στην χλόη και μου έρχεται
Φορτωμένη καβούκι και μεγαλοθυμία.
Αποστρέφεται την μυθολογία της στιγμής και καταφεύγει
Στην ιστορία που καίει.
Επίκαιρη παρά ποτέ και σαν θεσμός δομημένη.
Η βροχούλα στάζει αργά ευρύνοντας
το εμβαδόν της άνοιξης.
Για να ανασαίνω, γράφω..





27 Μαΐου 2013

Είμαι πολύ συνεσταλμένος τελικά- δεν κλωτσώ




Αυταπάτες πιο δυνατές απ’ το κρασί, γνώμες παντί τρόπω εσφαλμένες
Και να γυρίζει γύρω από τον παρά η ανθρωπότητα- μηρυκάζοντας
Των ονείρων της τον σανό- κλεισμένη
Σε μια γυάλα όπου
Δεν αναπνέει κανείς- όλοι
είναι ταριχευμένοι χαύνοι
Που ορμούν κατεπάνω ο ένας στον άλλονε.
Τους σιχτιρίζω με τα ποιήματα κι όλο ξορκίζω τα δαιμονικά εκείνα
Που κυριαρχούνε.
Είμαι πολύ συνεσταλμένος τελικά- δεν κλωτσώ
Με την φόρα που πρέπει τα τρυφερά τους οπίσθια- και είναι έτοιμοι
Να εκμεταλλευτούν την αδυναμία μου
Να θέλω τους φελλούς να επιπλέουνε
Σε μια θάλασσα ποίημα.





26 Μαΐου 2013

Ό,τι είμαι είναι από πηλό



Μια ομίχλη της σκέψης και οι ώρες ποτέ ίδια δεν έρχονται
ζαβλακωμένες γύρω εκεί στις έντεκα το πρωινό
που η υγρασία είναι μια νομοθέτης αδέκαστη
που βάφει με απόχρωση του τσουχτερού
την επιδερμίδα της παλαίμαχης μέρας.

Καταλαβαίνω ελάχιστα: αδαής
από την σύγκρουση μιας συγκυρίας με μιαν άλλη.

Ό,τι είμαι είναι από πηλό που δεν έχει ξεχάσει
την πρωτόγονη στεντόρεια φωνή του.

Και
αναχωρητής από άποψη, τώρα θυμίζω
έναν ούτως ή άλλως ρημαγμένο ναυαγό
που θλίβεται που μακριά του πέρα ο κόσμος
είναι ένα βαρύ πληγιασμένο άσχημα σώμα
που σήψη μυρίζει...

                                                            13.2.2010

Έτσι το ποίημα!









Όταν δημιουργούμε κάτι που πασχίζει να έχει υπόσταση μέσα στην επικράτεια του Ορατού, κλέβοντας ύλη από την θάλασσα του Αοράτου, αυτόματα, έχουμε επικοινωνήσει με το Άρρητο που μας αμφισβητεί όσο και μια ηλιαχτίδα που τρυπάει πράα το κρανίο μας και μας θωπεύει φτάνοντας να αγαλλιά την ψυχή μας μόνο και μόνο με την γλυκύτητα που γεννά η συνάντηση με κάτι μακρινό και αναπάντεχο.
Έτσι το ποίημα!
Το ζούμε με τις αισθήσεις μας και το πριμοδοτούμε με την συνενοχή μας σε ό,τι καλό ή τολμηρό εκείνο πρεσβεύει.
Η Τέχνη κρύβει πάντα συνενοχή, μια εθελούσια παραδοχή ότι φτάνουμε στον πυρήνα μιας φωτιάς που όμοια της δεν γεννιέται παρά μόνο από πνευματικές δυνάμεις που ανατινάσσουν την καθεστηκυία και μετουσιώνουν  τα γήινα σε μια Ανάγνωση αποθέωσης.
Ο πίνακας των επιτευγμάτων του πνεύματος θα είναι πάντα ωραίος αν διανθίζεται από την χάρη και την ομορφιά μιας καλοσυνάτης ψυχής.











Γέμισε ωραία το φεγγάρι



Άδειασαν όλα τα τρωκτικά την χολή τους μες την γη που υπομένει αλλά απόψε
Κράτησε καλά τον ρυθμό η πανσέληνος. Γέμισε ωραία το φεγγάρι και οι δρόμοι
Της πόλης ικέτευσαν για φως ιλαρό.
Εκεί σε βρήκα που τίποτα δεν συμβαίνει
Πραγματικά. Όλα στην φαντασία είναι. Κι εμείς
Ζούμε σε μια διάσταση που αφήνει
Περιθώρια για να μπορέσεις να κατανοήσεις του φιλιού τα αντικλείδια.
Το άλλο πρωί ένας κότσυφας τραγουδά σαν λιγωμένο μεγάφωνο
Και η πλάση αγάλλεται μισο-
Νυσταγμένη και σίγουρα
Φτάνοντας με την φαντασία μου ως τον σκηνοθετημένο παράδεισο..

                                                                            26.5.2013


25 Μαΐου 2013

Ο κόσμος της σιωπής




Ο κόσμος της σιωπής, υποδόριος, διχοτομημένος-
εδράζεται πάνω απ’ την πραγματικότητα και κάτω απ’ την φθορά.
Λεπτομέρεια: μιλά με το φως των αισθήσεων.
Κλείνουν οι πόρτες και εκείνος που διαβουλεύεται με τον εαυτό του νιώθει
Να μην υπάρχουν τα σύνορα, να μένει μια άπλα
Όπου τα πάντα μέσα της  είναι εφικτά, σαν
Του διαστήματος να διακόπτεται το χρονικό συνεχές και φτάνει
Η προσπάθεια να ευοδωθεί και να καρπίσει.
Μετά, καταφεύγει στα όνειρα.
Γίνεται ο ποιητής που δρέπει της μοναξιάς του τον κόπο.
Ο θώκος αδειάζει της ουτοπίας και σε όλα ανασφαλής και εύπλαστος
Δημιουργεί πολιτεύματα της καρδιάς και δικαιοσύνη
των ακριβών λέξεων..







Το σπίτι είναι αυτό -πιο ευρύχωρο από το υπερπέραν.




Δονούνται τα φωνήεντα, σαν
να τα εγείρει η αυγή και να αφαιρεί ή να προσθέτει
στον χαρακτήρα τους
εξάρσεις από κείνες που γνωρίζουν τα πουλιά
ή τα πολύχρωμα άνθη.
Πίπτουν κάθετα οι νότες
οι επουράνιες.
Το σπίτι είναι αυτό     -πιο ευρύχωρο από το υπερπέραν.
Σμίγω τις λέξεις με το πάθος του λυράρη να δώσει
μια μουσική που αναστατώνει.
Περιφρονώ τις περισπούδαστες φιλολογίες-
πουθενά δεν οδήγησαν
παρά μόνον στην κατακερματισμένη εικόνα ενός λογοτεχνικού
μαύρου θανάτου.
Μην θέλεις να εξηγώ. Βλέπω
ορθοδοξίες φωτιάς όταν για μία λέξη εκστασιάζομαι.
Και γερνάω γερνάω.
Σαν για να με αδιαφορία με ταριχεύσει
ο καιρός και μείνουν
μόνο ζωντανά τα οράματά μου.





Η ποίηση ήρθε για να με συναντήσει εκεί, παντού-




Είδα το φεγγάρι που ψήλωνε παρ’ ολίγον γεμάτο κι ασημένιο σαν
Αρχαιοελληνικό νόμισμα, που έλεγε κι ο ποιητής.
Ένα φεγγάρι δυνατό. Και μετά
Μικρότερο το βρήκα όταν ξύπνησα
Γύρω στις τρεις να είναι πιο ψηλά και να σκορπά το φως του
Επάνω στα φυλλώματα και στην αγρύπνια μου.
Αυτά που είπα μου καταλογίστηκαν. Ο καιρός
Που περνά σε δικάζει. Μια φωνή
Ακούω όπως η μέρα έρχεται κι ο ουρανός
Παίρνει το ώριμο χρώμα του, πράος και βελουδένιος.
Η ποίηση ήρθε για να με συναντήσει εκεί, παντού-
Κάτω από τις λεύκες και στον δρόμο που ακόμη κι οι σκιές
είναι οι πρωταγωνιστές ενός κρυφού θεάτρου..



24 Μαΐου 2013

Γενέθλια…






Να τρέχεις ανάμεσα στα μαχαίρια και να σου υπολείπονται κάτι αράδες
πορφυρές έως να φτάσεις
στης βραχνής πόλης τον πυρετό.
Τα χρόνια να πέρασαν. Να μην σε πάνε πουθενά τα γενέθλια- ποιός γιορτάζει
μέσα στην ρέουσα κατάθλιψη και όταν όλα
μαραγκιάζουν
σαρακοφαγωμένα από τον καημό;
Ηλεκτροκόλλησα την σιωπή- δυο σιωπές ένα ατσαλωμένο τίποτα- που μου αναλογεί.
Μονάζω τελικά κι ας μην το ξέρω. Η έρμη η μάνα μου
άλλα είχε εντύπωση θα πράξω.
Οι πιπεριές αφομοιώνουν την ψυχή μου.
Με σκούριασε ο άκρατος ιδεαλισμός.
Ο ήλιος τρυπά την κοσμοθεωρία μου
και γράφει μανιφέστα που εκπυρσοκροτούνε.
Είμαι ο αδαής που σήκωσε όλη την ευθύνη των πραγμάτων
και εκείνα σούμπιτο τον καταπλάκωσαν.

                                                           24.05.2013

23 Μαΐου 2013

Λαλάει ο πόθος και σε κάθε βήμα του αδιάκοπα και ολοένα μετασχηματίζεται..




Δίπλα στο χί το ψί και δίπλα στον βασιλικό το ωμέγα
Με ανοιγμένα τα σκέλια του, σαν η κοκόνα
Που τον φαλλό περίμενε να ιερουργήσει.
Μυρίζω τα στήθη της- τα ορθώνει το σφρίγος της νιότης.
Η ώρα έχει πλαδαρές στιγμές που ο έρωτας εκμεταλλεύεται και κάνει τρίπλες
Μες την σιωπή να φέρει του έρωτα το τόπι στα γκολπόστ της νίκης.
Εκεί να δεις παρομοιώσεις!
Πώς κατεβαίνουν τα εσώρουχα και σκίζονται οι στηθόδεσμοι από το χέρι που δεν περιμένει!
Λαλάει ο πόθος και σε κάθε βήμα του αδιάκοπα και ολοένα μετασχηματίζεται..









Εξάψεις λυρικές και πάθος



Η νύχτα δάγκωσε τον ουρανό και πρόβαλε
Το μισό ωραίο φεγγάρι.

Μπαρουτοκαπνισμένα σύννεφα και της ποιητικής των άστρων ομιλίες και καμώματα
Έως να φτάσουνε στην γη οι μουσικές από του γαλαξία τις αποστάσεις.

Εξάψεις λυρικές και πάθος
Του σκοταδιού.

Η σκέψη μου σκοντάφτει πάνω στο άρρητο και πάλι φίλος είμαι
Με τα πουλιά που κοιμούνται και αχνίζει ο ύπνος τους
Πάνω απ’ τα κλαδιά που λούστραρε με άνοιξη ο Μάιος..









22 Μαΐου 2013

Στιγμής ιαχή και ευκολοδιάβαστη κορυφαία ψυχή!




Ζητήματα τιμής κάτω απ’ τον συννεφιασμένο ουρανό τα τιτιβίσματα..
Ηχούν σαν μακρινή νότα ενός βιολιού που ξόδεψε
τις πεποιθήσεις του μέσα στο φως της αστραπής.
Σπάταλα.
Εγείροντας επαναστάσεις προσφιλείς στους καθ’ όλα επιστήμη θρησκεύοντας.
Σέβομαι αυτό που με μαθαίνει ο χρόνος και
δεν τσιγκουνεύομαι την θάλασσα.
Είναι η ηγετική μου ελπίδα
τότε που τα πολιτεύματα μ’ απογοήτευσαν.
Ευτυχώς έχω υπάρξει αθώος και αυτό είναι εμένα η λεβεντιά μου.
Στιγμής ιαχή και ευκολοδιάβαστη κορυφαία ψυχή!



Ο ΓΑΜΟΣ..

















Πέφτει το απόγευμα σαν χάδι απαλό και ο γαμπρός
Μπροστά από την εκκλησία με 
τ’ ατσαλάκωτά του ρούχα περιμένει
η νύφη να φανεί που άργησε 
για να του γίνει ο χρόνος λίγο πιο μαρτύριο.
            Και όταν ήρθε εκείνη φώτισε ο τόπος
            Μες τ’ άσπρα τούλια της ντυμένη και τα γιασεμιά 
            Λευκό αθώο περιστέρι που ζητάει το φιλί και την ψυχή.
Έσκυψε τότε και γλυκά την φίλησε.
Και πάνε μέσα που ο γέροντας με απαλή φωνή
Τους καλωσόρισε και λόγια τέτοια είπε
Που γέννησαν ελπίδες οι στιγμές.
                    Όμορφα ακούστηκαν οι ευχολογίες.
                     Με έναν τρόπο και εγώ τις θέλησα.
                     Αρσενικό και θηλυκό ενώθηκαν σαν από ιερό σημάδι
                     Να πάει η ζωή μπροστά.
Κι όπως χορεύανε τον Ησαΐα
Δάκρυσε η μάνα δάκρυσε ο πεθερός
Κι η εκκλησία φωταγωγήθηκε 
από τις συγκινήσεις.
               Φιλί γλυκό ευαγγέλιο που ανάνηψαν οι αγάπες 
                    Οι καλεσμένοι ευχήθηκαν κι η νύχτα ήρθε
                    Για να αρχίσουν οι χοροί και τα τραγούδια.
Πρώτη η νύφη κι ο γαμπρός πρώτη η συμπεθέρα
Και με το φλάμπουρο ο γαμπρός μπροστά 
Που ο χορός σε έναν  κύκλο ξεκινά.
           Στο σπίτι τα κολλαριστά κεντήματα 
           Σαν όπως που με ζαχαρόνερο τα έφτιαχνε η γιαγιά μου
Και τώρα γέμισαν με όμορφα γλυκά 
Όπως η Δήμητρα της γονιμότητας 
από αρχαίων παράγγελνε.
          Κι εγώ που ήξερα ότι απάνω απ’ όλα τα μυστήρια
          Το πιο μυστήριο είναι ν’ αγαπάς
          Χαιρόμουν τόσο που έβλεπα να ζει ο έρωτας 
          που θέλησε ωραία να τους σμίξει.
Κρατάει ο χορός κι αλλάζει χέρια
Το φλάμπουρο με τον συμβολισμό του
Σαρακατσάνικο ευγονικό σημάδι
Που πάντρεψε της ειδωλολατρίας το αίμα 
με πνεύμα του Χριστού.
               Η Ελλάδα πίσω απ’ όλα αντιστέκεται 
                                    ευτυχισμένη.
Με κόπο έκρυψα ένα λιγάκι δάκρυ
Όταν η νύφη αγκάλιασε τον νέο
Κι έτσι γλυκά φιλήθηκαν.
         Από έναν γάμο για έναν γάμο 
            όλες οι χαρές τελέστηκαν..

                                                     Ξάνθη 15.9.2012

Κόρη συννεφένια λέξη

Κόρη συννεφένια λέξη
Που είμαι ξέρω αδέξιος
Να σε πω, να σ’ ορίσω

Κάνε τις επιθυμίες μου σαΐτες
Κάρφωσέ μου την ψυχή
Ας στάξει αίμα

Κόκκινα ας γίνουν ποιήματα
Κόκκινα όνειρα κι ας είμαι
Στον βωμό επάνω εγώ!

21 Μαΐου 2013

Βρωμάει το τοπίο σάπια Γερμανία..








Παγιδευμένα φεγγάρια, ουρανοί σκοτεινοί και δέος
Κάτω από την πληθυντική άποψη των άστρων που σου μιλούν για ελπίδα.
Αλλά η ζωή σκλαβώνεται από άνθρωπο για άνθρωπο.
Η ζωή είναι μια βάρκα που την εγκατέλειψε ο βαρκάρης.
Τρέφονται οι θλίψεις με τον άρτο της απογοήτευσης·
Βουλιμική είναι η στεναχώρια·
Βλέπω το πλήθος να βουλιάζει και τα ραδιοκύματα
Επιμένουν σε μια παρακμιακή μουσική
Που τρώει τα μεγάφωνα.
Η οθόνη γέμισε παράσιτα. Ο καιρός
Ήρθε της εξέγερσης.
Βρωμάει το τοπίο σάπια Γερμανία..

                                                       21.5.2013    




Στην άλλη σελίδα του ευκαλύπτου




Στην άλλη σελίδα του ευκαλύπτου, το κλωνάρι εξέχει
Όπως μια μακαρία γη μες τον κόρφο της θάλασσας.

Απεταξάμην την μιαρή κουβέντα και την κακεντρέχεια, απεταξάμην..

Ζητώ περιουσίες χελιδονιών και ανοιξιάτικες παλινορθώσεις.

Στο άγραφο που στερεώνω τα λόγια μου, εσύ
Που θα ‘ρθεις χρόνια μετά να τα κατανοήσεις
Θα βρεις το λίγο που φύλαξα
Του αρώματος, μες την οχληρή της εποχής δυσωδία.

Και θα το περισώσεις όπως σπίθα από κείνα που
Δεν θα ξαναγεννηθούν ει μη μόνον εάν
οι άνθρωποι ζητήσουν του γιασεμιού και της μέλισσας μέγα το έλεος..






Μην χαίρεσαι για τα χλωρά σου όταν τριγύρω σου ξεραίνονται όλα..





Μην χαίρεσαι για τα χλωρά σου όταν
τριγύρω σου ξεραίνονται όλα.. Το κενό
κομπάζει,
ζητά
ανθρώπινη ανάσα
λαχανιασμένη
να πληρωθεί.
Α, κόσμε
ξεφτισμένε,
πονάει
η πορεία
στο μονοπάτι σου-
ας αντιδράσουνε οι φωτοδότες
στου ερέβους
τις σκοτεινές ταξιαρχίες..






Ξυπνάς αγέρωχή μου ιέρεια!


Πίσω απ’ τα πράγματα, γυμνή σαν σάλπιγγα που θα σαρώσει τα μεγάλα τείχη
Και στεγνή σαν φωνή που την λυμαίνεται ο αέρας, πρωί
Που όσα δεν ξύπνησαν μένουνε νικημένα μες τον λήθαργο του ύπνου,
Κάτω από τις τριανταφυλλιές, πίσω απ’ τον μαντρότοιχο, στο σπίτι
Του κηπουρού που αγάπησε παραφυάδες ιδεών, εσύ

Προβάλλεις σαν ιέρεια που την στεφάνωσε με την αλώ του το φεγγάρι.

Και τότε που το κόσκινο του αέρα κρησάρει
την μελαγχολία μέχρι κόκαλο, ξεφεύγει
Σαν προσευχής καταστάλαγμα και σαν πάνω στα φύλλα η δρόσος, μια λεξούλα
Που ο έρωτας έπλασε, μια σύνεση
Να αποθεωθούν απ’ τα φιλιά τα σώματα και ν’ απομείνει
Γαλάζιος ύμνος της φωνής σου που δονεί το χάραμα και κάνει
την αυγή να ιριδίζει..


20 Μαΐου 2013

Η εξουσία, αχ η εξουσία!








Η εξουσία, αχ η εξουσία!
Βραχνή φωνή του ακόλαστου μέσα μας..
Φλέγει τα ένστικτα, κινεί τα νήματα
Κανείς δεν αντιστέκεται
Χωρίς να χάσει το κεφάλι του.
Η εξουσία, αχ η εξουσία!
Μονόδρομος προς της φιλαυτίας το σκέρτσο.
Του αίματος ο δεσμός δεν αρκεί
Να καταλύσει την φλόγα της. Αχ η εξουσία
Που την γυρεύουν οι πολλοί και μόνος ο ένας,
φοβισμένος πάντα, θα την εξασκήσει..



Οι πρωταγωνιστές των ελπίδων…




Άφες την Χάριν τοις που δεν πρόδωσαν ποτέ τον ιδεοφόρο πηλό, άφες την Χάριν..
Και τα βράδια που κουρασμένος κοιμήθηκες
αποταμιεύοντας θλίψη και αγωνία-
Πού να σε βρω;
Ο ενικός σου είναι στην καθομιλουμένη των αγγέλων χίμαιρα.
Δίπλα στις γλάστρες σου, με το ξυσμένο
Μολύβι στο χέρι- θεματοφύλακας μιας αρετής.
Στο άσπρο χαρτί κραυγάζουν τα ψηφία της πατρίδας σου
της προδομένης.
Πολλά την πολέμησαν και την ματώσαν
οι προύχοντες.
Ατενίζεις στο μέλλον καλοσυνάτες μαργαρίτες
Που φυλλορροούν και με το κάθε πέταλο, υπερασπίζονται
Ποίηση που είναι να λάμψει κι αν έρθει..


19 Μαΐου 2013

Ένοχε σκύλε που γαυγίζεις αλλά δεν δαγκώνεις..



Δεν μπορείς να κάνεις της μάζας την πλαστότητα να μιλήσει.
Η μάζα είναι χωνευτήρι της κάθε φωνής-
Ένας μαγνήτης που φοβάται τον ελκτικό εαυτό του.
Κι οι κοσμοθεωρίες που ψεύτισαν- όπως
Για να γίνουνε σπόγγοι που απορροφούν το πλαδαρό
Μέρος μιας σάπιας ιδέας
Τίποτα πια δεν θυμίζουν από παλμό που ήθελε υγεία να χτίσει
Οικουμενική.
Σκοτεινά προφέρονται τα μηνύματα σκοτεινά οι άνθρωποι εργάζονται-
Μια βιομηχανία των σκοτεινών. Κι οι ειδήσεις όπως έρχονται
Από το πουθενά ή τις κατασκευάζουν
Οι αρμόδιοι άρχοντες, οι ειδήσεις
Γεμίζουν μπόχα τον αέρα.
Του τραπεζίτη ασχημονεί το κράτος. Θέλει
Να σκεφτείς ξανά πως επαναπροσδιορίζεται
η ζωή σου
Κι εκείνη που θ’ αφήσεις στα παιδιά.
Ένοχε σκύλε που γαυγίζεις αλλά δεν δαγκώνεις..




Ο χρόνος είναι παγίδα







Ο χρόνος είναι παγίδα       και η μνήμη είναι παγίδα
Και τα φιλιά είναι παγίδα     κι όσα παίρνει ο άνεμος
Κι όσα παρασέρνει η οργίλη βροχή·
Ο θάνατος είναι πρωτόκολλό μιας δόξας εφησυχασμού
Ανάμεσα στις πορφυρές ματαιότητες..
Θυμάμαι το άρωμα όταν η πανσέληνος άναβε
Πάνω στην ταραγμένη θάλασσα, το θεόσταλτο χέρι
Να χαϊδεύει τα πεύκα έξω από την Εκατονταπυλιανή
Που αποκοιμήθηκε κλειδωμένη μέσα στην νύχτα
Και εξακριβωμένη κάτω από μια σκέπη ουρανό.
Τίποτα ο κόσμος τίποτα η ζωή.
Η ελπίδα τίποτα- μόνο το νερό που τρέχει
Επάνω στο αφράτο χώμα
Δνοφερόν και δυνητικά μόνον..

                                              Πάρος 27.3.2013 



Είμαι αυτός που οι ηλικίες του απίστησαν





Στο τέλος αγανακτούνε κι οι σκύλοι οι μέσα μου·
Με τούτο, με κείνο· γαυγίζουν·
Φασαρίες μου σκάρωσε η ζωή· κι όπως όλων μας
Το πικρό πικρότερο φάνηκε.
Συνθέτουν οι μέρες θλιμμένη μουσική.
Μια σκοτοδίνη άπλωσε πλοκάμια γύρω μου.
Είμαι αυτός που οι ηλικίες του απίστησαν
Και μεγάλωσε σιτιζόμενος κατάθλιψης παραφυάδες.








Θα ξυπνήσουμε μια μέρα μες σε πελώρια φυλακή




Ζωή είναι ο πόνος,  ζωή είναι η δαγκωμένη χαρά
Μισή και αποκεφαλισμένη
Ώσπου να ‘ρθουν οι θύελλες
του θανάτου.
Θα ξυπνήσουμε μια μέρα μες σε πελώρια φυλακή
Δεν θα μπορούμε να δούμε το φως, θα κρυφακούμε
Τις ωραίες ομιλίες των παιδιών, θα έχουν στεγνώσει
Οι θάλασσες, τα αρμυρίκια θα πλαντάζουν λαβωμένα
Θα ακούγονται παντού που βροντάνε κανόνια, δεν θα έχω αδερφό
Ο παρανομαστής των πόλεων θα έχει διαιρεθεί με το θλιβερό,
Αίματα παντού θα κυλάνε
Κι ίσως μένει η ποίηση νοσοκόμα των πληγωμένων να μοιράζει
Καταπραϋντικές κουβέντες και λυσίπονα λόγια
Μες το απέραντο χωράφι το οργωμένο
από την οργή των άπληστων..

Ανασαίνω γαλήνη των δέντρων







Το φεγγάρι σκάβει ένα χαντάκι βαθύ.
Μέσα του η νύχτα οχυρώνεται.
Πέφτουνε θρύψαλα άστρων μες την αφράτη κοιλιά της γης.
Ο χρόνος ύπουλα πολεμά
Μα δίκαια, κι όμως, νικάει.
Σε φτάνω με τον νου, η καρδιά μου
πλέει με όνειρα.
Ανασαίνω γαλήνη των δέντρων, ήσυχο αέρα
Που εγκλωβίζεται μέσα στις λεμονιές.
Η φαντασία βάφει χαρμόσυνα τα γύρω τοπία.
Εγώ είμαι εσύ κι εσύ είσαι εγώ κάτω
από το πρίσμα μίας μη εγωιστικής ορθογραφίας..



πλάσμα μαγευτικό της άνοιξης- χαμογέλα μου


Μέσα στον κήπο συμπαθώ τις λεμονιές
Και τα πεσμένα πλατανόφυλλα των ελπίδων.
Ο χρόνος ρέει- απαλύνουν οι μέρες τον πόνο,
Η ζωή με θλίψη σπουδάζεται και που πασχίζεις για μια αρετή.
Χαμογέλα μου λοιπόν, πρωί που σε κοιτώ που βγήκες στο μπαλκόνι
Για να ποτίσεις τα γλαστράκια σου, πλάσμα
Μαγευτικό της άνοιξης- χαμογέλα μου
Και άσε την καρδιά σου να συναγωνίζεται με την αυγή
Ποια χρώματα να απλώσει σαν τα υφάσματα
Της φούστας σου που ο αέρας ανασήκωσε και χάθηκε η μιλιά μου!
                                                            




18 Μαΐου 2013

Έτσι που σ’ αγαπώ η κάθε μέρα δικαιώνεται.




Μέθη πίσω από την αγκαλιά σου.
Μελαχρινή νεράιδα που αγάπησε ο καιρός.
Ο χρόνος για να σε λαμπρύνει έχει μια φιλοδοξία
Και κάνει την ψυχή σου ωραία να φλέγεται.
Ο σκελετός της μέρας κρέμεται απ’ τα κλωνιά των φωνηέντων.
Έτσι που σ’ αγαπώ η κάθε μέρα δικαιώνεται.
Στην γειτονιά σου γυρίζω και ξορκίζω την θλίψη μου
Με εικόνες παίγνια του χαρωπού σου μυαλού.



Οι τοξοβολίες αφήνουν τον στόχο ανοικτό





Οι τοξοβολίες αφήνουν τον στόχο ανοικτό
Για σένα για μένα και για παν ενδεχόμενο-
Πού σε βρήκα εκεί σε πήρα και φύγαμε
Προς μια τραχιά ερημιά. Έτσι
Όπως ορίζουνε οι λέξεις και εκειός που τις πολυαγαπά το ξέρει
Κι αυτοθυσιάζεται.



Είσαι μια πεταλούδα πλανεύτρα.





Κεράσι χρώμα των χειλιών σου το φως.
Είσαι μια πεταλούδα πλανεύτρα.
Σε υφαρπάζει ο άνεμος, απλώνει τα μαλλιά σου
Ως το απώτατο του ήλιου ευτύχημα.
Στον ώμο σου το σκίτσο του έρωτα απλωμένο
Σαν επικύρωση πάνω στο δέρμα της σαγήνης και της ηδονής.
Και η κοιλιά σου γόνιμο λιβάδι που η αφή μου τρέχει.
Πιο κάτω, είναι το μυστήριο μεγαλύτερο:
Εγκλωβίζομαι νου τε και σκέψη κι ούτε που θέλω να λευτερωθώ!







Ξεχνώ γιατί το θέλησα.







Από την παιδική μου ηλικία έρχεται μια στεναχώρια συλλήβδην.
Τρέμει επάνω στο χαρτί κι η έκφραση να τηνε πω ακόμα.
Σήμερα η μέρα είναι ηλιόλουστη και την μετρώ
Με τα πουλιά που καυτηρίασαν με την κελαηδιστή συμπεριφορά τους
Τα κατορθώματα του ανθρώπινου κόσμου.
Τα δέντρα στολίστηκαν άνεμο:
Έναν αέρα ελαφρύ και δίκαιο όσο η ανάσα ενός εντόμου.
Η μάνα μου είναι φιγούρα μακρινή και άτολμη
Όπως βαθαίνει ο καιρός και μου απιστεί κι η μνήμη
Κάνοντας τα παράσιτα που ο νους βολεύεται.
Ξεχνώ γιατί το θέλησα. Εκμυστηρεύομαι πολλά και είμαι
Πάλι αγωγός θερμότητας των αισθημάτων
Ακόμα και γι αυτούς που δεν το αξίζουν..



Είμαι ψυλλιασμένος με όλα και όλα κάποτε με πολεμούν




Αφήνω τον χρόνο να πέφτει μες το νεράκι της συγγνώμης σου
Είμαι ψυλλιασμένος με όλα και όλα κάποτε με πολεμούν
Η πόλη που με φιλοξενεί με δέχεται
Σαν μία εγωιστική φαύλη αντωνυμία
Παρόρμηση στην παρόρμηση και είμαι πια ανθεκτικός σαν ατσάλι
Η όπως μια λάμα που αστράφτει κόβοντας την ζωή κάτω από τον ήλιο
Με ξεπερνά ο πηλός
Νιώθω η καρδιά μου ζεστά να χτυπά
Μεταφέρονται ως τα κόκαλά μου οι ρυθμοί της παλίρροιας
Κάποτε εξαντλείται το φως και πέφτω αποκαμωμένος στο πάτωμα
Πονάει το αίμα μου, σε όλα όμως είμαι σταθερός
Στην φιλία στον λόγο στην τιμιότητα
κινώ της μαριονέτας τα νήματα και ο ίδιος χορεύω
μην αλλάζοντας διόλου τον κουρασμένο ρυθμό μου.


17 Μαΐου 2013

ΘΥΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ΩΡΕΣ..


Τι καταλαβαίνω τώρα που είναι ένθεος ο λόγος και ετούτα
τα φωνήεντα τσιρίζουν μες τις λέξεις μου σαν από ευθυμία!

Γράφω σε ένα παρατεταμένο ψυχικό
έγχορδο..

Λες κι είμαι ο εντολοδόχος όσων δεν
θα μπορέσω να κατανοήσω κιόλας..

Θυσιάζοντας ώρες για την κατάκτηση του απώτερου χρόνου…

Όπως να βλέπεις μακριά ελπίδα να ‘ρχεται-

Να είναι μηδέν το ένα και ένα το μηδέν
και στην άθροιση τίποτα
που να μένει αιώνιο

Μόνο η ψυχή να μην λαθεύει και στην ηθική της
πάντα να εργάζεται

Τόσων ιδεών διήνυσα το μάκρος που
τέλος
απόμεινε
απτό μέσα στα χέρια μόνο
ένα καταφρονεμένο πουλί –

να το ελευθερώσω μέσα στο ξημέρωμα..

Τι κομίζει λοιπόν ο ποιητής;







Τι κομίζει λοιπόν ο ποιητής μέσα στην δραματουργία της καθημερινότητας; Αν το καλοσκεφτώ μάλλον θα καταλήξω σε κάτι που δεν είναι άλλο από το «ου τόπος» - ουτοπία δηλαδή: με όλες τις εκφράσεις της.
Κι από κει μπορεί ο καθένας να πλάσει το όραμά του, ακριβώς επειδή αυτό το ανεδαφικό σκεύος που ερωτεύεται ο ποιητής, είναι ασυμβίβαστο και λουστραρισμένο από όλα τα λαμπερά Τίποτα που χωρούν επάνω του.
Νιώθω να μην μου ανήκει τίποτα άλλο εξόν από την λευτεριά ενός αέρα που ιαματικός θωπεύει την μνήμη μου και σαρκώνει στο παρόν της σκέψης το μεγάλο ταξίδι προς εκείνο που δεν συλλαμβάνεται.
Το ποίημα δεν είναι άλλο από μια δικαιοσύνη και μια ακριβοδίκαιη ώρα που ζυγίζονται όλα πάνω στην πλάστιγγα της αιωνιότητας..







Κάτι ισορροπίες μαγικές που κάναν την ψυχή μου ωραία


Κάτι συμμετρίες που με δίδαξαν ορθότητα των συλλογισμών
Κάτι ισορροπίες μαγικές που κάναν την ψυχή μου ωραία
Οι μέρες που πληρώθηκαν με ηδονή
Κι οι μέρες που γέμισαν θλίψη και θάνατο-
Όλα ιστορισμένα από μένα για σένα.
Πουθενά δεν έκρυψα τις αλήθειες μου-
Σου παρέδωσα δώρο της έκπληξης
Αφιερώθηκα στο άρωμα που σκορπά  η που έρχεται νύχτα
Νίκησα στο πεδίο της ώχρας που επάνω της σκαρφάλωσε
η βοκαμβίλια
Και έπλεξε εγκώμια σκιάς ο νάρκισσος ψηλός κισσός.
Το ποίημα γέννησε αγάπες κι οι αγάπες πλήθυναν-
Έφτασαν τα χρηστά τους ήθη να αναζητούν οι πόλεις –
Ναυάγησαν οι εποχές, χρειάστηκε η ουτοπία των ποιητών να δώσει
πλεύση και ασφαλές πηδάλιο.





Η μέρα πλουταίνει.




Γράφεις και ξορκίζονται της απειλής οι δράκοντες.
Η Μαριάννα αφήνει συνεσταλμένη τα σεντόνια
Και νίβει το πρόσωπό της με το φως του πρωινού.
Η μέρα πλουταίνει.
Το γάλα βάφει μ’ αθωότητα τον ουρανό.
Η κάθε συλλαβή, αυγαταίνει.
Είναι λινά μπλουζάκια τότε, είναι φούστες κοντές
Και πόδια που καμαρώνουνε για την λευκή σάρκα τους
Που ποθούν τα παιδιά.
Το τσόφλι έσπασε και θα φανεί το καλοκαίρι.
Γιρλάντες γέλιου κλώθονται γύρω από το μεσημέρι και του κόσμου οι αμφίδρομες
Σχέσεις, κλειδώνουν την κατάθλιψη μες το ντουλάπι..
Χαρούμενα μάτια, χέρια της αφής λυρικά.
Συσπειρώνομαι για να ξεφύγω απ’ τον εαυτό μου..






16 Μαΐου 2013

Μικρή χορεύτρια που τίναξες την σκόνη του ορίζοντα μακριά, σήκω






Ποιήματα από τον κώλο της κότας-
σαν αυγά
ζεστά ακόμη..
Ένας υπνάκος στα κλεφτά-
πάνω στο μάγουλο του φεγγαριού..
Τόσες αλήθειες ξέρω
Που πικράθηκα.
Δυσκόλεψαν οι άνθρωποι.
Σκούριασε η καρδιά τους.
Ψαχουλεύω μες το παρόν των γεγονότων-
κατά τα ειωθότα
Αλλιώς σκέφτομαι κι απ’ ότι οι μέρες μας θέλουν.
Τα δέντρα στολίστηκαν άνεμο, έγινε
Κραυγαλέο πεδίο μάχης ο ουρανός.
Μικρή χορεύτρια που τίναξες την σκόνη του ορίζοντα μακριά, σήκω
Να βγεις μες την αλάνα του Μαΐου
Κάτω από το φως της χαράς
Και λύγα το κορμί σου σαν ένα φυτό που ψήλωσε
Έως την μάντρα του θεού..





Στο κενό πέφτουν όλα.


Πρέπει να είμαι πιο προσεκτικός
Με το άλφα το βήτα το ιώτα
Δεν συγχωρούν οι λέξεις και οι αριθμοί- κι ας έχω
Τρυπώσει πλέον μέσα στο μανίκι τους- ο τρόπος
Να μην δέχονται δεσμά
Με καθηλώνει.
Πού τύχη να σώσω μια ηχώ από κρύσταλλο
Που κάνει ένα λυρικό
Ντίγκ όπως τσουγκρίζουν τα ποτήρια…
Στο κενό πέφτουν όλα.
Οι γεωμετρίες αψηφούν το τετραγωνικό εμβαδόν
Κι οι κύβοι που ερίφθησαν κλωτσάνε τα παραλληλόγραμμα.
Ποτίζω τον κηπάκο μου των ζαρζαβατικών-
Η νύχτα που έρχεται με ημερώνει-
Καμία προφύλαξη στην μοναξιά-
Ξυπόλυτος που περπατώ κι ούτε με νοιάζει.
Αρίθμησα εφτά σιωπές και ύστερα ούτ’ ένας ήχος-
Αρίθμησα μια απουσία γόνιμη. Κρατώ
Ένα άσσο στο μανίκι μου:
Πλάθω με τον πηλό των φωνηέντων ένα περισπώμενο ουρανό..




Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου