...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

31 Ιανουαρίου 2013

η καρδιά μου γέμισε σαν λόγια αέρινα και τρυφερά γιασεμιά.




Ο ουρανός βάρυνε σαν ένα σταφύλι που απεγνωσμένα ζητάει τον μούστο του.
Χειλάκι μου κατακόκκινο τώρα που ψιχαλίζει πες μου
Πώς να της κλέψω ένα φιλί;
Άδειασε και δεν έχει αλλά το πουγκί μου.
Μόνη η καρδιά μου γέμισε σαν λόγια αέρινα και τρυφερά γιασεμιά.
Κι η μουσική που γράφει ο ουρανός για να χορεύουν τα φεγγάρια του
δεν είναι τα λογάκια της που γεμίζουν τις υδρίες της θλίψης;





Θέλω τα ποιήματά μου να έχουν σημασία ξαφνικής νεροποντής-





Θέλω τα ποιήματά μου να έχουν σημασία ξαφνικής νεροποντής-
να ξεπλένουν τον αόριστο χρόνο μιας πράξης που ίσως ποτέ δεν συντελέστηκε
μα έσφιξε τον πνιγηρό κλοιό της γύρω
από μία ελευθερία σθεναρή. Θέλω
αυτό που χάθηκε από μένα μες σε άλλους να βρεθεί
κι αν το σπατάλησα νομίζοντας σε ένα ύψος θα σταθώ
περίοπτου θανάτου. Για την πατρίδα μιλώ
όπως την σταυρώνουν οι φαρισαίοι της παγκόσμιας συμφοράς
παίζοντας στο χρηματιστήριο των διεφθαρμένων τους αξιών
ανθρώπους στα ζάρια..

Μέσα στον ήλιο πάνω στο στέρνο της γης




Μέσα στον ήλιο πάνω στο στέρνο της γης, το στάρι
Βγάζει μια φωνή φωνούλα κι ένας χωρικός
Ερωτευμένος με τον τόπο του ακούει
Την γονιμότητα να του μιλά. Τότε

Που το νερό σφυρηλατεί την πανδαισία των χρωμάτων και γάργαρο
Κυλά μες τα ρυάκια ή
Ένα γεράκι πετά από πάνω του
σε μια μεταφυσική διάρκεια, καθώς
Πλέκονται μες τον αέρα οι μυρωδιές και οι ανάσες.

Ο χρόνος επισκευάζει τα ρολόγια του. Η καρδιά
Σκιρτά όπως να φλέγεται από χαρά και αγαλλίαση. Εκεί
Που η εικόνα ξεπερνά τον εαυτό της.

Τι λέξεις ψάχνει για να ζωγραφίσει η ποίηση;
 

Ανταλλάσω καρδιά κρυσταλλένια



Ανταλλάσω καρδιά κρυσταλλένια με αβρό λουλουδένιο
Παράδεισο. Έφτασα παντού αλλά όχι στον ήλιο μου.
Μόνο στα μάτια σου ναυάγησα και με πονέσανε πολύ οι πόνοι.
Γράφω σε ένα χιόνι που μετά τα πάντα σβήνονται
Κι είναι όπως να κάνω μια χειρονομία στο νερό.
Όλες τις νύχτες πάω στα μονοπάτια σου.
Διαβάζω την φωνή διαβάζω την ψυχή σου.
Ο ουρανός κρατά ωραία λειτουργική απόσταση.
Ευέλικτες σκιές νοημάτων κάνουν το ποίημα μου πιο στέρεο.
Τίποτα ξεχασμένο.
Και το φιλί που σου πήρα ευθύς
Ως η νύχτα ερχότανε κι η σιωπή
Όλα τα πλάκωνε για να τα απομυθοποιήσει
Φορτώνει το ρήμα μου με πλέον αστρόσκονη
Και νιώθω τότε μες την κάμαρα αυτήν θα πεθάνω
Από αγάπη πολλή ζαλισμένος και του έρωτα αφόρητη πλησμονή..




Αυταπάτης λόγια έχω χρεία να ζω





Νερό δνοφερόν
Και αέρα παραπλανημένε-
Πάνω από τα ευανάγνωστα φυτά-
Διαβάζω τον στίχο της μέρας
Όπως οι θάλλουσες φωνές τον αποδίδουν
Της φτελιάς, της πάσχουσας βοκαμβύλιας

             Από αύριο οι πατρίδες θα γίνουν αινίγματα
             Από αύριο που θα στενάζουν οι λαοί
             Από αύριο που το σκαιό θα καταπλακώσει τα πάντα.

Σήμερα η κόλαση της απογοήτευσης
Σήμερα η ριγμένη ασπίδα
Καταγής- ο πόλεμος
Σήμερα
Κι όλοι οι λιγόψυχοι τελείως υποταγμένοι.

Οι οικονομίες εξισώνονται στο πλην:
Πλην εγώ πλην εσύ πλην οι άλλοι-

Αυταπάτης λόγια έχω χρεία να ζω
Καυχούμενος κι οι γύρω μου σε άλλον ουρανό να κοιτάζουν..

Όμως ελπίζω σε πατρίδα της ψυχής
και ζω για άλλες περιουσίες.



Ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα;



Πόσο θα αντέξουμε φεγγάρι αδυσώπητο και τρέμει ο ουρανός;
Νάματα λουλουδιών να μας πυροβολούνε, άοκνα
Να εργάζονται οι εκπλήξεις
Κι εμείς να σκηνοθετούμε το χάος
Ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα;
Ακολουθώ την φιλέρημη νύχτα. Με προστατεύει
Απ’ όλες τις δύσκολες παγίδες του μάταιου. Μένω
Σε ένα σπίτι που ο βοριάς το έχρισε
Με λάδι χειμωνιάτικου ήλιου. Γράφω
Γιατί αλλιώς δεν έχω αναπνοή. Σχεδόν
Πενήντα χρόνια και δεν έφτασα στα αποκαλυπτήρια
μιας λέξης.
Όπως την ήθελα.

30 Ιανουαρίου 2013

Πεθαίνουν οι αξίες μου της φωτιάς.






Πεθαίνουν τα αόρατα πράγματα που είχα συλλαβίσει.
Πεθαίνουν οι αξίες μου της φωτιάς.
Γίνομαι φτωχότερο μπόι ανάμεσα στα δέντρα. Γίνομαι
φτωχότερο μυαλό.
Τολμώ ομολογίες που κάποιοι τις τρέμουν. Αλλά
Ας στήσω την αλήθεια επάνω στο βάθρο της.
Θα καλυφθώ πίσω απ’ την ασπίδα του θανάτου και θα δω
από κει όπως θα έκαναν οι Μυρμιδόνες
Το τέλος που έρχεται.
Θα δω με οξύτητα τελεσίδικου
Την ζωή να περνά..




Ήσουν μελαχρινό κελεπούρι.





Των δρόμων οι θόρυβοι όπως για καλά ξημερώνει κι η πόλη
εγκαταλείπει τα όνειρα. Στις γειτονιές
ζει πάντα η δίψα για αναζητήσεις.
Ξεκουμπώνουν τα σύννεφα από τον ουρανό.
Η γη αποκρυπτογραφεί την κόψη τους.
Στην πρωινή παγωνιά αντιστοιχούν ζεστά μπλουζάκια
και μπότες ψηλές ως το γόνατο.
Ήσουνα μάλλινα γαντάκια και παλτό
και δυο ματάκια γελαστά που έπαιζαν.
Ήσουν μελαχρινό κελεπούρι.
Διατυπώθηκες σαν σκέψη που ξεγυμνώνει την αλήθεια της
και υπερβαίνει τον πόθο.
Μοντέρνα σταχτοπούτα επερχόμενης άνοιξης.
Ανάμεσα στα χέρια σου,
σκοντάφτοντας να πέσει μπροστά σου
ο πόθος μου
σαν ένα παιδί έπαιζε τρυπώνοντας
κάτω απ’ τα ρούχα σου,
όπως
η φαντασία μόνο ξέρει
που σε όλα ανθίσταται.

ΑΡΤΕΜΙΣ.


Ν’ ανεβαίνει αεράκι ψυχής- σαν καπνός

μεταφυσικός, ουρανομήκης

ν’ ακούγεται μουσική θεά

των δύο φεγγαριών που είδα-



Λίγο παράμερα να πυροβολούν τα γεράνια

χρώματα πεισμωμένα μέσα σε Γενάρη μήνα-



λίγο να έχω ξεφύγει κι εγώ

από σελίδες μοναξιάς-

και ήσυχα όλα

φορτίζουν τις ατόφιες σιωπές τους..



Νερό αίμα χοϊκό

που κυλά υπογείως

να κάνει παλικάρια τα γαρίφαλα



να μην ξέρω από τοξοβολίες γρι

να πιάνω την φαρέτρα μου με λέξεις

να στοχεύω αργά

και να πληγώνω ανήξερος το ζώο της θεάς

ελάφι αρχαίο ποίημα…



4.1.2008

ΣΥΜΦΟΡΑ ΤΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ




    


Φωναχτά πάνω απ’ τις ταράτσες των σπιτιών
Σχίζοντας το γαλάζιο στερέωμα, άδεια
Άοπλη, τρύπια,
Πιασμένη από το μανίκι της συμπάθειας μου
Η ιδέα της μέρας ξημέρωνε απλή.

Φοβισμένες σκιές με συνθήματα ανθρώπων
Τεντώνονταν μες το χαμόγελό της.
Αντικριστά στον άσπρο τοίχο με βιασύνη
Φανερωνόταν το σώμα του θανάτου
Στρίβοντας απότομα στην γωνία
Ξεκοιλιασμένο.
Κουκουλωμένα όνειρα γρύλιζαν∙  ένας ρυθμός
Στεγνό κόκαλο και τεντωμένο τύμπανο της ακοής:
Τον ήπιε η αντηλιά,
πάγωσε
έμεινε αχός μακρινός,
ελληνικό τοπίο.

Είπα την ένατη πρωινή να πάψει να κελαηδεί
Να χορτάσει όρεξη
Καραδοκούσε πάνω στον όρθιο πόθο μου,
Ένα κορίτσι μάτωνε
Γινόταν λύρα
βιολί
να παίζει
νότες του έρωτά μου…


                                      9.6.1983
                                     Ζούμπερι

29 Ιανουαρίου 2013

Όπου ραγίζει το κορμί




Όπου ραγίζει το κορμί
πυρετός δάκρυα τρέχουν
τα λόγια σου.
Αν βραδιάσει γύρω μου
ας ζήσω για την προσδοκία..
Αναμένεται σκοτάδι θανατηφόρο
αλλά πρέπει ν’ αντέξουμε.
Μην νικήσουν οι άρπαγες.
Μωρό μου ελπίδα μου!
Κυνήγα με μες τις πεδιάδες των οράσεων
κι ας θυσιαστούμε
κορμί το κορμί
για την ερωτική μας πατρίδα.




ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


               

Μουσική που μου χαρίστηκες όταν
Όλες οι σιωπές ενωθήκανε
Κ ήμουνα μόνος αστροπόρος στο νεφέλωμα
Ξέροντας ότι ακούγεται φριχτά η γαλήνη
Κι η μοναξιά πονάει σαν έγκαυμα.

Τώρα ελάτε να μου παραστέκεστε νότες
Το καλοκαίρι αλλάζει τα σύμβολα
Οι παραλίες γεμίζουνε με φωνές των παιδιών
Οι πιο σημαντικές καμπάνες των νησιών
Ξύνουνε μια ασβεστολιθική ουτοπία.

Μένω στην χώρα των τιτάνων κι όμως
Πως γέμισε με νάνους τούτο το τοπίο
Μπατάρει στα ρηχά μ’ έναν καημό από κρύσταλλο
Κραδαίνεται μέσα στην ερημιά του
Μόνο τον ήλιο βλέπω νικητήριο
Να δίνει τους χρησμούς σαν ακατάληπτους
Που ορίζουν ένα πέρασμα ελπίδας.

                                                9.7.2007

Βοά το αίμα μου.


Σαν να θέλει το σώμα μου οργασμό.
Πολλαπλασιάζονται μέσα του
του πόθου οι μετρήσεις-
Όχι πάντα ειρηνικά.
Δοκιμάζω να ξεφύγω απ’ όλα.
Όλα με στερεώνουν μες του κόσμου την μικρότητα.
Ευτυχώς ο έρωτας ωραία λαλεί- το έζησα.
Πλούσιος είμαι σε φιλιά και χαϊδέματα.
Βοά το αίμα μου.
Ο νους μου βουκέντρα τσιγκλά στην εξύψωση.
Κάτω απ’ την ψιλή βροχή που σε ακούμπησα
Στον τοίχο με τις βοκαμβίλιες και σε στόλισα
Με αμέτρητα επιφωνήματα κι ανθάκια.



28 Ιανουαρίου 2013

Θα βρω μια ιδέα να ταιριάζει στα όνειρα μου.





Θα βρω μια ιδέα να ταιριάζει στα όνειρα μου.
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου στέκεται
ο αέρας και παραμυθιάζει τις νύχτες.
Ζω αρμέγοντας ιλαρό φως.
Ανασαίνω κρύα γαλήνη των πεθαμένων
και έξω από το κοιμητήριο
Κρατώ ένα κεράκι που τρεμοπαίζει η φλόγα του
Όπως για να μου μιλούν οι νεκροί.
Εφτά ημέρες απανωτά και πουθενά δεν κατέληξα.
Νέμομαι απροσδιόριστο χάος.
Οι ώρες υπήρξανε ευγενικές μαζί μου. Με φίλεψαν
Σύνεση και μεταφυσικό ψωμί.
Τώρα κρατώ το τριαντάφυλλο που είναι
ένα σκαρί που με πάει κατευθείαν παράδεισο.




Γράφω γιατί με υποβάλλει σε αγρύπνια ο έρωτας.


Ας είμαι  μια γυμνή ψυχή που διψάει για χίμαιρες.
Με διαπερνά σαν για να με αναστατώσει ο αέρας.
Κόβει το στήθος μου η λάμα του ήλιου.
Σφίγγω την ζώνη μου πετιέμαι επάνω- είμαι έτοιμος να ουτοπίσω.
Κλείνω τα μάτια τότε- η φωνή που μου υπαγορεύει με ακολουθεί.
Γράφω γιατί με υποβάλλει σε αγρύπνια ο έρωτας.
Φταίω εγώ και φταις κι εσύ που κλαίς που χάθηκε απόψε το φεγγάρι..    

να δεις πίσω απ’ την μαντρούλα των λέξεων.


Όλα συμβαίνουν μετά την προστακτική των φαινομένων.
Την ώρα που η στίξη απλά ανατινάζει
τους εσμούς των λέξεων και ένα μαβί
Κρύο χέρι αναρτά μες τον ουρανό την υποψία
την φαρμακερή.
Λείπουν οι κατακτήσεις της μέρας
Η νύχτα έρχεται
Βαθιά και κοίλη σαν ένα κοχλιάριο που γέμισε
σορόπι πικρό.
Βήχουν τα σύμφωνα, το συνταχτικό καταστρατηγείται
Αν θέλεις ποιητικό νόημα πρέπει
να υπερβείς αυτές τις νομοθετικές αυταπάτες
Και να δεις πίσω απ’ την μαντρούλα των λέξεων.
Εκεί που ένα λιβάδι ουσίας δίνει νόημα
Κι υπόσταση σε κάτι που ποτέ αλλιώς δεν είναι ορατό..

27 Ιανουαρίου 2013

Σ’ ένα μπαράκι έσβησε η πόλη.



Μπορεί πίσω από την ροκ άποψη της πόλης 
να κρύβεται μία κραυγή
μεγάλη όσο οι πικροδάφνες
που ακολουθούν την εθνική οδό σ’ όλο το μάκρος της.
Στην Λιοσίων χαμηλά 
οι αλλοδαποί μαλώνουν
για ένα τσιγάρο για λίγη βρώμικη αναπνοή.
Πόρνες διαφημίζουν πρόστυχα φτηνή πραμάτεια.
Ο σουγιάς στην κωλότσεπη κι έτοιμοι για καυγά οι θαμώνες.
Χασίσι και ξερό ψωμί, σβήσ’ το μυαλό σου, δεν χρειάζεται
όταν μιλάς αργκό των κολασμένων.
Η Ομόνοια πικρή και ξέσκεπη φωνάζει
την αδιαφορία της
για όσα συμβαίνουν
για όσα  θα συμβούνε.
Σ’ ένα μπαράκι η Λένα ξέχασε να ζει.
Σ’ ένα μπαράκι έσβησε η πόλη.
Το πρωί ξημερώνει και όσοι τρέχουν για φτηνό μεροκάματο
ανήκουν στην στρατιά ενός ακήρυχτου κι όμως πραγματικού λάθος πολέμου..




Η ζωή σκηνοθετεί



Πάντα στα ψέματα-
Η ζωή σκηνοθετεί μα οι ηθοποιοί της
κομπάρσοι αγράμματοι είναι·
Λείπει το φως της γνώσης κι η ευρεία συνείδηση.
Ελληνικά στοχάζεται η μελαγχολία μου.
Υποβάλει τα γεγονότα σε μαρασμό.
Με διδάσκει
αυτοσαρκασμό και κατάθλιψη.
Θέλω να ζωστώ εκείνες τις εκρηκτικές σκέψεις μου και καμικάζι αυτοκτονίας να εκραγώ ανάμεσα στους λέοντες
″αποθανέτω η ψυχή μου..″
που θέλουνε να με κατασπαράξουν.
Παλεύοντας με τα σεντόνια και που ήρθε, να, πρωί.
Με κούρασαν οι άνθρωποι. Καταφεύγω
στο καβούκι της μοναχικής κάμαράς μου.
Σπατάλησα πολλά αισθήματα-
όλα τα πήρε ο άνεμος.
Αθώος μιαν ανάσα ρήματος
παίρνω κι αυτό που μου ανήκει:
φρικώδη θλίψη. Κι όμως-
αγαπούσα το φως.
Κυκλοθυμικά επάνω μου χτυπιούνται οι που αγάπησα
ιδέες. Με πάνε στην αντίφαση.
Ακροατήριό μου όλοι όσοι τους αγνόησα
κάποτε άθελά μου-
Τώρα ψαύω τα λόγια τους, πολύ προσεκτικός είμαι
απέναντι στο δικό τους φεγγάρι.
Νάτο που ήρθε το πρωί! Την νύχτα
έσβησα όλα τα άστρα κι αμφισβήτησα κάθε αρχιτεκτονική του σύμπαντος-
Νάτο που θες την γόνιμη παρεκτροπή μου!
Παλεύω με μια κούπα
καφέ. Δηλητήριο είναι κάποια ώρα οι λέξεις.
Μπορεί και να πέθανα
κι ίσως δεν το ‘χω καταλάβει. Η φωνή μου έχει αντίλαλο
στον γκρεμισμένο οίκο της μέρας.
Μοναστηριακός τόσο που θα με πάρει ο διάβολος- και δεν φοβάμαι.
Αφήνω την κουτσουλιά του πουλιού πάνω στο καθαρό ρούχο μου.
Πείσμα που έχω!
Μόνο με το πανηγύρι της φύσης διασκεδάζω
και με σένα που θα με διαβάσεις όπως για να μ’ ερωτευτείς..


31.7.2011

Λιγνές φωνούλες που η χλωροφύλλη ξέρει.



Εκεί που ζορίζονται οι ρίζες κι ανάμεσα
Στα χτενισμένα αγριόχορτα, ένα πλατάνι
Ψηλώνει απ’ όλα πιο ιερατικό.
Καημός του τοπίου, φυλαχτό της επίγειας καταιγίδας.
Ρίχνει και ξαναρίχνει τα φύλλα του, κάτω απ’ την γλώσσα του
Φυλακίζει τον άνεμο
Σαν μια καραμέλα ασώματη που σε όλα ανατριχίλα σκορπά.
Το πρωί που ξημερώνει
είναι το φαρμάκι της υγρασίας που περονιάζει τους κορμούς των δέντρων
και μιλά
Λιγνές φωνούλες που η χλωροφύλλη ξέρει.
Ανασκουμπώνει τότε τα μανίκια του και διώχνει
μακριά τον ύπνο
Του κότσυφα και του αγριοπαπαγάλου που σαλεύει
μες τα φύλλα του για να αρχίσει κράζοντας
στριγκιά
να σχηματίζεται το πρώτο μανουάλι της ημέρας..

Θα ναυαγήσεις μες τον ουρανό



Θα ναυαγήσεις μες τον ουρανό
Αγάπη μου
Θα είσαι 
ενός λουλουδιού το στέλεχος 
και η μοίρα
Θα λείψουν τα πέταλά σου αλλά
θα αναδύεται
Ρόδου άρωμα από τα λυμένα μαλλιά σου
Αγάπη μου
Θα είσαι σαν σταγόνα της βροχής 
που αναρπάζει
Του χώματος ωραία αψάδα
Θα ταριχεύεις για να μείνουνε αιώνια
τα αισθήματα
Αγάπη μου
Θα μελετούν του μέλλοντος οι αρχαιολόγοι
Πώς μιλάς με τις τουλίπες του ύπνου ακόμη
στα φεγγάρια σου 
και πώς
Κάνεις στα όνειρα την αρετή του κόσμου 
να είναι
από παντού ορατή και σε ένταση..



Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΑ.








Τα μολύβια μου τρώνε σελίδας άσπρο κι αχανές πεδίο της περιπλανώμενης σκέψης..
Ξύνουν το δέρμα που παραχωρεί για να χαράξουμε τα τατουάζ μας η ποιητική στιγμή..
Ποτέ το « κάτι» ίδια δεν λέγεται..
Με άλλα χρώματα
διαγνώθεται να ασθενεί η ψυχή..

Γυναίκα
με την σάρκα αφρό!
ηχεί το μοιραίο σου σώμα! Πόθους στέλνεις
να κονταροχτυπιέται το αρσενικό
που σε ορέγεται σαν μ’ ένα
μεθύσι που η σάρκα μες την σάρκα χάνεται
και γίνεται ο έρωτας γιγάντιο άνθος..

Δεν αντέχω άλλη όραση από εκείνη
που δοσμένη να έχουμε διαστρεβλώνει όλα τα
ειδομένα.. Ποιός ξέρει
στο τέλος των λέξεων πόση
ψυχή θα χρωστάμε;

Με μουσική από θεό που
αδιαφόρησε για την μοίρα μας..
Και τότε εσύ
γυναίκα αμαρτία και γυναίκα έκπτωτη
από τους παραδείσους
με τα μάτια του δαίμονα- σε σένα
προσβλέπουμε.

Πάλι να χαράξεις τον δρόμο της εξόδου
απ’ τον ωραίο κήπο..
και ας σε δικάζουν οι καιροί!

Όμως εγώ
που ξέρω
ότι μόνο η πλήξη ενός κήπου ήταν που χάθηκε ενώ
κερδήθηκαν οι τόσες αγωνίες, προβληματισμοί
να επινοήσουμε το φόντο για μια κόλαση δική μας-
σε λέω Αγία, σε λέω Γυναίκα
σε λέω φωτιά που καίει με
και στο σήμερα και στο αύριο του κόσμου!..

Αθήνα 7.3.2008

http://lefkoilykoi.blogspot.gr

26 Ιανουαρίου 2013

Το σαπούνι μιλά απολυμαντικά σαν τον αέρα


Το νερό ξεπλένει το σαπούνι και αφέονταί σου οι αμαρτίες
Όλα θα κυλήσουν καλά- έσω ενάρετος
Ανάμεσα στα τριανταφυλλένια σκουτιά σου
Τα ασπρόρουχά σου κολλαρισμένα μοσχοβολούν
Λεβάντα και μαλακτικό που πλημμυρίζει
τις αισθήσεις
Στρωτά
Φιλοκαλώντας για να μάθεις
της ευτυχίας τον λόγο-

Το σαπούνι διώχνει την λιγδερή υποψία πάνω απ’ το κορμί σου ότι
Μια μέρα θα ‘ρθει με σθένος η τρομερή αχρειότητα των γηρατειών
Μια μέρα δεν θα μπορείς να εξαιρεθείς από εκείνους
που ανήμποροι να απολαύσουν τον ήλιο, κοιτούν
Με φόβο την ακρότητα ενός εκατόφυλλου ρόδου
Και τρομάζουν στο αγκάθι του-

Το σαπούνι μιλά απολυμαντικά σαν τον αέρα και ντύνει
Με υγεία την χορογράφο επιδερμίδα σου προτού
Την ρυτιδώσουν οι χρόνοι και τα μάτια που τώρα στολίζονται
Με ωραίες εικόνες που απορροφά η ψυχή, μείνουν
Με την τυφλότητα των παρακμασμένων αισθήσεων
και των πικρών μυστικών ενός ελαύνοντος θανάτου..




Οι κτήσεις που μου ανήκουν είναι μόνον του μυαλού,


Μια μαύρη αφθονία συμφερόντων που κινεί τα νήματα 
της βουλιμίας των αρχόντων και καταλήγει
Ανίερη πρόσθεση σ’ έναν λογαριασμό που βάρυνε από ανιερότητα, εδώ
Που η Ελλάδα στενάζει ανεξόφλητη και δίχως
Να μπορεί ν’ ανασάνει, τότε
Που η πατρίδα μου αυτή η άμοιρη πονά και ματώνει
Επάνω στην χολωμένη για όλα υδρόγειο-

Οι κτήσεις που μου ανήκουν είναι μόνον του μυαλού,
Μπορεί και κάτι όνειρα που κανείς για την απλότητά τους, δεν τα συμμερίζεται,
Πλουραλισμός χρωμάτων, νύχτες μαγικές που κατέφυγα, φώτα
Λιγοστά στην επαρχία που με φιλοξένησε
Θυμίζοντας μου την καρδιά που ωραία χτυπάει-

Κάποτε θα σβήσουν όλα γύρω μου μα θα έχω κερδίσει
Μια νοσταλγία που με έμαθε την αθωότητα και πώς να γράφω
Την ψυχή μου πέρα, μες τον πλατύ ανεπηρέαστο από όλα ορίζοντα..




Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου